ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

9 Ιανουαρίου μνήμη του Αγίου μάρτυρος Πολυεύκτου , του Οσίου Ευστρατίου του θαυματουργού και της Αγίας Παρθένας της Εδεσαίας

Άγιος Πολύευκτος 

08ΙΑΝ

 
    Έζησε τον 3ο  αιώνα, στα χρόνια του Δεκίου και του Βαλεριανού. στην Αρμενία. Ήταν στρατιωτικός στη Μελιτηνή της Αρμενίας. Κι όταν οι αυτοκράτορες, αυτοί που αναφέραμε, έβγαλαν διάταγμα εναντίον των χριστιανών κι έλεγε: «Όσοι είναι χριστιανοί ν’ αλλάξουν αμέσως, αλλιώς θα τους θανατώσουμε».  Ο Πολύευκτος, που υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό, έκανε τη θητεία του, όταν το άκουσε αυτό, τρέχει αυτόκλητος στον άρχοντα των Ρωμαίων και του λέγει: «Εγώ είμαι χριστιανός. Κι ό,τι κι αν λέτε σεις κι ό,τι κι αν κάνετε, εγώ δεν πρόκειται ν’ αλλάξω με τίποτε. Δεν πρόκειται ν’ αλλάξω». Πήγε κι από κοντά κι ο πεθερός του. Και προσπαθούσε με επιχειρήματα να τον πείσει να μη μαρτυρήσει. «Κάθισε αδελφέ. Ας το. Ας είσαι χριστιανός μυστικά. Δεν σου είπε κανείς ν’ αλλάξεις. Και φανερά πες ό,τι θέλει ο αυτοκράτορας. Μη χάσεις τη θέση σου, μη χάσεις τη ζωή σου. Μη σε χάσομε κι εμείς.» Κι από κοντά και η γυναίκα του, με κλάματα και θρήνους.
Συγκινήθηκε ο Πολύευκτος. Συγκλονίστηκε πολύ. Αλλά δεν άλλαξε.  Ήταν μαζί του κι ένας μάρτυρας, ο Νέαρχος, φίλος του, που τον στήριζε. Και του λέει: «Νέαρχε, εγώ τον Χριστό δεν Τον αλλάζω με τίποτε. Ό,τι κι αν λένε όλοι. Κι οι αυτοκράτορες και οι συγγενείς μου και οι θρήνοι και τα κλάματα της γυναίκας μου, και τα παρακάλια και τα λογικά επιχειρήματα του πεθερού μου, εγώ δεν αλλάζω με τίποτε. Ο Χριστός μου είναι ό,τι πολύτιμο έχω και Τον ευχαριστώ, που με ενισχύει. Και θέλω, Χριστέ μου, να δώσω και το αίμα μου για Σένα. Αυτό είναι το λιγότερο, σ’ αυτό που έκανες Εσύ κι έδωσες το αίμα Σου για όλους μας. Και μας προσφέρεις τα καλά Σου. Και τα επίγεια και τα επουράνια.»
Κι αφού είδαν εκεί ότι δεν αλλάζει,  οι άρχοντες οι Ρωμαίοι τον υπέβαλαν στα πιο φρικτά και μεγάλα βασανιστήρια.
Έχει ωραία δοξαστικά  η εορτή, που ακριβώς αναφέρονται στην αντρειοσύνη, στο μεγαλείο, στην υπομονή και στην ομολογία και στην αντοχή του αγίου μεγαλομάρτυρα Πολύευκτου του εν Αρμενία. Είναι ο πρώτος μάρτυρας που μαρτύρησε στην Αρμενία. Ο άγιος Πολύευκτος. Πολύς και ευχές. Κι όταν προσευχόμαστε, γινόμεθα κι εμείς πο­λύευκτοι. Είμαστε πολύευκτοι. Και στο τέλος, αφού εκείνος δεν άλλαζε με τίποτα και υπέστη όλα τα βασανιστήρια και έλαμπε ευχόμενος. Πολύευκτος όνομα και πράγμα. Διέταξε εκεί ο τύραννος τους δημίους να τον αποκεφαλίσουν. Κι εκείνος λέει: «Χριστέ μου, Σε υπερευχαριστώ, που μ’ αξιώνεις να χύσω το αίμα μου για Σένα.» Και άθλησε και έλαμψε εκεί στην Αρμενία, στη Μελιτηνή. Και ύστερα οι χριστιανοί πήραν το πολύαθλο σώμα, το έθαψαν και πάνω στον τάφο έφτιαξαν ναό, που περιέλαβε και τον τάφο του. Και κάθε χρόνο, στις 9 Ιανουαρίου, έκαναν σύναξη και τιμούσαν τον μεγαλομάρτυρα Πολύευκτο. Κι έκανε θαύματα και εμφανιζόταν σε πολλούς και τους βοηθούσε και σκέπαζε και την περιοχή.
Αλήθεια, όλη η οικουμένη, και περισσότερο τα μέρη της τότε ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έχει τη μέγιστη ευλογία να φιλοξενεί στα σπλάχνα της και να έχει τάφους και λείψανα μαρτύρων και αγίων και ασκητών, Τους έχομε μαζί μας.  Οι ψυχές τους πήγαν στον Κύριο. Τα ιερά τους λείψανα, τα υπόλοιπα, δηλαδή, της οντότητάς τους, έμειναν εδώ. Και τα έχομε για ευλογία. Κι ο αγιασμός πέρασε σε όλη τους την ύπαρξη. Και τα ιερά οστέα τους, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, αναδίδουν τη χάρη του Χριστού και τη δύναμη και τη θαυματουργική του δράση.

(Αρχ. Ανανία Κουστένη, «Χειμερινό Συναξάρι» -τ. Α΄, εκδ. Ακτή)


Όσιος Ευστράτιος ο Θαυματουργός


“Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού”. Είναι λόγια του Ψαλτηρίου, που έχουν πλήρη την εφαρμογή τους στον Όσιο Ευστράτιο τον θαυματουργό, του οποίου σήμερα η Εκκλησία επιτελεί την μνήμη. Ο όσιος Ευστράτιος στρατεύθηκε στον βίο του “την καλήν στρατείαν” και σε ηλικία ενενήνταπέντε χρόνων κοιμήθηκε ήρεμος και γαλήνιος, όπως ταιριάζει στους οσίους του Θεού. Τα τελευταία του λόγια προς τους συμμοναστάς του είναι καταστάλαγμα της πείρας και της αγιωσύνης του. Αλλοίμονο σ’ όποιον έζησε και γέρασε και δεν απέκτησε μια τέτοια πείρα. Έφυγε για το μεγάλο ταξίδι χωρίς αποσκευές – άγευστος παιδείας. “Αδελφοί, ο χρόνος της εμής ζωής πέρας είληφε λοιπόν, τέκνα αγαπητά, ην παρελάβετε παρακαταθήκην φυλάξατε, γινώσκοντες ότι τα μεν παρόντα πρόσκαιρα, τα δε μέλλοντα αιώνια. Σπουδάσατε ουν της των σωζομένων μερίδος γενέσθαι”.
Βίος
Όσιος Ευστράτιος καταγόταν από την περιοχή της Ταρσίας (Ταρσός Βιθυνίας στη Μικρά Ασία), η οποία ανήκε στη μεγάλη διοικητική περιφέρεια των Οπτημάτων και συγκεκριμένα από την κωμόπολη που έφερε το όνομα Βιτζιανή και έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Οι γονείς του, Γεώργιος και Μεγεθώ, ήταν ευσεβείς και εύποροι. Ο Όσιος Ευστράτιος ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και οι γονείς του φρόντισαν και για την εκπαίδευσή του. Όταν συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ηλικίας του η καρδιά του κυριεύθηκε από Θείο έρωτα. Τότε άφησε τους γονείς του και μετέβη στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο Μοναστήρι του Αυγάρου, στο οποίο μόναζαν οι θείοι του, από τη μητέρα του, Γρηγόριος και Βασίλειος. Εκεί λοιπόν, έγινε δεκτός από τους θείους του και ακολούθησε και αυτός την επίπονη και σκληρή ζωή του μοναχού.
Ο Όσιος καθημερινά διακονούσε τους πάντες με πρόθυμη καρδιά και ταπεινό φρόνημα. Δεν ενδιαφερόταν για τίποτε από τα αγαθά του κόσμου. Δεν είχε τίποτε στην κατοχή του, παρά μόνο ένα τρίχινο ένδυμα και ένα ύφασμα από μαλλί προβάτου. Δεν είχε ούτε τόπο ορισμένο για να κοιμάται. Λένε μάλιστα, ότι από τότε που έγινε μοναχός, στα εβδομήντα πέντε του ασκητικού του βίου, δεν κοιμήθηκε ποτέ ύπτιος ή με το αριστερό πλευρό.
Όταν πέθαναν οι προ αυτού ηγούμενοι της μονής, οι πατέρες εμπιστεύθηκαν στον Όσιο τη διοίκηση της μονής και τον ανέδειξαν ηγούμενο.
Εκείνο τον καιρό επέστρεψε νικητής από τον πόλεμο κατά των Βουλγάρων, ο εικονομάχος Λέων ο Ε’ (813-820 μ.Χ.), ο οποίος ανέτρεψε τον ευσεβέστατο αυτοκράτορα Μιχαήλ. Η αίρεση της εικονομαχίας άρχισε να φουντώνει. Ο Όσιος Ευστράτιος, μετά από προτροπή του Οσίου Ιωαννικίου του Μεγάλου (τιμάται 4 Νοεμβρίου), άφησε τη Μονή και επέστρεψε στην πατρίδα του. Μόλις όμως έγινε η αναστήλωση των αγίων εικόνων, ο Όσιος επανήλθε στο μοναστήρι του. Η μέρα περνούσε με Πνευματικά γυμνάσματα και άσκηση και η νύκτα με αγρυπνίες και γονυκλισίες. Η μονολόγιστη ελπίδα, η ευχή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ήταν στην καρδιά και τα χείλη του. Ο Θεός τον αξίωσε με το χάρισμα της θαυματουργίας.
Ο Άγιος προείδε, με τη Χάρη του Θεού, το θάνατό του. Λίγο πριν απέλθει από την παρούσα ζωή, κάλεσε τους μοναχούς και τους είπε : «Αδελφοί, ο χρόνος της επίγειας ζωής μου έφθασε στο τέλος του. Λοιπόν, τέκνα μου αγαπητά, να φυλάξετε την παρακαταθήκη που παραλάβατε, γιατί τα πράγματα της παρούσας ζωής είναι πρόσκαιρα και μάταια, ενώ της μέλλουσας ζωής είναι άφθαρτα και αιώνια». Μόλις τελείωσε τα σύντομα αυτά λόγια, τους ευλόγησε και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού. Έπειτα, αφού ύψωσε το βλέμμα του στον ουρανό, είπε, «Κύριε, εις τας χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου».
Έτσι ο Όσιος Ευστράτιος κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 95 ετών.
ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ: (από ευ + στρατός) = ο αρχηγός ένδοξου στρατού.


Η Αγία Παρθένα η Εδεσσαία 


Η Αγία Παρθένα καταγόταν από την Έδεσσα της Μακεδονίας και γεννήθηκε περί τον 14ο αιώνα. Κατά το παρθενικό της όνομα είχε και το βίο της, ζώντας με άσκηση και σεμνότητα.
Κατά το έτος 1375 η Έδεσσα πολιορκήθηκε από τους Τούρκους και οι κάτοικοι αντέταξαν δυνατή άμυνα, ενισχυόμενοι και ενθαρρυνόμενοι από τον Ιερομόναχο Σεραφείμ, εφημέριο του Μητροπολιτικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο εχθρός ήταν άριστα οργανωμένος και πολυάριθμος, αλλά απέκανε και ως φαίνεται, ετοιμαζόταν να λύσει την πολιορκία.
Αλλά κατά την τελευταία στιγμή, ένας από τους προκρίτους της πόλεως, ονομαζόμενος Πέτρος (η παράδοση τον ονομάζει Κελλ Πέτρο, δηλαδή Κασιδιάρη Πέτρο), ο οποίος ήταν πατέρας της Αγίας Παρθένας, πληρώθηκε με μεγάλο χρηματικό ποσό από τον πολιορκητή Πασά των Τούρκων και πρόδωσε την πόλη. Οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Έδεσσα, στις 26 Δεκεμβρίου 1375, από το νοτιοανατολικό μέρος, όπου αυτός φρουρούσε, και όπου ήταν μία από τις κυριότερες επάλξεις της πόλεως. Αμέσως επιδόθηκαν στη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, τις διαρπαγές και τις ατιμώσεις. Συνέλαβαν τον Ιερομόναχο Σεραφείμ και μετά από σκληρά βασανιστήρια τον έπνιξαν στο μέγα καταρράκτη, που έχει το όνομα «ιτσερί Πασά», δηλαδή «νερά του Πασά».
Ο προδότης Πέτρος, μετά τη φρικώδη πράξη του και την άλωση της πόλεως, αρνήθηκε το όνομα του Χριστού και έγινε Μουσουλμάνος. Δεν αρκούσε όμως αυτό. Παρέδωσε στον Πασά, ως παλλακίδα, τη θυγατέρα του Παρθένα, αφού προηγουμένως προσπαθούσε να την πείσει να απαρνηθεί τον Χριστό. Η Αγία Παρθένα μόλις άκουσε τα λόγια του πατέρα της, ως άλλη Αγία Βαρβάρα, έφριξε και έλεγξε με πνευματική ανδρεία τον άθλιο πατέρα της και ομολόγησε ότι ποτέ δεν θα αρνηθεί το γλυκύτατο όνομα του ουράνιου Νυμφίου αυτής, Ιησού Χριστού. Εκείνος, αντί να συντριβεί και να μετανοήσει, οργίσθηκε και έγινε σαν θηρίο. Άρχισε να κτυπά την Αγία μέχρι αίματος και αναισθησίας. Στην συνέχει την γύμνωσε και την παρέδωσε στα χέρια των Τούρκων. Οι στρατιώτες την βασάνιζαν επί τρεις ημέρες. Στο τέλος, την οδήγησαν ολόγυμνη σε ένα λόφο, όπου την έθαψαν ζωντανή. Ο λόφος αυτός ονομάζεται μέχρι σήμερα «λόφος της Παρθένου».



Κήρυγμα για την  Ἁγία  Παρθένα  τῆς Ἐδεσσης. 



Σήμερα ἡ πόλις τῆς Ἐδέσσης θά ἔπρεπε νά ἀγάλλεται καί νά πανηγυρίζει τήν μνήμη μιᾶς δικῆς της νεαρῆς στήν ἡλικία ἁγίας, τῆς ἁγίας Παρθένας τῆς Ἐδεσσαίας. Ἐμαρτύρησε στίς ἐννέα Ἰανουαρίου, ὅμως ἐπίσημα τήν ἑορτάζουμε τήν Κυριακή μετά τά Φῶτα.
Κατά τό ἔτος 1375 οἱ Τοῦρκοι πολιόρκησαν τήν Ἔδεσσα, χωρίς νά μπορέσουν νά τήν κυριεύσουν, παρ᾿ ὅτι ἦσαν πολυάριθμοι καί ἄριστα ἐξοπλισμένοι. Ἐνθάρρυνε τούς πολιορκημένους ὁ ἐφημέριος τοῦ παλαιοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, Ἱερομόναχος Σεραφείμ.
Ἐδῶ πρέπει νά ἐξάρουμε καί νά ἐπαινέσουμε τήν προσφορά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τούς Κληρικούς ὅλων τῶν βαθμῶν πρός τήν Πατρίδα καί τό Γένος. Ἄν εἴμαστε ἐλεύθεροι σήμερα καί χαιρώμαστε τήν ἐλευθερία μας, ἀπολαμβάνουμε τά ἀγαθά της, σ᾿ αὐτήν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τό ὀφείλουμε. Κι᾿ εἶναι μεγάλη ἀδικία καί ἀχαριστία στά τελευταῖα χρόνια νά κατηγοροῦμε καί νά περιφρονοῦμε τήν Ἐκκλησία, πού ὑπῆρξε μάνα καί τροφός μας. Εἶναι ντροπή νά διασύρουμε τούς λειτουργούς της σάν νά ἦσαν οἱ χειρότεροι στόν κόσμο.  Μέ αὐτό ὅμως ὑπογράφουμε τήν καταδίκη μας. Γιατί, ἄν χρειαστεῖ, ἄν τό φέρουν οἱ περιστάσεις, πάλι οἱ Παπάδες θά μποῦν μπροστά καί θά ἀγκαλιάσουν, θά προστετεύσουν ὅλο τόν λαό.
Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι στόν καιρό τῆς Τουρκοκρατίας δέν εἴχαμε κράτος, εἴχαμε ὅμως Ἐκκλησία. Στό διάβα τῆς ἱστορίας χάθηκαν διάφοροι λαοί καί ἀκόμη στό μέλλον θά χαθοῦν  καί ἄλλοι. Ὅμως, ὅπως καί ἄν ἔρθουν τά πράγματα, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θά ὑπάρχει εἰς τόν αἰῶνα καί μαζί μέ αὐτήν ὅσοι εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ αὐτή εἶναι ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας καί πύλαι ἄδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. Ἄν μή τι ἄλλο εἶναι ἀχαριστία χειρίστου εἴδους, εἶναι ἀσέβεια καί ἁμαρτία μεγάλη, καταδικάζουμε τούς ἑαυτούς μας, ὅταν τά βάζουμε μέ τήν Ἐκκλησία, ὅταν τήν περιφρονοῦμε.
         Εἶπα πιό πάνω, ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ προσφορά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τά ἄλλα δόγματα, οἱ ἄλλες θρησκεῖες δέν φέρθηκαν καθόλου καλά, δέν εἶχαν καλή συμπεριφορά. Μητέρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους εἶναι μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ ἄλλες εἶναι ἐχθροί, παραμάνες καί μητριές εἶναι. Ἀκοῦστε δύο παραδείγματα:
          1) Τό 1941, ὅταν ἦρθαν στήν Πατρίδα μας τά στρατεύματα κατοχῆς, ὅταν ὅλα τἄσκιαζε ἡ φοβέρα καί τά πλάκωνε ἡ σκλαβιά, οἱ Ἰεχωβάδες ἤ ἀλλιῶς οἱ Χιλιασταί, βγῆκαν στούς δρόμους καί ζητωκραύγαζαν, ἐπευφημοῦσαν τούς Γερμανούς, τούς ὑποδεχόντουσαν σάν ἐλευθερωτές καί ἔστειλαν κολακευτικά καί ἐπαινετικά γράμματα στόν Χίτλερ.
      2) Ξέρουμε ὅλοι μας, ὅτι στήν ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὁ Κωνσταντῖνος Κανάρης ἔκαψε στή Χῖο τήν Τουρκική ναυαρχίδα μαζί μέ ἄλλα καράβια. Οἱ Φρᾶγκοι, οἱ λεγόμενοι Καθολικοί, πού ζοῦν στά ἑλληνικά, ἔκαναν ἔρανο μεταξύ τους, μάζεψαν χρήματα καί ἀγόρασαν καινούργια καράβια γιά τούς Τούρκους, νά πολεμοῦν τούς Ἕλληνες!  Μάλιστα. Γι᾿ αὐτό πρέπει νά χρεωστοῦμε αἰώνια εὐγνωμοσύνη στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
         Ἐπανερχόμαστε ὅμως στό θέμα μας. Οἱ Τοῦρκοι ἀπογοητεύτηκαν καί ἦταν ἕτοιμοι νά λύσουν τήν πολιορκία τῆς Ἐδέσσης. Τότε, τήν τελευταία στιγμή ἕνας ἀπό τούς προκρίτους τῆς πόλεως, ὁ Πέτρος ὁ Κασιδιάρης, πού ἦταν ὁ πατέρας τῆς ἁγίας Παρθένας,  πρόδωσε τήν πόλη γιά λίγα χρήματα καί ἔτσι οἱ Τοῦρκοι μπῆκαν στήν πόλη τήν δεύτερη μέρα τῶν Χριστουγέννων. Σκότωσαν, ἔκαψαν, ἅρπαξαν, ἀτίμασαν, ὅπως κάνουν πάντοτε τά θηρία αὐτά τῆς Ἀνατολῆς. Συνέλαβαν τόν Ἱερομόναχο Σεραφείμ καί μετά ἀπό πολλά βασανιστήρια, τόν πέταξαν στό μεγάλο καταρράχτη καί τόν σκότωσαν.
        Ὁ προδότης Πέτρος, σάν νά μή ἔφταναν ὅσα ἔκανε, ἀλλαξοπίστησε κιόλας, τούρκεψε, ἔγινε μουσουλμάνος καί θέλησε μάλιστα νά δώσει τήν κόρη του γυναίκα στόν τοῦρκο Πασᾶ. Ἐκείνη βέβαια τό ἀρνήθηκε καί ἔλεγξε τόν ἀσεβῆ πατέρα της γιά τά ἐγκλήματά του. Μέ ἀνδρεία καί γενναιότητα ὁμολόγησε τήν πίστη της στόν Ἰησοῦ Χριστό, πρᾶγμα πού τόν ἐξόργησε πολύ καί τόν ἔκανε θηρίο ἀνήμερο. Τήν χτύπησε μέχρι ἀναισθησίας καί κατόπιν γυμνή τήν παρέδωσε στά χέρια τῶν Τοῦρκων, οἱ ὁποῖοι γιά νά τήν ρεζιλέψουν τήν ἔσερναν στούς παγωμένους δρόλους τῆς Ἐδέσσης. Τήν βασάνιζαν ἐπί τρεῖς ἡμέρες καί κατόπιν τήν ἔθαψαν ζωντανή πάνω σ᾿ ἕνα λόφο, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται κίς τεπέ, δηλαδή λόφος τῆς παρθένου. Εἶναι τό ὕψωμα ἔξω ἀπό τήν πόλη μας πρός τό Μεσημέρι, ὅπου εἶναι τό στρατόπεδο.
 Ἀγαπητοί μου,
Ἐντύπωση μᾶς κάνει τό θάρρος, ἡ γενναιότητα καί ἡ πίστη τῆς ἁγίας Παρθένας. Πῶς ἀπό ἕναν ἄχρηστο πατέρα, ἀπό ἕνα ἀγρίμι, ἀπό ἕναν κακοῦργο, πῶς βγῆκε μιά ἁγία; Ἀπό τό σπίτι, φαίνεται, δέν εἶχε τήν ἀγωγή πού ἔπρεπε. Πῶς ἔφτασε σ᾿ αὐτό τό ὕψος, σ᾿ αὐτήν τήν ἀρετή; Ἡ ἀπάντηση εἶναι εὔκολη. Εἶχε πνευματικό. Πνευματικός ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἅγιος Ἱερομόναχος Σεραφείμ, ὁ ἐφημέριος τοῦ παλαιοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ.
          Ἔτσι εἶναι, ἀγαπητοί μου. Τό καλύτερο καί πιό σπουδαῖο, πού ἔχουμε νά κάνουμε στή ζωή μας, εἶναι νά ἔχουμε πνευματικό. Ἄν κάτι πάει στραβά, θά τό διορθώσει ὁ πνευματικός μας. Ἄν τά χαλάσουμε μέ τόν Θεό, θά τά ξαναφτιάξει ὁ πνευματικός μας. Λέει ὁ Μ. Βασίλειος: Ἄνθρωπος αὐτοσύμβουλος καθ᾿ ἑαυτοῦ πολέμιος. Γι᾿ αὐτό συμβουλεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στόν χριστιανικό του δεκάλογο: Τρέξε νά βρεῖς πνευματικό καί νά τόν ἔχεις σέ ὅλη σου τή ζωή. Νά ἐξομολογεῖσαι μέ συντριβή τά ἁμαρτήματά σου, γιά νά λαμβάνεις τήν ἄφεση τῶν παραπτωμάτων σου. Ἄς τό καταλάβουμε, ἄς τό χωνέψουμε, ὅτι δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χωρίς πνευματικό. Νά μᾶς φωτίσει ἡ ἁγία Παρθένα ἡ Ἐδεσσαία τόν λόγο αὐτό νά τόν κάνουμε πράξη. Νά ἀκολουθήσουμε τό παράδειγμά της καί νά ἔχουμε τήν βοήθεια καί τήν προστασία της. Ἀμήν.-

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου