ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

9 Μαΐου μνήμη του Αγίου προφήτου Ησαϊου , του Αγίου μεγαλομάρτυρος Χριστοφόρου και του Αγίου μάρτυρος Νικολάου του εν Βουνένοις




Ο Προφήτης Ησαΐας, γιος του Αμώς, γεννήθηκε στα Ιεροσόλυμα περίπου το 774 π.Χ. Υπήρξε ο πρώτος μεταξύ των τεσσάρων μεγάλων Προφητών. Το όνομα Ησαΐας, στα εβραϊκά Γιασιαγιάχου, σημαίνει «ο Θεός σώζει».
Κατά μια αρχαία παράδοση, ο πατέρας του ήταν αδελφός του βασιλιά των Ιουδαίων Αμασίου, η δε κόρη του λέγεται ότι είχε παντρευτεί τον βασιλέα Μαννασή. Οι παραδόσεις αυτές, θρύλοι μάλλον και όχι ιστορικές αλήθειες, υποδηλώνουν πάντως την ευγενή καταγωγή του Ησαΐα. Ο Ησαΐας ήταν έγγαμος και είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τα οποία αναφέρονται στις Προφητείες του. Σε αυτά, κατ’ εντολήν προφανώς του Θεού, είχαν δοθεί συμβολικά ονόματα. Του μεν πρώτου το όνομα ήταν Ιασούβ και σημαίνει σύμφωνα με κάποιους  «το υπόλοιπο θα επιστρέψει», δηλαδή οι εναπομείναντες στην αιχμαλωσία Ιουδαίοι θα επανέλθουν στην πατρίδα τους, του δε άλλου το όνομα ήταν Μαχέρ Σχαλάζ  Χας Βαζ και σημαίνει «ταχέως σκύλευσον, οξέως προνόμευσον», σε δήλωση της επικείμενης επιδρομής των Ασσυρίων και Βαβυλωνίων κατά των Ιεροσολύμων.
Ο Ησαΐας κλήθηκε στην προφητική διακονία του κατά το 738 π.Χ., τελευταίο έτος της βασιλείας του Οζίου και πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωάθαμ.
Το έργο του Προφήτη Ησαΐα επεκτάθηκε κατά τη βασιλεία του Ιωάθαμ, Άχαζ, Εζεκίου, ίσως και του Μανασσή, από τον οποίο, όπως λέγεται καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέσθηκε με ξύλινο πριόνι, επειδή τον έλεγξε δημοσίως για την ασέβειά του.
Η εποχή κατά την οποία έζησε ο Ησαΐας ήταν πολύ δύσκολη για το Ισραηλιτικό βασίλειο. Οι Εβραίοι της εποχής εκείνης είχαν εκτραπεί σε μια ζωή όπου τους ενδιέφεραν μόνο τα υλικά αγαθά και για την ικανοποίηση της οποίας δεν δίσταζαν μπροστά σε καμία αδικία και παρανομία. Οι ιερείς ήταν μέθυσοι, οι άρχοντες ήταν κλέφτες. Οι ψευδοευλαβείς εκείνοι, που νήστευαν και προσέφεραν θυσίες υποκριτικά και ήταν άδικοι και ανελεήμονες, είχαν αυξηθεί σε αριθμό και συμμετείχαν στη διαφθορά.
Μια τέτοια κατάσταση ήταν λογικό να οδηγήσει σε ολιγοπιστία, σε απιστία προς τον αληθινό Θεό και σε εκτροπή προς την ειδωλολατρία. Εξαιτίας της αμαρτωλότητας και ασέβειας που κυριαρχούσε, με σκοπό την παιδαγωγία, την επιστροφή του λαού και την υπακοή στον θείο νόμο, ο Θεός επέτρεπε συμφορές και θλίψεις, ιδιαίτερα δε τις καταστρεπτικές επιδρομές ξένων, γειτονικών και μακρινών λαών.
Έτσι το έργο του Προφήτη Ησαΐα, καθ’ όλο το διάστημα της δράσης του, ήταν να ελέγχει την αμαρτωλότητα και την ασέβεια, να καταδικάζει αυστηρότατα την αποστασία και ειδωλολατρία, να προλέγει θλίψεις κατά του αποστάτη λαού και να καλεί σε μετάνοια και επιστροφή προς τον Θεό. Σε περίοδο δε προφανών κινδύνων, επιδρομής εχθρών και δουλείας του λαού, ενθάρρυνε τους αποκαρδιωμένους, αναθέρμαινε την πίστη και υπακοή προς τον Θεό, καλλιεργούσε την ελπίδα της απολύτρωσης. Αλλά εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει εντονότερα τον Ησαΐα είναι κυρίως οι πολυάριθμες και καθαρότατες Χριστολογικές Προφητείες του. Φωτιζόμενος από το Πανάγιο Πνεύμα προανήγγειλε την εκ Παρθένου γέννηση του Λυτρωτή, όπως και το Όνομα Αυτού «Εμμανουήλ», το οποίο σημαίνει «ο Θεός μαζί μας». Γι’ αυτό και ονομάσθηκε από τους Πατέρες, «Ευαγγελικός Προφήτης», οι δε Προφητείες του «Καθ’ Ησαΐαν Ευαγγέλιον».
Το ιερό λείψανό του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ (408 – 450 μ.Χ.) και κατατέθηκε στο ναό του Αγίου Μάρτυρα Λαυρεντίου.



Βίος Αγίου Χριστοφόρου του Μεγαλομάρτυρος

Ο Άγιος Χριστοφόρος γεννήθηκε περί το 200 μ.Χ. σε μια βάρβαρη χώρα της Ανατολής και της Ασίας. Γεννήθηκε από μια φυλή ανθρωποφάγων. Ήταν γιγαντόσωμος αλλά όμως
και πολύ άσχημος. Γι' αυτό και τον ονόμασαν Ρέπροβο, που σημαίνει, κακομούτρης δηλ σκυλομούρης «κυνοπρόσωπος». Αλλά είχε καλή καρδιά και ο Θεός τον καθοδήγησε
ώστε να τον γνωρίσει.

Γνωρίζει τον Βασιλέα Χριστό
Ο Άγιος επειδή είχε μεγάλη σωματική δύναμη, αποφάσισε να πάει προς τα Δυτικά μήπως βρει κάποιον Βασιλέα μεγάλο για τον υπηρετήσει. Στον δρόμο του όμως συνάντησε έναν
ασκητή, τον οποίο ρώτησε εάν γνωρίζει κανέναν μεγάλο βασιλέα. Ο ασκητής τον φιλοξένησε στο καλύβι του και του είπε ότι γνωρίζει τον πιο Μεγάλο Βασιλέα. Έτσι ο ασκητής τον
κατήχησε εις Χριστόν και τον προέτρεψε Αυτόν τον Βασιλέα να υπηρετήσει, με νηστείες και προσευχές. Ο Άγιος όμως τους είπε ότι για το πρώτο του ήταν αδύνατον να νηστέψει
και για το δεύτερο δηλαδή να προσευχηθεί δεν ήεξερε. Τότε ο ασκητής του έδειξε ένα ποτάμι, το οποίο δεν είχε γεφύρι και τον παρότρυνε να περνάει όλους τους διαβάτες από
τους ώμους του δωρεάν. Αυτό ο Άγιος είπε ότι μπορούσε να το κάνει γιατί τον βοηθούσε η σωματική του διάπλαση. Έτσι έχτισε ένα καλύβι εκεί και υπηρετούσε όλους τους

Γιατί ονομάστηκε Χριστοφόρος;
Ένα βράδυ ο Άγιος ήταν στο κελί του και προσευχόταν ενώ έξω είχε σφοδρή καταιγίδα και το ποτάμι είχε φουσκώσει. Άκουσε τότε κλάματα ενός μικρού παιδιού και όταν βγήκε
έξω άκουσε το παιδί που έκλαιγε και Τον φώναζε να τον περάσει πέρα, για να μην πεθάνει από το κρύο και την βροχή. Πήρε λοιπόν ο Άγιος ένα μεγάλο ξύλο, έκαμε το σταυρό του
και μπήκε στο ποτάμι. Πέρασε πέρα και πήρε στον ώμο του το παιδί. Όταν μπήκε στο ποτάμι, το παιδί του φαινότανε, πως βάραινε διαρκώς. Στηριζόταν με δύναμη στο ξύλο, για
να περάσει και να μη παρασυρθεί από το φουσκωμένο ποτάμι. Η δοκιμασία ήταν μεγάλη. Επιτέλους έφθασε στη αντίπερα όχθη. Όταν άφησε το παιδί του είπε:
- Παιδί μου, τον κόσμο όλον, αν σήκωνα, δεν θα ήταν τόσο βαρύς όσο συ.
- Και όμως! του είπε το παιδί. Μετέφερες όχι μόνον τον κόσμο όλον, αλλά Εκείνον, που έπλασε τον κόσμο. Είμαι ο Βασιλεύς Χριστός, τον Οποίον εδώ υπηρετείς. Έπειτα από τα
λόγια αυτά, το παιδί έγινε άφαντο.
Ο Άγιος γι’ αυτό και ζωφραφίζεται περνώντας το ποτάμι, στηριζόμενος στο ξύλο και με το παιδίον - Χριστό στον ώμο. Επειδή δε μετέφερε τον Χριστό ονομάστηκε, κατόπιν όταν
βαπτίσθηκε, από Ρέπροβος, Χριστοφόρος. Από το περιστατικό αυτό, που μετέφερε τον Χριστό, είναι και ο προστάτης των μεταφορών. Είναι ο προστάτης των αεροπόρων, των
αυτοκινητιστών, των ταξιδιωτών και όλων των επαγγελμάτων, που απαιτούν μεγάλες δυνάμεις.



Ελέγχει τους χριστιανομάχους
Κάποτε κατέκτησαν την χώρα οι Ρωμαϊκές λεγεώνες και τον Άγιο τον συνέλαβαν και τον πήγαν αιχμάλωτο στην Ρώμη. Εκεί τον Άγιο τον εκμεταλλεύονταν και τον ειρωνεύονταν,
τον αποκαλούσαν ασχημομούρη. Φαίνεται, ότι κατόπιν είχε καταταγεί και στις Ρωμαϊκές Λεγεώνες κι πολέμησε επί Γορδίου και Φιλίππου εναντίον των Περσών.
Το τέταρτον έτος της βασιλείας του ο αυτοκράτορας Δέκιος κήρυξε διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Τότε ο Άγιος βρισκόταν στα μέρη της Λυκίας και εκεί έβλεπε που
βασανίζονταν οι χριστιανοί από τους ειδωλολάτρες και στεναχωριόταν πολύ. Αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει καλά. Προσευχήθηκε στον Κύριο να του δώσει λαλιά ώστε να ελέγξει
τον τύραννο. Τότε ήρθε Άγγελος Κυρίου και του έλυσε την γλώσσα ώστε μιλούσε σαν ρήτορας. Γύρισε κατόπιν ο Άγιος στην πόλη και άρχισε να ελέγχει τους χριστιανομάχους.
Ένας όμως υπηρέτης που ήταν εκεί τον άκουσε και πήγε τον κατήγγειλε στον βασιλιά. Μόλις τα έμαθε ο Δέκιος έγινε θηρίο και διέταξε να συλλάβουν τον Άγιο.

Ο Άγιος συλλαμβάνεται
Οι στρατιώτες, που έστειλε ο Δέκιος να τον πιάσουν, τον είδανε από μακριά και φοβήθηκαν να τον πλησιάσουν.
- Τί φοβόμαστε; είπε ένας. Άοπλος είναι.
Τον πλησίασαν και τον ρώτησαν:
- Από που είσαι, άνθρωπε, και γιατί κλαις;
- Κλαίω, τους είπε, για τους ανθρώπους, που δεν έχουν μυαλό. Που άφησαν τον Αληθινό Θεό και προσκυνούν τα αναίσθητα είδωλα.
Κατόπιν οι στρατιώτες του είπαν ότι ο βασιλιάς διέταξε να τον πάνε δεμένο σε αυτόν. Ο Άγιος τους ζήτησε να τον αφήσουν πρώτα πάρει το πολύτιμο Άγιο Βάπτισμα και κατόπιν
θα τους ακολουθήσει. Αυτοί όμως του είπαν ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν διότι δεν είχαν να φάνε και πεινούσαν. Κατόπιν οι στρατιώτες ότι ο Άγιος είχε ένα κομμάτι ψωμί για
αυτόν και του είπαν:
- Αν έχεις την δύναμη να μας χορτάσεις με αυτό το κομμάτι το ψωμί όλους, ευχαρίστως θα ακολουθήσουμε και εμείς τον Θεό σου.
Όταν το άκουσε ο Άγιος αυτός χάρηκε πολύ και αμέσως γονάτισε και προσευχήθηκε στον Κύριο να ευλογήσει τον άρτο εκείνον ώστε να φωτιστούν και αυτοί οι στρατιώτες. Και
τότε ώ του θαύματος είδαν το κομμάτι εκείνο να πολλαπλασιάζεται, διότι Άγγελος Κυρίου φάνηκε μπροστά τους και το ευλόγησε. Πλήθυνε τόσο πολύ, που μπορούσαν να
χορτάσουν και να περισσέψει. Έπειτα μετά από αυτό το θαύμα οι στρατιώτες έπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους μιλήσει για τον Θεό του. Αυτός τους
δίδαξε και κατόπιν όλοι μαζί πήγαν στην Αντιόχεια στον Επίσκοπο Βαβύλα ο οποίος τους κατήχησε καλύτερα και μετά όλους τους βάπτισε. Και τον Ρέπροβο τον ονόμασε
Χριστοφόρο.
Έπειτα ο Άγιος Χριστοφόρος συμβούλεψε τους στρατιώτες να πάνε όλοι μαζί στον βασιλιά και να ομολογήσουν την πίστη τους. Εάν όμως αυτοί δείλιαζαν τους είπε να φύγουν
αλλά να φροντίσουν για την σωτηρία της ψυχής τους. Όμως όλοι οι στρατιώτες αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί με τον Άγιο στον βασιλιά και να ομολογήσουν την πίστη τους.
Κατόπιν ο Άγιος τους ζήτησε να του δέσουν τα χέρια και να ξεκινήσουν όλοι μαζί για τον αυτοκράτορα.

Μπροστά στον αυοκράτορα
Όταν φθάσανε στα άνάκτορα, και τον είδε ο Δέκιος να είναι γιγαντόσωμος και γενναίος φοβήθηκε.
- Φοβήθηκες, δύστυχε, εμένα τον άνθρωπο, του είπε ο Χριστοφόρος. Πως όμως θα υπομείνεις την οργή του Θεού, κατά την ώρα της Κρίσεως, όταν θα αντικρίσεις τον Θεό, για
να δώσεις λόγο στο φοβερό εκείνο Κριτήριο για τα εγκλήματα σου κατά των χριστιανών και για τις τόσες ψυχές, που έστειλες στην Κόλαση, με το να τις εξαναγκάσεις να αρνηθούν
τον Χριστό!
Ο αυτοκράτορας στην αρχή του μιλούσε με καλοσύνη διότι ήθελε να τον κάνει να αρνηθεί τον Χριστό και να τον έχει στα στρατεύματα του γιατί του έλεγε ότι δεν ήθελε να πεθάνει
άδικα. Τότε ο Άγιος απάντησε με ανδρεία:
- Θεός φυλάξοι! είπε, ν' αρνηθώ τον Αληθινό Θεό μου, και να προσκυνήσω τα χαμένα είδωλά σου. Φύλαξε τ' αγαθά σου για τον εαυτό σου και τους ομόφρονες σου. Εγώ δεν
λυπούμαι το σώμα μου, αλλά την ψυχή μου. Γι αυτό λατρεύω και προσκυνώ τον Αθάνατο Θεό. Οι δικοί σας θεοί είναι δαίμονες και σας πλανούν, μέχρις ότου οδηγήσουν τις
ψυχές σας στην απώλεια. Μη χάνεις λοιπόν τα λόγια σου και μη ελπίζεις, ότι εγώ θα πιστέψω ποτέ στους ψεύτικους θεούς. Πράξε ότι σκέπτεσαι και χωρίς αναβολή.



Τα φρικτά μαρτύρια
Τότε ο Δέκιος διέταξε να κρεμάσουν τον Άγιο από τις μεγάλες τρίχες της κεφαλής του. Να δέσουν δε ένα βαρύ λιθάρι στα πόδια του και να κεντούν με σπαθιά όλο το σώμα του.
Ο Άγιος τα υπέμεινε ανδρείως και κρεμασμένος έλεγε προς τον τύραννο:
- Δεν σε υπακούω, ασεβέστατε, ούτε προσκυνώ τους θεούς σου, ούτε υπολογίζω τα βάσανα, όσο φρικτά και αν είναι, γιατί, είναι πρόσκαιρα και θα περάσουν. Εσένα όμως σε
περιμένει, το πυρ το αιώνιο, που θα κληρονομήσεις με τους δαίμονας, τους οποίους λατρεύεις, πανάθλιε!
Οργίστηκε τότε περισσότερο ο βασιλιάς και διέταξε να καίνε τις μασχάλες του με αναμμένες λαμπάδες.
Κατόπιν τούτου έστειλε προς αυτόν δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρα τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν.
Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, για να επανέλθουν στον δρόμο της αγνότητας και της αρετής, έγιναν Χριστιανές και αφού παρουσιάστηκαν στον
αυτοκράτορα, ομολόγησαν τον Χριστό. Γι αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο πρώτη η Ακυλίνα η οποία μαρτύρησε στις 1 Απριλίου και δεύτερη η Καλλινίκη η οποία μαρτύρησε
στις 2 Απριλίου.

Το μαρτύριο των 200 στρατιωτών
Ο Δέκιος γύρισε στον Άγιο και με λύσσα τον έβριζε. Και τον διέταξε να θυσιάσει στους θεούς. Ο Άγιος όμως με σταθερεί την ομολογία του στον Χριστό προέτρεψε και τους
στρατιώτες που είχαν πιστέψει να μπουν και αυτά στον αγώνα. Οι στρατιώτες ομολόγησαν το θαύμα του Αγίου και ομολόγησαν την πίστη τους στον Σωτήρα Χριστό. Ο Δέκιος
κατόπιν φοβούμενος μήπως και άλλοι ακολουθήσουν το παράδειγμα τους, διέταξε να αποκεφαλιστούν έξω από την πόλη. Τα δε λείψανά τους τα έριξε μέσα σε ένα καμίνι για να
τα κάψουν. Αλλά η φωτιά δεν τα άγγιζε καθόλου. Οι δε ευσεβείς τα παραλάβανε την νύχτα κρυφά και τα θάψανε, με μεγάλη ευλάβεια. Ήτανε 7 Απριλίου του 251 μ.Χ.

Τον σέβεται το πυρ και πιστεύουν 1000
Κατόπιν ο Δέκιος φυλάκισε τον Άγιο και ύστερα από μερικές ημέρες τον οδήγησε και πάλι στο κριτήριο. Βλέποντας ο Δέκιος την σταθερότητα του Αγίου διατάσσει να βάλουν τον
Χριστοφόρο να καθίσει επάνω σ' ένα χάλκινο κάθισμα. Κάτω από το κάθισμα βάλανε ξύλα άφθονα και ρίξανε επάνω τους είκοσι στάμνες λάδι. Έπειτα ανάψανε τη φωτιά. Οι
φλόγες κυκλώσανε τον Άγιο και ανέβαιναν ψηλά. Ο Άγιος αισθανόταν σαν να ήτανε σε τόπο δροσερό κι' ευχάριστο. Ύστερα από αρκετή ώρα έσβησε η φωτιά και ο Άγιος βγήκε
τελείως υγιής και σώος. Ούτε μια τρίχα της κεφαλής του δεν κάηκε ούτε τα ενδύματα του έπαθαν τίποτε. Βλέποντας αυτό το θαύμα οι παρευρισκόμενοι, πιστέψανε στο Χριστό.
Ήτανε περίπου χίλιοι άνθρωποι. Και όλοι εκείνοι βροντοφωνάζανε:
- Πιστεύομε κι' εμείς στο Χριστό. Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών. Βοήθησέ μας, Βασιλεύ Ουράνιε.
Βλέποντας ο Δέκιος τον ενθουσιασμό και την αναταραχή του λαού, φοβήθηκε. Έτρεξε ανάμεσα από τον επαναστατημένο λαό και κρύφτηκε στ' ανάκτορα του. Έτσι ο Άγιος,
ελεύθερος πλέον, έμεινε στην αγορά και άρχισε να μιλάει στο λαό, σ' εκείνους που είχαν πιστέψει. Στερέωνε έτσι με τα λόγια του τον κόσμο στην αληθινή πίστη του Χριστού. Την
άλλη μέρα, που είχανε μεγάλη γιορτή οι ειδωλολάτρες, ο αυτοκράτορας κάθισε στο βήμα κι' έδωσε διαταγή σε μεγάλο στρατιωτικό τμήμα, να συλλάβουν τους χριστιανούς και να
τους αποκεφαλίσουν. Ο Χριστοφόρος τους έδινε θάρρος.
- Μη δειλιάσετε, τους έλεγε, στον πρόσκαιρο θάνατο. Μόνο έτσι θα ζείτε αιώνια στον Παράδεισο.
Εκείνοι ακούγοντας τους λόγους του με χαρά δέχτηκαν τον θάνατο, σαν αγνά κι άκακα αρνιά. Ήτανε 9 Απριλίου του 251 μ.Χ.



Καταδικάζεται
Ο Δέκιος έπειτα από αυτά σκεφτόταν διαφόρους τρόπους, για να θανατώσει τον Μάρτυρα. Διέταξε, λοιπόν, και δέσανε στο λαιμό του Αγίου ένα μεγάλο λίθο. Έπειτα τον δέσανε
χειροπόδαρα και τον πετάξανε σ' ένα βαθύ πηγάδι. Πιστεύανε πως αυτό θα ήτανε και το τέλος του Αγίου. Ο Θεός όμως δεν άφησε τον δούλο του. Άγγελος Κυρίου κατέβηκε στο
πηγάδι και τον έβγαλε ζωντανό κι' άβλαβή. Μόλις τον είδε ο Δέκιος δαιμονίσθηκε από το κακό του. Έξαλλος στριφογύριζε και μονολογούσε. Δεν μπορούσε να το χωνέψει αυτό.
Τότε ο τύραννος σκέφθηκε άλλο σατανικό μαρτύριο. Διέταξε να φτιάξουνε ένα χάλκινο ένδυμα. Αυτό το πήρανε και το βάλανε στη φωτιά. Όταν το μέταλλο έγινε φλογοκόκκινο, του
το φορέσανε και προσμένανε να καεί. Θαύμα όμως μεγάλο έγινε. Η φωτιά του πυρωμένου χαλκού δεν τον άγγιξε καθόλου! Τον άφησε σώο και άβλαβη! Ο αυτοκράτορας έγινε έξω
φρενών, αλλά συνέχιζε να τον παρακινεί, για να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Άγιος με σταθερότητα του επανέλαβε:
- Το είπα και το διεκήρυξα. Το άκουσες τόσες φορές. Το ξέρεις καλά, ότι δεν αλλάζω γνώμη. Γιατί επιμένεις; Δεν πρόκειται να γονατίσω στα είδωλα, δεν πρόκειται να προσκυνήσω
τα ξόανα. Γιατί λοιπόν κοπιάζεις και χάνεις άδικα τον καιρό σου; Εγώ, βασιλεύ, τον Θεό μου προσκυνώ. Και λατρεύω τον προαιώνιο Θεό. Κάνε λοιπόν ότι θέλεις.
Αφού είδε ο Δέκιος την σταθερή πίστη του Αγίου τρέμοντας από οργή, βροντοφώναξε την θανατική καταδίκη του Μάρτυρος και είπε: .
- «Εγώ ο αυτοκράτωρ των Ρωμαίων διατάσσω να αποκεφαλιστεί ο δυστιμώρητος κι' άχρηστος αυτός χριστιανός, διότι καταφρόνησε τα προστάγματά μου».

Αποκεφαλίζεται
Τον πήρανε τότε τον Άγιο οι δήμιοι και τον οδήγησαν στον τόπο της τελειώσεως. Εκεί ο Μάρτυς του Χριστού ζήτησε από τον δήμιο να σεβασθεί την τελευταία του επιθυμία και να
του δώσει την άδεια να προσευχηθεί. Η άδεια του δόθηκε. Και μέσα σε μια ατμόσφαιρα νεκρικής σιγής, ενώ όλοι τον ακούγανε με κατανυκτική συγκίνηση, ο Άγιος προσευχήθηκε
ως έξης:
— Κύριε, Θεέ μου, Παντοκράτορα, Σ' ευχαριστώ. Σε όλα και με όλα με βοήθησες. Ντρόπιασες τον εχθρό μου τον διάβολο και τους υπηρέτες του. Τώρα, Πανάγαθε Θεέ, πού ήρθε
ή στιγμή του τέλους της επίγειας ζωής μου, σε παρακαλώ βοήθησε με. Δέξου ειρηνικά το πνεύμα μου. Κατάταξέ με στους ευτελέστερους δούλους σου. Και τον άδικο Δέκιο κρίνε
τον κατά τα έργα της ασεβείας του. Η τιμωρία του θα είναι δικαία και οι δαίμονες θα τον κυριαρχούν και θα του κατατρώγουν τις σάρκες μέχρις, ότου αφανισθεί. Σε παρακαλώ
ακόμη Θεέ μου, να βοηθήσεις τους χριστιανούς και να τους απαλλάξεις από τους σκανδαλισμούς του διαβόλου. Πολυεύσπλαχνε Κύριε, δώσε την χάριν Σου στο σώμα μου, να
διώχνει τους δαίμονες, όπου βρεθεί μέρος από το λείψανο μου. Δώσε την χάριν Σου, Κύριε, ώστε να μην συμβεί ποτέ πείνα, καταστροφή από χαλάζι, και από ότι άλλο κακό, εκεί
όπου θα υπάρχει έστω κι' ένα μικρό μέρος από το λείψανο μου. Φύλαγε, Κύριε, από κάθε κακό, σώους, γερούς κι' ανέγγιχτους από κάθε κακό εκείνους που γιορτάζουν την μνήμη
του Μαρτυρίου μου και διαβάζουν το Μαρτύριο μου. Έτσι θα δοξάζεται το όνομά Σου το ευλογημένο...
Κι' ενώ έτσι τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, ήλθε φωνή από τον Ουρανό σαν απάντηση, που έλεγε:
- Όλα όσα μου ζήτησες τα εκπληρώνω, για να χαρής. Σου λέγω όμως και κάτι παραπάνω. Εάν κάποιος με ζητήσει σε βοήθειά του στην προσευχή του και θυμηθεί το όνομά σου,
αμέσως, πολύ γρήγορα θα έχει την βοήθειά μου... Έλα, λοιπόν, σε περιμένω. Έλα να χαρείς τώρα την μεγάλη κι' ασύγκριτη χαρά, που σου ετοίμασα. Πάλεψες, υπέφερες,
αγωνίστηκες και νίκησες. Το στεφάνι της νίκης, που σε προσμένει είναι βαρύτιμο...
Μόλις άκουσε αυτά ο Άγιος πλημμύρισε από χαρά κι' ευτυχία. Με μάτια, που άστραφταν από λάμψη ουράνια, κοίταξε τον δήμιο με καλοσύνη και του είπε:
- Κάνε, παιδί μου, εκείνο που σε προστάξανε.
Ο δήμιος με ανάμικτα αισθήματα, πλησίασε ευλαβικά τον Άγιο κι' έπειτα τρέμοντας, τον αποκεφάλισε. Ήτανε 9 Μαΐου του 251 μ.Χ. Μετά την αποκεφάλιση του, προσήλθε ο
Επίσκοπος Ατταλείας Πέτρος, ο οποίος αφού έδωσε μερικά αργυρά νομίσματα στους φρουρούς, στο απόσπασμα το εκτελεστικό, κατόρθωσε να πάρει το σώμα του Μάρτυρος.
Το τύλιξε σε καθαρά σινδόνια με αρώματα και το μετέφερε στην πόλη.




Στίχος
Τὸν Χριστοφόρον οἶδά σε Χριστοφόρος, Χριστῷ τυθέντα τῷ Θεῷ διὰ ξίφους.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε
Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος, ὡραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι, τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, Χριστοφόρε ἀοίδιμε· ὅθεν σὺν Ἀσωμάτων, καὶ Μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῇ τρισαγίῳ,
καὶ φρικτῇ μελῳδίᾳ, διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, σῶζε τοὺς δούλους σου.

Κοντάκιον. Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον
Χριστὸν φέρων ἔνδοξε, ἐν τῇ ψυχῇ σου, ἰσχυρῶς κατέβαλες, τῶν ἐναντίων τὰς ἀρχάς· διὸ Χριστὸν ἐκδυσώπησον, ὦ Χριστοφόρε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.



Μεγαλυνάρια
Μάρτυς ἀκατάπληκτος καὶ στερρός, πέλων τῇ ἰδέᾳ, Χριστοφόρε καὶ τῷ νοΐ, τῶν ἀντικειμένων, κατέπληξας τὰ στίφη, ἀθλήσας ὑπὲρ φύσιν, πόθῳ τοῦ Κτίστου σου.
Σιδηρά σου ράβδω των προσευχών, Χριστοφόρε Μάρτυς, αποδίωξον αφ' ημών, τας λοιμώδεις νόσους, και βράβευσον ειρήνην, τοις πίστει εκτελούσι, σου το μνημόσυνον.


Πηγή: Από το βιβλίο «Ο Άγιος Χριστόφορος ο Μεγαλομάρτυρας»
Χαραλάμπους Δ. Βασιλόπουλου
Επιλογή αποσπασμάτων Παρασκευή Σπυρίδου - xristia
nos.gr




Άγιος Νικόλαος ο εν Βουνένοις και το θαύμα των δέντρων που αιμορραγούν


΄


Ο Άγιος Νικόλαος ο Νέος γεννήθηκε στα μέρη της Ανατολής από γονείς ευσεβείς και ενάρετους. Όταν ενηλικιώθηκε κατατάχθηκε στον Αυτοκρατορικό Στρατό, με το αξίωμα του Δούκα, γυμνάζοντας τους στρατιώτες του, στο να είναι γενναίοι και ατρόμητοι πολεμιστές, κυρίως όμως τους νουθετούσε και τους δίδασκε να πιστεύουν στον Θεό, να προσεύχονται, να μην αδικούν ποτέ κανέναν και να ζητούν από τον Χριστό να τους δίνει δύναμη για να πολεμούν τους εχθρούς. Δεν ήταν όμως μόνο οι εξωτερικοί εχθροί που έπρεπε να αντιμετωπίσουν, αλλά και οι διάφορες εξεγέρσεις που συνέβαιναν στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Σε μία τέτοια εξέγερση εστάλη ο Νικόλαος, από τον Αυτοκράτορα Λέοντα τον Ίσαυρο τον Εικονομάχο, για να επιβληθεί στους εξεγερθέντες και να επαναφέρει την ειρήνη και την ευστάθεια.Στην επιχείρηση αυτή είδε να χύνεται άδικα ανθρώπινο αίμα και να χάνονται ψυχές. Φοβούμενος μήπως κι εκείνος χάσει την ζωή του μα κυρίως την ψυχή του, συνοδευόμενος από δώδεκα στρατιώτες του, αποσύρθηκαν στα Βούνενα της Θεσσαλίας όπου κατοικούσαν αρκετοί ασκητές κοντά στους οποίους έζησαν ασκητικά με νηστείες, αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή. Όταν οι Άβαροι κατέφθασαν στην Θεσσαλία σκορπώντας τον θάνατο και την καταστροφή στο βάρβαρο πέρασμα τους, συνέλαβαν τον Νικόλαο και τους στρατιώτες του, τους οποίους κατέσφαξαν.

Τον Νικόλαο προσπάθησαν με υποσχέσεις και κολακείες να τον πείσουν να αρνηθεί την πίστη του αλλά δεν τα κατάφεραν. Αφού τον κατατρύπησαν με το ίδιο το κοντάρι του στη συνέχεια απέκοψαν την Τιμία Του Κεφαλή στις 9 Μαΐου του 720 μ.Χ και το νεανικό αίμα του πότισε άφθονα την Θεσσαλική γη. Στο σημείο της σφαγής εγκατέλειψαν οι Άβαροι το Σώμα του Αγίου, όπου μετά από πολλά χρόνια το βρήκε ακέραιο και ευωδιάζων κάποιος άρχοντας Ευφημιανός, ο οποίος γιατρεύθηκε από την ασθένεια της λέπρας που έπασχε και αφού το ενταφίασε, έκτισε εκεί Ναό στο όνομα του Οσιομάρτυρα.

Από τα δένδρα στα οποία δέθηκε και βασανίσθηκε ο Άγιος ρέει ένα κόκκινο υγρό το οποίο ονομάζεται «Αίμα». Το υγρό αυτό όταν χρησιμοποιείται με πίστη και εμπιστοσύνη στον Οσιομάρτυρα έχει ιαματικές ιδιότητες και επιτελεί θαύματα σε πάσχοντες από δερματικές παθήσεις και κεφαλοπονία. Εξ’ άλλου τα τάματα, τα χρυσαφικά και τα αφιερώματα που στολίζουν το Εικόνισμα Του, εκπροσωπούν τα Θαύματα και τις ευεργεσίες που επιτέλεσε και επιτελεί σε εκείνους που τον επικαλέσθηκαν και τον επικαλούνται.

Το λείψανο Του Αγίου που με ευλάβεια φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου του Νέου στην Θήβα (συνοικία Τάχι) βρίσκεται εντός αργυράς πεποικιλμένης Θήκης την οποία μαζί με την Εφέστιο Εικόνα περιβάλλει ξυλόγλυπτο Κιβώριο.

Πολλές φορές ευωδιάζει, θεραπεύει, ενισχύει, παρηγορεί και φανερώνει πως η Χάρις του Θεού παραμένει ανεξίτηλη στο σώμα, ακόμα και μετά θάνατον και ότι είναι τεκμήριο και προοίμιο της μελλούσης Αναστάσεως και αφθαρσίας, ενώ κάθε Τετάρτη ψάλλεται η Παράκληση του Αγίου μας ενώπιον Του.

Αυτός ο Πνευματικός Θησαυρός αποτελεί ανεκτίμητη Δωρεά της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Μαζαράκι Βαγίων και παραδώθηκε στον Ναό από την Γερόντισσα Ευπραξία με σεμνή τελετή στις 10 Δεκεμβρίου 2000 μ.Χ.
λ
Θαύμα του Αγίου
Ήταν Οκτώβριος του 1943 μ.Χ. Οι Γερμανοί Κατακτητές ήταν αποφασισμένοι να σκορπίσουν τον θάνατο πριν αναχωρήσουν από την Θήβα και να αφήσουν πίσω τους ερειπωμένη την μικρή τότε, συνοικία του Ταχίου. Οι πληροφορίες τους έλεγαν, ότι εκεί ήταν κρυμμένα πολλά πυρομαχικά, τα οποία θα χρησιμοποιούσαν οι αντάρτες εναντίον τους. Πραγματικά! Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το καμπαναριό υπήρχε ένας μικρός βοηθητικός χώρος, ο οποίος ήταν γεμάτος με όπλα και πολεμοφόδια. Οι Γερμανοί έδωσαν διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι έξω από τον Ναό, και παράλληλα ζήτησαν κατάλογο των ανδρών από 16 ετών και πάνω, ενώ όποιος δεν ήταν παρών να τον αναζητούσαν και να τον εκτελούσαν επί τόπου.

Απέναντι από τους δυστυχείς κατοίκους, το Εκτελεστικό Απόσπασμα περίμενε το σύνθημα του Αξιωματικού για να στείλει το καυτό μολύβι στα σκελετωμένα από την πείνα σώματα τους. Έγινε εξονυχιστικός έλεγχος παντού. Στα σπίτια,στις αποθήκες, στα υπόγεια. Μέχρι και στον Ναό όρμησαν για να εντοπίσουν τα πυρομαχικά. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι Γερμανοί έχοντας ολοκληρώσει τις σφαγές του Διστόμου (Ιούνιος 1943 μ.Χ.) και του Προδρόμου (Αύγουστος 1943 μ.Χ.) ήταν αποφασισμένοι να πνίξουν στο αίμα οποιαδήποτε Aντιστασιακή ενέργεια.

Την είσοδο του χώρου όπου ήταν κρυμμένα τα πυρομαχικά την έκλεινε μία ξύλινη πόρτα, η οποία ανοιγόκλεινε με το φύσημα του αέρα και παράτεινε την αγωνία των απελπισμένων, που παρακολουθούσαν τον αιμοβόρο Αξιωματικό να φθάνει μέχρι εκεί, δυο και τρεις φορές, αλλά να μην μπαίνει μέσα, έχοντας νεκρωμένη την στρατιωτική του διαίσθηση αλλά και την ανθρώπινη περιέργεια.

Σε λίγο οι Ναζί έφυγαν άπρακτοι και σκυλιασμένοι. Δάκρυα συγκίνησης έτρεξαν από τα μάτια όλων. Με λαμπάδες, γονυκλισίες και μυστικές προσευχές ευχαριστούσαν τον Άγιο που εμπόδισε τον Γερμανό Αξιωματικό να εντοπίσει τα πυρομαχικά και που τους έσωσε από βέβαιο θάνατο! Διαφορετικά την τελευταία Κυριακή του Οκτώβρη δεν θα γιορτάζαμε ένα Θαύμα, αλλά θα θυμόμασταν μία σφαγή!

Δικαίως το Απολυτίκιο αποκαλεί τον Οσιομάρτυρα Νικόλαο τον Νέο: «....τῶν ἐν κινδύνοις ἀπροσμάχητος βοηθός, θλιβομένων τε θερμὸς ὑπερασπιστής, καὶ τῶν ἐν παντοίαις ἀνάγκαις ὑπέρμαχος....».

Ας Τον ευχαριστούμε και εμείς για την Προστασία Του και ας Τον παρακαλούμε να μην μας στερήσει την Ευλογία και την Χάρι Του.


Ένα συνεχιζόμενο θαύμα: δέντρα που αιμορραγούν

Σήμερα στο μέρος αυτό, κοντά στο χωριό Βούναινα, μισή ώρα έξω από τη Λάρισα, υπάρχει νέος προσκυνηματικός Ναός, εντός του οποίου βρίσκεται και το κενοτάφιο του Οσιομάρτυρα, καθώς και τεμάχιο του ιερού λειψάνου. Ο Ναός αυτός κατασκευάστηκε το 1962 στην θέση παλαιότερου, που είχε οικοδομηθεί το 1883 και καταστράφηκε από φωτιά στις 22 Μαίου του 1962 από ζηλωτές. Στην ανατολική πλευρά του Ναού έχει κατασκευαστεί κτηριακό συγκρότημα με ξενώνες κουζίνα και τα λοιπά.

Το προσκύνημα ανήκει στην ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, όπου ο άξιος ποιμενάρχης της Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Κύριλλος Β΄ έχει επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αναπαλαίωση και ανάδειξη του προσκυνήματος.

Στον τόπο του μαρτυρίου του αγίου Νικολάου του Νέου, δηλαδή στο ιερό προσκύνημά του (στο χωριό Βούναινα, στο Βουνό Όρθρυς Θεσσαλίας), συμβαίνει ένα υπερθαυμαστό γεγονός, και κυρίως κατά την ετήσια μνήμη του Οσιομάρτυρα, τρέχει ένα πορφυρένιο υγρό, που μοιάζει με αίμα. Το υγρό τρέχει από τους κορμούς λίγων δένδρων φτελιάς, στα οποία σφαγιάστηκαν οι συνασκητές του αγίου Νικολάου και επίσης πλημμυρίζει τη ρίζα ενός κομμένου δένδρου, όπου, κατά την παράδοση, βασανίστηκε ο Οσιομάρτυρας. Στην περιοχή αυτή υπάρχουν και άλλα δένδρα, αλλά δεν «μετέχουν» σε αυτή την διαδικασία, με λίγα λόγια δεν παρουσιάζουν αντίστοιχη έκκριση κάποιας κόκκινης ρητίνης. Το «αίμα» είναι ρευστό και βαθύ σε υγρή κατάσταση και όχι σε ρητινώδη.

Το «αίμα» αρχίζει να τρέχει το απόγευμα της 8ης Μαΐου, παραμονή της μνήμης του και συνεχίζει τη θαυμαστή εμφάνισή του, μέχρι το πρωί της εορτής του, 9 Μαΐου. Ευλαβείς χριστιανοί που το γνωρίζουν, πηγαίνουν εκεί την παραμονή και συγκεντρώνουν μέσα σε μπουκάλια το άφθονο τρεχούμενο θαυμαστό «αίμα», για να το μοιράσουν σαν ευλογία στους γνωστούς τους. Το βράδυ, κάνουν αγρυπνία, για τη γιορτή του Αγίου. Πολλοί μάλιστα έχουν παρατηρήσει ότι στις 5 ώρα, το πρωί της μνήμης του, στο μέρος των δένδρων ακούγεται ένα θαυμαστό βουητό σε μια ακτίνα 10 μέτρων και για 10 λεπτά περίπου. Επίσης και το Αγίασμα της πηγής, δεν τρέχει πάντοτε, τρέχει όμως εκείνες τις ημέρες, όταν τρέχει και το «αίμα». Επίσης και το αγίασμα του Αγίου αναβλύζει και πάλι μόνο εκείνες τις ημέρες, γιατί είναι μια πηγούλα, που δεν έχει πάντα νερό.


Μαρτυρία της ιαθείσας Γεωργίας Θεοχαροπούλου, Καισαριανή 2011:

Το Μάρτιο του 2005 μου παρουσιάστηκε όγκος μεσοθωρακίου, υψηλής κακοήθειας, ταχέως πολλαπλασιασμού, με υγρό στους πνεύμονες και την καρδιά. Από την πρώτη στιγμή έβαλα πάνω στο σημείο του προβλήματος το θαυματουργό αίμα του μαρτυρίου του Αγίου Νικολάου του Νέου του εν Βουναίνοις και το σταύρωσα. Ένιωθα βαθιά μέσα μου ότι με τις πρεσβείες του Οσιομάρτυρος όλα θα πάνε καλά. Δύσκολος ο δρόμος που είχα να διανύσω, με ισχυρές διπλές χημειοθεραπείες, αλλά θετικά σπαρμένος και ευλογημένος με τη χάρη του Κυρίου και τις πρεσβείες του αγίου Νικολάου του Νέου. Με όπλο τη μετάνοια και ασπίδα την πίστη, αλλά και με τέτοιο φρουρό Άγιο δίπλα μου, δεν είχα να φοβηθώ τίποτα.

Εδώ αξίζει να σας διηγηθώ, προς δόξα του Κυρίου, δύο θαυμαστά γεγονότα.

Το πρώτο έχει ως εξής: Στην πορεία της υγείας μου ήταν απαραίτητο, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να υποβάλλομαι σε αξονικές τομογραφίες θώρακος (και όχι μόνο). Επικοινωνώντας λοιπόν με την γραμματεία της κλινικής όπου γίνονταν οι εξετάσεις, για να κλείσω ραντεβού (25 μέρες νωρίτερα), με ενημέρωσαν ότι δεν υπήρχε άλλη διαθέσιμη ημερομηνία εκτός από την 9 Μαΐου (ημέρα εορτής του Αγίου). Αρχικά δεν ήθελα αυτή την ημερομηνία, διότι επιθυμούσα να πάω να λειτουργηθώ και να κοινωνήσω. Παρ’ όλα αυτά η απάντησή μου στην κοπέλα ήταν «Τόσο το καλύτερο για μένα!». Αμέσως με ρωτάει «Τι είπατε;» κι εγώ της απαντώ «Τίποτα, τίποτα, κάτι δικό μου». Έτσι πήγα κι έκανα την εξέταση, η οποία είναι αφιερωμένη στον Άγιο, αφού ήταν πεντακάθαρη. Εδώ θα ήθελα να πω και κάτι ακόμα. Μέχρι να έρθει η σειρά μου για την εξέταση, πήγα να κάνω το σταυρό μου και να προσευχηθώ σε ένα προσκυνητάρι που βρίσκεται στο χώρο της κλινικής. Εκεί, προς μεγάλη μου χαρά, υπήρχε και εικόνα του αγίου Νικολάου του Νέου του εν Βουναίνοις.

Το δεύτερο θαυμαστό σημείο που έδειξε ο Άγιος είναι το εξής: Μία φίλη, η οποία μου στάθηκε πολύ σ' αυτή τη δοκιμασία, είδε στον ύπνο της τον Άγιο Νικόλαο ως έφιππο καβαλάρη σε νεαρή ηλικία, αγένειο, φορώντας στρατιωτική ενδυμασία και κρατώντας ένα στρατιωτικό συνταγολόγιο, από το οποίο έκοψε μία λευκή σελίδα και της είπε επιβλητικά «Πάρε αυτό και δώσε το στη Γεωργία». Εκείνη μου το διηγήθηκε την άλλη μέρα και, μάλιστα θυμάμαι και τα λόγια της «Μην περιμένεις ύστερα από αυτό ότι δεν θα γίνεις καλά! Ο Άγιος έδωσε την συγκατάθεσή του».

Από τότε πηγαίνω συνέχεια στον τόπο της αθλήσεως του Αγίου στα Βούναινα και είμαι μάρτυρας του θαυμαστού αυτού γεγονότος, να βλέπω δηλαδή το δέντρο κατόπιν Παράκλησης να δίνει στους πιστούς το αίμα του (ένα κόκκινο υγρό αγίασμα όπως το λέμε μερικοί πιστοί). Τώρα που γράφω αυτά τα λόγια έχουν περάσει μόλις λίγες ημέρες από το τελευταίο προσκύνημα που έγινε στις 23 Ιουλίου 2011. Είμαι πολύ συγκινημένη και γεμάτη από τη χάρη του Αγίου. Κι αυτό διότι με αξίωσε να βρεθώ και να λειτουργηθώ ξανά στον άγιο αυτό τόπο όπου μαρτύρησε ο Οσιομάρτυρας, να κοινωνήσω, να τελέσουμε αρτοκλασία και να δοξάσω τον Θεό και τον Άγιο που μου έδωσαν υγεία, καθώς και να γίνω για άλλη μια φορά μάρτυρας του θαυμαστού αυτού σημείου και να δω ξανά να αναβλύζει αίμα από το δέντρο του μαρτυρίου.

Λόγω της μεγάλης (ας μου επιτραπεί η λέξη) αδυναμίας που έχω στον Άγιο Νικόλαο τον Νέο τον εν Βουναίνοις, πολλές φορές όταν συναντώ ανθρώπους που γνωρίζουν γεγονότα και τον ευλαβούνται κάθομαι και τους ακούω προσεκτικά. Έτσι λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι έχω ακούσει από τρεις διαφορετικές πηγές πως το πραγματικό δέντρο του μαρτυρίου του Αγίου το έκοψαν, διότι η χάρις του έχει εξαπλωθεί παντού και πλήθος κόσμου που τον ευλαβείται βρίσκει την υγειά του. Λένε οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής πως μια οικογένεια Μαρτύρων του Ιεχωβά το έκοψε και το φόρτωσε στην καρότσα του αυτοκινήτου της την φτελιά για να το εξαφανίσει. Και τι κατάφεραν; Να μας κάνουν να πιστέψουμε και να τον ευλαβούμαστε ακόμα περισσότερο, γιατί η χάρις του δίνει σε όποιον παρακαλάει με προσευχή και πίστη το αίμα του μαρτυρίου του από άλλες γειτονικές φτελιές. Εδώ αξίζει να αναφέρω ότι την ίδια μέρα η συγκεκριμένη οικογένεια Ιεχωβάδων σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα.

Θα μπορούσα να σας γράψω πολλά ακόμη για τον Άγιο, όμως εδώ θα σταματήσω.Δοξασμένο να είναι το όνομά του εις τους αιώνες των αιώνων Αμήν.
Μαρτυρία της Κωνσταντίνας Παπαθανασίου, Αττική 2011:

Είχα κι εγώ την ιδιαίτερη ευλογία από τον Θεό και τον Άγιο Νικόλαο τον Νέο τον εν Βουναίνοις να γνωρίσω και να ζήσω το μεγάλο και ανεξήγητο θαύμα του Αγίου. Τον άγιο Νικόλαο τον Νέο τον εν Βουνένοις δεν τον γνώριζα. Πρώτη φορά μου μίλησε γι’ αυτόν μία φίλη μου που την έκανε καλά από καρκίνο και τον ευλαβείται πολύ. Μου είπε και για το θαύμα που γίνεται προς τιμήν του Αγίου την ημέρα της εορτής του στις 9 Μαΐου. Μετά την Θεία Λειτουργία γίνεται η Παράκληση του Αγίου στον προαύλιο χώρο και συγκεκριμένα μπροστά στο δέντρο από την εποχή που ζούσε ο Οσιομάρτυρας. Στο τέλος της Παράκλησής του, μέσα από μια οπή του δέντρου βγαίνει «αίμα», το οποίο είναι πολύ θαυματουργό για όλες τις ασθένειες και ιδιαίτερα για τον καρκίνο. Έχω ακούσει ότι το «αίμα» αυτό το έχουν εξετάσει και το θαυμαστό είναι ότι έχει όλα τα συστατικά του αίματος, αλλά δεν υπάρχει η ομάδα αίματος.

Ήθελα και παρακαλούσα τον Άγιο να αξιωθώ κι εγώ να ζήσω από κοντά το θαυμαστό αυτό γεγονός. Πράγματι, ο Άγιος έκανε την επιθυμία μου αυτή πραγματικότητα. Ξεκινήσαμε μια μικρή ομάδα προσκυνητών με κατεύθυνση προς τον τόπο του μαρτυρίου του Αγίου, που βρίσκεται στα Βούναινα της Θεσσαλίας. Τελέσαμε Όρθρο, Θεία Λειτουργία, Αρτοκλασία και εν συνεχεία κατευθυνθήκαμε στο δέντρο, έξω στον προαύλιο χώρο του Προσκυνήματος. Κάναμε την Παράκληση του Αγίου με τον Ιερομόναχο που ακολουθούσε στο προσκύνημα αυτό και τον Διάκονο του Προσκυνήματος, π. Δημήτριο Τσίγγινο. Όταν φτάσαμε στα Μεγαλυνάρια της Ακολουθίας της Παράκλησης, προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα το «αίμα» να βγαίνει μέσα από το δέντρο. Η συγκίνησή μου δεν περιγράφεται. Είχα χάσει τα λόγια μου. Μονολογούσα συνεχώς «ΜΕΓΑΣ ΕΙΣΑΙ ΚΥΡΙΕ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΣΟΥ». Ευχαριστούσα τον Άγιο που με αξίωσε εμένα την αμαρτωλή να ζήσω το θαύμα του. Το αξιόλογο είναι ότι όσα γυάλινα μπουκάλια (μικρά, μεγάλα έως και του ενός λίτρου) είχαμε μαζί μας, τόσο αίμα έβγαζε. Ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο. Τα γέμισε όλα και μετά σταμάτησε μόνο του. Όταν μετά από λίγο ήρθε στο Προσκύνημα μία κυρία από Θεσσαλονίκη, που και εκείνη ερχόταν για πρώτη φορά και της είπαμε για το θαύμα που έγινε, θέλησε να δει και να πάρει λίγο από το «αίμα» του Οσιομάρτυρα. Πήγαμε πάλι στο χώρο που βρισκόμασταν πριν λίγο με τους Κληρικούς, αλλά ο Άγιος δεν έβγαζε άλλο θαυματουργό «αίμα». Είναι και αυτό ένα σημείο αξιοθαύμαστο. Ο Άγιος βγάζει «αίμα» μόνο όταν το επιτρέπει εκείνος και όχι όποτε θέλουμε εμείς.

Το θαυμαστό αυτό γεγονός συνέβη στις 23 Ιουλίου 2011.

Ας έχουμε πάντα τις πρεσβείες του και να μας βοηθάει πάντα στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι – Χριστιανοί και να μεσιτέψει για το προσωπικό πρόβλημα του κάθε πονεμένου ανθρώπου.

ΖΕΙ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ.Ας είναι Δοξασμένο το Άγιο όνομά του.Με πολλή συγκίνηση, θαυμασμό και αγάπη προς τον Άγιο.
Μαρτυρία Νίκης Μυλωνά-Λουκά: «Άγιος Νικόλαος ο Νέος» Λάρισα 1992: Βροχή αίματος από τα δένδρα του Αγίου.

Διηγείται ο Ηλίας Κουρουξίδης, κάτοικος Κάτω Βουναίνων: «Εγώ έμεινα δύο φορές στον Άγιο Νικόλαο. Επειδή, για να πιστέψω, πρέπει να δω, γι’ αυτό λοιπόν έκανα το εξής τέχνασμα. Το 1965 πήγα μία εβδομάδα και φύλαξα κάτω από τα δένδρα του Αγίου Νικολάου. Πήγα μαζί με τον Παλαμίδα. Στον Άγιο Νικόλαο πήγα στις 22 Μαΐου. Τότε που γιορτάζουν οι παλαιοημερολογίτες. Φύλαξα όλη τη νύχτα. Οι Παλαιοημερολογίτες όλη τη νύχτα διάβαζαν και προσεύχονταν στην εκκλησία μέχρι το πρωί. Το πρωί μετά τη Θεία Λειτουργία βγήκαν έξω από την εκκλησία και διάβαζαν παράκληση. Δέκα με ένδεκα η ώρα έβγαλαν την εικόνα κάτω από τα δένδρα. Εκεί γονάτισαν κάτω όλοι. Εγώ ήμουν σε μία απόσταση 6-7 μέτρων. Όλοι γονατιστοί έψαλαν την παράκληση. Γύρω στις 11 η ώρα ξαφνικά το δένδρο ρίχνει μία κόκκινη βροχή σαν χαλάζι. Έγινε χαλασμός. Εγώ φοβήθηκα και το έβαλα στα πόδια, έτρεξα ένα χιλιόμετρο, χωρίς να το καταλάβω. Μετά ξαναγύρισα.

Οι προσκυνητές μάζεψαν τη βροχή με τα ρούχα, με τα μαντήλια το βαμβάκι κλπ. Μετά μία ώρα ανέβηκαν στο πούλμαν και έφυγαν. Είδα κάτι τρομερό. Τους ρώτησα γιατί σε σας έγινε το θαύμα; Και εκείνοι απάντησαν, ότι εμείς το ζητάμε, κάναμε παράκληση και ο Άγιος μας το έδωσε . Εσείς δεν το ζητάτε…»

Πηγή:Αρχιμ.π.Νεκτάριος Πέττας/πηγη

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου