ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

3 Μαΐου μνήμη του Αγίου ιερομάρτυρος Τιμοθέου , της συζύγου αυτού Μαύρας μάρτυρος , του εν αγίοις πατρός ημών Πέτρου επισκόπου Άργους και του Οσίου πατρός ημών Θεοφάνους επισκόπου Περιθεωρίου

Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα.

Οι Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα, γεννήθηκαν στη κωμόπολη Παναπέα στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου.
Ο Τιμόθεος ήταν αναγνώστης και κήρυκας του Ευαγγελίου στην Εκκλησία των Παναπέων και εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα με θερμότατο ζήλο και θαυμαστά αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό προξενούσε ζηλοφθονία στους ειδωλολάτρες, οι οποίοι τελικώς τον κατήγγειλαν στον αδίστακτο ειδωλολάτρη έπαρχο Αρριανό, είκοσι μόλις μέρες μετά τον γάμο του με την Αγία Μαύρα. Ο Αρριανός κάλεσε τον Τιμόθεο να παραδώσει τα ιερά βιβλία του στην πυρά. Ο Τιμόθεος αρνήθηκε με παρρησία να καταστρέψει τα βιβλία του, λέγοντας στον έπαρχο ότι τα θεωρεί ως ιερά πνευματικά του όπλα και εφόδια. Οργισμένος ο Αρριανός υπέβαλε τον άγιο σε διάφορα βασανιστήρια, τα οποία ο Τιμόθεος υπέμεινε με παροιμιώδη υπομονή.

Πρώτα πρώτα έβαλαν μέσα στα αυτιά του Μάρτυρα πυρακτωμένα σίδερα, με αποτέλεσμα να λιώσουν οι κόρες των ματιών του και να πέσουν στο έδαφος. Στη συνέχεια έδεσαν τους αστραγάλους πάνω σε τροχό βασανιστηρίων και σφράγισαν το στόμα του με φίμωτρο. Έπειτα έδεσαν μια βαριά πέτρα στόν τράχηλό του και τον κρέμασαν σε ένα δέντρο.
Για να κάμψει το σθένος του ο έπαρχος στράφηκε προς τη σύζυγό του Μαύρα, την οποία στην αρχή κολάκευε για να θυσιάσει στο είδωλα και μην ακολουθήσει τη θανατηφόρα πορεία του συζύγου της. Με παραίνεση όμως του Τιμόθεου, η Μαύρα ομολόγησε κι εκείνη την πίστη της στον Θεό. Τότε ο Αρριανός διέταξε τον άγριο βασανισμό της Αγίας, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια των μαρτυρίων έψαλε.
Πρώτα πρώτα, λοιπόν, της ξερρίζωσαν τις τρίχες του κεφαλιού της και στη συνέχεια της έκοψαν τα δάχτυλα. Έπειτα την βύθισαν ολόκληρη μέσα σε ένα καζάνι γεμάτο νερό που κόχλαζε. Επειδή όμως η Αγία, αν καί ήταν μέσα στο βραστό νερό, δεν έπαθε το παραμικρό έγκαυμα, ο Αρριανός σχημάτισε τη γνώμη ότι το νερό δεν ήταν θερμό, αλλά ψυχρό. Έτσι, για να το διαπιστώσει, πρόσταξε να του ραντίσουν το χέρι. Τότε η Αγία πήρε με τη χούφτα της νερό και το έριξε πάνω στο χέρι του. Το νερό αυτό ήταν τόσο καυτό, ώστε να διαλυθεί το δέρμα του ηγεμόνα.
Παρ' όλα αυτά, ο Αρριανός δεν σταμάτησε και διέταξε να σταυρώσουν και τους δυο Αγίους.
Ακόμη και στο σταυρό του μαρτυρίου, ο βδελυρός έπαρχος, πλησίασε την αγία σε μία απέλπιδα προσπάθεια έστω και την τελευταία στιγμή να την αποσπάσει από το μαρτύριο και την πίστη της. Φωτισμένη όμως από τη θεία χάρη η αγία τον απέπεμψε.
Ενώ η αγία Μαύρα ήταν κρεμασμένη στο σταυρό, την πλησίασε - σαν σε έκσταση - ο διάβολος, προσφέροντάς της ένα ποτήρι γεμάτο με μέλι και γάλα. Της συνιστούσε μάλιστα να το πιεί για να μην φλογίζεται από τη δίψα. Η Άγία όμως, φωτισμένη από τον Θεό, κατάλαβε την πανουργία του διαβόλου και με την προσευχή της τον έδιωξε. Ο παγκάκιστος χρησιμοποίησε όμως και άλλο τέχνασμα. Φάνηκε στην Αγία ότι την μετέφερε σε ένα ποτάμι απ' όπου έτρεχε μέλι και γάλα και της πρότεινε να πιεί. Εκείνη όμως, μετά από θείο φωτισμό, είπε: «Δεν πρόκειται να πιώ απ' αυτά. Θα πιώ από το ουράνιο ποτήρι που μου πρόσφερε ο Χριστός». Έτσι, ο διάβολος έφυγε απ' αυτήν νικημένος και καταντροπιασμένος.
Τότε παρουσιάστηκε στην Αγία άγγελος Θεού, ο οποίος την πήρε από το χέρι, την οδήγησε στον ουρανό και, αφού της έδειξε έναν θρόνο με μια στολή λευκή πάνω σ' αυτόν και ένα στεφάνι, της είπε: «Αυτά ετοιμάστηκαν για σένα». Στη συνέχεια, αφού την οδήγησε ακόμη ψηλότερα της έδειξε άλλον θρόνο και στολή και στεφάνι, της είπε πάλι: «Αὐτά προορίζονται για τον άντρα σου. Η διαφορά του τόπου δηλώνει το γεγονός ότι ο άντρας σου υπήρξε η αιτία της σωτηρίας σου».
Μετά από εννιά μέρες παρέδωσαν και οι δύο την ψυχή τους στον Κύριο και έτσι το Άγιο ζεύγος συγκαταλέχθηκε στην ιερώνυμη φάλαγγα των μαρτύρων της Εκκλησίας μας.
Η Αγία Μεγαλομάρτυς Μαύρα από το 1331 θεωρείται και τιμάται ως πολιούχος της πόλης της Λευκάδας, η οποία παλιότερα ονομαζόταν «Αγία Μαύρα». Μέσα στο Φράγκικο Κάστρο, στα Βόρεια του νησιού, υπήρχε μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας, που καταστράφηκε το 1810, καθώς οι Άγγλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν το Φρούριο. Σήμερα, ένα μικρό εκκλησάκι προς τιμήν της Αγίας Μαύρας και του συζύγου της, Αγίου Τιμοθέου, υπάρχει στην θέση παλιού προμαχώνα του Φρουρίου, ο οποίος διαμορφώθηκε το 1886 σε ναό. Ο ναός αποτελεί εξωκκλήσιο της ενορίας Ευαγγελιστρίας (Μητροπόλεως) της πόλης της Λευκάδας και κάθε χρόνο, στο πανηγύρι της Αγίας, συρρέουν πλήθη προσκυνητών. Στο ναό της Ευαγγελιστρίας φυλάσσεται μάλιστα και παλαιά εικόνα της Αγίας, τοποθετημένη σε ειδικό προσκυνητάριο.
Η ιστορία για το πως έφτασε η τιμή της Αγίας Μαύρας στην Λευκάδα έχει ως εξής:
Το 1331 το νησί της Λευκάδας περνάει στην κυριαρχία του Ανδηγαυού (Φράγκου) ηγεμόνα Βάλτερου Βρυέννιου. Οι Ανδηγαυοί κατάγονταν από την κωμόπολη Sainte Maure (Αγία Μαύρα), που βρισκόταν στο νομό Intre et Loir της σημερινής Γαλλίας. Φτάνοντας στο νησί, του έδωσαν το όνομα της μακρινής πατρίδας τους και έχτισαν μικρό ναό, ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στο όνομα της Αγίας Μαύρας.
Στα μέσα του 15ου αιώνα - 130 χρόνια αργότερα – έφτασε στο νησί η Ελένη Παλαιολογίνα, κόρη του Θωμά Παλαιολόγου και σύζυγος του δεσπότη της Σερβίας Λαζάρου Βούκοβιτς. Σκοπός του ταξιδιού της ήταν ο γάμος της κόρης της, Μελίσσας, με τον Δούκα της Λευκάδας, Λεονάρδο Γ’ τον Τόκκο. Στην πορεία τους προς το νησί κινδύνεψαν από σφοδρή θαλασσοταραχή. Η ευσεβής Ελένη τάχθηκε στην Αγία Μαύρα, προς το νησί της οποίας κατευθυνόταν, να σωθεί και να της φτιάξει ναό.
Πράγματι, σώθηκε και έχτισε τον περικαλλή ορθόδοξο ναό της Αγίας Μαύρας. Επίσης, έχτισε ή ανακαίνισε και το μοναστήρι της Οδηγήτριας – στην περιοχή της Απόλπαινας.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'  Ταχὺ προκατάλαβε
Τιμόθεον σήμερον σὺν τῇ συνάθλῳ πιστοί, συζύγῳ τιμήσωμεν, Μαύρᾳ τῇ νύμφῃ Χριστοῦ, τὴν τούτων γεραίροντες, εὔτολμον καρτερίαν. Οὗτοι γὰρ σταυρωθέντες, ἴχνεσι τοῦ σφαγέντος, ἠκολούθησαν πόθῳ, καὶ πάντων τὰς ἁμαρτίας, Σταυρῷ προσηλώσαντος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'  Ταχὺ προκατάλαβε
Ὡς ζεῦγος ὁμόζυγον, καὶ ξυνωρὶς θαυμαστή, Τιμόθεε πάνσοφε, καὶ Μαῦρα νύμφη Χριστοῦ, ἐνθέως ἠθλήσατε, σύμμορφοι γὰρ ὀφθέντες, τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, δόξης ἀκατάλυτου, ἠξιώθητε ἄμφω, πρεσβεύοντες τῷ Σωτήρι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Μεγαλυνάριον
Ζεῦγος ἁγιόλεκτον τοῦ Χριστοῦ, ξυνωρίς ἁγία ἡ κηρύξασα τόν Χριστόν, Τιμόθεε μάρτυς, ἅμα τῇ λαμπρᾷ Μαύρᾳ, συγχώρησιν πταισμάτων ἡμῖν αἰτήσασθε.



Ο άγιος Πέτρος ο Θαυματουργός, επίσκοπος Άργους – Ένα πρότυπο επισκόπου! 


Οι άγιοι Πέτρος Άργους (κέντρο), Οικουμένιος Τρίκκης (αριστερά), Τιμόθεος και Μαύρα (δεξιά), και Ξένια η Καλαματιανή (αριστερά), που γιορτάζουν στις 3 Μαϊου.
Ο άγιος πατήρ ημών Πέτρος γεννήθηκε περί το 850 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς ευσεβείς καί εύπορους, οι οποίοι ασκούμενοι μεγαλόδωρα στην φιλοξενία και την ελεημοσύνη ενέπνευσαν στα τέκνα τους την αγάπη για την αρετή. Ο πρωτότοκος γιός τους, Παύλος, φλεγόμενος από έρωτα για τα θεία, έγινε μοναχός κοντά σε έναν ονομαστό τα χρόνια εκείνα ασκητή, ονόματι Πέτρο. Ο νεώτερος αδελφός του, Διονύσιος, ακολούθησε το παράδειγμα του και σύντομα οι δύο γονείς τους, όπως και η νεαρή αδελφή τους, απαρνήθηκαν τον κόσμο και εκείνοι για να ασπασθούν τον ισάγγελο βίο υπό την καθοδήγηση του Παύλου.
Αφού παρέμειναν για κάποιο χρονικό διάστημα στον κόσμο με σκοπό να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, οι δύο νεώτεροι αδελφοί, Πέτρος και Πλάτων, αποσύρθηκαν με την σειρά τους σε μονή, μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία. Ο Πέτρος διακατεχόταν από τέτοιον ζήλο ώστε σύντομα ξεπέρασε τους αδελφούς του και τους άλλους μοναχούς στους ασκητικούς αγώνες και σύντομα κατέστη για όλους πρότυπο αρετής. Πάντοτε σοβαρός και εγρήγορος στην αυτοσυγκέντρωση, ήλεγχε ολα τα κινήματα της ψυχής του, δεν οργιζόταν ποτέ, ούτε επέτρεπε στον εαυτό του τα θορυβώδη γέλια – συχνά, όμως, το πρόσωπο του φώτιζε ένα χαμόγελο εκφραστικό αληθινής πνευματικής χαράς. Οι τρόποι, το βάδισμα, τα λόγια, όλα επάνω του ήσαν άξια θαυμασμού και παρακινούσαν όσους τον συναναστρέφονταν να τον μιμηθούν. Η αυστηρότητα του δεν τον εμπόδιζε να είναι κοινωνικός και εύπροσήγορος απέναντι σε όλους και δεν δίσταζε να παίρει μέρος σε συζητήσεις, όταν αυτές μπορούσαν να προσφέρουν κάποιο πνευματικό όφελος, παραθέτοντας λόγια σοφών ή των αγίων Πατέρων. Οι έξοχες αυτές αρετές και η σοφία του υπέπεσαν στην αντίληψη του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου Α’ του Μυστικού [16 Μαΐου],ο οποίος του πρότεινε το επισκοπικό αξίωμα και την εδρα της Κορίνθου. Ο εραστής της ησυχίας, όμως, αρνήθηκε και ο πατριάρχης όρισε τον Παύλο – που ήταν τότε ηγούμενος της μονής— αρχιεπίσκοπο Κορίνθου<1>.
Προκειμένου να αποφύγει τις επίμονες παρακλήσεις εκ μέρους του πατριάρχη, ο οποίος επιθυμούσε να τον χειροτονήσει στο αξίωμα του αρχιεπισκόπου Καισαρείας, ο Πέτρος ακολούθησε τον αδελφό του και αποσύρθηκε σε ερημητήριο έξω από την πόλη, όπου μακριά από όλους αφιερώθηκε στην προσευχή και στην σύνθεση ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων προς τιμήν των άγιων. Παρά τις προσπάθειες του, ο λύχνος δεν μπορούσε να παραμείνει για πολύ κρυμμένος υπό τον μόδιον και ευθύς μόλις απεβίωσε ο επίσκοπος Άργους, οι κάτοικοι της πόλης αυτής, μαζί με εκείνους του Ναυπλίου και των περιχώρων, ήλθαν να ικετεύσουν τον Παύλο να τους παραχωρήσει ως ποιμένα τους τον αδελφό του. Ο Πέτρος αρνήθηκε να συγκατανεύσει, έφυγε και για κάποιο διάστημα ζούσε κρυμμένος. Όταν επέστρεψε στην Κόρινθο, θεωρώντας ότι είχε διαφύγει τον κίνδυνο, οι πιστοί έσπευσαν πάλι κοντά του λέγοντας ότι εξαιτίας της άρνησής του νεογέννητα πέθαιναν δίχως να λάβουν το Βάπτισμα και οι νεκροί έμεναν άταφοι. Τότε συναίνεσε, και τοποθετηθείς επί την λυχνίαν της Εκκλησίας του Άργους σκόρπισε αμέσως πλουσιοπάροχα το φως των αρετών του και της ευαγγελικής διδαχής. Ξεκίνησε αποκαθιστώντας την τάξη στον κλήρο του και δεν δίστασε να αποκόψει τα ανάξια μέλη του με το ξίφος του Πνεύματος. Απέναντι, όμως, σε όλους εκείνους ανάμεσα στο ποίμνιο του που έδειχναν διατεθειμένοι να μετανοήσουν, φάνηκε υπομονετικός, επιεικής και συμπονετικός. Διέλαμψε ιδιαίτερα για την φιλοξενία του και την αγάπη του για τους φτωχούς, σε σημείο μάλιστα που έβγαζε τον ίδιο του τον χιτώνα για να τους σκεπάσει. Άνοιγε την κατοικία του σε οποιονδήποτε εμφανιζόταν στην πόρτα του, δίχως να ρωτά από πού ερχόταν ή ποιος ήταν. Κάθε μέρα η οικία του ήταν γεμάτη δεινοπαθούντες, ανήμπορους, τυφλούς, χήρες και ορφανά που προσέτρεχαν να βρουν κοντά στον επίσκοπο τους την εικόνα της θείας ευσπλαγχνίας. Κανείς τους δεν έφευγε χωρίς να λάβει βοήθεια, και αν κανείς μεταξύ τους τύχαινε να παραμεληθεί από τους υπηρέτες, έπαιρνε την επαύριο διπλή μερίδα. Κατά την διάρκεια ενός τρομερού λιμού που αφάνισε όλη την Πελοπόννησο (927), ο άγιος Πέτρος παρείχε τροφή σε χιλιάδες ανθρώπους που στερούνταν τα αναγκαία και ξόδεψε δίχως να λογαριάζει όλα τα αποθέματα των αποθηκών του.Τα εφόδια όμως τελικά σώθηκαν και δεν απέμεινε παρά ένα πιθάρι αλεύρι. Ο άγιος έδωσε παρ’ όλα αυτά εντολή να συνεχιστεί η διανομή και το πιθάρι δεν άδειασε μέχρι που χόρτασαν όλοι.
Όταν οι βάρβαροι<2>, σε μία από τις συχνές επιδρομές τους, κατέστρεψαν το σπίτι ενός εκ των πιστών του, ο επίσκοπος έβαλε να το ξανακτίσουν με δικά του έξοδα. Μερίμνησε εξάλλου για την μόρφωση των νέων, αναλαμβάνοντας τα έξοδα όσων μετέβαιναν να σπουδάσουν σε άλλη πόλη και παρείχε τα αναγκαία εργαλεία σε εκείνους που εργάζονταν για την καλλιέργεια της γης. Εκδήλωνε, όμως, κυρίως την πατρική αγάπη του με την μέριμνα του για εκείνους μεταξύ των συμπολιτών του που είχαν αιχμαλωτισθεί από Αγαρηνούς πειρατές από την Κρήτη και κρατούνταν όμηροι ή χρησιμοποιούνταν ως σκλάβοι. Έκανε τα πάντα για να συγκεντρώνει τα απαραίτητα για την εξαγορά τους χρήματα και πήγαινε μάλιστα ο ίδιος να τους απελευθερώσει.
Η αγάπη του για τον πλησίον προσπόρισε σε αυτόν τόσο μεγάλη παρρησία παρά τω Θεώ, ώστε με την προσευχή του εξέβαλλε τα δαιμόνια, έλαβε δε το προφητικό χάρισμα και, μετά από μία αποκάλυψη του άγιου Ιωάννη του Θεολόγου, προείπε τις καταστροφές που ενέσκυψαν λίγο αργότερα στην Πελοπόννησο (923-925).
Προς το τέλος της βιοτής του, ο άγιος Πέτρος έλαβε μέρος σε μία σύνοδο που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (920) για να βάλει τέλος στο σχίσμα το οποίο προκλήθηκε από τον τέταρτο γάμο του Λέοντος ΣΤ [βλ. 5 Αυγ.]. Υπερασπίσθηκε εκεί την αληθινή Πίστη και τον σεβασμό απέναντι στην εκκλησιαστική τάξη και κατόπιν επέστρεψε στην επισκοπή του. Σε ηλικία εβδομήντα ετών (μετά το 928), ο άγιος προείπε την επικείμενη εκδημία του και μετά ασθένησε. Επί τρεις ημέρες κήρυττε στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρω του και αφού αποχαιρέτησε όλους παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του στον Κύριο με πρόσωπο γεμάτο ευφροσύνη.
Κατά την κηδεία του, το πρόσωπο του αγίου ιεράρχη φωτίσθηκε καί λούστηκε στον ιδρώτα, σαν να ήταν ακόμη εν ζωή. Τα λείψανα του έγιναν αντικείμενο βίαιου ανταγωνισμού μεταξύ των κατοίκων του Ναυπλίου και του Άργους. Τελικά υπερίσχυσαν οι τελευταίοι και κατατέθηκαν στον ναό του Άργους, όπου επιτέλεσαν πολλά θαύματα ανά τους αιώνες, καθιστώντας τον άγιο Πέτρο πολιούχο της πόλεως.
Σημειώσεις:
1 Μνημονεύεται στις 27 Μαρτίου.
2 Πιθανώς οι σλαβικές φυλές.
Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος ένατος – Μαϊος)




Άγιος Θεοφάνης Μητροπολίτης Περιθεωρίου (Ξάνθης) (14ος αι.)


agios-theofanois-peritheoriouΧρημάτισε ηγούμενος της ιεράς μονής Βατοπαιδίου. Συνδεόταν με τον όσιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη (+1365), του οποίου υπήρξε βιογράφος. Στη θαυμάσια αυτή και θαυμαστή βιογραφία, κατά μετάφρασή της στην απλοελληνική από τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο άγιος Θεοφάνης γράφει χαρακτηριστικά: «Και εγώ ο ίδιος επί Θεώ μάρτυρι, δεν θέλω κρύψω εκείνο όπου είδα εις τον Όσιον δια τις εγνωρίσθηκα και εγώ με αυτόν, και είχα την συναναστροφήν του, και μίαν ημέραν εκίνησα από την μονήν του Βατοπαιδίου μαζί με άλλον ένα, και επήγα εις την καλύβαν του, και μη ευρών αυτόν εκεί, ελυπούμην, και εκοίταζα τριγύρω δια να ιδώ τον ποθούμενον και αναβαίνωντας ολίγον από οπίσω της καλύβας του, και κοιτάζωντας εις τον δρόμον του κυρ Ησαΐα, να και βλέπω αυτόν εις την γούρναν του Αγελαρίου, μακράν έως δύο μίλια, όλον δε τούτο το διάστημα είναι δύσβατος τόπος και πετρώδης, και δρόμον ίσιον δεν έχει· και, ω του θαύματος! βλέπω τον Άγιον όπου υψώθη από την γην επάνω εις τον αέρα υψηλά, και ωσάν αετός υπόπτερος επέτα επάνω από το δάσος και από τας μεγάλας πέτρας, και ήρχετο εκεί όπου ήμουν εγώ· και καθώς είδον όπου επέτα τοιαύτης λογής, ετρόμαξα και εφώναξα το “μέγας εί Κύριε” και από τον φόβον μου ετραβήχθηκα οπίσω ολίγον τι και εν ροπή οφθαλμού έφθασε και ο Άγιος εκεί όπου εστεκόμην, ψάλλων· τί δε έψαλλε;δεν εκατάλαβα εκ του θαύματος· έπεσα όμως εις τους πόδας του, και τον εδέχθηκα· και εκείνος με ερωτούσε συχνά, πόσην ώραν έχεις εις τον τόπον τούτον; έπειτα πιάνοντάς με από το χέρι, με έμβασεν εις την καλύβαν του· και αφ’ ου με εδίδαξε πολλά και με ενουθέτησε, μου είπε· πρόσεχε να μην είπης εις κανένα εκείνο όπου είδες, έως όπου είμαι εις την παρουσαν ζωήν· ήξευρε δε ότι έχεις να γένης ηγούμενος, και μητροπολίτης Αχριδών, και μέλλεις να πάθης πολλά πλην υπόμεινον μιμούμενος, τον επί ξύλου κρεμασθέντα Χριστόν, ότι αυτός θέλει σου γένη βοηθός εις τους πειρασμούς, οι οποίοι θέλουν γένουν εις Μαρτύριόν σου της αθλήσεως· και όλα αυτά ετελειώθησαν εις εμέ κατά την Προφητείαν του Αγίου».
Ο άγιος Θεοφάνης φαίνεται ήταν καλός γνώστης της ευρύτερης περιοχής των Καυσοκαλυβίων, αφού γνώριζε καλά τα τοπωνύμια, τους συνασκητές του οσίου Μαξίμου, αλλά και τους άλλους ενάρετους Γέροντες, σπουδαίους ησυχαστές του 14ου αιώνος, τους οποίους κατονομάζει, αναφέροντας τους τόπους τους και πιθανόν συνδεόταν μαζί τους, όπως διαφαίνεται στην ωραία βιογραφία του. Η βιογραφία του Θεοφάνη αποτέλεσε πηγή για όλους τους μετέπειτα βιογράφους και υμνογράφους του οσίου Μαξίμου.
Κατά την προφητεία του οσίου Μαξίμου ο άγιος Θεοφάνης, που διετέλεσε μαθητής του, έγινε αργότερα ηγούμενος της ιεράς μονής Βατοπαιδίου και κατόπιν επίσκοπος Περιθεωρίου Ξάνθης. Αναφέρεται ως επίσκοπος Περιθεωρίου περί το 1350. Πλησίον του Περιθεωρίου ήταν το όρος Παπίκιο, γνωστό για τις μονές και τους ασκητές του, στο οποίο είχε ασκηθεί ο όσιος Μάξιμος, και είχε βρει εκεί αρκετούς ενάρετους μοναχούς, όπως αναφέρει ο βιογράφος του Θεοφάνης. Το Περιθεώριο ήταν πόλη πλησίον της σημερινής Ξάνθης, που είχε κτισθεί στα ερείπια της Αναστασιούπολης στις αρχές του 14ου αιώνος.
Άν ο άγιος Θεοφάνης υπάκουσε στον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη να γράψει περί αυτού μετά την κοίμησή του, τότε ο βίος που έγραψε κυκλοφόρησε πιθανόν μετά το 1365, όπου ορίζεται ως έτος της κοιμήσεως του οσίου Μαξίμου. Ο άγιος Θεοφάνης τότε εκοιμήθη στα τέλη του 14ου αιώνος.
«Η επιμελημένη αποφυγή του Αγίου Θεοφάνους να μη μας αφήσει ίχνη και στοιχεία διά την αγιοπροσδιόριστη βιοτή του, δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πολλά για την ζωή, τη δράση και το έργο του. Έζησε τον 14ο αιώνα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Μαθητής του Αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλυβίτου, διετέλεσε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου και στην συνέχεια επίσκοπος Περιθεωρίου… Η παρουσία του ως Ποιμενάρχου στην τοπική μας Εκκλησία κατά τον 14ο αιώνα είναι βέβαιη. Εκείνο που έχει αξία για όλους μας είναι οι θερμές του πρεσβείες για το “ιερό κατάλοιπο” του ποιμνίου του στις χαλεπές ημέρες μας».
Με ενέργειες του σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Ξάνθης και Περιθεωρίου κ. Παντελεήμονος και της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου διά της υπ’ αρ. 3401 της 11.4.2000 Πράξεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου έγινε η αγιοκατάταξη του αγίου Θεοφάνη και διά της Εγκυκλίου 2692 της 18.5.2000 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος έγινε γνωστή η ένταξή του στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας.
Πρόσφατα αγιογραφήθηκαν εικόνες του αγίου και συντάχθηκε ιερά ακολουθία του. Περί του αγίου αναφέρουν διάφοροι τα παραπάνω.
Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, Έκδοση Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Α’ Έκδοση, 2007

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου