ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

11 Ιουνίου Σύναξις της ιεράς Εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου '' Άξιόν Εστί '' , μνήμη των Αγίων Αποστόλων Βαρθολομαίου και Βαρνάβα και του Αγίου Λουκά αρχ.Κριμαίας .



 Το ιστολόγιό μας , εκ μέρους του ιερού κλήρου που διακονεί την ενορία της Αγίας Βαρβάρας Σταυρουπόλεως και των ευσεβών ενοριτών εύχεται υικώς στον εορτάζοντα σεβασμιώτατο ποιμενάρχη μας κ.Βαρνάβα έτη αιώνια και θεοφιλή ποιμαντορία ! 

Επίσης ευχόμαστε πολλά τα έτη της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού μας Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου , ο οποίος και αυτός έχει την ονομαστική του εορτή !



ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ


Η Παναγία το Άξιον Εστί
Το παρακάτω ιστορικό γράφηκε ως υπόμνημα από τον ιερομόναχο Σεραφείμ τον Θυηπόλο το 1548 ο οποίος υπήρξε και Πρώτος του Αγίου Όρους και διέσωσε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Στη Σκήτη του Πρωτάτου, που βρίσκεται στις Καρυές του Αγ. Όρους - στην αριστερή όχθη του χειμάρρου του Λιβαδογένη, κάτω από τη ρωσική Σκήτη του Αγ. Ανδρέα - εκεί κοντά στην τοποθεσία της Ι. Μονής Παντοκράτορος, είναι ένας λάκκος (χαράδρα) μεγάλος που έχει διάφορα κελιά.

Σε ένα από αυτά τα κελιά που ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κατοικούσε ένας ενάρετος Ιερομόναχος γέροντας με τον υποτακτικό του. Κατά το βράδυ ενός Σαββάτου θέλοντας ο Γέροντας να πάει στην αγρυπνία στη μονή λέει στον υποτακτικό:
- Εγώ Τέκνο μου θα πάω να ακούσω την αγρυπνία ως συνήθως. Εσύ μείνε στο κελί και ανάγνωσε την ακολουθία σου. Και έτσι έφυγε.
Αφού ήρθε το βράδυ, ακούει ο υποτακτικός να χτυπάει κάποιος την πόρτα του κελιού. Πήγε, την άνοιξε και βλέπει κάποιον ξένο και άγνωστο μοναχό, ο οποίος αφού παρακάλεσε, μπήκε και έμεινε εκείνη τη βραδιά στο κελί.
Την ώρα του όρθρου σηκώθηκαν και έψαλλαν και οι δύο την ακολουθία. Όταν όμως ήλθαν στην Τιμιωτέραν των Χερουβείμ, ο υποτακτικός έψαλλε ως τέλους τον ύμνο, ενώ ο ξένος μοναχός στάθηκε μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου και με περισσή ευλάβεια και φόβο κάνοντας άλλη αρχή του ύμνου τον έψαλλε ως εξής: «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών». Και μετά επισύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους.
Όταν άκουσε αυτό ο υποτακτικός ενθουσιάστηκε αφ' ενός για το νέο ύμνο, αφετέρου για την κατά κάποιο τρόπο Αγγελοειδή φωνή και ουράνιο μελωδία που άκουσε και λέει προς τον ξένο μοναχό:
- Εμείς μόνο την Τιμιωτέρα ψάλλουμε, το Άξιον Εστίν, δεν το έχουμε ακούσει ποτέ, ούτε εμείς αλλά ούτε και οι πρωτύτεροι από μας. Αλλά σε παρακαλώ, κάνε αγάπη και γράψε σε μένα τον ύμνο αυτό για να τον ψάλλω και γώ στην Θεοτόκο.
- Φέρε μου μελάνι και χαρτί για να γράψω τον ύμνο, του είπε ο ξένος μοναχός.
- Δεν έχω ούτε μελάνι, ούτε χαρτί ,είπε ο υποτακτικός. Τότε ο ξένος μοναχός είπε:
- Φέρε μου μια πλάκα.

Ο υποτακτικός πήγε τότε και έφερε (μάλιστα λέγεται ότι η πλάκα αυτή ήταν από το δάπεδο του ναού κάτι που είναι πολύ πιθανόν). Την πήρε λοιπόν ο ξένος, και έγραψε πάνω σ' αυτήν με το δάκτυλο του τον παραπάνω ύμνο, το Άξιον Εστίν. Κι ώ του θαύματος!!! Τα γράμματα χαράχθηκαν τόσο βαθιά πάνω στην σκληρή πλάκα σαν να γράφτηκαν σε μαλακό πηλό.
Και ποιος να περιγράψει την έκπληξη του υποτακτικού που βρέθηκε μπροστά σ' αυτό το εξαίσιο γεγονός, ο οποίος δίκαια στάθηκε εμβρόντητος και παράλαβε την πλάκα από τον ξένο. Μετά είπε ο ξένος στον υποτακτικό:
- Από σήμερα και στο εξής έτσι να ψάλλετε αυτό τον ύμνο και εσείς, αλλά και όλοι οι Ορθόδοξοι στην Κυρία ημών Θεοτόκο. Και μετά εξαφανίστηκε. Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, απεσταλμένος από το Θεό, για να αποκαλύψει τον αγγελικό αυτό ύμνο στην ανθρωπότητα.
Ο υποτακτικός μοναχός δοκιμάζοντας έκπληξη στην έκπληξη και χαρά στην χαρά, προσκύνησε τον τόπο όπου στάθηκε ο Άγγελος και ξεφώνησε: «Νυν είδα αληθώς ότι εξαπέστειλε Κύριος τον Άγγελο Αυτού» και ατενίζοντας την εικόνα της Θεοτόκου «Δεδοξασμένα ελλαλήθη περί σού η πόλις του Θεού, Δέσποινα μου Μαρία».

Αφού επέστρεψε και ο Γέροντας από την αγρυπνία στο κελί, άρχισε ο υποτακτικός να του διηγείται τα συμβαίνοντα και να του ψάλλει το Άξιον Εστίν, όπως του παρήγγειλε ο Άγγελος και στη συνέχεια του έδειξε και την πλάκα με τα αγγελοχάρακτα γράμματα. Ο Γέροντας ακούγοντας και βλέποντας όλα αυτά, έμεινε εκστατικός απέναντι στο θαύμα αυτό.
Πήραν και οι δύο την αγγελοχάρακτη πλάκα και πήγαν στο Πρωτάτο. Την έδειξαν στον Πρώτο αλλά και στους Γέροντες της Κοινής Σύναξης και τους διηγήθηκαν όλα τα γενόμενα. Αυτοί δόξασαν το Θεό και ευχαρίστησαν τη Κυρία Θεοτόκο για το εξαίσιο αυτό Θαύμα. Αμέσως έστειλαν την πλάκα στην Κωνσταντινούπολη προς τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα αφού τους έγραψαν και γράμματα που εξιστορούσαν όλη την υπόθεση του γεγονότος.

Από τότε και μετά ο Αγγελικός αυτός ύμνος διαδόθηκε σε όλη την Οικουμένη και ψάλλεται στη Θεομήτορα από όλους τους Ορθοδόξους.  Η δε εικόνα της Θεοτόκου που βρισκόταν στην Εκκλησία του κελιού στο οποίο έγινε αυτό το Θαύμα, με κοινή απόφαση των Πατέρων αποφασίσθηκε να μεταφερθεί στο Ιερό Βήμα του Πρωτάτου. Έτσι αφού συνήχθησαν πολλοί Πατέρες, έκαναν μια μεγαλειώδη λιτανεία (κρατώντας κεριά, προσφέροντας θυμιάματα, και θείους ύμνους) όπως άρμοζε στην περίπτωση και αφού πήγαν στο κελί όπου είχε λάβει χώρα το Θαύμα προσκύνησαν την εν λόγω Ιερά Εικόνα της Θεομήτορος. Στη συνέχεια την λιτάνευσαν προς την Εκκλησία του Πρωτάτου. Όταν έφθασαν στον Ναό την απέθεσαν στον κυρίως Ιερό Ναό και στη συνέχεια τέλεσαν αγρυπνία εις δόξα και τιμή της Θεομήτορος και του Υπηρέτη Αυτής Μεγίστου Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Μετά αφού την έλαβαν σαν τίμιο αγίασμα, χρυσοπορφύρωτο κιβωτό και τιμαλφέστατο θησαυρό, με την δέουσα τιμή και ευλάβεια την εισήγαγαν στο Ιερό Βήμα σύμφωνα με την προσυμφωνηθείσα απόφαση και την ενθρόνισαν στο Ιερό σύνθρονο του Αγίου Βήματος πίσω από την Αγια Τράπεζα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα, σαν σε θρόνο βασιλικό.
Από τότε η Ιερά αυτή Εικόνα πήρε την ονομασία του αγγελικού ύμνου «Άξιον Εστίν», επειδή μπροστά στην εικόνα αυτή ψάλθηκε για πρώτη φορά από τον Άγγελο ο ύμνος αυτός. Το κελί πήρε την επωνυμία «Άξιον Εστί» ενώ ο λάκκος (η τοποθεσία) που βρίσκεται το κελί ονομάζεται από όλους μέχρι σήμερα «Άδειν» (δηλαδή, ψάλλειν), επειδή εκεί για πρώτη φορά ψάλθηκε ο αγγελικός αυτός ύμνος.

Το θαύμα αυτό είναι παλαιό και έγινε το 980 μ.Χ. επί της Βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων που ονομαζόντουσαν και Πορφυρογέννητοι, υιών του Ρωμανού του νέου και επί πατριαρχίας Νικολάου του Χρυσοβέργου. Η παραπάνω εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου καλουμένης «Αξιον Εστίν» κατασκευάσθηκε στους χρόνους της εικονομαχίας. Γενικά η όλη τεχνοτροπία της εικόνας είναι αυστηρά βυζαντινή και η όψη της επιβλητική, με γλυκεία σοβαρότητα, γνώρισμα πολλών παλαιών εικόνων. Κατά το έτος 1836 το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας σκεπάσθηκε με λιθοστόλιστο αργυροχρυσωμένο κάλυμμα, θαυμαστής Αγιορείτικης τέχνης (υποκάμισο) .



Ο Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος   


Ο Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ (11 Ιουνίου)


ΓΕΝΙΚΑ: Ο Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές και αποστόλους του Κυρίου. Αναφέρεται ως μαθητής και από τους τέσσερις ευαγγελιστές (Ματθαίος ι΄ 3, Μάρκος γ΄18, Λουκάς στ΄14, Ιω. Α΄ 45-51), αλλά και από τις Πράξεις. Οι πληροφορίες για το βίο του Αποστόλου είναι λιγοστές, ενώ κατά την παράδοση ήταν αυτός που μετέφερε το χριστιανισμό στις Ινδίες. Το πρόβλημα σχετικά με την ταυτότητα του Αποστόλου ανάγεται στα πρώτα χριστιανικά χρόνια.
Κι αυτό γιατί ενώ από τους συνοπτικούς Ευαγγελιστές ο Απόστολος Βαρθολομαίος αναφέρεται με το γνωστό όνομα, στο ευαγγέλιο του Ιωάννη αναφέρεται ως Ναθαναήλ. Ακόμη, ενώ στα ευαγγέλια αναφέρεται ως έκτος στη σειρά, στις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται ως έβδομος. Εκτός αυτών, μερικοί αρχαίοι συγγραφείς όπως ο Ιερός Αυγουστίνος, αναφέρουν πως ο Ναθαναήλ δεν ήταν καν μαθητής του Ιησού. Αυτές οι απόψεις οδήγησαν ορισμένους ερευνητές στο να διαχωρίσουν ως δύο διαφορετικά πρόσωπα τους Βαρθολομαίο και Ναθαναήλ. Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.

Αφενός είναι χαρακτηριστική η περιγραφή των τεσσάρων ευαγγελιστών, αφού οι τρεις συνοπτικοί και ο Ιωάννης τον αναφέρουν στην έκτη θέση του αποστολικού κύκλου. Μάλιστα, η διήγηση για την κλήση του Ναθαναήλ από τον Ιωάννη, δηλώνει πως όντως αποτελεί το τρίτο ζευγάρι μαθητών με το Φίλιππο, αφού ο Βαρθολομαίος ήταν στενός φίλος του. Άρα ο Αυγουστίνος λανθάνει σαφώς, αφού αναφέρεται ξεκάθαρα στα ευαγγέλια πως ο Ναθαναήλ ήταν μαθητής του Ιησού (Ιωάννης 21, 2), κάτι που ο ίδιος το απαρνείται. Τέλος παρά τον περίεργο διαχωρισμό των προσώπων στους κανόνες των Αγίων Αποστόλων θα πρέπει να τονιστεί πως η εκκλησιαστική παράδοση, αλλά και η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δέχεται την ταύτιση Βαρθολομαίου και Ναθαναήλ, ως ένα και το αυτό πρόσωπο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ: Οι πληροφορίες για τον Απόστολο Βαρθολομαίο από την Καινή Διαθήκη είναι λιγοστές. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη (κα΄ 2) ο Ναθαναήλ καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας.

Χαρακτηριστικές όμως είναι οι περιγραφές του Ιωάννη (α΄ 45-51) για την κλήση του μαθητή αυτού. Την επόμενη ημέρα από την κλήση των τεσσάρων πρώτων μαθητών, ο Ιησούς είχε αποφασίσει να μεταβεί στη Γαλιλαία. Πριν ξεκινήσει βρήκε το Φίλιππο ο οποίος και τον ακολούθησε. Ο Φίλιππος συζήτησε για τον Κύριο στον Ναθαναήλ, ο οποίος κατά το Φίλιππο ήταν αυτός που είχε προαναγγείλει οι προφήτες. Ο Ναθαναήλ ακούγοντας προσεκτικά τον Φίλιππο αναρωτήθηκε αν γίνεται από τη Ναζαρέτ, πόλη καταγωγής του Ιησού, να προέλθει κάτι καλό. Ο Φίλιππος τότε κάλεσε το Ναθαναήλ να πλησιάσει τον Κύριο. Ο Ιησούς, μόλις είδε τον Ναθαναήλ, είπε: "ίδε αληθώς ᾿Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι".Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αγίου Βαρθολομαίου, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, είναι αθωότητα, αγνότητα και καθαρότητα. Ο Απόστολος, δηλάδή, ήταν ανυπόκριτος, ευθύς, τίμιος.

Τα λόγια, πού είπε, δεν σημαίνουν απιστία, δείχνουν άνθρωπο πού εξετάζει και έρευνα καλόπιστα μέχρις ότου βεβαιωθεί. Δεν χλευάζει, δεν περιφρονεί. Ενδιαφέρεται με ζήλο για την αλήθεια. Δεν έχει πονηρία και κακότητα. Εν συνεχεία ακολούθησε σύντομος διάλογος μεταξύ Ιησού και Ναθαναήλ, που οδήγησε τον δεύτερο να ενταχθεί στον κύκλο μαθητών του Κυρίου. Το όνομα Βαρθολομαίος σημαίνει γιος του Θολεμά ή Θολομί (Βαρ Τολμαΐ).

Όπως διακρίνουμε από τα ευαγγέλια προφανώς στην περίπτωσή του είχε επικρατήσει το πατρωνυμικό του. Αλλά ο Ιωάννης προτίμησε το Ναθαναήλ το οποίο στα ελληνικά μεταφράζεται ως ο "Θεός δίνει”. Άρα, πιθανότατα, το όνομα του Αποστόλου ήταν Ναθαναήλ ο γιος του Θολομί.

Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Σύμφωνα με τον Επιφάνιο Κύπρου, ο Ναθαναήλ ήταν το άλλο πρόσωπο δίπλα στον Κλέοπα, όταν εμφανίστηκε ο Ιησούς καθ΄οδόν προς τους Εμμαούς (Λουκάς κβ΄13εξ). Όλα τα άλλα κείμενα που αναφέρουν τον Απόστολο Βαρθολομαίο και είναι μεταγενέστερης εποχής, είναι ψευδεπίγραφα. Έτσι έχουμε πληροφορία για κάποιο ευαγγέλιο του Βαρθολομαίου από το οποίο δε διασώθηκε τίποτα. Το έργο αυτό ανήκε πιθανώς στο κύκλο των γνωστικών και δεν σχετίζεται με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον που άφησε στους Ινδούς ο Βαρθολομαίος. Το κείμενο επίσης που αποκαλείται "Ερωτήσεις Βαρθολομαίου" σωσμένο σε διάφορες διαλέκτους, όπως και το "Περί Αναστάσεως του Ιησού Χριστού", που διασώζονται μόνο μικρά τμήματα είναι νόθα. Κατά τον Πάνταινο, ο Βαρθολομαίος κήρυξε το ευαγγέλιο στις Ινδίες, ενώ κατά συριακές παραδόσεις κήρυξε και στη Συρία και την Αρμενία, όπου και μαρτύρησε στην πόλη Arevbanus περί το 68. Η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Ιουνίου.

Κοντάκιον: Ώφθης μέγας ήλιος,τη οικουμένη, διδαγμάτων λάμψεσι, και θαυμασίων φοβερών, φωταγωγών τους τιμώντας σε, Βαρθολομαίε, Κυρίου Απόστολε.

Βιβλιογραφία: Ι-ερώνυμος, Υπόμνημα στο κατα Ματθαίον, PL 26, 17εξ.

-Γελάσιος Κυζίκου, Decretum Gelasianum

-Διονυσίου Αεροπαγίτου, Περί Μυστικής θεολογίας, Α΄ 3, PG 3, 1020-1021

Ο Απόστολος Βαρνάβας




ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Απόστολος Βαρνάβας, δεν ήταν μόνο ο ιδρυτής κι ο θεμελιωτής της Εκκλησίας της Κύπρου, αλλά και ο δραστήριος και ταπεινός εργάτης της πίστης μας, που πάντο­τε λάμβανε πρωτοβουλία για την επίλυση δύσκολων εκκλησιαστικών θεμάτων, όταν οι άλλοι Απόστολοι δυσκολεύονταν να τα λύσουνε.
Καταγόταν απ' τη Σαλαμίνα της Κύπρου, αλλά η νέα θρησκεία του Εσταυρωμένου τον κάλεσε, για να γίνει ο πρώτος των εβδομήντα Αποστόλων του Χριστού και να πάρει το θαυμάσιο όνομα Βαρνάβας, που άρμοζε στον χαρακτήρα του και σήμαινε: "υιός Παρακλήσεως", δηλ. άνθρωπος που ανακουφίζει τον πόνο, προσφέροντας στον καθένα βοήθεια.
Έτσι πρέπει να εξετάσουμε τη μεγάλη μορφή του για να δούμε όχι τα λίγα που γράφτηκαν γι' αυτόν, αλλά την πλούσια δράση που έδειξε, όχι με λόγια, αλλά με έργα. Η προσφορά του αρχίζει με την παρουσίαση του Παύλου στους άλλους Αποστόλους, που είχε την τόλμη να τους πει να τον δεχθούν και να τον εμπιστευθούν, αφού κι ο Κύριος τον εξέλεξε κι όλοι υπάκουσαν στη σοφή συμ­βουλή του.
Ανέλαβε μετά να βοηθήσει τους πρώτους χριστια­νούς στην Αντιόχεια με την ευχάριστη παρουσία του. Όμως το βαρύ έργο της οργάνωσης της εκεί Εκκλησίας, τον έκαμε ν' απευθυνθεί στον ικανό κι έμπειρο Παύλο για να τον βοηθήσει.
Έγινε από τότε ο στενός συνεργάτης του Αποστόλου των Εθνών, που το κριτήριό του διέγνωσε πρώτος τον δυναμισμό του, όταν οι άλλοι τον απορρίπταν. Βοήθησε ε­νεργά με τον Παύλο να μη λιμοκτονήσουν οι χριστιανοί της Ιερουσαλήμ και να επιζήσουν. Πάντοτε πρόβαλλε σαν από μηχανής Θεός και έλυε με το εφευρετικό μυαλό που διέθετε και τα πιο δύσκολα κι ακανθώδη προβλήματα.
Έτσι έφερε στην Κύπρο τον Παύλο να κηρύξει στη γενέτειρά του, γιατί ήξερε πως η ρητορική του τέχνη θα θαυματουργούσε. Έκαμε τους Κυπρίους χριστιανούς το 45 μ.Χ., αλλά η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν στην Πάφο, που ο Σέργιος Παύλος, Ρωμαίος ανθύπατος, έγινε χρι­στιανός με το κήρυγμα του Παύλου, γεγονός που έγινε αισθητό σ' όλη την οικουμένη.
Δεν έμεινε όμως ως εδώ η δράση του και με τον Παύ­λο μαζί περιοδεύσανε στην Μ. Ασία και κηρύξανε την σωτηρία του Κυρίου, στην Πέργη, Αντιόχεια, Ικόνιο, Λύστρα, Δέρβη, όπου στεριώσανε εκκλησιές και δίδαξαν πρώτοι αυτοί και σ' εθνικούς (ειδωλολάτρες).
Αντιμετώπισε τότε σοβαρό ζήτημα να παρεξηγηθεί με τον Παύλο απ' τους άλλους Αποστόλους, πως διδάξανε σε απερίτμητους. Στη Σύνοδο όμως των Ιεροσολύμων δικαιωθήκανε το 49μ.Χ. και γίνανε οι πρώτοι που είχαν το δικαίωμα να διδάσκουν και να καθοδηγούν τους εθνικούς, γίνανε δε οι διερμηνείς πια κι οι κατηχητές τους.
Πάντοτε συγκαταβατικός, υποχωρητικός, μειλίχιος κι όμως φάνηκε ανυποχώρητος στην απαίτηση του Παύ­λου να εγκαταλείψει τον Μάρκο απ' τη συνοδοιπορία τους. Δεν υπεχώρησε όμως στο φοβερό δίλημμα που του έ­θεσε ο Παύλος, αλλά βοήθησε τον ανεψιό του Μάρκο να βρει τον εαυτό του, να καταλάβει το ρόλο του κι αργότερα να μας χαρίσει ο άπειρος αυτός Απόστολος, το θαυ­μάσιο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο.
Πάντοτε γνωστικός, λιγόλογος, άγγιξε τις ψυχές των ανθρώπων με τη γλυκειά παρουσία του, όχι με ρητορικά σχήματα λόγου, αλλά με έργα. Ήλθε στην Κύπρο το 52 μ.Χ. όπου στέριωσε για καλά τον χριστιανισμό, έπεσε ό­μως θύμα της δράσης του, με λιθοβολισμό απ' τους Ιου­δαίους και τάφηκε στη γενέτειρά του απ' τον Μάρκο.
Αλλά η Εκκλησία του που ίδρυσε με τόσους κόπους κλονίζεται το 477 απ' τις απαιτήσεις του Πατριάρχη Α­ντιοχείας, που ήθελε να την υποτάξει. Ο Απόστολος Βαρνάβας όμως επεμβαίνει με το όραμα που είδε ο Αρ­χιεπίσκοπος Κύπρου Ανθέμιος, όπου ο Άγιος του υπέδει­ξε το μέρος της ταφής του. Ο αυτοκράτορας Ζήνωνας σαν είδε το Ιερό Ευαγγέλιο και έμαθε την εύρεση του λειψά­νου του Αγίου, τότε σε σύνοδο ανεγνώρισε το αυτοκέφα­λο της Εκκλησίας της Κύπρου και παρεχώρησε στον Αρ­χιεπίσκοπό της κι άλλα βασιλικά προνόμια.
Η φιλειρηνική δράση του Αποστόλου Βαρνάβα δεν αρκέστηκε στην Αντιόχεια, Κύπρο, Μ. Ασία αλλ' έγινε πλατύτερη κι αγκάλιασε τη Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Μεδιόλανα. Όπως λέγεται ο Απόστολος αυτός δεν ήταν μόνο "το μέγα κλέος της Κύπρου", "ο κήρυκας της Οικουμέ­νης", "ο αρχιτέκτονας της Εκκλησίας των Αντιοχέων", αλλ' ήταν κι ο "παναληθής υπηρέτης των Αποστόλων", αυτός πού έκανε τον Πατριάρχη Αντιοχείας και τον Αυτοκράτορα Ζήνωνα, να υποκύψουν και ν' αναγνωρίσουν το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου.
Δίκαια λοιπόν συγκαταριθμείται μαζί με τον Παύ­λο, όπως αναφέρεται στο απολυτίκιό του, "ισοστάσιος", ίσος με τους δώδεκα άλλους Αποστόλους.
Ο  ΒΙΟΣ  ΤΟΥ   ΑΓΙΟΥ
ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Ο Απόστολος Βαρνάβας ήταν Ιουδαίος και καταγό­ταν απ' τη φυλή του Λευί, απ' την οποία λαμβάνονταν οι ιερείς και οι υπηρέτες του Ναού. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο του «Πράξεις των Αποστόλων» (Κεφ. δ', 36), αναφέρει πως ο Βαρνάβας ήταν Κύπριος στο γέ­νος και αρχικά λεγόταν Ιωσής. Οι Απόστολοι όμως σαν έγινε μαθητής του Χριστού, τον μετονομάσανε Βαρνάβα, που ερμηνεύεται "Υιός Παρακλήσεως", δηλαδή γιος πα­ρηγοριάς.
Πώλησε όλη την περιουσία του, για να μην έχει κα­νένα περισπασμό στη ζωή, και την έθεσε στη διάθεση των Αποστόλων. Έγινε ένας από τους εβδομήντα μαθητές του Χριστού και μάλιστα ο κορυφαίος των Αποστόλων. Συν­δεόταν στενά με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, που ήταν ανεψιός του, αφού η μητέρα του Μάρκου, ήταν αδελφή του Βαρνάβα.
Η στενή συγγενική σχέση που είχε με τη Μαρία, τον έφερε πιο κοντά στον Χριστό, γιατί ως γνωστόν η Μαρία ήταν ανάμεσα στις γυναίκες που ακολουθούσαν και διακονούσαν τον Κύριο. Το σπίτι της μάλιστα χρησιμοποιήθηκε σαν τόπος συγκέντρωσης της πρώτης Εκκλησίας και στο υπερώο αυτής της οικίας ήταν, που ο Χριστός έφαγε με τους δώδεκα μαθητές του, τελώντας τον περίφημο Μυστικό Δείπνο, όπου τους παρέδωσε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Ο Βαρνάβας κατείχε ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους Αποστόλους, ιδιαίτερα γιατί πρόσφερε την περιουσία του στους πτωχούς κι ήταν πάντοτε για τους δυστυχισμένους ο παρήγορος άγγελός τους. Όπως δε αναφέρει γι' αυτόν ο Ευαγγελιστής Λουκάς στις "Πράξεις των Αποστόλων" (κεφ. ια΄ 23-24), "ην ανήρ αγαθός και πλήρης Πνεύματος Αγίου και πίστεως", δηλαδή ήταν άνθρωπος ενάρετος και φωτισμένος απ' το Άγιο Πνεύμα για την πίστη που ακολουθούσε.

Ο ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ
ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ
Σαν ο Παύλος επέστρεψε στην Ορθοδοξία ύστερα από το όραμα της Δαμασκού και ήθελε στα Ιεροσόλυμα να ενωθεί με τους άλλους Αποστόλους, το πρόβλημα ήταν δύσκολο γι' αυτόν, γιατί οι μαθητές του Χριστού δυσπιστούσαν για την ξαφνική στάση του. Δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να τον εγκολπωθούνε, γιατί γνώριζαν την προηγούμενη διαγωγή του και τον μεγάλο φανατισμό που επέδειξε ενάντια στους Χριστιανούς.
Ο γλυκομίλητος όμως Βαρνάβας έσωσε την κατάσταση, παρέλαβε τον Παύλο, τον οδήγησε στους Αποστόλους, τους εξήγησε πως στο δρόμο της Δαμασκού είδε τον Κύριο που του μίλησε κι αυτός δέχτηκε πρόθυμα το κάλεσμα του Ιησού και πως από τότε πια ο Παύλος ανέλαβε επίσημα το βαρύ αποστολικό του έργο.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΒΑΡΝΑΒΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
Ύστερα από τον λιθοβολισμό του αρχιδιακόνου Στεφάνου, μερικοί Κύπριοι και Κυρηναίοι διδάξανε τη νέα Θρησκεία του Χριστού και με τη βοήθεια του Θεού, ιδρύθηκε ο πρώτος πυρήνας μιας Εκκλησίας. Σαν μάθα­νε το γεγονός αυτό στα Ιεροσόλυμα, τότε οι Απόστολοι απεφάσισαν να στείλουν τον Βαρνάβα στην Αντιόχεια για να ενισχύσει και οργανώσει την Εκκλησία τους.
Σαν ο Βαρνάβας αντελήφθηκε πως το έργο της οργά­νωσης ήταν τεράστιο και πως καθημερινά πλήθος πιστών πύκνωνε τις τάξεις της Εκκλησίας, τότε πήγε στην Ταρ­σό και αναζήτησε τον Παύλο κι άρχισαν από κοινού να διδάσκουν και να σταθεροποιούν την Εκκλησία. Μείνα­νε στην Αντιόχεια ένα χρόνο και σχημάτισαν την πρώ­τη αποστολική Εκκλησία και οι ακόλουθοι του Χριστού πήρανε για πρώτη φορά το όνομα Χριστιανοί. (Πράξ. Αποστ. Κεφ. ια' 26).
Όταν ο προφήτης Άγαβος απεκάλυψε πως θα γινό­ταν μεγάλη πείνα σ' όλο τον κόσμο, την εποχή του Καί­σαρα Κλαυδίου (41-54 μ.Χ.), ο Βαρνάβας και ο Παύλος α­νέλαβαν να μεταφέρουν τη βοήθεια των χριστιανών της Αντιοχείας στα Ιεροσόλυμα, για τους πτωχούς αδελφούς τους, που γίνανε χριστιανοί και κατάγονταν από Ιουδαί­ους.
 
Η Α' ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Στη συνεργασία Βαρνάβα και Παύλου οφείλεται κι η διάδοση του Χριστιανισμού στην Κύπρο. Οι δύο φλο­γεροί Απόστολοι μαζί με τον Μάρκο, ανεψιό του Βαρνά­βα, το 45 μ.Χ. απέπλευσαν από τη Σελεύκεια για τη Σα­λαμίνα της Κύπρου, όπου κήρυξαν τη νέα θρησκεία στις συναγωγές των Ιουδαίων, που ήσαν εγκαταστημένοι εκεί από την εποχή των Πτολεμαίων.
Οι Πράξεις των Αποστόλων (Κεφ. γ' 4-5) αναφέρουν γι' αυτήν την περιοδεία τα ακόλουθα: «Ούτοι μεν ουν εκπεμφθέντες υπό του Πνεύματος του Αγίου κατήλθον εις την Σελεύκειαν, εκείθεν τε απέπλευσαν εις την Κύπρον, και γενόμενοι εν Σαλαμίνι. κατήγγελλον τον λόγον του Θεού εν ταις συναγωγαίς των Ιουδαίων, είχον δε και Ιωάννην υπηρέτην».
Η Σαλαμίνα τότε ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Κύ­πρου, γι' αυτό διδάξανε πρώτα εδώ. Μετά προχώρησαν πεζοί στην Πάφο, που ήταν πρωτεύουσα της Κύπρου και έδρα του Ρωμαίου ανθυπάτου Σεργίου Παύλου, που ήταν συνετός άνδρας, γι' αυτό κάλεσε τους Αποστόλους να κηρύξουν τον λόγο του Θεού για να τον ακούσει. Ο Ιουδαίος Βαριησούς, που λεγόταν και Ελύμας και στα ε­βραϊκά σήμαινε μάγος, προσπάθησε τότε ν' απομακρύνει τον ανθύπατο ώστε να μην ακούσει το κήρυγμα.
Μα ο Παύλος, που ως τότε λεγόταν Σαύλος, εμπνευ­σμένος από το Άγιο Πνεύμα, στράφηκε στον Ελύμα κι αφού τον κοίταξε, του είπε: «Παιδί του διαβόλου, που είσαι γεμάτος από πονηριά και κάθε ραδιουργία, εχθρέ κάθε αρετής, δε θα παύσεις να παρουσιάζεις σαν πλανε­μένους τους ίσιους δρόμους του Κυρίου; Και τώρα να, θα πέσει πάνω σου το χέρι του Θεού και θα είσαι τυφλός, μη μπορώντας να βλέπεις τον ήλιο για ένα διάστημα» (Πράξ. Αποστ. Κεφ. ιγ' 9-11). Αμέσως έπεσε γύρω του θά­μπος και σκοτάδι και ζητούσε ανθρώπους για να τον κρατούν απ' το χέρι, για να τον βοηθούν να περπατά.
Σαν είδε ο ανθύπατος το θαύμα πίστεψε καθώς και πολλοί άλλοι Κύπριοι, για την αλήθεια και τη δύναμη της νέας θρησκείας.
Με το γεγονός αυτό μπήκανε οι πρώτες βάσεις του χριστιανισμού στη Κύπρο, γιατί ένας ανώτερος αξιωμα­τούχος του Ρωμαϊκού κράτους, αποσκίρτησε απ' τις τά­ξεις των ειδωλολατρών. Ο Παύλος δε, εγκατέλειψε πια το εβραϊκό του όνομα Σαούλ ή Σαύλος και έλαβε οριστικά το ρωμαϊκό όνομα Παύλος, που σήμαινε μικρός. Εκεί λέ­γεται πως ο Παύλος ξυλοκοπήθηκε άγρια με "σαράντα παρά μία" μαστιγώσεις, όπως ήταν το ρωμαϊκό έθιμο.
ΚΗΡΥΓΜΑ ΒΑΡΝΑΒΑ  ΚΑΙ  ΠΕΤΡΟΥ  ΣΤΗ  Μ.  ΑΣΙΑ
Αφού φύγανε από την Κύπρο ήλθανε και κήρυξαν στην Πέργη της Παμφυλίας, αλλά ο Μάρκος για άγνωστο λόγο τους εγκατέλειψε, πιθανό να κουράστηκε από το ταξίδι του στην Κύπρο κι επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα. Έ­τσι τώρα μείνανε μόνο οι δυο Απόστολοι που επισκέφθη­καν την Αντιόχεια της Πισιδίας.
Ήταν μέρα Σάββατο γι' αυτό πήγανε στη συναγωγή των Ιουδαίων. Ύστερα από την ανάγνωση του Μωσαϊκού Νόμου και των Προφητών οι αρχισυνάγωγοι τους πλησί­ασαν και τους ρώτησαν αν θέλουν ν' απευθυνθούν στο λαό. Τότε ο Παύλος, αφού ένευσε στον λαό να ησυχάσει, τους προέτρεψε αν φοβούνται τον Θεό ν' ακούσουνε, για­τί ο Θεός αυτός διάλεξε τους Πατριάρχες και αρχηγούς τους, τους οδήγησε ύστερα από 40 χρόνια περιπλάνηση στην έρημο πίσω στη γη Χαναάν και μετά αφού κατέ­στρεψε 7 έθνη τους διαμέρισε στη γη τους. Ο Θεός ακόμα τους βοήθησε κι έστειλε τους Κριτές μέχρι του Σα­μουήλ του προφήτη, ύστερα τους έστειλε τους βασιλείς Σαούλ και Δαυίδ, απ' τη γενιά του οποίου γεννήθηκε ο Χριστός, ο Σωτήρας των Ιουδαίων.
Συνεχίζοντας ο Παύλος, το θεόπνευστο κήρυγμά του, τους ανέφερε πως, ο Θεός έστειλε πριν από τον Χριστό τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ετοίμασε τον δρόμο για να διδάξει ο Χριστός. Τους τόνισε ακόμα να μη περιφρο­νήσουν το κήρυγμά τους, για να μην επαληθεύσουνε γι' αυτούς τα λόγια των Προφητών, πως όποιοι απορρίψουνε τη διδασκαλία του για τα θαυμαστά έργα του Κυρίου, αν κάποιος τους τα εξιστορήσει, αυτοί θα εξολοθρευθούνε απ' αυτόν.
Τα λόγια του Παύλου εντυπωσίασαν τους ακροατές του που ζήτησαν από τους δύο Αποστόλους το επόμενο Σάββατο πάλιν να κηρύξουν στη συναγωγή τους. Πολλοί από τους Ιουδαίους και τους ευσεβείς προσηλύτους που φύγανε από τον Ιουδαϊσμό, πίστευσαν στον Παύλο και στον Βαρνάβα και προτρέπανε όλους αυτούς να μένουνε σταθεροί στη νέα πίστη τους.
Το άλλο Σάββατο όλη η πόλη μαζεύτηκε στη συναγω­γή της Αντιοχείας της Πισιδίας, για ν' ακούσουν το λόγο του Θεού. Μερικοί όμως φανατικοί Ιουδαίοι φέραν α­ντιρρήσεις στο κήρυγμα του Παύλου. Τότε ο Παύλος κι ο Βαρνάβας, μίλησαν με θάρρος σ' αυτούς και είπαν πως, ήλθαν να κηρύξουν πρώτα σ' αυτούς το λόγο του Θεού, ε­πειδή όμως δεν τον αφήνουν να φυτρώσει μέσα τους και δεν κρίνανε τον εαυτό τους άξιο σωτηρίας, τότε, απευθύνουνε τη διδασκαλία τους στους ειδωλολάτρες, ό­πως τους παρήγγειλε ο Κύριος. Αφού άκουσαν αυτά τα λόγια των Αποστόλων οι ειδωλολάτρες χάρηκαν και πί­στευσαν στον αληθινό Θεό.
Αρκετοί όμως αμετάπειστοι Ιουδαίοι ξεσήκωσαν διωγμό και παρακινώντας τις ευσεβείς γυναίκες και τους πρώτους άρχοντες της πόλης, ανάγκασαν τους δύο Αποστόλους να φύγουν απ' τα σύνορα της πόλης τους. Τότε οι Απόστολοι φύγανε και με αγανάκτηση από την πράξη τους, τινάξανε από τα πόδια τους κι αυτήν την σκόνη ακόμα που είχανε τα πέδιλά τους.
Απ' την Αντιόχεια φθάσανε στο Ικόνιο, όπου δίδα­ξαν στη συναγωγή. Το κήρυγμά τους σημείωσε τόση επι­τυχία, ώστε πιστεύσανε πολλοί Ιουδαίοι και εθνικοί, α­νάμεσα στους οποίους ήταν και η πρωτομάρτυς Θέκλα.
Στην πόλη αυτή, αρκετό διάστημα μείνανε και διδάσκανε, αλλά και πάλι οι Ιουδαίοι ξεσήκωσαν το λαό, που χωρίστηκε έτσι σε δύο μέρη, με τους υποστηρικτές των Αποστόλων και εκείνους που ήταν με τους φανατι­κούς Ιουδαίους. Σαν αντελήφθησαν πια, πως ο αναβρα­σμός μεγάλωνε και πως σχεδίαζαν να τους λιθοβολή­σουν, κατέφυγαν στις πόλεις της Λυκαονίας, Λύστρα και Δέρβη και στα περίχωρά τους και άρχισαν πάλι να διδά­σκουν.
Σαν δίδασκαν στα Λύστρα ανάμεσα στο πλήθος των ακροατών τους, ήταν και ένας άντρας χωλός με αδύνατα πόδια, που δεν περπάτησε ποτέ κι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε με προσοχή το κήρυγμα του Παύλου. Ο Παύλος είδε τη μεγάλη πίστη του, γι' αυτό του φώναξε: «σήκω και περπάτα». Κι αμέσως το θαύμα έγινε. Τα πλή­θη τότε σαν είδαν τον χωλό να περπατά ανάμεσά τους, άρχισαν να φωνάζουν πως οι θεοί πήρανε μορφή ανθρώ­πων και κατέβηκαν στην γη.
Ονόμασαν τότε τον Βαρνάβα Δία, γιατί ήταν επι­βλητικός και μεγαλοπρεπής στο ανάστημα και τον Παύ­λο Ερμή, γιατί μιλούσε συχνά, ενώ ο Βαρνάβας ήταν ολιγόλογος. Ο ιερέας μάλιστα του Δία, που ο ναός του βρισκόταν στο μπροστινό μέρος της πόλης, έφερε ταύρους για να θυσιάσει για χάρη των Αποστόλων που τους θεωρούσαν για θεούς ως και στεφάνια ακόμα, που στεφάνωναν τα ζώα, σαν τα θυσίαζαν.
Όταν είδαν αυτή την ειδωλολατρική πράξη του ιε­ρέα, ξεσχίσανε τα ρούχα τους σαν διαμαρτυρία, όπως ή­ταν συνήθεια της εποχής κι αφού εισχωρήσανε στο μέ­σον του λαού, φώναξαν, γιατί τα κάνουνε όλα αυτά, α­φού κι οι ίδιοι είναι άνθρωποι του Θεού, όπως κι αυτοί. Τους τονίσανε πάλι να εγκαταλείψουν τα άψυχα είδωλα και να επιστρέψουν στον αληθινό Θεό, που είναι ο δη­μιουργός όλου του κόσμου, που καθημερινά βλέπουνε.
Σαν αποφύγανε τη βδελυρά θυσία, νέα συμφορά βρή­κε τους Αποστόλους. Ήλθαν φανατικοί Ιουδαίοι απ' την Αντιόχεια και το Ικόνιο και πείσανε το πλήθος να λιθο­βολήσει τον Παύλο. Όταν τελείωσε ο λιθοβολισμός, ε­πειδή νόμισαν πως πέθανε, τον σύρανε έξω από την πόλη. Οι πιστοί μαθητές του όμως τον βρήκανε κι αφού τον σή­κωσαν πάνω τον οδήγησαν στην πόλη. Την επόμενη μέρα όμως, οι δύο Απόστολοι αναχώρησαν για τη Δέρβη.

Ο ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΝ
ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΠΟΥ ΙΔΡΥΣΑΝ
Αφού διδάξανε στη Δέρβη και πίστευσαν αρκετοί στο Ευαγγέλιο της σωτηρίας, επέστρεψαν πάλι στα Λύστρα, στο Ικόνιο και την Αντιόχεια. Παντού όπου πή­γαν ενθάρρυναν τους χριστιανούς να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και τους τόνισαν, πως πρέπει πολύ να υ­ποφέρουν για να σώσουν την ψυχή τους.
Στα μέρη απ' όπου περνούσαν χειροτονήσανε πρε­σβυτέρους για κάθε εκκλησία κι αφού προσευχήθηκαν στον Κύριο να τους βοηθήσει, τους υποδείξανε να μένουν πιστοί σ' Αυτόν που έχουν πιστεύσει. Αφού πέρασαν απ' την Πισιδία, φθάσανε στην Πέργη της Παμφυλίας, όπου κηρύξανε τον λόγο του Θεού. Μετά κατέβηκαν στην Αττάλεια και φθάσανε στην Αντιόχεια, όπου διηγήθηκαν στους χριστιανούς, όσα έκαμε ο Θεός με το κήρυγμά τους και πως άνοιξε ο Θεός για τους εθνικούς μια πραγ­ματική πύλη πίστης.

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΤΟΜΗΣ
Με την προσέλευση των ειδωλολατρών προέκυψε ένα σοβαρό ζήτημα, γιατί μερικοί από τους Φαρισαίους διδάσκανε, πως για να σωθούν όσοι προσέρχονταν στον χριστιανισμό, έπρεπε να περιτέμνονται, όπως διέτασσε κι ο Μωσαϊκός νόμος. Αυτό όμως δημιούργησε σοβαρή συζήτηση του Βαρνάβα και Παύλου, μ' αυτούς, που διαδίδανε τη γνώμη αυτή. Έτσι, αποφάσισαν να μεταβούνε στα Ιεροσόλυμα ο Βαρνάβας, ο Παύλος και μερικοί άλ­λοι χριστιανοί, για να συζητήσουν το ζήτημα τούτο με τους Αποστόλους και πρεσβυτέρους.
Ύστερα από αρκετή συζήτηση μεταξύ τους, ο Πέτρος που ήταν κι ο κορυφαίος των Αποστόλων, εξέθεσε σ' όλους πως ο Θεός δεν έκαμε καμμιά διάκριση για να δεχθούν όλοι το κοσμοσωτήριο κήρυγμά του και τώρα πώς αυτοί θα τους επέβαλλαν νέες απαγορεύσεις; Έτσι εξελέγη μια επιτροπή από έξι άνδρες μεταξύ των οποίων ήταν ο Βαρνάβας κι ο Παύλος για να μεταφέρουν επιστολή στους αδελφούς τους, πριν εθνικούς στην Αντιόχεια, Συρία και Κιλικία.
Η επιστολή ανέφερε πως οι Απόστολοι λυπούνται, γιατί μερικοί τους σκανδαλίζουν με το θέμα αυτό, και τους προτρέπουν να δεχθούν τις οδηγίες, που στέλνουνε μαζί με τον Βαρνάβα και τον Παύλο, που αφιέρωσαν τη ζωή τους για τον Κύριο.
Πριν να φύγουν από τα Ιεροσόλυμα, πληροφόρησαν τους Αποστόλους για το θεάρεστο έργο που επιτέλεσαν στην Λυκαονία καί Παμφυλία και χάρηκαν όλοι για όσα ο Θεός πραγματοποίησε δια μέσου των Αποστόλων αυτών. Φέρανε στην Αντιόχεια την επιστολή των Απο­στόλων, που διελάμβανε να μη περιτέμνονται οι χρι­στιανοί, να μη τρώνε πνικτό και ειδωλόθυτο κρέας, ακό­μα δε ν' απέχουν από την πορνεία.

ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Ο Βαρνάβας κι ο Παύλος μείνανε στην Αντιόχεια λίγες μέρες και διδάσκανε τον λόγο του Θεού. Ύστερα α­πό λίγες μέρες ο Παύλος είπε στον Βαρνάβα να επισκε­φθούν τις πόλεις που κηρύξανε τον χριστιανισμό στη Μ. Ασία, για να δουν πώς πραγματικά παν εκεί οι χριστιανοί.
Παρουσιάστηκε τότε μια διαφωνία ανάμεσα στον Βαρνάβα και Παύλο, γιατί ο Βαρνάβας ήθελε να πάρουν μαζί τους στην περιοδεία και τον ανεψιό του Μάρκο, ενώ ο Παύλος διαφωνούσε, γιατί τους εγκατέλειψε στην Πέργη της Παμφυλίας αφήνοντάς τους μόνους. Έτσι χωρί­σθηκαν οι δύο Απόστολοι και ο Παύλος πήρε μαζί του τον Σίλα και περιόδευσε τη Συρία και Κιλικία, ο δε Βαρ­νάβας απέπλευσε για την Κύπρο μαζί με τον Μάρκο.

Β'  ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Σαν ήλθε στην Κύπρο ο Βαρνάβας, έγινε ο πρώτος ε­πίσκοπος στη Σαλαμίνα. Αμέσως χειροτόνησε και άλ­λους επισκόπους σε μεγάλα κέντρα του νησιού για την ε­ξάπλωση του χριστιανισμού. Στο Κίτιο χειροτονήθηκε ε­πίσκοπος ο Άγιος Λάζαρος, ο τετραήμερος φίλος του Χρι­στού, που ποίμασε για δεκαοχτώ χρόνια την Εκκλησία του, στην Ταμασό, τον Άγιο Ηρακλείδιο, στην Αμαθούντα τον Μνημόνιο και στους Σόλους τον Αυξίβιον. Ο Φιλάγριος χρημάτισε επίσκοπος Κουρίου, ο Τυχικός μνη­μονεύεται σαν επίσκοπος Νεάπολης (Λεμεσού), ο Αρί­στων επίσκοπος Αρσινόης (πόλης της Χρυσοχού), ο Επαφράς, ο Τίμωνας και ο Μνάσωνας σε άλλες πόλεις της Κύ­πρου.
Ο Βαρνάβας σαν επισκέφθηκε την Ταμασό, παρακί­νησε τον άγιο Ηρακλείδιο να κτίσει ναούς στο νησί και να φροντίσει να χειροτονεί πρεσβυτέρους για τις ανά­γκες των εκκλησιών. Ποτέ του δεν επιβάρυνε κανένα για τη συντήρησή του και τις προσωπικές του ανάγκες, όπως και της συνοδείας του. Πάντοτε εργαζότανε, όπως και ο Παύλος, για να κερδίσει τον επιούσιό του (Κοριν. Α' Κεφ. η' 7).
Ο Απόστολος Βαρνάβας, σύμφωνα με τις παραδό­σεις, επεξέτεινε το αποστολικό έργο του και εκτός Κύ­πρου και κήρυξε στην Αλεξάνδρεια, Ρώμη και Μεδιόλανα της Βορείου Ιταλίας. Λέγεται μάλιστα ότι χειροτόνη­σε επίσκοπο Ρώμης τον Κλήμη.

ΤΟ  ΤΕΛΟΣ  ΚΑΙ  Η  ΤΑΦΗ  ΤΟΥ  ΒΑΡΝΑΒΑ
O Βαρνάβας και o Παύλος ήταν οι μόνοι Απόστολοι που είχαν το δικαίωμα να κηρύττουν στους εθνικούς (απεριτμήτους), ενώ οι άλλοι Απόστολοι στους Ιουδαίους, που κάνανε περιτομή. Γι' αυτό ο Βαρνάβας ήλθε στη γε­νέτειρά του Σαλαμίνα για να διδάξει, όπως και σ' όλη την Κύπρο. Όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς επει­δή κηρύττανε τον Χριστό στους Ιουδαίους αυτό το θεωρούσανε μωρία και σκάνδαλο γι' αυτούς, ενώ για τους προσκεκλημένους Ιουδαίους και Έλληνες δύναμη και α­πόκτηση της σοφίας του Θεού.
Ο Βαρνάβας συνέχιζε στη Σαλαμίνα να διδάσκει τον Εσταυρωμένο Χριστό κι αυτό ερέθιζε τους Ιουδαί­ους, που μια μέρα πια γεμάτοι από μανία και πάθος, τον δέσανε με σχοινί απ' τον τράχηλο και τον σύρανε έξω α­πό την πόλη. Εκεί τον λιθοβόλησαν στις 11 Ιουνίου και παρέδωσαν στη φωτιά το σώμα του, που ευτυχώς έμεινε α­νέπαφο. Το ιερό λείψανό του σαν νύκτωσε το παρέλαβε κρυφά απ' τους Ιουδαίους ο ανεψιός του Μάρκος, μαζί με τον Μνάσωνα και άλλους χριστιανούς και το θάψανε σε υπόγειο τάφο, που για να τον βρεις κατεβαίνεις ένα στενό διάδρομο με 14 σκαλοπάτια, μετά βρίσκεις ένα προθάλαμο και πιο μέσα άλλο θάλαμο μικρότερο. Πάνω στο στήθος του Αγίου τοποθετήσανε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που έγραψε ο Βαρνάβας με τα ίδια του τα χέρια.
Ο μαρτυρικός θάνατος του Βαρνάβα συνέβηκε το 57 μ.Χ. και με τη θυσία του έγινε ο ιδρυτής κι ο θεμελιωτής της Εκκλησίας της Κύπρου.
Ο Μάρκος κατάμονος και θλιμμένος από τον σκλη­ρό θάνατο που βρήκε ο θείος του, πεζός φτάνει στο Λιμνίτη απ' όπου με πλοίο έφθασε στην Έφεσο, όπου ανήγγει­λε στον Παύλο τον χαμό του αξιολάτρευτου συνεργάτη τους. Τότε κι οι δύο μαζί χύσανε πικρά δάκρυα. Το μέ­ρος που τάφηκε ο Άγιος έγινε "τόπος ίασης" για όσους περνούσανε άρρωστοι από εκεί.

Η ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ
Η Εκκλησία της Κύπρου στην αρχή της ίδρυσής της απ' τον Απόστολο Βαρνάβα, προσπάθησε να τηρήσει την ανεξαρτησία της απ' τον κόμητα της Ανατολής, που είχε έδρα του την Αντιόχεια. Απ' το παρελθόν θέλανε οι Πα­τριάρχες της Αντιοχείας να υποδουλώσουν θρησκευτι­κά την Εκκλησία της Κύπρου και προβάλλανε τον ισχυ­ρισμό, πως απ' εδώ ξεκίνησαν οι Απόστολοι για να κη­ρύξουν τον χριστιανισμό στην Κύπρο. Την απαίτησή τους αυτή ανακοινώσανε και στον Πάπα της Ρώμης, που χωρίς να εξετάσει βαθύτερα το ζήτημα, έγραψε στους Κυπρίους να συμμορφωθούν. Οι Κύπριοι όμως, είτε γιατί έπεισαν τον Πάπα, είτε γιατί θέλανε να είναι ελεύθεροι από κάθε παρέμβαση, δεν υποκύψανε.
Ο Πατριάρχης όμως της Αντιοχείας δεν αρκέστηκε στα λόγια, αλλά προχώρησε και στις απειλές και σαν πέ­θανε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, έπεισε τον κόμητα της Ανατολής ν' απαγορεύσει στους Κυπρίους να εκλέξουνε νέο Αρχιεπίσκοπο, μέχρις ότου το ζήτημά τους συζητη­θεί στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Έφεσο το 431. Οι Κύπριοι όμως παρεγνώρισαν την απαγόρευση, εξέλεξαν νέο Αρχιεπίσκοπο και σαν έγινε η Σύνοδος στην Έφεσο, πήγανε με τέσσερις άλλους Επισκόπους, για να υποστηρίξουν την υπόθεσή τους.
Η Σύνοδος αυτή εξέτασε με πολλή προσοχή το δίκαιο των Κυπρίων Επισκόπων και ανεγνώρισε πως η Εκκλη­σία της Κύπρου ήτανε ανεξάρτητη και αυτοδιοίκητη. Παρόλο όμως που η Σύνοδος δικαίωσε τους Κυπρίους Ε­πισκόπους, ο Πατριάρχης της Αντιοχείας δεν έπαυσε να διεκδικεί όπως ελέγχει την Εκκλησία της Κύπρου και να θέλει να χειροτονεί μόνον αυτός τον Αρχιεπίσκοπο Κύ­πρου.
Το ζήτημα αυτό της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Εκκλησίας, άρχισε να παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις, όταν Πατριάρχης Αντιοχείας ήταν ο Πέτρος Κναφεύς, που επανήλθε στο γνωστό ισχυρισμό των Αντιοχέων, πως οι Κύπριοι λάβανε την πίστη και τον χριστιανισμό απ' την πόλη τους. Στην απαίτησή τους αυτή υποστηρίζονταν και απ' τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ζήνω­να (475-491). Έτσι η ανεξαρτησία της Κύπρου κινδύνευε αυτή τη φορά, από δύο μονοφυσίτες Ευτυχιανούς, τον Πατριάρχη Αντιοχείας και τον Αυτοκράτορα της Κων­σταντινούπολης. Στη δύσκολη αυτή στιγμή επενέβηκε για να βάλει στη θέση τους τα πράγματα η θεία πρόνοια με το παρακάτω θαυμαστό γεγονός.
Ο Απόστολος Βαρνάβας παρουσιάστηκε στον ύπνο του Αρχιεπισκόπου της Σαλαμίνας Ανθεμίου και του α­ποκάλυψε, πως θα βρει το λείψανό του μέσα σε τάφο, με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στο στήθος του, αφού σκά­ψει κάτω από μια χαρουπιά. Ο Απόστολος ακόμα του τόνισε πως αν οι αντίπαλοί του λένε πως ο Θρόνος της Α­ντιοχείας είναι Αποστολικός, να πει κι αυτός πως κι η Εκκλησία της Κύπρου είναι Αποστολική, γιατί έχει δικό της Απόστολο.
Πραγματικά την άλλη μέρα ο Ανθέμιος, αφού τέλε­σε λειτουργία με αρχιερείς στον καθορισμένο τόπο, σκάψανε κάτω από τη χαρουπιά και βρήκανε τον τάφο του Αγίου, απ' όπου έβγαινε θαυμάσια ευωδία. Πάνω στο λείψανο δε του Αγίου υπήρχε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που έγραψε ο ίδιος με τα χέρια του. Έτσι με την εύρεση λειψάνου του Αποστόλου Βαρνάβα επαλήθευσε το όραμα του Ανθεμίου.

ΤΑ   ΠΡΟΝΟΜΙΑ  ΤΗΣ   ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΤΗΣ   ΚΥΠΡΟΥ
Ο Ανθέμιος αφού παρέλαβε το Ιερό Ευαγγέλιο σαν τεκμήριο, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και παρουσιά­στηκε στον Αυτοκράτορα Ζήνωνα, που μόλις είδε το ιερό κειμήλιο χάρηκε πολύ. Τότε ο Ανθέμιος πρόσφερε σαν δώρο το Ιερό Ευαγγέλιο στον Ζήνωνα, που το κατέθεσε στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου, που βρισκόταν στην αυλή του παλατιού του κι ο αυτοκράτορας διέταξε να αναγινώσκεται κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή.
Αμέσως ο Αυτοκράτορας συνεκάλεσε τη Σύνοδο που είχε εργασίες εκείνες τις μέρες και τους έδειξε το Ιερό Ευαγγέλιο. Όλοι τους κατελήφθησαν από μεγάλη συγκί­νηση, οι δε Αντιοχείς που βρίσκονταν στη Σύνοδο, φύ­γανε ντροπιασμένοι απ' τη συνεδρίαση. Τότε η Σύνοδος ομόφωνα ανεγνώρισε πως η Εκκλησία της Κύπρου είναι αυτοκέφαλη και ανεξάρτητη, κι έπαυσε πια να εξαρτά­ται από την Εκκλησία της Αντιοχείας.
Ο Αυτοκράτορας Ζήνωνας έκανε κι αυτός με τη σει­ρά του μια ευγενικιά και γενναιόδωρη χειρονομία και παρεχώρησε στον κατά καιρούς Αρχιεπίσκοπο Κύπρου τέσσερα βασιλικά προνόμια:
1) Να υπογράφει με κόκκινο μελάνι.
2) Να φορεί ερυθρό μανδύα, όπως οι αυτοκράτορες.
3) Να κρατεί σκήπτρο βασιλικό, αντί ποιμαντορική ράβδο και
4) Να κάθεται σε Οικουμενικές Συνόδους στην πέ­μπτη θέση ύστερα απ' τους τέσσερις Πατριάρχες.
Τα προνόμια αυτά η Εκκλησία του Αποστόλου Βαρ­νάβα τα φυλάττει σα κόρη οφθαλμού μέχρι σήμερα.
Ο Αυτοκράτορας Ζήνωνας έδωσε στον ίδιο τον Ανθέμιο άφθονα χρήματα και πολύτιμα δώρα με τα οποία ο Αρχιεπίσκοπος ανήγειρε λίγο πιο πέρα απ' το μέρος ό­που βρέθηκε το λείψανο, μεγαλοπρεπή ναό, πάνω σ' ερεί­πια αρχαίου ειδωλολατρικού ναού, καθώς και ξενώνες για τους προσκυνητές. Τα ιερά λείψανα του Αγίου τα διεφύλαξε μέσα στο ιερό του ναού.
Δυστυχώς το βασιλικό αυτό μοναστήρι του ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου κατεστράφηκε το 647 μ.Χ., απ' τη μεγάλη Αραβική επιδρομή του Χαλίφη Μωαβία, τότε που καταστράφηκε κι η Σαλαμίνα. Το μοναστήρι ξανακτίστηκε απ' τον Ιλαρίωνα Κιγάλα (1674-78), Αρ­χιεπίσκοπο Κύπρου και ανακαινίστηκε απ' τον Αρχιεπί­σκοπο Φιλόθεο (1734-1759). Ύστερα από πολλές περιπέ­τειες, το 1922 στο εσωτερικό του ναού ζωγραφιστήκανε τα προνόμια της Εκκλησίας της Κύπρου στο δεξιό μέρος του ναού σε τέσσερεις σκηνές, που είναι πανομοιότυπες μ' εκείνες του παρεκκλησίου του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη. Οι απεικονίσεις των προνομίων, βρίσκονται σε μικρότερο μέγεθος και στον Αγ. Ιωάννη Λευκωσίας (Αρχιεπισκοπή).
Ο τάφος του Αποστόλου Βαρνάβα βρίσκεται 100 μέ­τρα ανατολικά του ναού, ανάμεσα σε ευκαλύπτους. Πά­νω στον τάφο του Αγίου κτίστηκε το 1953, μικρό παρεκ­κλήσι, που μπαίνοντας σ' αυτό βρίσκεις μικρά είσοδο και κατεβαίνοντας ένα στενό διάδρομο με 14 βαθμίδες, που χρειάζεται να κρατείς κάποιο φως για να προχωρή­σεις, μπαίνεις σ' ένα προθάλαμο και πιο μέσα συναντάς τον τάφο του Αποστόλου Βαρνάβα. Εκεί είναι κι ένα πηγάδι με το θαυματουργό αγίασμά του κατάλληλο για δερματικές παθήσεις.
Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου και τα προνόμιά της τα αναγνώρισε και η Πενθέκτη Οικουμενι­κή Σύνοδος η εν Τρούλλω Σύνοδος (692 μ.Χ.), γιατί συνήλθε σε αίθουσα, που στεγαζότανε από ψηλό τρούλλο, όταν οι Κύπριοι βρίσκονταν σαν πρόσφυγες στην Νέα Ιουστιανούπολη (Κύζικο), που μεταφερθήκανε απ' τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β', τον Ρινότμητο, για να γλυτώσουν από τις Αραβικές επιδρομές (632-964). Εκεί στην Ιουστινιανούπολη ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου διετήρησε όλες τις.εξουσίες του και τα προνόμια που παρεχωρηθήκανε σ' αυτόν απ' τον αυτοκράτορα Ζήνωνα. Σαν ε­πέστρεφε δε στην Κύπρο το 698 έφερε πια τον τίτλο «Αρ­χιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου».
Με την σθεναρά στάση των Κυπρίων απέναντι της Α­ντιοχείας, αλλά ιδιαίτερα με την επέμβαση την έγκαιρη του Αποστόλου Βαρνάβα, η Εκκλησία της Κύπρου βρή­κε την πραγματική ελευθερία της, κι έτσι ο Άγιος πια δικαίωσε ακόμα μια φορά τον τίτλο του Αποστόλου, που του δόθηκε και τον φέρει μόνον αυτός κι ο Παύλος μαζί με τους 12 Αποστόλους.
Το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα σήμερα δυ­στυχώς στενάζει κάτω από την μπότα του Τουρκικού Ατ­τίλα, που απ' το 1974 κατέχει το βόρειο τμήμα της μαρ­τυρικής Κύπρου.
Ας παρακαλούμε όμως με θερμές προσευχές τον Από­στολο Βαρνάβα που η μνήμη του γιορτάζεται στις 11 του Ιουνίου, να πρεσβεύει στον Κύριόν μας Ιησού Χριστό, που τόσο δόξασε, να λυπηθεί το πολύπαθο νησί των Αγί­ων, χαρίζοντάς του την ελευθερία του και τη δικαίωση των εθνικών του πόθων.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
 Ήχος δ΄
Ως του Παύλου πέλων συνέκδημος και Χρι­στόν κηρύξας τοις έθνεσι, των Αγγέλων ομότιμος γέγονας, Βαρνάβα Απόστολε· διό δυσώπει τον Κύριον, ταις ψυχαίς ημών δοθήναι το μέγα έλε­ος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ'.  Η Παρθένος σήμερον
Του Κυρίου γέγονας παναληθής υπηρέτης, Αποστόλων ώφθης τε των εβδομήκοντα πρώτος· ήνυσας συν τω Παύλω οδόν ευθείαν, άπασι καταμηνύων Χριστόν Σωτήρα. Δια τούτο υμνωδίαις σου θείαν μνήμην, Βαρνάβα, γεραίρομεν.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Υμνήσωμεν πάντες χαρμονικώς τον της Εκ­κλησίας πρωτεργάτην και αθλητήν, Βαρνάβαν τον Θείον Απόστολον τον μέγα, Χριστιανών το κλέος, άσμασι στέφοντες.

ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ  «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»
ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ 
«Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»



Άγιος Λουκάς αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως της Κριμαίας, του ιατρού και θαυματουργού. 




ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ


Ο άγιος αρχιεπίσκοπος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόινο - Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 στο Κέρτς της χερσονήσου της Κριμαίας. Το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ήταν ιδιόμορφο καθώς ο πατέρας του ήταν Ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του, αν και ορθόδοξη, περιοριζόταν σε καλές πράξεις χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πολύ νωρίς μετακομίζουν στο Κίεβο.
 Στο Κίεβο ο Βαλεντίν αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική. Παίρνει το πτυχίο του το 1903 και παρακολουθεί μαθήματα οφθαλμολογίας.
 Το 1904, με το ξέσπασμα του Ρωσο - Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε ως χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι επιτυχίες του είναι τόσες πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού. Την ίδια εποχή μελετά σχετικά με την τοπική αναισθησία και συντάσσει επιστημονικά άρθρα. Διαπρέπει στις εγχειρήσεις των οφθαλμών και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.
 Το 1917 ο Βαλεντίν εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Η ρωσική επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και η εκκλησία βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τότε ο Βαλεντίν συνελήφθη για πρώτη φορά. Αιτία ήταν η συκοφαντία ενός νοσοκόμου. Με τη βοήθεια του Θεού αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ο γιατρός αφέθηκε ελεύθερος. Η περιπέτεια αυτή όμως, παρά το αίσιο τέλος της, αναστάτωσε την Άννα, η οποία έπασχε ήδη από φυματίωση, και η υγεία της επιδεινώθηκε σε βαθμό που λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε. Μετά τον θάνατό της ο γιατρός εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στη Σοφία Σεργκέγεβνα, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία τους στάθηκε σαν δεύτερη μητέρα για πολλά χρόνια.
Ο Βαλεντίν ήταν πολύ πιστός και αυτό ήταν έκδηλο στον τρόπο που εργαζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι πρώτες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του αθεϊστικού καθεστώτος. Στο μεταξύ στους διωγμούς προστίθεται και η πληγή της «ζώσης εκκλησίας» που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους διαιρώντας τους κληρικούς και τους πιστούς, και να τους απομακρύνει από την αληθινή πίστη.
Σ' αυτή την εποχή των δοκιμασιών για την Εκκλησία, ο γιατρός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Όταν κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους σχισματικούς, ο γιατρός υπερασπίστηκε με σθένος την κανονική τάξη. Ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, εντυπωσιασμένος από την παρρησία του Βαλεντίν, του προτείνει να γίνει ιερέας. Πράγματι, η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1921 και μια εβδομάδα αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Το καλοκαίρι του 1923 η «ζώσα εκκλησία» κάνει την επίθεσή της και εκτοπίζει τον επίσκοπο Ιννοκέντιο. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, όντας στο έλεος των σχισματικών, εκλέγουν στη θέση του επισκόπου τον π. Βαλεντίν Βόινο - Γιασενέτσκι. Η κουρά του σε μοναχό έγινε κρυφά στο σπίτι του ιερέα - καθηγητή. Καταλληλότερο όνομα για το νέο επίσκοπο κρίθηκε εκείνο του αποστόλου, ευαγγελιστή, αγιογράφου και ιατρού Λουκά. Στη συνέχεια, ταξίδεψε ως Πεντζικέντ για να χειροτονηθεί επίσκοπος.
Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε. Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του: «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίο όμως δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμεινε να γραφεί στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα.
Στο διάστημα της απουσίας του οι εκπρόσωποι της «ζώσης εκκλησίας» κατέλαβαν τις εκκλησίες, μα ο λαός, πιστός στις συμβουλές του ποιμένα του, απείχε από τους ναούς. Λόγω της μεγάλης του επιρροής οι υπεύθυνοι της G.P.U. («Κρατική Πολιτική Διεύθυνση») αποφάσισαν να απομακρύνουν τον επίσκοπο Λουκά από την Τασκένδη. Την ώρα της αποχώρησής του πλήθος κόσμου στάθηκε στις γραμμές του τρένου προκειμένου να εμποδίσει την αναχώρηση. Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις και ο επίσκοπος Λουκάς πήρε τον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της εξορίας.
Φυλακίζεται κάτω από άθλιες συνθήκες στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώνει τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Παρόλες τις κακουχίες, η συμπεριφορά του επισκόπου απέναντι σε όλους τους κρατουμένους προκαλούσε το σεβασμό ακόμη και των πιο αρνητικών.
Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία. Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ, για να τον στείλει αργότερα ακόμη 2000 χλμ μακρύτερα στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες. Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλλε με πολύ αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους αθέους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον επίσκοπο - γιατρό, αυτή τη φορά τον έστειλαν πέρα από τον αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει. Η υγεία του επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του. Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω τις αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θάνατο ενός αγρότη οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του επισκόπου. Οι αρχές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν. Έτσι ο επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για οκτώ ακόμη μήνες, μέχρι, δηλαδή, το τέλος της εξορίας του.
Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και επικοινωνούσε μαζί τους όσο πιο συχνά μπορούσε.
Στο Κρασνογιάρσκ παρουσιάζεται στη G.P.U. για ανάκριση. Εκεί ο βοηθός του διοικητή ανακοίνωσε στον επίσκοπο πως μπορούσε να πάει όπου ήθελε, ήταν ελεύθερος. Όπως ήταν φυσικό ο επίσκοπος ξεκίνησε για την Τασκένδη. Δυστυχώς εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και συνεργατών του, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση από την έδρα του επισκόπου.
Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον διώξουν.
Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από το ιερό του αξίωμα. Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο επίσκοπος, εξορίστηκε για μια ακόμη φορά στη Βόρεια Ρωσία. Οι δραστηριότητές του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ.
Μετά την ανάρρωσή του πέρασε μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του Κόμματος πιέζουν τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιερωσύνη. Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας αρχίζει να χάνει την όραση από το αριστερό μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Επίσης, τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» εκδίδονται χωρίς να αναγραφεί το αξίωμά του. Εν καιρώ επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του.
Ο επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Από το φάκελλο που διατηρούσαν στην Ασφάλεια, μπορούμε να γνωρίζουμε τις δραστηριότητές του. Ενώ από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, έδινε και το μισθό του σε αγαθοεργίες, δηλαδή βοηθούσε όσους φτωχούς, άπορους και εξόριστους ανθρώπους τύχαινε να γνωρίζει. Οι φιλανθρωπικές ενέργειές του ενόχλησαν και πάλι το καθεστώς που τον συνέλαβε εκ νέου και τον οδήγησε στη Σιβηρία.
Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο επίσκοπος - γιατρός, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Τα Κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής. Παρόλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα.
Την Άνοιξη του 1942 αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία. Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίες και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στους ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου. Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.
Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία. Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ.
Το 1946 ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς βραβεύθηκε με το βραβείο Στάλιν για την ηρωική εργασία του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και για την μεγάλη προσφορά του στην ιατρική επιστήμη.
Στα 70 του χρόνια γίνεται αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους άπορους της περιοχής. Στρέφει το ενδιαφέρον του στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν εκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεί να πατάξει την αμέλεια και την αδιαφορία των ιερέων τονίζοντας πως πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς. Παράλληλα εξασκεί το έργο του ιατρού προσφέροντας αναργύρως τις υπηρεσίες του στον πάσχοντα άνθρωπο. Ακολουθώντας το υπόδειγμα του Θεανθρώπου όλη του τη ζωή «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος».
Με τη βελτίωση στις σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους ο αρχιεπίσκοπος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγαπημένη του ασχολία, δηλαδή το κήρυγμα. «Θεωρώ βασικό αρχιερατικό μου καθήκον να κηρύττω παντού και πάντα το Χριστό». Σημειώνει ο ίδιος. Από τα κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τα οποία αποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), και έχουν χαρακτηριστεί «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία».
Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά.
Το 1953 τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Κρουτσώφ, ο οποίος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959. Ο Αρχιεπίσκοπος μεριμνά για το ποίμνιό του και προσπαθεί να του δώσει κουράγιο.
Εκείνη την εποχή γράφει στο μεγαλύτερο γιό το Μιχαήλ: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη, δεν υπάρχουν ιερείς και ο αριθμός του όλο και ελαττώνεται...Κατά τόπους η αντίδραση φτάνει μέχρι εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας μου. Δεν μπορώ να το υποφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου, συνεχίζω το δύσκολο έργο μου».
Η αγάπη του κόσμου προς τον αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι η άπιστοι τον έβλεπαν με σεβασμό.
Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961, ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος - γιατρός Λουκάς Βόινο - Γιασενέτσκι. Παρά την έντονη αντίδραση των Κομματικών, η κηδεία του αρχιεπισκόπου μετατράπηκε σε λαϊκή επανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οι δρόμοι πλημμύρησαν από γυναικούλες με άσπρα μαντίλια στα κεφάλια. Προχώρησαν σιγά - σιγά μπροστά από τη σορό του Δεσπότη. Ακόμη και οι γερόντισσες δεν πήγαιναν πίσω. Τρείς σειρές τεντωμένων χεριών λες και οδηγούσαν το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μέχρι και το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Και μέχρι την πόρτα του κοιμητηρίου ακουγόταν πάνω από τα κεφάλια με τα άσπρα μαντίλια, ο ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς». Ό,τι και να έλεγαν σε αυτό το πλήθος, όσο κι' αν προσπαθούσαν να τους κάνουν να σιωπήσουν, η απάντηση ήταν μία, κηδεύουμε τον αρχιεπίσκοπό μας».
Το Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχτηκε άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν για λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Τα λείψανά του εξέπεμπαν μιάν άρρητη ευωδία, ενώ πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρείς μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ναό Αγ. Τριάδος. Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου επέτειο της κοιμήσεώς του.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου