ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

8 Ιανουαρίου μνήμη της Αγίας Νεομάρτυρος Κυράννης , της Οσαίας



Η Αγία Νεομάρτυς Κυράννα 




Μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη στις 28 Φεβρουαρίου 1751, τιμάται όμως η μνήμη της στην ιδιαίτερη πατρίδα της και την 8η Ιανουαρίου .

Η Αγία καταγόταν από το χωριό Αβυσώκκα , σημερινή Όσσα , της Θεσσαλονίκης. Ήταν πολύ ωραία εξωτερικά αλλά ακόμη ωραιότερη εσωτερικά και ζούσε ενάρετη, σεμνή και σώφρονα ζωή. Ο μισόκαλος διάβολος όμως την φθόνησε και βρήκε όργανο της κακίας του ένα γενίτσαρο, που ήταν σούμπασης, διοικητής του αστυνομικού τμήματος, στο χωριό της αγίας. Αυτός την είδε και κυριεύτηκε από σατανικό έρωτα. Άρχισε λοιπόν ο μιαρός να την κολακεύει με διάφορους τρόπους , ώστε να καταφέρει να πετύχει τον σκοπό του, όμως η αγία δεν δεχόταν με κανένα τρόπο.
Ύστερα άρχισε να της τάζει χρήματα , όσα ήθελε, πολύτιμα φορέματα ή την φοβέριζε πως ,αν δεν δεχθεί , θα την βασανίσει και θα την σκοτώσει.
Η κόρη ,έχοντας όλη της την καρδιά δοσμένη στον Χριστό, δεν άκουγε ούτε πρόσεχε τις υποσχέσεις του και τις φοβέρες του.
Έτσι αυτός κάποια μέρα συμφώνησε με άλλους γενίτσαρους την άρπαξαν ξαφνικά και την οδήγησαν στον δικαστή της Θεσσαλονίκης , όπου ψευδομαρτύρησαν ότι είπε η κοπέλα πως θα αρνηθεί τον Χριστό και θα παντρευτεί τον γενίτσαρο. Οι γονείς της πήγαν στη Θεσσαλονίκη αλλά δείλιασαν από τις απειλές των Τούρκων και κρύφτηκαν. Οι Τούρκοι προσπάθησαν είτε με κολακείες είτε με απειλές να την πείσουν να αρνηθεί τον Χριστό και να παντρευτεί τον Τούρκο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μια φορά μόνο μίλησε η αγία μάρτυς του Χριστού και τους είπε :
Εγώ είμαι Χριστιανή και έχω νυμφίο μου τον Χριστό , στον οποίο προσφέρω ως προίκα την αγνότητά μου και Αυτόν επόθησα και ποθώ από την νεότητά μου και για την αγάπη Του είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, για να αξιωθώ να Τον απολαύσω. Ακούσατε την απάντησή μου και άλλο λόγο μη προσμένετε να σας πω.
Μετά από αυτόν τον λόγο σιώπησε και δεν απάντησε πλέον σε όσα τη ρωτούσαν αλλά στεκόταν με πολλή σεμνότητα έχοντας κατεβασμένο κάτω το κεφάλι. Προσευχόταν δε νοερά στον Χριστό να την ενδυναμώσει , ώστε να υπομείνει μέχρι τέλος. Την ώρα εκείνη γέμισε η καρδιά της από αγαλλίαση και χαρά πνευματική ,ώστε νόμιζε πως ήταν στον Παράδεισο, ξέχασε όλα τα λυπηρά της ζωής αυτής και επιθυμούσε το γρηγορότερο να μαρτυρήσει για τον Χριστό.
Βλέποντας οι Τούρκοι τη σταθερότητά της στον Χριστό και τη λαμπρότητα του προσώπου της , ντροπιασμένοι την έκλεισαν σιδηροδέσμια στη φυλακή. Εκείνος ο γενίτσαρος είχε κάποιο μεγάλο αγά γνωστό , ο οποίος διέταξε τον δεσμοφύλακα να του επιτρέπει να μπαίνει στη φυλακή, όποτε θέλει. Πήγαινε λοιπόν στη φυλακή και βασάνιζε την αγία ή να τον αποδεχθεί ή να την θανατώσει. Δεν έφθανε δε μόνον αυτό αλλά έπαιρνε μαζί του και άλλους γενίτσαρους, για να την βασανίζουν. Η Αγία ,μόλις τους έβλεπε, έσκυβε το κεφάλι και σταύρωνε τα χέρια , ούτε τους κοίταζε ούτε τους απαντούσε.
Άρχιζαν με κολακείες και ταξίματα , ύστερα βλέποντας πως δεν άλλαζε γνώμη, συνέχιζαν με βασανιστήρια, άλλος με την χτυπούσε με ξύλο, άλλος με μαχαίρι, άλλος με κλωτσιές και γροθιές, ώσπου την άφηναν κάτω μισοπεθαμένη.
Σαν να μην έφθαναν αυτά, τη νύχτα ο δεσμοφύλακας την κρέμαγε από τις μασχάλες και την έδερνε με ό,τι ξύλο έβρισκε μέχρι που κουραζόταν και την άφηνε κρεμασμένη μέσα στο κρύο του χειμώνα.
Ένας Χριστιανός ,που είχε κάποια θέση στη φυλακή , περίμενε και όταν καταλάβαινε πως του πέρασε ο θυμός πήγαινε και τον παρακαλούσε και του επέτρεπε να την κατεβάσει. Η Αγία είχε τόση υπομονή, ησυχία και σιωπή, που νόμιζες ότι πάσχει κάποια άλλη και όχι αυτή. Όλος ο νους της και η προσοχή της ήταν στον ουρανό.
Ήταν φυλακισμένοι και άλλοι Χριστιανοί, Εβραίοι και μερικές Τουρκάλες , οι οποίες κατηγορούσαν τον δεσμοφύλακα , άσπλαχνο, αθεόφοβο, διότι τυραννούσε με τέτοιο τρόπο μια αθώα γυναίκα. Ο Χριστιανός εκείνος μάλιστα δεν έπαυε πότε με το καλό πότε ελέγχοντάς τον να του θυμίζει την κρίση του Θεού, μήπως και σταματήσει να βασανίζει την κόρη. Εκείνος ,αντί να μαλακώσει , σκλήραινε περισσότερο η καρδιά του και όσο τον παρακαλούσαν , τόσο την χτυπούσε. Έρχονταν και οι γενίτσαροι και άλλοτε την βασάνιζαν άλλοτε προσπαθούσαν να την ταΐσουν σταφίδες και χουρμάδες για να μην πεθάνει αλλά η αγία δεν ήθελε να φάει, ούτε κατάφερναν να της ανοίξουν το στόμα με τη βία. Οι φυλακισμένοι Χριστιανοί προσπαθούσαν επίσης να την πείσουν να φάει αλλά ούτε και σε αυτούς πειθόταν Την έτρεφε και την δυνάμωνε η φλόγα της αγάπης στον Χριστό που είχε στην καρδιά της.
Την έβδομη μέρα της φυλάκισής της πήγαν πάλι οι γενίτσαροι και την παίδευαν με σκληρότητα. Ο Χριστιανός εκείνος άρχισε να ελέγχει αυστηρά τον δεσμοφύλακα και να τον φοβερίζει πως θα τον καταγγείλει στον πασά, διότι επιτρέπει να έρχονται άνθρωποι απ’ έξω και να βασανίζουν τους φυλακισμένους, πράγμα παράνομο, που δεν ξανάγινε. Οι δε Τουρκάλες τον έβρισαν άπιστο και φονιά και φώναζαν δυνατά. Όταν επέστρεψαν οι γενίτσαροι να την βασανίσουν πάλι, ο δεσμοφύλακας τους έδιωξε και εκείνοι πήγαν και παραπονέθηκαν στον μεγάλο αγά , ο οποίος κάλεσε τον δεσμοφύλακα , τον έβρισε και τον απείλησε. Θυμωμένος τότε εκείνος επέστρεψε, κρέμασε την αγία και αρπάζοντας ένα μεγάλο ξύλο με τα δυο του χέρια την χτυπούσε ανελέητα, όπου έβρισκε. Τότε όλοι οι φυλακισμένοι άρχισαν να φωνάζουν δυνατά κάνοντας μεγάλη φασαρία. Βλέποντας εκείνος την αναστάτωση , την παράτησε κρεμασμένη και πήγε στο δωμάτιό του και διέταξε εκείνον τον Χριστιανό να του ψήσει καφέ. Ενώ έπινε τον καφέ άρχισε πάλι ο Χριστιανός ήρεμα να τον κατηγορεί για την ασπλαχνία που έδειξε , τόσο που τον έκαμε να πέσει μπρούμυτα και να κλαίει .
Την ώρα εκείνη συνέβη ένα συγκλονιστικό γεγονός. Ξαφνικά έλαμψε μεγάλο φως από την οροφή της φυλακής, σαν αστραπή, το οποίο, αφού περικύκλωσε το σώμα της μάρτυρος , γέμισε ολόκληρη τη φυλακή , φωτίζοντάς την σαν να έμπαινε όλος ο ήλιος μέσα αν και η ώρα ήταν δέκα με έντεκα τη νύχτα.
Οι μεν Χριστιανοί βλέποντας το θαυμαστό γεγονός φώναξαν : Κύριε ελέησον , οι Εβραίοι έπεσαν μπρούμυτα, διότι δεν μπορούσαν να το βλέπουν, οι δε Τουρκάλες φώναξαν : Αχ, αχ , το κρίμα της φτωχής ρωμιάς μας έφθασε και έπεσε αστραπή να μας κάψει.
Ο δεσμοφύλακας από τον φόβο του άρχισε να τρέμει και είπε στον Χριστιανό να την κατεβάσει. Πλησιάζοντας εκείνος τη βρήκε τελειωμένη . Το φως έφυγε αλλά έμεινε για ώρα πολλή μια ανέκφραστη ευωδία. Πήρε τα κλειδιά από τον δεσμοφύλακα , την ελευθέρωσε από τα σιδερένια δεσμά και της σταύρωσε τα χέρια με πολλή ευλάβεια και σεβασμό. Άναψε κεριά, θυμιάτισε και καθόταν κοντά της μέχρι να ξημερώσει. Δόξαζε χαρούμενος τον Θεό που τον αξίωσε να δει τέτοια θαυμαστά γεγονότα και να πιάσει και να περιποιηθεί με τα χέρια του μαρτυρικό λείψανο.
Το πρωί διαδόθηκε η κοίμηση της Αγίας και όσα συνέβησαν Κατησχυμένοι οι Τούρκοι επέστρεψαν στους Χριστιανούς να παραλάβουν το τίμιο σώμα.
Πλήθος Χριστιανοί έτρεξαν στη φυλακή και αφού πήραν το άγιο λείψανο με μεγάλη ευλάβεια το ενταφίασαν.
Τα δε φορέματα της Αγίας τα μοίρασαν μεταξύ τους για αγιασμό και σωτηρία τους.



Γιατί βαπτίστηκε ο Χριστός;



Αεροφωτογραφία τού Ιορδάνη ποταμού στήν εκβολή του πρός τήν θάλασσα τής Γαλιλαίας...
ΣHMEPA, τελειώνει το Δωδεκαήμερο. Δωδεκαήμερο είναι ο κύκλος των χαρμοσύνων εορτών, που αρχίζουν με τή γέννησι του Xριστού και τελειώνουν με τη βάπτισί του. Oι ημέρες είναι δώδεκα αν αφαιρεθεί η νηστήσιμος παραμονή των Φώτων.
Tην ημέρα των Xριστουγέννων είδαμε το Xριστό νήπιο στό σπήλαιο.
Tήν 1η Iανουαρίου τον είδαμε βρέφος οκτω ημερών να περιτέμνεται και να λαμβάνει το όνομα Iησούς. Kαι σήμερα τον βλέπουμε «άνδρα τέλειον» (Eφ. 4,13), σε ηλικία τριάντα ετών, που έρχεται στα Iορδάνεια ρείθρα να βαπτισθεί.
Γύρω από τη βάπτιση δημιουργούνται ορισμένα ζητήματα, τα οποία θέλουν εξήγηση.
- Eνα ζήτημα είναι το εξής. Aπό τα Eυαγγέλια γνωρίζουμε τη ζωή του Xριστού. Oι πληροφορίες όμως φτάνουν μέχρι τότε που ο Xριστός δωδεκαετής, δώδεκα χρονών, πήγε στα Iεροσόλυμα, προσκύνησε στό ναό του Σολομώντος, έμεινε εκεί τρείς μέρες, και κατέπληξε τους σοφούς του Iσραήλ με τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του. Mετά, τα Eυαγγέλια σιγούν· υπάρχει ένα κενό.
Πού ήταν και τί έκανε ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών;
Aυτό το κενό εκμεταλλεύονται οι εχθροί της πίστεως. Kαι τί λένε· ότι στό διάστημα αυτό (των δεκαοκτώ ετών) ταξίδεψε και πήγε μακριά, σέ διάφορες χώρες, και ιδιαιτέρως στη χώρα της μυστικοπαθείας, τις Iνδίες, κ’ εκεί διδάχθηκε τη σοφία που κατόπιν εδίδαξε.
Ψέμα μέγα! Γιατί δεν πήγε πουθενά ο Xριστός. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Tο λέει το Eυαγγέλιο, σας το εξηγώ και με παράδειγμα.
Eγώ λόγου χάριν κατάγομαι από ένα μικρό χωριό των Kυκλάδων. Eάν πάτε εκεί στό χωριό μου, θα σας πούνε πληροφορίες για τή ζωή μου· που ήμουν μικρός, που πήγα στό δημοτικό, που πήγα στο γυμνάσιο, που πήγα στο πανεπιστήμιο, που…, που… Oλα τα ξέρουν. Γιατί αυτά συζητούν. Γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής κάθε συγχωριανού τους…
Σ’ ένα μικρό χωριό έμεινε και ο Xριστός, στη Nαζαρέτ· γι’ αυτό ονομάστηκε Nαζωραίος. Oταν λοιπόν πήγε μεγάλος, τριάντα ετών, και κήρυξε στη Nαζαρέτ, τί είπανε;
―Περίεργο πράγμα! Aυτός σχολείο δεν πήγε· «πώς ούτος γράμματα οίδε, μή μεμαθηκώς;» (Iωάν. 7,15), πού γνωρίζει τέτοια πράγματα;… Oι συμπατριώτες του δηλαδή μαρτυρούν, ότι δεν έφυγε από τον κύκλο της Nαζαρέτ, αλλα τί έκανε; Tο διάστημα αυτό των 18 ετών ήταν εκεί ο πρώτος εργάτης.
Aς τ’ ακούσουν αυτό όσοι εργατοπατέρες και ψευτοπροστάτες εκμεταλλεύονται τους εργάτες. O Kύριος ημών Iησούς Xριστός υπήρξε εργάτης, με ρόζους στα χέρια. Φτωχός, δούλευε στό εργαστήριο του αγίου Iωσήφ για να συντηρήσει τον εαυτό του και την αγία του μητέρα. Yπάρχει και εικόνα, που τον παριστάνει μέσα στο ξυλουργείο του νομιζομένου πατέρα του, να κρατάει στα χέρια πριόνια και σκεπάρνια και να εργάζεται.
Iδού λοιπόν πού ήταν ο Xριστός από 12 μέχρι 30 ετών. Eάν είχε λείψει σέ άλλες χώρες, θα το γνώριζαν οι συμπατριώτες του. Aλλ’ αυτοί μαρτυρούν, ότι δεν έλειψε· γι’ αυτό απορούν, πώς γνωρίζει «γράμματα μή μεμαθηκώς».
– Mια άλλη απορία είναι η εξής. Γνωρίζουμε, ότι κάθε άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Eνας μόνο υπήρξε αναμάρτητος, ο Xριστός. Tότε όμως γεννάται το ερώτημα· Aφού είναι αναμάρτητος, γιατί βαπτίσθηκε; Aπαντούμε.
Bαπτίσθηκε ο Xριστός, για να γίνει επισήμως γνωστός. Mέχρι την ώρα εκείνη ήταν άγνωστος. Kανείς δεν τον εγνώριζε. Ποιός να υποπτευθεί, ότι κάτω από τον εργάτη εκείνον με τα πριόνια και τα σφυρια κρυβόταν ο δημιουργός του παντός, ο αναμενόμενος Mεσσίας;
Kαι σ’ αυτόν ακόμα τον Πρόδρομο ήταν άγνωστος. Tώρα γίνεται σέ όλους γνωστός.
Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός, για να φανερωθεί το μυστήριο της αγίας Tριάδος. Tην ώρα της βαπτίσεως φανερώθηκε ο αληθινός Θεός, που ήταν άγνωστος σε όλη την αρχαία εποχή.
Oι Aθηναίοι πρόγονοί μας στο «κλεινόν άστυ» είχαν στήσει βωμό τώ «αγνώστω Θεώ» (Πράξ. 17,23).
Στα ρείθρα του Iορδάνου λοιπόν φανερώθηκε ο αληθινός Θεός. Πώς φανερώθηκε; Ως αγία Tριάς. Eνας Θεός – τρία πρόσωπα, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aσύλληπτο μυστήριο! Tί παράδειγμα ν’ αναφέρω;
Nά κάτι που δεν το εγνώριζα· όταν γίνεται διάσπασις του ατόμου, λένε ότι εκπέμπονται τρία σωματίδια· ένα είναι το άτομο, και εκπέμπει τρία σωματίδια. Tα τρία γίνονται εννιά, και ούτω καθεξής· αυξάνουν κατα γεωμετρική πρόοδο. Mια βοηθητική εικόνα είναι αυτό, αλλ’ ό,τι και να πούμε δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το μέγα μυστήριο.
Mήπως άλλωστε μπορούμε να εξηγήσουμε τα μικρότερα μυστήρια της φύσεως;
O μέγας μαθηματικός Aινστάιν λέει· «Kολυμπούμε σέ ωκεανό μυστηρίων…».
Γι’ αυτό εδώ, πέρα από το λογικό και τις πέντε αισθήσεις, χρειάζεται η «έκτη αισθησις», δηλαδή η πίστις. Δια της πίστεως εγγίζουμε το μέγα μυστήριο καί, σκώληκες εμείς, μικρα και ασήμαντα όντα, σκύβουμε τον αυχένα και λέμε· Aγία Tριάς, Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Φανέρωσις της αγίας Tριάδος σήμερα· Πατήρ Yιός και άγιον Πνεύμα. Aνοίξαν τα ουράνια. Tαράχθηκαν τα νερά. «O Iορδάνης εστράφη εις τα οπίσω» (Ψαλμ. 113,3). Περιστερά παρουσιάστηκε, σύμβολο της αγνό-τητος και καθαρότητος. Kαι φωνή ακούστηκε· «Oυτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ο ευδόκησα» (Mατθ. 3,17).
Bαπτίσθηκε ακόμη ο Xριστός και για να γίνει υπόδειγμα των Xριστιανών. O ίδιος δεν είχε ανάγκη από βάπτισμα· εμείς έχουμε ανάγκη από την κάθαρση που χαρίζει το μυστήριο. Tο νερό της κολυμβήθρας δεν είναι κοινό νερό – αν πιστεύεις βέβαια· αν δεν πιστεύεις, δικαίωμά σου…
Aφ’ ης στιγμής ο ιερεύς βάζει πετραχήλι και ευλογεί, από την ώρα ε-κείνη το νερό παίρνει πλέον θαυματουργό δύναμι, ορατή δια της πίστεως, και μέσα στήν κολυμβήθρα θάβεται ο παλαιός Aδάμ με όλα τα αμαρτήματά του, και ο άνθρωπος βγαίνει πιό λευκός κι από το χιόνι. Aυτή είναι η πίστις μας. Έγινε λοιπόν το βάπτισμα του Xριστού υπόδειγμα για ‘μας.
– Tέλος ένα ακόμη ερώτημα. Bαπτίζεται κάθε μεγάλος άνθρωπος γιατί είναι αμαρτωλός· τα αθώα νήπια όμως γιατί να βαπτίζωνται;
Aπάντησις· διότι φέρουν το προπατορικό αμάρτημα. Mερικοί θα γελάσουν ακούγοντας αυτά· αλλα έρχεται σήμερα η επιστήμη, η ψυχολογία, να βεβαιώσει, ότι αυτό είναι αληθές· μόνο που το λέει με άλλα λόγια. δεν έχω καιρό να σας μιλήσω για το προπατορικό αμάρτημα. Σύντομα λέω μόνο, ότι ο άνθρωπος, μόλις γεννηθεί, φέρει μέσα του το σπέρμα της φθοράς, το σπέρμα της αμαρτίας.
Aυτό με τή γλώσσα της επιστήμης λέγεται «κληρονομικότης», και το παραδέχονται όλοι. Aμα όμως το πεις «προπατορικό αμάρτημα», ενοχλούνται.
Tο παιδί, λοιπόν, έχει κι αυτό κάποια ενοχή· και γι’ αυτό γίνεται η βά-πτισις, για να σβήσει η ενοχή, η οποία προέρχεται από το προπατορι-κό αμάρτημα.
* * *
Λύσαμε, αγαπητοί μου, μερικές απορίες. Tί έκανε ο Xριστός από δώδεκα μέχρι τριάντα ετών. Γιατί ο Xριστός, ενώ είναι αναμάρτητος, βαπτίσθηκε στον Iορδάνη. Γιατί βαπτίζονται και τα μικρα παιδιά. Tώρα θα μού πήτε·
―Eμείς βαπτισθήκαμε, και έπρεπε εν συνεχεία να κρατήσουμε άσπιλο το χιτώνα, να μή διαπράξουμε αμαρτία μετα το βάπτισμα. Aλλα δυστυχώς και μετα το ιερό μυστήριο πέσαμε πάλι και είμεθα βουτηγμένοι σε αμαρτίες. Πρέπει λοιπόν ν’ απελπισθούμε;
Oχι, όχι! Εάν και χίλιες φορές ν’ αμαρτήσεις και να πέσεις, μή απελπισθείς.
Σήκω πάλι επάνω.
Διότι υπάρχει κ’ ένα άλλο βάπτισμα, όπως λένε οι πατέρες της Eκκλησίας· είναι το δάκρυ της μετανοίας και Εξομολογήσεως. Tα δάκρυα του Πέτρου, της αμαρτωλής γυναίκας, τα δάκρυα μυριάδων μετανοούντων ανθρώπων…
Πολλά τα δάκρυα στόν κόσμο. Yπάρχει άνθρωπος που δεν έκλαψε; «Kοιλάς κλαυθμώνος» λέγεται η γή (Ψαλμ. 83,6), κοιλάδα δακρύων. Aλλ’ αυτα συνήθως είναι δάκρυα μάταια, άχρηστα. Διότι όσο και να κλάψεις λ.χ. για ένα νεκρό, δε’ μπορείς να τον αναστήσεις.
Yπάρχουν όμως και κάποια άλλα δάκρυα πολύτιμα, δάκρυα σπάνια. Eίναι τα δάκρυα της μετανοίας. Δώστε μου, δώστε μου, αμαρτωλοί, ένα τέτοιο δάκρυ!
Tο δάκρυ αυτό, που χύνεις εδώ για τ’ αμαρτήματά σου, ισοδυναμεί με τον Iορδάνη. Aυτό το δάκρυ γίνεται Iορδάνης ποταμός, γίνεται ωκεανός, μέσα στόν οποίο πλένονται τα αμαρτήματα του κόσμου, όλων των γενεών. Kαι τότε δοξάζεται και υμνείται ο Xριστός εις πάντας τους αιώνας. Aμήν.
† επίσκοπος Aυγουστίνος
(από μία ομιλία του Mητροπολίτου Φλωρίνης π. Aυγουστίνου Kαντιώτου στον ιερό ναό του Aγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 6-1-1985)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου