ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

9 ΜαΪου η μνήμη του Αγίου Προφήτου Ησαϊου , του Αγίου μεγαλομάρτυρος Χριστοφόρου και του Αγίου μάρτυρος Νικολάου του εν Βουνένοις....

Ο άγιος προφήτης Ησαΐας  ,


Ό άγιος προφήτης Ησαΐας γεννήθηκε περί τό 765 π.Χ., στο βασίλειο του Ιούδα τήν εποχή που ο εβραϊκός λαός, σκληρά διαιρεμένος μεταξύ των αντιπάλων βασιλείων του Ισραήλ (μέ πρωτεύουσα τήν Σαμάρεια) και του Ιούδα (με πρωτεύουσα τήν Ιερουσαλήμ), επρόκειτο να περάσει μία από τις τραγικότερες περιόδους τής ιστορίας του, η οποία θα ολοκληρωνόταν με τήν οριστική καταστροφή του βασιλείου τής Σαμάρειας. Ό Ησαΐας άσκησε το λειτούργημα του επί σαράντα έτη, κατά τά όποια η αυτοκρατορία των Άσσυρίων δέσποζε στήν Ανατολή, απειλώντας όλο και περισσότερο τά εβραϊκά βασίλεια και τους γείτονες τους. Σφηνωμένο μεταξύ Άσσυρίων και Αιγυπτίων, με τον διαρκή πειρασμό να προσφύγει σε συμμαχία μέ τον εναν άπό τους εχθρούς του εναντίον του άλλου, τό βασίλειο του Ιούδα είχε επιπλέον διαφθαρεί άπό τήν επίδραση πού ασκούσαν οί ξένες λατρείες, άπό διαστροφή τής ηθικής, συνέπεια τής υλικής ευμάρειας, και άπό τήν περιφρόνηση του Νόμου του Θεοΰ. Μεταξύ του λαού, η μαγεία, η νεκρομαντεία και κάθε είδους δεισιδαίμονες πρακτικές υποκαθιστούσαν τήν λατρεία πού όριζε ο Νόμος, και ακόμη και εκείνοι πού παρέμεναν πιστοί στήν λατρεία του Κυρίου στον Ναό αρκούνταν σε μιά θρησκευτικότητα τυπολατρική και υποκριτική, τιμώντας εν τοις χείλεσιν αντών τον Θεό, ένώ η καρδιά τους πόρρω απείχε άπό αντόν (Ήσ. 29, 13).
Τό έτος πού πέθανε ο βασιλιάς Όζίας (740), ενώ ο Ησαΐας βρισκόταν στον Ναό, ο Ησαΐας είδε να παρουσιάζεται ο Θεός σε ολη του τήν δόξα, καθήμενος πάνω σε υπερυψωμένο θρόνο και περιβαλλόμενος άπό έξαπτέρυγα Σεραφείμ πού άναβοοΰσαν: Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος σαβαώθ Στο άκουσμα τής φωνής αυτής σείστηκαν οί παραστάτες τής θύρας και ο Ναός γέμισε καπνό, όπως άλλοτε τό Ορος Σινά (βλ. Εξ. 19). Πέφτοντας στήν γη, ο Ησαΐας ομολόγησε τήν άναξιότητά του λέγοντας: «Ω τάλας εγώ, ότι κατανένυγμαι, ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων, εν μέσω λαοΰ ακάθαρτα χείλη έχοντος εγώ οικώ και τον βασιλέα Κύριον σαβαώθ ειδον τοις οφθαλμοίς μου». Τότε πέταξε ένα Σεραφείμ και ήλθε κοντά του κρατώντας στο χέρι ένα κάρβουνο αναμμένο που είχε πάρει με λαβίδα από τό θυσιαστήριο. Άγγιξε με αυτό τό στόμα του και είπε: «Ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου κάι αφελεί τάς ανομίας σου και τάς αμαρτίας σου περικαθαριεί». Εκείνος πού ονομάσθηκε ό «προφήτης με τα καμμένα χείλη» προσφέρθηκε ό ίδιος να αποσταλεί στον λαό πού είχε αρνηθεί τον Κύριο για να του αναγγείλει το θέλημα του Θεού, ελπίζοντας ότι θά τον οδηγήσει σε μετάνοια.
Λίγο μετά τό όραμα αυτό, ό Ησαΐας νυμφεύθηκε και έδωσε στους δύο γιους του ονόματα πού προέλεγαν τό Ινα τις επερχόμενες δοκιμασίες και τό άλλο τό «καταλειφθέν» πού έπρεπε να επιβιώσει γιά να γίνει ο σπόρος ενός νέου λαού. Κατά τά πρώτα έτη του λειτουργήματος του, ό Ησαΐας απηύθυνε τό κήρυγμα του στο βασίλειο της Σαμάρειας, καταγγέλλοντας τά σκάνδαλα και τήν ψευδή ελπίδα σε εναν Θεό συμβιβαστικό. Επιστρέφοντας κατόπιν στην Ιερουσαλήμ, όπου παρέμεινε όλη την υπόλοιπη ζωή του, ό άγιος προφήτης επικαλέστηκε τους ουρανούς και τήν γη ώς μάρτυρες της αχαριστίας του λαού πού άποστράφηκε τον Θεό γιά να παραδοθεί στήν διαφθορά και τήν ειδωλολατρία. Ανήγγειλε ότι ό Κύριος δεν θά ανεχθεί άλλο τήν υποκριτική λατρεία, τις θυσίες και τις προσευχές του: Λούσασθε καθαροί γένεσθε, αφέλετε τάς πονηρίας άπό των ψυχών υμών απέναντι των όφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών, μάθετε καλόν ποιείν… και δεύτε και διελεγχθώμεν, λέγει κύριος, και εάν ωσιν αί αμαρτίαι υμών ώς φοινικούν, ώς χιόνα λευκανώ, εάν δε ώσιν ώς κόκκινον, ώς έριον λενκανώ. Και εάν θέλητε και είσακούσητέ μον, τά άγαθά της γης φάγεσθε εάν δε μη θέλητε μηδέ είσακούσητέ μου, μάχαιρα υμάς κατέδεται (1, 16-18). Διότι θά επέλθει ημέρα Κυρίου και τό ύψος του ανθρώπου θέλει υποκύψει, και η έπαρσις τών άνθρώπων θέλει ταπεινωθη- και υψωθήσεται κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη (2, 17). Οί καταστροφές πού προφήτευε έγιναν πραγματικότητα λίγα χρόνια αργότερα, όταν ό βασιλιάς της Δαμασκού, Ραασούν, και ό βασιλιάς του Ισραήλ, Φακεέ, θέλησαν να παρασύρουν τον βασιλιά ‘Άχαζ του Ιούδα σέ συμμαχία εναντίον του βασιλιά τής Άσσυρίας Θαγλαθφελλασάρ Γ’. Εκείνος αρνήθηκε και τότε οί δύο ηγεμόνες επιτέθηκαν στο βασίλειο του Ιούδα. Αντί να εμπιστευθεί τον Θεό, ο ‘Αχαζ στράφηκε στους Ασσυρίους, παρά τίς προειδοποιήσεις του Ησαΐα γιά τους κινδύνους πού ελλόχευε τό διάβημα αυτό. Κι ενώ μέσα σέ μεγάλη αναταραχή ο λαός τής Ιερουσαλήμ προετοιμαζόταν γιά τήν πολιορκία, ο Ησαΐας παρουσιάστηκε ενώπιον του βασιλέως πού επέβλεπε τά οχυρωματικά έργα και του είπε: Φύλαξαι τον ήσυχάσαι και μή φοβον, μηδέ η ψυχή σου άσθενείτω από των δύο ξύλων των δαυλών των καπνιζομέ-νων τούτων… άλλ’ έτι έξήκοντα και πέντε ετών εκλείψει η βασιλεία Έφραίμ [τό βασίλειο του Βορρά] από λαον (7, 4-8). Ό ‘Αχαζ παρέμενε δύσπιστος και τότε ο Ησαΐας πρόφερε τήν σαφέστερη σέ όλη τήν Παλαιά Διαθήκη προφητεία γιά την έλευση του Μεσσία, «σημείο» με το οποίο όλοι οί άνθρωποι θά κληθούν στήν Σωτηρία: Διά τούτο δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον ιδού η παρθένος εν γαστρι έξει, και τέξεται υϊόν, και καλέσεις το όνομα αύτον Εμμανουήλ [δηλαδή «μεθ' ημών ο Θεός»] (7, 14• βλ. Ματθ. 1, 23). Λίγο αργότερα θά διευκρινίσει ότι τό παιδί αυτό πού θά καθήσει στον θρόνο του Δαυίδ θά λάβει κάθε εξουσία και θά φέρει τά ονόματα: Θεός ισχυρός, μεγάλης βουλής άγγελος, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος, άρχων ειρήνης (9, 5-7). Ό προφήτης ανήγγειλε επίσης τίς συμφορές πού επρόκειτο σύντομα να ενσκήψουν πάνω στήν Δαμασκό και τήν Σαμάρεια. Τό 733, ο Θαγλαθφελλασάρ επιτέθηκε στήν Δαμασκό, φόνευσε τον Ραασούν, ερήμωσε κατόπιν τήν Γαλιλαία και έστειλε τους κατοίκους της στήν εξορία.
Ό θάνατος του βασιλιά των Ασσυρίων λίγο αργότερα (727) αναπτέρωσε τίς ελπίδες του βασιλιά τής Σαμάρειας, ο όποιος επιχείρησε να επαναστατήσει. Κατά τήν περίοδο αυτή, ο Ησαΐας δεν έπαψε να μέμφεται τήν μωρή αυτή πολιτική, πού βασιζόταν σέ φρούδες ελπίδες γιά υποστήριξη άπό πλευράς τής Αιγύπτου και η όποια έμελλε να καταδικάσει σέ οριστική καταστροφή τό βασίλειο του Ισραήλ: και τοις ποσίν καταπατηϋήσεται ό στέφανος της ύβρεως, οι μισθωτοί τον Έφραίμ (28, 3). Θά έλθει ισχυρός αντίπαλος ο οποίος, σαν χαλάζι που αφανίζει αίφνης τα σπαρτά και σαν καλοκαιρινή καταιγίδα πού ρημάζει τα σπίτια, θά ανατρέψει τά πάντα. Και όντως, μετά άπό τριετή πολιορκία (τό 72Γ βλ. Δ’ Βασά. 17) η υπερήφανη Σαμάρεια καταστράφηκε άπό τους Άσσύριούς• ωστόσο, ο Ησαΐας διακήρυξε ότι άφοΰ χρησιμεύσουν γιά κάποιο διάστημα ώς Οργανο της θεϊκής οργής, οί Άσσύριοι θά συντριβούν τελικά άπό τον Εμμανουήλ (8, 9).
Μετά τήν πτώση του βασιλείου του Βορρά, ο προφήτης αποσύρθηκε άπό τά κοινά, μέχρι τά πρώτα ετη της βασιλείας του Έζεκία (περί τό 713). Διάφοροι γείτονες λαοί, ωθούμενοι άπό τήν Αίγυπτο, πρότειναν τότε στο βασίλειο του Ιούδα να προσχωρήσει σε μιά νέα συμμαχία εναντίον του Ασσύριου δυνάστη. Ό Ησαΐας διέτρεχε επί τρία χρόνια τους δρόμους τής Ιερουσαλήμ, γυμνός και ανυπόδητος, ώς σημείο και οιωνός πού ανήγγελλε ότι οί φρούδες ελπίδες γιά τήν συνδρομή τής Αιγύπτου θά έφερναν τήν καταστροφή, τήν εξορία και τήν απογύμνωση (20, 2-6). Η πρόρρηση αυτή σύντομα επιβεβαιώθηκε με τήν κατάληψη τής Αζώτου, στήν χώρα τών Φιλισταίων, η όποια είχε εξεγερθεί και εκείνη εναντίον τών Ασσυρίων, υπολογίζοντας στήν βοήθεια τής Αιγύπτου, και τήν καταστροφή της ακολούθησε εκείνη τής Μωάβ, τής Έδώμ και τής Βαβυλώνας.
Μετά τον θάνατο του Σαργών Β’ (Αρνά), βασιλιά τής Ασσυρίας, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιός του Σενναχηρίμ, πολλά έθνη επαναστάτησαν με τήν υποκίνηση Φιλισταίων και Φοινίκων. Παρά τήν θαυματουργική θεραπεία του και τό σημείο πού του έδωσε ο Θεός, ο οποίος, διά τής φωνής του Ησαΐα, έκανε να οπισθοχωρήσει η σκιά δέκα σκαλοπάτια, (38), ο Έζεκίας αρνήθηκε να εμπιστευθεί τον Θεό και προσχώρησε στήν συμμαχία. Διέταξε να γίνουν προετοιμασίες γιά να αντιμετωπισθεί πολιορκία στήν Ιερουσαλήμ, επιδιόρθωσε τά προτειχίσματα, διπλασίασε τίς οχυρώσεις και έδωσε εντολή να σκάψουν δεξαμενή γιά να εξασφαλισθούν αποθέματα νερού. Ακαταπόνητος υπερασπιστής τών θείων δικαιωμάτων, ο Ησαΐας βγήκε από τήν σκιά και έμεμψε τους Εβραίους πού έκαναν όλες αυτές τίς προετοιμασίες άντί να κλαίνε, να πενθούν και να μετανοήσουν. Κατήγγειλε με σφοδρότητα τις μάταιες ελπίδες πού συνέχιζαν να εναποθέτουν στά άρματα και στά άλογα τής Αιγύπτου —σε αυτόν τον λαό πού δεν φέρνει καμμία βοήθεια, ουτε όφελος, αλλά μόνο όλεθρο και σύγχυση— αντί να προσβλέπουν στον Θεό του Ισραήλ, σέ Εκείνον που δεν ανακαλεί ποτέ τον λόγο Του και ανατρέπει ώς πύρινος χείμαρρος Ολες τίς επηρμένες δυνάμεις του κόσμου τούτου (31, ΐ). Και πρόφερε τον φοβερό λόγο: Ότι ουκ άφεθήσεται υμίν αύτη η αμαρτία έως αν αποθάνητε (22, 14). Παρά τίς προσπάθειες και τίς επικρίσεις του προφήτη, τά έθνη εξεγέρθηκαν, προκαλώντας σαρωτικά αντίποινα εκ μέρους του Σενναχηρίμ, ο όποιος ερημώνοντας τά πάντα στο πέρασμα του συνέτριψε τίς εστίες αντίστασης στήν Παλαιστίνη και πολιόρκησε τήν Ιερουσαλήμ μέ ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις (701). Ό Έζεκίας του προσέφερε όλον τον χρυσό, τό ασήμι και τά πολύτιμα σκεύη πού διέθετε, αδειάζοντας γιά τον σκοπό αυτό τό θησαυροφυλάκιο και τον Ναό (βλ. Δ’ Βασιλ. 18), άλλά ο βασιλιάς τής Άσσυρίας δέν ικανοποιήθηκε μέ αυτά και επιθυμούσε να εξασφαλίσει τήν παράδοση τής πόλεως. Τήν φορά αυτή ο Ησαΐας παρουσιάσθηκε ενώπιον του βασιλέως και του τρομοκρατημένου λαού όχι γιά να απειλήσει, αλλά γιά να αναγγείλει ότι ο Θεός επρόκειτο να τιμωρήσει τήν αλαζονική αυτοπεποίθηση του βασιλιά τής Άσσυρίας και να ελευθερώσει τον λαό του, όπως τον είχε απελευθερώσει άλλοτε άπό τους Αιγυπτίους στήν Ερυθρά θάλασσα. Ό Άσσύριος βασιλιάς θά υπέκυπτε στο ξίφος τής θείας δικαιοσύνης και η θυγατέρα τής Σιών θά τον χλεύαζε και θά τον καταφρονούσε. Έτσι τήν νύχτα εκείνη άγγελος Κυρίου θανάτωσε 185.000 ανθρώπους στο στρατόπεδο τών Άσσυρίων. Ό Σενναχηρίμ έλυσε σύντομα τήν πολιορκία και επέστρεψε στήν Νινευί, όπου δολοφονήθηκε στον ναό του θεού Νασαράχ (Ήσ. 37, 38).
Έχοντας εκπληρώσει τήν αποστολή του, ο Ησαΐας επέστρεψε στήν ησυχία. Λέγεται πώς κατά τους χρόνους τής βασιλείας του Μανασσή (687-642), ο όποιος ξεπέρασε όλους τούς προκατόχους του σέ ασέβεια και σκληρότητα, χωρίς να χαριστεί ούτε καν στους προφήτες που του υπενθύμιζαν τον Νόμο του Θεού, ο Ησαΐας κόπηκε στά δύο με ξύλινο πριόνι. Στήν Διαθήκη του, ο προφήτης υπενθυμίζει στον λαό ότι η σωτηρία του βρίσκεται στήν επιστροφή του στον Θεό και στήν ησυχία, επειδή όμως ο λαός δέν επιθυμεί κάτι τέτοιο, άλλά εμπιστεύεται τήν οδό τής πλάνης και τής απιστίας, ετοιμάζει γιά τον εαυτό του τήν οριστική καταστροφή. Γιά όσους όμως έχουν τήν ελπίδα τους στον Θεό: Και πάλιν μενεί ό Θεός του οίκτειρήσαι υμάς και δια τούτο υψωθήσεται του ελεήσαι υμάς (30, 18).
Τό βιβλίο του προφήτη Ησαΐα υπερέχει άπό όλα τά προφητικά βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης, Οχι μόνο χάρη στήν μεγαλόπνευστη ομορφιά τής ποιητικής έκφρασης, άλλά πρωτίστως λόγω τής ακρίβειας των προρρήσεών του όσον άφορα τήν έλευση του Μεσσία. Ανήγγειλε μέ σαφήνεια τήν έκ Παρθένου γέννηση Εκείνου που όντας άναμάρτητος θά αποτελέσει τήν ελπίδα του λαοΰ του (7). Ο «βλαστός» αυτός από την ρίζα του Ίεσσαί (δηλαδή από τον οίκο του Δαυίδ) θά έχει ως χρίσμα τό πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος (βλ. 1ΐ). Θά αποκαταστήσει τήν δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και θά εγκαταστήσει τήν ειρήνη και τήν αρμονία του παραδείσου στήν Εκκλησία (11, 6). Αυτός ό Ίδιος όμως πού θά εγκαινιάσει τήν μεσσιανική εποχή θα είναι συνάμα και ο ταπεινός «Παις Κυρίου». Ού κεκράξεται ουδέ άνήσει, ουδέ ακουσθήσεται έξω η φωνή αυτού. Κάλαμον τεθλασμένον ού συντρίψει και λίνον καπνίζαμενον ού σβέσει (42, 2′ βλ. Ματθ. 12, 18-21). Θά προσφερθεί οικειοθελώς στήν αισχύνη γιά τήν σωτηρία του κόσμου. Καταπεφρονημένος και άπερριμένος υπό των ανθρώπων άνθρωπος εν πληγή ών (53, 3). Έδωσε τά νώτα τον εις τους μαστιγούντας και δέν έκρυψε τό πρόσωπο του άπό ύβρισμών και έμπτυσμάτων (50, θ). Ούτος έτραυματίσϋη δια τάς ανομίας ημών και μεμαλάκισται δια τάς αμαρτίας ημών παιδεία ειρήνης ημών έπ’ αυτόν, τω μώλωπι αυτού ήμεϊς ίάϋημεν (53, 4-5). Ώς πρόβατον έπί σφαγήν ήγβη και ώς αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος ούτως ούκ ανοίγει τό στόμα…, άπό τών ανομιών του λαού μου ήχθη εις θάνατον (53, 7-8• βλ. Ματϋ. 27, 58). Αλλά ο Θάνατος του θά είναι λύτρωση: και δώσω τούς πονηρούς αντί τής ταφής αύτον και τους πλουσίους άντί του θανάτου αυτού (53, 9). Οι καρποί των πόνων της ψυχής του θά είναι να χορτάσει φώς (53, 10-11) και να αποκαταστήσει τήν Ιερουσαλήμ εν δόξη.
Αν ο προφήτης Ησαΐας προφήτευσε πολλές φορές τήν επικείμενη καταστροφή όσων εναποθέτουν τήν εμπιστοσύνη τους στις αρχές του κόσμου τούτου, ρίχνοντας έτσι φώς στις απώτερες δοκιμασίες πού πρέπει να υποστεί η ανθρωπότητα κατά τίς έσχατες ημέρες, τό δεύτερο μέρος του Βιβλίου του, πού ονομάζεται Βιβλίο τής Παρηγοριάς, είναι αφιερωμένο καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν στήν αναγγελία τής καταλλαγής του Θεού μέ τον λαό του, του ανακαινισμού τής Ιερουσαλήμ και του εγκαινιασμού τής ατελεύτητης βασιλείας. Φωτίζου φωτίζου, Ιερουσαλήμ, ήκει γάρ σου τό φώς, και η δόξα κυρίου επί σε ανατέταλκεν (60, ΐ). Όλα τά έθνη θά προσέλθουν στήν Εκκλησία, την νέα Ιερουσαλήμ, και θα εισέλθουν στην πόλη αυτή πού οι θύρες της δέν πρόκειται να κλείσουν ποτέ πιά και η όποια δέν θά φωτίζεται ούτε άπό τον ήλιο ούτε από τήν σελήνη, διότι ο ίδιος ο Κύριος θά είναι τό αιώνιο φώς της και πάς δίκαιος θά γίνει μέλος του λαοΰ αύτοΰ πού ό Θεός έχει συνάξει. Θά χαίρεται εντός του και αυτός εν Αύτω, και στήν πόλη τούτη όπου ό θάνατος θά καταργηθεί δέν θά ακούγονται πιά κραυγές, ούτε στεναγμοί, ούτε θρήνοι, άλλά μονάχα η δοξολογία του Θεού (60-62). Έχοντας έτσι αναγγείλει, μέ τρόπο σχεδόν διαφανή, τήν ουσία του Ευαγγελίου, δικαίως ως ό άγιος προφήτης ονομάσθηκε ο «πέμπτος Ευαγγελιστής» και τό βιβλίο του παραμένει μία άπό τίς βασικές πηγές τής πίστεως και τής ελπίδος μας.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας



Βίος Αγίου Χριστοφόρου 


   Εκτύπωση E-mail
agios_xristoforos_2Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστόφορος καταγόταν από ημιβάρβαρη φυλή και ονομαζόταν Ρεμπρόβος, που σημαίνει αδόκιμος, αδοκίμαστος, κολασμένος. Πιθανότατα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Δεκίου (249-251), όταν στην Αντίοχεια Επίσκοπος ήταν ο Άγιος Ιερομάρτυς Βαβύλας († Σεπτεμβρίου).
  
Ο Άγιος ως προς την εξωτερική εμφάνιση ήταν τόσο πολύ άσχημος, που απεκαλείτο «κυνοπρόσωπος».
 
Η μεταστροφή του στο Χριστό έγινε με τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αιχμάλωτος σε μάχη, που διεξήγαγε το έθνος του με τα ρωμαϊκά στρατεύματα. Κατατάγηκε στις Ρωμαϊκές Λεγεώνες και πολέμησε κατά των Περσών, επί Γορδίου και Φιλίππου.
 
Όταν ήταν ακόμη κατηχούμενος, για να ευχαριστήσει το Χριστό, εγκαταστάθηκε σε επικίνδυνη δίοδο ποταμού και μετέφερε δωρεάν επί των ώμων του εκείνους που επιθυμούσαν να διέλθουν τον ποταμό. Μια μέρα του παρουσιάστηκε ένα μικρό παιδί, το οποίο τον παρακάλεσε να το περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Ρέμπροβος πρόθυμα το έθεσε επί των ώμων του και στηριζόμενος επί της ράβδου του εισήλθε στον ποταμό. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το βάρος του παιδιού αυξανόταν, ώστε με μεγάλο κόπο κατόρθωσε να φτάσει στην απέναντι όχθη. Μόλις έφθασε στον προορισμό του, κατάκοπος είπε στο παιδί ότι και όλο τον κόσμο να σήκωνε δεν θα ήταν τόσο βαρύς. Το παιδί του απάντησε: «Μην απορείς, διότι δεν μετέφερες μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και τον πλάσαντα αυτόν. Είμαι Εκείνος στην υπηρεσία του Οποίου έθεσες τις δυνάμεις σου και σε απόδειξη αυτού φύτεψε το ραβδί σου και αύριο θα έχει βλαστήσει », και αμέσως μετά εξαφανίσθηκε. Ο Ρέμπροβος φύτεψε τη ράβδο και την επόμενη την βρήκε πράγματι να έχει βλαστήσει. Μετά το περιστατικό αυτό βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Αγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ο οποίος τον μετονόμασε σε Χριστόφορο. Η άκτιστη θεία Χάρη, που έλαβε την ώρα του βαπτίσματος και του Χρίσματος, μεταμόρφωσε όλη του την ύπαρξη. Κι αυτή ακόμη η δύσμορφη όψη του φαινόταν φωτεινότερη και ομορφότερη.
  
Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο Άγιος εικονίζεται να μεταφέρει στον ώμο του τον Χριστό. Εξ αφορμής ίσως του γεγονότος αυτού θεωρείται προστάτης των οδηγών και στο Μικρόν Ευχολόγιον και συγκεκριμένα στην Ακολουθία «επί ευλογήσει νέου οχήματος» υπάρχει, πρώτο στη σειρά, το απολυτίκιό του.

Κατά τον τότε εναντίον των Χριστιανών διωγμό, λίγο μετά την βάπτισή του, είδε Χριστιανούς να κακοποιούνται από τους ειδωλολάτρες. Από αγανάκτηση επενέβη και έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις προς αυτούς, διέφυγε δε τη σύλληψη χάρη στο γιγαντιαίο του παράστημα και την ηράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε όμως στον αυτοκράτορα και διατάχθηκε η σύλληψή του. Για τον σκοπό αυτό απεστάλησαν διακόσιοι στρατιώτες. Αυτοί, αφού ερεύνησαν σε διάφορα μέρη, το βρήκαν κατά την στιγμή την οποία ετοιμαζόταν να γευματίσει με ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Κατάκοποι οι στρατιώτες και πεινασμένοι ζήτησαν από τον Αγιο Χριστόφορο να τους δώσει να φάγουν και σαν αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κακομεταχειρίζονταν. Ένας από τους στρατιώτες, βλέποντας ότι πλην του ξερού άρτου δεν υπήρχε άλλη τροφή, ειρωνευόμενος τον Χριστόφορο του είπε ότι ευχαρίστως θα γινόταν Χριστιανός, αν είχε τη δύναμη να τους χορτάσει όλους με το κομμάτι εκείνου του άρτου. Τότε ο Άγιος, αφού γονάτισε, άρχισε να παρακαλεί τον Χριστό να πολλαπλασιάσει το κομμάτι εκείνο του άρτου, όπως πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο, για να χορτασθούν οι πεινώντες στρατιώτες και να φωτισθούν στην αναγνώριση και ομολογία Αυτού. Η παράκληση του Αγίου εισακούσθηκε και το τεμάχιο του άρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οι στρατιώτες το θαύμα αυτό, προσέπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους γνωρίσει καλύτερα τον Θεό του. Ο Άγιος, εξέθεσε με απλότητα τη Χριστιανική διδασκαλία και αφού όλοι εξέφρασαν την επιθυμία να γίνουν Χριστιανοί, τους οδήγησε προς τον Επίσκοπο Αντιοχείας Βαβύλα, ο οποίος, αφού τους κατήχησε, τους βάπτισε. Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε το γεγονός, τους μεν στρατιώτες συνέλαβε και τους αποκεφάλισε, τον δε Χριστόφορο προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να τον μεταπείσει, αλλά οι προσπάθειές τους προσέκρουσαν στην επίμονη άρνηση αυτού. Κατόπιν τούτου έστειλε προς αυτόν δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρά τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν. Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, για να επανέλθουν στο δρόμο της αγνότητας και της αρετής, έγιναν Χριστιανές και, αφού παρουσιάσθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορος Δεκίου, ομολόγησαν τον Χριστό. Γι αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.

Στην συνέχεια ο Άγιος Χριστόφορος υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και στο τέλος υπέστη τον δι' αποκεφαλισμού θανάτου το 251.

Η Σύναξη αυτή ετελείτο στο Μαρτύριο αυτού κοντά του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στο Κυπαρίσσιον και στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον της Αγίας Ευφημίας των Ολυβρίου.

Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, τ. Μαΐου . 




 Βίος Αγίου Νικολάου του εν Βουνένοις του Οσιομάρτυρα                                                           τιμάται στις 9 Μαΐου



Ο Άγιος Νικόλαος ο Νέος γεννήθηκε στα μέρη της Ανατολής από γονείς ευσεβείς και ενάρετους. Όταν ενηλικιώθηκε κατατάχθηκε στον Αυτοκρατορικό Στρατό, με το αξίωμα του Δούκα,
γυμνάζοντας τους στρατιώτες του, στο να είναι γενναίοι και ατρόμητοι πολεμιστές, κυρίως όμως τους νουθετούσε και τους δίδασκε να πιστεύουν στον Θεό, να προσεύχονται, να μην
αδικούν ποτέ κανέναν και να ζητούν από τον Χριστό να τους δίνει δύναμη για να πολεμούν τους εχθρούς. Δεν ήταν όμως μόνο οι εξωτερικοί εχθροί που έπρεπε να αντιμετωπίσουν,
αλλά και οι διάφορες εξεγέρσεις που συνέβαιναν στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Σε μία τέτοια εξέγερση εστάλη ο Νικόλαος, από τον Αυτοκράτορα Λέοντα τον Ίσαυρο τον
Εικονομάχο, για να επιβληθεί στους εξεγερθέντες και να επαναφέρει την ειρήνη και την ευστάθεια.
Στην επιχείρηση αυτή είδε να χύνεται άδικα ανθρώπινο αίμα και να χάνονται ψυχές. Φοβούμενος μήπως κι εκείνος χάσει την ζωή του μα κυρίως την ψυχή του, συνοδευόμενος από
δώδεκα στρατιώτες του, αποσύρθηκαν στα Βούνενα της Θεσσαλίας όπου κατοικούσαν αρκετοί ασκητές κοντά στους οποίους έζησαν ασκητικά με νηστείες, αγρυπνίες και αδιάλειπτη
προσευχή.
Κοντά σ' αυτές τις άσκητικές ψυχές έμεινε ο μακάριος Νικόλαος και πλάί τους έζησε μιμούμενος και συναγωνιζόμενος μαζί τους σε άρετή, στην κατά θεόν άρετή. Και έικείνοι βλέποντας
την προθυμία και την κοπιαστική άσκησή του με νηστεία προσευχές και άγρυπνία ολονύχτια, τον αγαπούσαν εν Χριστώ.



Προετοιμασία για το μαρτύριο
Ο Σατανάς, που είναι μισόκαλος και χαιρέκακος υπέφερε από αυτή την αγιασμένη ασκητική ζωή της μοναχικής ζωής στα Βούνενα. Και ήθελε να καταστρέψει αυτό το ορμητήριο που
τον πολεμούσε. Από την άλλη πλευρά ο Θεός είχε επιστρέψει ν' αναδειχθούν στον τόπο εκείνο Μάρτυρες Του έτσι που να συντριβεί το σχέδιο του Διαβόλου και να λάμψει η Πίστη των
Αγίων. Έτσι, λοιπόν, Άβαροι ή Τούρκοι που λεηλατούσαν διάφορα: μέρη της Δύσης, αφού καταπάτησαν φρούρια και χώρες και αιχμαλώτισαν πολλούς, έφτασαν στη Λάρισα.
Όταν γινόντανε ο άγριος αυτός διωγμός ο μακάριος Νικόλαος ασκήτευε με άλλους συντρόφους του σε σκήτη στα Βούνενα. Τα ονόματα των συνασκητών του ήτανε τούτα: Γρηγόριος,
Αρμόδιος, Ιωάννης, Δημήτριος, Μιχαήλ, Ακίνδυνος, Θεόδωρος, Παγκράτιος, Χριστόφορος, Παντελέων, Αιμιλιανός και Νανούδιος. Κάποια, λοιπόν, νύχτα καθώς οι ασκητές αυτοί
προσεύχονταν, τους παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου και τους λέγει:
- Ετοιμαστείτε ψυχικά ώστε να κρατηθείτε στέρεοι στην πίστη, γιατί σε λίγες μέρες πρόκειται να Αντιμετωπίσετε διώξεις και μαρτύρια. Ετοιμαστείτε ώστε ν' αντέξετε και να αξιωθείτε να
λάβετε τα βραβεία, τα στεφάνια της αθλήσεως, να γίνετε ευτυχείς κληρονόμοι της ουράνιας Βασιλείας. Και αφού είπε αυτά ο άγγελος εξαφανίστηκε. Εκείνοι, όμως, μετά το χαρμόσυνο
άγγελμα, επιδόθηκαν σε περισσότερο ασκητικό αγώνα, σε νηστείες και προσευχές. Φτάσανε οι διώκτες και σαν αιμοβόρα θηρία επέπεσαν κατά των ασκητών και τους χτυπούσαν
οργισμένα, χωρίς ίχνος ευσπλαγχνίας, χρησιμοποιούσαν φοβερά φονικά όργανα, ράβδους, μηχανές που στρέβλωναν τα μέλη του σώματος τους και άλλα κολαστήρια. Οι γενναίοι
εκείνοι ασκητές υπέμειναν με ανδρεία και γενναιότητα τα βασανιστήρια. Δεν λυποψύχησαν. Έμειναν αμετακίνητοι στην Πίστη και επισφράγισαν την αγάπη τους για το Χριστό με το
αίμα της θυσίας τους, γιατί τελικά οι βάρβαροι τους αποκεφάλισαν.

Επιχειρούν να αλλαξοπιστήσουν τον Νικόλαο
Τον άγιο Νικόλαο δεν τον πείραξαν διόλου, θαύμαζαν ίσως το παράστημα του, και βλέποντας πως έχουν να κάνουν με μια ξεχωριστή περίπτωση νέου με φρόνηση και ανδρεία.
Επιδίωξη τους ήτανε να τον κερδίσουν με μέσα διπλωματικά. Αρχίσανε, λοιπόν, με ραδιουργίες και κολακείες. Πιστεύανε οι άφρονες πως θα μπορούσαν έτσι να τον κάνουνε
αρνητή του Χριστού. Αλλά όλες οι μιαρές προσπάθειές τους απέτυχαν. Ο άγιος έμενε απαρασάλευτος στην Πίστη και τους έλεγε, γενναιόφρονα:
- Εγώ δεν είμαι μωρό παιδί να γελαστώ. Άδικα ελπίζετε ότι θα αρνηθώ τον Αληθινό Θεό, τον πλάστη και ευεργέτη μου, για να γίνω προσκυνητής ειδώλων. Πρέπει να ξέρετε ότι καθώς
από την αρχή ήμουνα ευσεβής Χριστιανός, Ορθόδοξος, έτσι και θα μείνω αταλάντευτος, μέχρις ότου παραδώσω την ψυχή μου στα άχραντα χέρια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Και εάν ο εχθρός του Χριστού με πιέσει με μέσα τυραννικά να Τον αρνηθώ και ν' αλλαξοπιστήσω, σας βεβαιώνω ότι με την χάρη Του θα νικήσω γιατί έχω μεγάλη φλόγα μέσα μου, για
την αγάπη Του, και είμαι πρόθυμος να χύσω και αυτό το αίμα μου. Καταφρονώ δε τους δικούς σας θεούς που είναι ύλη φθαρτή, άψυχες πέτρες και ξύλα...
Στο άκουσμα αυτών των λόγων αφηνίασαν από οργή οι βάρβαροι και άρχισαν να χτυπούν τον άγιο με Ασυγκράτητη βαναυσότητα. Έπειτα πάλι άλλαξαν τακτική. Του μίλαγαν κολακευτικά.
Προσπαθούσαν να του ανάψουν τον πόθο για την ζωή και να του κλονίσουν την Πίστη.



Σκληρά βασανιστήρια
Όταν καταλάβανε πλέον ότι δεν μπορούν να τον μετακινήσουν από την βαθιά εδραιωμένη πίστη του, αποφασίσανε να τον θανατώσουν με σκληρά βασανιστήρια. Στην αρχή ξέσπασε
η οργή τους επάνω του με άγριο, ανελέητο ξυλοδαρμό. Δυο και τρεις φορές αλλάξανε τους ραβδούχους που τον μαστιγώνανε. Το σώμα του Μάρτυρα είχε γεμίσει πληγές και το αίμα
έτρεχε. Εκείνος δε γενναιόφρονα υπέμενε και προσευχόταν λέγοντας:
- «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον».
Στη συνέχεια τον δέσανε όρθιο σ' ένα δένδρο και τον σημαιδεύσανε με τόξα. Έπειτα: αφού πήρανε το δικό του κοντάρι τον τρυπούσαν με το μυτερό του σημείο. Και συγχρόνως με τα
βασανιστήρια αυτά, στις Αβάσταχτες στιγμές του πόνου τον προέτρεπαν ν' Αρνηθεί τον Κύριο και να προσκυνήσει τα είδωλα
Ο γενναιόψυχος Μάρτυρας όμως έμενε Αλύγιστος και τους Αποκτούσε:
—Θηριόγνωμοι, που μόνο σχήμα ανθρώπου έχετε, γιατί μάταια και με Αφροσύνη ελπίζετε ότι μπορείτε να με χωρίσετε από την Αγάπη του Κυρίου; Πως είναι δυνατόν να με
απομακρύνετε από Εκείνον που συνέχεια παραστέκεται βοηθός μου και μου ελαφρύνει τον πόνο στα βασανιστήρια που μου κάνετε; Μάταιος ο κόπος σας. Ένα μονάχα να ξέρετε,
τα μαρτύρια με τα οποία με βασανίζετε γίνονται στεφάνια τιμής και έπαθλα νίκης.

Αποκεφαλίζεται
Ύστερα από αυτήν την γενναία και αμετακίνητη στάση του Μάρτυρα, οι βάρβαροι Απελπίστηκαν. Κατάλαβαν ότι καμιά δύναμη δεν μπορούσε να λυγίσει τον μακάριο Νικόλαο. Και
αποφασίσανε τελικά να τον αποκεφαλίσουν. Το μαρτυρικό του αίμα πότισε την γη της Θεσσαλίας. Ήταν 9 Μαΐου.
Στο σημείο της σφαγής εγκατέλειψαν οι Άβαροι το Σώμα του Αγίου, όπου μετά από πολλά χρόνια το βρήκε ακέραιο και ευωδιάζων κάποιος άρχοντας Ευφημιανός, ο οποίος
γιατρεύθηκε από την ασθένεια της λέπρας που έπασχε και αφού το ενταφίασε, έκτισε εκεί Ναό στο όνομα του Οσιομάρτυρα.
πό τα δένδρα στα οποία δέθηκε και βασανίσθηκε ο Άγιος ρέει ένα κόκκινο υγρό το οποίο ονομάζεται «Αίμα». Το υγρό αυτό όταν χρησιμοποιείται με πίστη και εμπιστοσύνη στον
Οσιομάρτυρα έχει ιαματικές ιδιότητες και επιτελεί θαύματα σε πάσχοντες από δερματικές παθήσεις και κεφαλοπονία. Εξ’ άλλου τα τάματα, τα χρυσαφικά και τα αφιερώματα που
στολίζουν το Εικόνισμα Του, εκπροσωπούν τα Θαύματα και τις ευεργεσίες που επιτέλεσε και επιτελεί σε εκείνους που τον επικαλέσθηκαν και τον επικαλούνται.
Το λείψανο Του Αγίου που με ευλάβεια φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου του Νέου στην Θήβα (συνοικία Τάχι). Πολλές φορές ευωδιάζει, θεραπεύει, ενισχύει,
παρηγορεί και φανερώνει πως η Χάρις του Θεού παραμένει ανεξίτηλη στο σώμα, ακόμα και μετά θάνατον και ότι είναι τεκμήριο και προοίμιο της μελλούσης Αναστάσεως και
αφθαρσίας, ενώ κάθε Τετάρτη ψάλλεται η Παράκληση του Αγίου μας ενώπιον Του.
Αυτός ο Πνευματικός Θησαυρός αποτελεί ανεκτίμητη Δωρεά της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Μαζαράκι Βαγίων και παραδώθηκε στον Ναό από την Γερόντισσα
Ευπραξία με σεμνή τελετή στις 10 Δεκεμβρίου 2000 μ.Χ.




Στίχοι
Ω Nικόλαε διττόν είληφας στέφος, Όσιος οία και αθλητής Kυρίου.
Νίκην ἀληθῆ Νικόλαε παράσχου Γερασίμῳ πλέξαντι τοὺς δέ σοι Οἴκους.
Γόνε Ἀσίας Ἑλλάδος κλέος Πολλὰς ὑποστὰς Νικόλαε βασάνους, Χαίρων ἀνῆλθες ἐν πόλῳ μάκαρ τάχος. Ἀμφ’ ἐνάτη Νικόλαον ἑῷον γῆθεν ἄειραν.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Εξ Ἑῲας ἐκλάμψας ἐν Βουνένοις ἠγώνισαι, Νικόλαε παμμάκαρ, ἐναθλήσας στεῤῥότατα· διὸ καὶ δοξασθεὶς παρὰ Χριστοῦ, θαυμάτων ἀναβλύζεις δωρεάς, τοῖς προστρέχουσι
τῇ Κάρᾳ σου τῇ Σεπτῇ Ὁσιομάρτυς ἔνδοξε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ΄. Ὡς τῶν αἰχμαλώτων
Ως τῶν νοσούντων ὁ ἄμισθος ἰατρός, καὶ τῶν ἐν κινδύνοις ἀπροσμάχητος βοηθός, θλιβομένων τε θερμὸς ὑπερασπιστής, καὶ τῶν ἐν παντοίαις ἀνάγκαις ὑπέρμαχος,
Ὁσιομάρτυς ἐξ ἑῴας Νικόλαε‧ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν
Τὰ ἄνω ζητῶν, τῶν κάτω κατεφρόνησας, καὶ κόσμον λιπὼν Θεῷ ἠκολούθησας. Ἐξ ἑῴας ἄριστε, ἐν Βουνένοις παρῴκησας, ἐν οἷς θῦμα γενόμενος, Χριστῷ προσενήνεξαι Νικόλαε.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου