ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

19 Ιουλίου μνήμη της Οσίας μητρός ημών Μακρίνης και ανακομιδή των ιερών λειψάνω του Οσίου Σεραφείμ του εν τω Σάρωφ




Ἁγία Μακρίνα
 
Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))
 

 



Καὶ ἡ ἔξω ἱστορία καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διέσωσαν ὀνόματα ὄχι μόνο μεγάλων ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ μεγάλων γυναικῶν. Ἔχει καὶ ἐδῶ ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναίκα. Τὴν ἴδια ἀξία ἔχουν καὶ τὸ ἴδιο μεγάλοι καὶ θαυμαστοὶ εἶναι καὶ ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα. Οἱ ἄνδρες στὰ δικά τους ἔργα καὶ οἱ γυναῖκες πάλι στὰ δικά τους. Γιατί βέβαια γιὰ ἄλλα ἔργα καὶ δραστηριότητες εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνδρες καὶ γιὰ ἄλλα οἱ γυναῖκες. Ἀφύσικο πράγμα εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀσύμφορο, νὰ ἀντιστρέφονται οἱ ὅροι καὶ νὰ ἀπασχολοῦνται οἱ ἄνδρες μὲ τὰ γυναικεῖα ἔργα καὶ οἱ γυναῖκες μὲ τὰ ἀνδρικά.






Μία γυναίκα, ποὺ τὸ ὄνομά της καὶ τὸ ἔργο ἔμειναν πολὺ σεβαστὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ὁσία Μακρίνα, τῆς ὁποίας τὴν ἱερὴ μνήμη γιορτάζουμε σήμερα. Ἡ ὁσία Μακρίνα εἶναι ἀδελφή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ πρωτότοκη σὲ μιὰ οἰκογένεια μὲ ἐννέα παιδιά, ποὺ ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία τρεῖς ἐπισκόπους. Πατρίδα της εἶναι ἡ Καππαδοκία, μία ἐπαρχία μὲ πλούσια καὶ μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, πατρίδα πολλῶν ἁγίων καὶ μεγάλων ἱεραρχῶν. Ἡ οἰκογένεια τῆς ὁσίας Μακρίνας ἦταν ἀπὸ τὶς πιὸ ξεχωριστὲς οἰκογένειες τῆς Καππαδοκίας, μὲ προγόνους ἁγίους μάρτυρες στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν καὶ μὲ δάσκαλο τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ θαυματουργό.


 




Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης, ἀδελφός τῆς ὁσίας Μακρίνας, ἔγραψε τὸ βίο της, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφός της, ὁ Μέγας Βασίλειος, μᾶς δίνει πληροφορίες, ὥστε νὰ γνωρίζουμε πολλὰ καὶ μὲ ἀκρίβεια γιὰ τὴν ὁσία τοῦ Θεοῦ. Ἀρχίζοντας τὴ βιογραφία τῆς ἀδελφῆς του, ὁ ἅγιος Γρηγόριος γράφει• «Αὐτὰ ποὺ γράφω εἶναι ἀξιόπιστα, γιατί δὲν τὰ διάβασα, ἀλλά μοῦ τὰ δίδαξε ἡ πείρα, καὶ σὲ ὅσα μὲ ἀκρίβεια ἔχω νὰ σᾶς πῶ δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ ξένη μαρτυρία». Ἡ Μακρίνα λοιπὸν ἦταν τὸ πρῶτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς της μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια· ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα, ἤξερε καὶ ὅλο τὸ Ψαλτήριο.




Ὁ πατέρας της σὲ μικρὴ ἀκόμα ἡλικία τὴν ἀρραβώνιασε μὲ κάποιον καλὸ νέο, ἀλλὰ ὁ νέος αὐτὸς πέθανε πρὶν νὰ ἔλθει ὁ καιρὸς γιὰ τὸ γάμο. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετό· ἡ Μακρίνα, σὰν καὶ νὰ εἶχε γίνει ὁ γάμος, ἔμεινε πιστὴ στὴ γνώμη τοῦ πατέρα της κι ἀφοσιώθηκε νὰ βοηθήσει τὴ μητέρα της στὴν ἀνατροφὴ τῶν ἀδελφῶν της. Ὅλα τὰ ἀδέλφια στὸ σπίτι τὴ σέβονταν σὰν δεύτερη μητέρα τους, καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ κατόρθωσε νὰ πείσει τὸν Μέγα Βασίλειο νὰ ἀφήσει τὴ δικηγορικὴ καὶ νὰ γίνει μοναχός. Ὅταν μάλιστα πέθανε ὁ πατέρας της, ἡ Μακρίνα ἀνέλαβε νὰ ἀναθρέψει καὶ διδάξει τὸν ἔνατο ἀδελφό της Πέτρο, τὸν ἔπειτα ἐπίσκοπο Σεβαστείας.

Ἀλλὰ ἡ ὁσία Μακρίνα δὲν ὑπῆρξε μόνο γιὰ τὴν οἰκογένειά της «τοῦ βίου διδάσκαλος» καὶ «μετὰ τὴν μητέρα μήτηρ», ἀλλὰ καὶ μεγάλη ὁσία καὶ μοναχή. Ὅταν μεγάλωσαν οἱ ἀδελφοί της καὶ πῆραν ὁ καθένας τὸ δρόμο του, ἡ Μακρίνα ἀποτραβήχτηκε στὰ οἰκογενειακά τους κτήματα, στὸν Πόντο κι ἐκεῖ ἵδρυσε μεγάλο καὶ ὑποδειγματικὸ γυναικεῖο κοινόβιο μοναστήρι. Νὰ τί γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης γιὰ «τὸ φροντιστήριο» αὐτὸ τῆς ἀρετῆς, ὅπως τὸ χαρακτηρίζει. «Ἅγιες γυναῖκες, ποὺ ἔδωσαν τὸ βίο τους γιὰ νὰ κερδίσουν τὴ ζωή».





Ἡ ὁσία Μακρίνα πέθανε ἕνα χρόνο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ της Μεγάλου Βασιλείου, δηλαδὴ τὸ 380. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ποὺ βρέθηκε στὸ θάνατό της καὶ τῆς ἔκλεισε τὰ μάτια, μᾶς περιγράφει συγκινητικὰ τὶς τελευταῖες στιγμές της. Μᾶς ἀπομνημονεύει καὶ τὴν προσευχὴ τῆς ὁσίας πρὶν παραδώσει τὸ πνεῦμα, μιὰ προσευχὴ γεμάτη πίστη καὶ ἐλπίδα. Ἡ ὁσία Μακρίνα, μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως, ἔκανε τὸ πέρασμα «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Προσευχόταν μὲ πολὺ σιγανὴ φωνὴ σταυρώνοντας τὰ μάτια, τὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά της.





 

Tη αυτή ημέρα η Ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ 

 Ολίγα δια τον βίον του από το ιστολόγιο της Ιεράς Μονής Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ Τρικόρφου Δωρίδος , της Ιεράς Μητροπόλεως Φωκίδος 
 
Ο Άγιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κούρσκ της Ρωσίας το 1759. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη, αν και πλούσιοι, ήταν άνθρωποι ευσεβείς. Το κοσμικό όνομα του Αγίου ήταν Πρόχορος Μοσνίν, προς τιμήν του Αγίου Προχόρου, ενός εκ των επτά διακόνων. Ο πατέρας του πέθανε ενώ ο μικρός Πρόχορος ήταν μόλις 4 ετών. Η μητέρα του με τα λόγια της αλλά κυρίως με το παράδειγμά της έγινε πια η μοναδική νυμφαγωγός της ψυχής του. Από μικρός ο Άγιος έδειξε ότι διέθετε μία ψυχή πλούσια σε χαρίσματα. Γι’ αυτό και ήδη από τη νηπιακή του ηλικία έχουμε μια σειρά από παρεμβάσεις της θείας Πρόνοιας που βρήκε ως κατοικητήριο την αγνή του καρδιά.
Σε ηλικία 7 ετών η μητέρα του τον πήρε μαζί της στο πανύψηλο καμπαναριό του Αγίου Σεργίου που κτιζόταν και εκείνος καθώς έτρεχε έπεσε από αυτό το ύψος και ενώ η έντρομη μητέρα του έτρεχε περιμένοντας να αντικρύσει το παιδί της νεκρό, εκείνο ως δια θαύματος δεν είχε πάθει τίποτα. Αλλά και όταν ήταν σε ηλικία 10 ετών αρρώστησε τόσο βαρειά που ήταν βέβαιο ότι θα πέθαινε, η ίδια η Παναγία του εμφανίσθηκε και του υποσχέθηκε ότι θα τον θεραπεύσει. Και πραγματικά λίγες ημέρες μετά, η λειτάνευση της θαυματουργικής εικόνας της Παναγίας του Κούρσκ περνούσε κάτω από το σπίτι των Μοσνίν και η μητέρα του Αγίου τον πήρε στην αγκαλιά της και τον έβγαλε έξω για να την προσκυνήσει. Αμέσως ο άγιος έγινε καλά και έκτοτε πολύ ευλαβείτο την Παναγία μας.
Η αγάπη του για τον Θεό ήταν ολοκληρωτική εκ κοιλίας μητρός. Μελετούσε καθημερινά και με δίψα την αγία Γραφή, το Ψαλτήρι και το Ωρολόγιο και όλα τα Πατερικά βιβλία. Λαχταρούσε με όλη την δύναμη της ψυχής του να βρίσκεται συνεχώς στον οίκο του Θεού γι’ αυτό και έτρεχε με δίψα ψυχής στις ιερές ακολουθίες. Όταν αργότερα η εργασία του δεν του επέτρεπε να παρακολουθεί καθημερινά την Θεία Λειτουργία και τον Εσπερινό πήγαινε πολύ πρωί μόνο στον Όρθρο και κατόπιν ξεκινούσε για την δουλειά του.
 
Μια καρδιά τόσο αφοσιωμένη στον Θεό δεν ήταν δυνατόν παρά να ποθήσει την ολοκληρωτική αφιέρωσή της στον ουράνιο Νυμφίο. Μέρα με την ημέρα, χρόνο με τον χρόνο, τον νεαρό Πρόχορο ένοιωθε να τον τραβά όλο και περισσότερο η κλήση για τον μοναχικό βίο. Δεν λαχταρούσε τίποτα περισσότερο από το να αφιερώσει όλη του την ψυχή, την καρδιά και την διάνοια, κατά την εντολή του Θεού, σ’ Εκείνον. Όταν λοιπόν έφθασε η ώρα για την επιλογή του τόπου που θα γινόταν το πεδίο των θαυμαστών πνευματικών του καμάτων, συμβουλεύτηκε τον Άγιο Δοσίθεο τον Έγκλειστο στην Λαύρα του Κιέβου, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στο Σαρώφ. Γύρισε για λίγο στην πατρίδα του στο Κούρσκ ίσα-ίσα για να αποχαιρετήσει τούς δικούς του. Η ημέρα του αποχωρισμού ήταν δύσκολη και συγκινητική για μητέρα και γιο. Του έδωσε λοιπόν την ευχή της και έναν χάλκινο σταυρό που ο Πρόχορος φορούσε φανερά στο στήθος του για να του θυμίζει τις μοναχικές υποσχέσεις του. Ο νεαρός Πρόχορος φανερά συγκινημένος, με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε την αγαπημένη του μητέρα και ξεκίνησε σε ηλικία 19 χρονών, για την παλαίστρα της μοναχικής του πορείας, για το Σαρώφ.
 
Το Κοινόβιο της Ερήμου του Σαρώφ ιδρύθηκε το 1706 από τον μεγαλόσχημο ιερομόναχο Ιωάννη ο οποίος ήταν γνωστός για τον πνευματικό του αγώνα και τις μεγάλες δοκιμασίες που περνούσε. Ο Πρόχορος έφθασε στο Σαρώφ στις 20 Νοεμβρίου του 1778 όταν Ηγούμενος ήταν ο πράος και ταπεινός ιερομόναχος Παχώμιος, ο οποίος αμέσως διέκρινε την μοναχική κλίση του νεαρού και τον συμπάθησε. Τον δέχτηκε λοιπόν στην τάξη των δοκίμων και τον έβαλε κάτω από την υπακοή του Γέροντος Ιωσήφ, που είχε το διακόνημα του οικονόμου. Ο Πρόχορος τηρούσε τούς μοναχικούς του κανόνες με ζήλο. Ήταν πρόθυμος και γι' αυτό έγινε αγαπητός σε όλους. Υπηρέτησε σε όλα τα διακονήματα, στο αρτοποιείο σαν προσφοράρης, κατόπιν στο ξυλουργείο, μετά σαν αφυπνιστής, δηλαδή περιερχόταν τα κελλιά των μοναχών και κτυπώντας την πόρτα τούς ειδοποιούσε για την έναρξη της ακολουθίας, μετά ως εκκλησιαστής κ.λπ. Το καθημερινό του πρόγραμμα ήταν έτσι οργανωμένο που να μπορεί να αντιμετωπίζει τούς πολλούς πειρασμούς και τις θλίψεις. Μελετούσε Αγία Γραφή πάντα σε στάση προσευχής, το Ψαλτήρι αλλά και πολλά Πατερικά και ασκητικά βιβλία.
 
Ήδη όμως από νωρίς η ψυχή του νεαρού αγωνιστή διψούσε για την έρημο. Η έρημος του Σαρώφ ήταν αρκετά μακρυά από το Μοναστήρι και συχνά κατέφευγαν εκεί πολλοί πατέρες για να συνεχίσουν την σκληρή ασκητική ζωή τους στα βάθη της. Εκεί κατέφυγε με την ευχή του Γέροντά του και ο Πρόχορος. Κοντά στην φύση η ψυχή του παραδιδόταν απερίσπαστη στην προσευχή και ανυψωνόταν όλο και περισσότερο σε μία μυστική ένωση με τον Θεό. Η άσκησή του γινόταν όλο και αυστηρότερη με σκληρή νηστεία και εντονότερη προσευχή.
Για τρία χρόνια περνά, κατά παραχώρηση του Θεού, μια σκληρή δοκιμασία. Το 1780 αρρωσταίνει βαρειά, πιθανότατα από υδρωπικία, και το σώμα του γεμίζει πληγές και πρήζεται και μένει ακίνητος στο κρεβάτι. Κλαίει από τούς πόνους αλλά ούτε λέξη γογγυσμού και παράπονου δεν βγαίνει από το στόμα του. Παραδίδεται ψυχή και σώματι στον Ιησού Χριστό και ζητά από τον Γέροντά του να μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας εμφανίσθηκε στο κελλί του η Θεοτόκος μέσα σε άρρητο φως, με τούς Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη. Τον έδειξε με το χέρι της λέγοντας "Αυτός είναι από την γενιά μας". Κατόπιν αφού ακούμπησε το χέρι της στο κεφάλι του, άρχισε όλο το υγρό που είχε μαζευτεί στο σώμα του από την αρρώστεια, να τρέχει από μία τρύπα που σχηματίσθηκε στη δεξιά του πλευρά. Όλοι απόρησαν για την ταχύτατη ανάρρωσή του μετά την μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων. Εκείνος με την εμφάνιση της Υπεραγίας Θεοτόκου δυνάμωσε στην πίστη και στην ελπίδα για την πρόνοια του Θεού.
 
Σ’ εκείνον ακριβώς τον χώρο της θαυματουργικής θεραπείας του χτίστηκε ιερός ναός που τα έξοδά του ανέλαβε να διεκπεραιώσει με εράνους ο Πρόχορος. 
Η περίοδος της δοκιμασίας διήρκησε οκτώ χρόνια και ο νεαρός Πρόχορος κρίθηκε ότι ήταν πλέον έτοιμος να γίνει μοναχός.
Στις 13 Αυγούστου του 1786 έγινε η μοναχική του κουρά και πήρε το όνομα Σεραφείμ δηλαδή φλογερός, αφού το χαρακτηριστικό του ήταν η ένθερμη αγάπη του και ο ζήλος του προς τον Ιησού. Τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου χειροτονείται διάκονος. Επί επτά χρόνια μέχρι την χειροτονία του σε ιερέα υπηρετεί το άγιο θυσιαστήριο με διπλάσια φλόγα και αγάπη Θεού. Οι δοκιμασίες και οι θλίψεις μόλις και μετά βίας μπορούν να τον αγγίξουν. Η καρδιά του έχει πλησιάσει τόσο πολύ τον Θεό... Η Θεία Πρόνοια τον ενισχύει και τον δυναμώνει με θαυμαστές εμφανίσεις της Θεοτόκου, των Αγίων, των αγγέλων, ακόμα και του Κυρίου μας, ειδικά την ώρα της Θείας Λατρείας. Αυτές όμως οι οπτασίες αντί να τον ρίχνουν σε εγωισμό τον έκαναν όλο και πιο ταπεινό, παραδομένο ολοκληρωτικά στην σκέψη του Θεού που αγαπούσε μ’ όλη την δύναμη της ψυχής του.
 
Η ερημιά τον τραβούσε όλο και περισσότερο αφού του έδινε την ευκαιρία της απρόσκοπτης και πολύωρης προσευχής. Όταν λοιπόν το 1793 συμπλήρωσε τα 34 χρόνια της ζωής του και χειροτονήθηκε ιερέας, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1793, αποσύρθηκε μονίμως στην έρημο, διπλασιάζοντας τούς πνευματικούς του αγώνες και οδηγούμενος με την νηστεία, την εγκράτεια, την απομόνωση και προπαντός την προσευχή στην κορυφή της πνευματικής τελειώσεως. Το ερημητήριό του μάλιστα έγινε με θαυμαστό τρόπο, άβατο, δηλαδή απροσπέλαστο σε γυναίκες και κατόπιν για όλους. Ο όσιος προσευχόταν στον Θεό να του δείξει αν είναι το θέλημά Του να μην τον επισκέπτεται κανείς στην σκήτη του. Και πράγματι ένα πρωί που πήγαινε στο μοναστήρι του για να παρακολουθήσει την Θεία Λειτουργία βρήκε το μονοπάτι του φραγμένο με ψηλά, απροσπέλαστα έλατα ,που έπλεκαν σε ένα πυκνό φράχτη τα κλαδιά τους.
Απομονωμένος λοιπόν από όλους και με το νου αποκλειστικά στραμμένο στον Θεό συνεχίζει την αυστηρή μοναχική του πορεία. Λεπτομέρειες της σκληρής ασκητικής του ζωής γνωρίζει μόνον ο Θεός. 
 
Όσα ξέρουμε είναι εκείνα τα λίγα που είδαν οι γείτονές του συνασκητές, στα κλεφτά μέσα από τον πυκνό φυσικό φράχτη του ερημητηρίου του. Η νηστεία του ήταν πολύ αυστηρή και τρεφόταν μόνον με λίγα λαχανικά που καλλιεργούσε ο ίδιος. Η ενδυμασία του, χειμώνα- καλοκαίρι η ίδια, ένα τριμμένο άσπρο λινό ζωστικό. Προς το τέλος της ζωής του τρεφόταν αποκλειστικά με ένα χόρτο που για τον χειμώνα το ξέραινε και τρεφόταν με λιγοστό από αυτό.
Μέρα με την ημέρα ο πόλεμος του διαβόλου γίνεται όλο και πιο έντονος. Αλλά και ο όσιος εντείνει και αυτός τον αγώνα. Μεταξύ του κελλιού του και της Μονής βρίσκεται μία τεράστια πέτρα. Κατά το παράδειγμα των στυλιτών ο Άγιος προσεύχεται γονατιστός επί της πέτρας για χίλιες ημέρες και χίλιες νύχτες. Ήταν μία άσκηση που χρειαζόταν μεγάλη αντοχή, πνευματική και σωματική. Την τηρούσε όμως με άκρα μυστικότητα που απεκαλύφθη λίγες ημέρες πριν την κοίμησή του. Η καρδιά του προσηλωμένη αποκλειστικά στον Θεό γέμισε από Εκείνον, καθώς ένοιωθε να τον βοηθά σ’ αυτό η Θεία Χάρις.
 
Ο διάβολος λυσσομανά θέλοντας να τον διώξει από την έρημο. Κάποτε μέσα στο δάσος, ενώ έκοβε ξύλα, δέχτηκε την επίθεση τριών ληστών που τον κακοποίησαν τόσο άσχημα που όλοι πίστεψαν ότι θα πεθάνει. Μισοπεθαμένος και μέσα σε φριχτούς πόνους έφτασε στο Μοναστήρι του. Οι γιατροί που τον εξέτασαν διέγνωσαν ότι είχε το κεφάλι και τα πλευρά του σπασμένα, το στήθος ήταν ποδοπατημένο και είχε πολλές θανάσιμες πληγές σ’ όλο το σώμα του. Δεν μπορούσε ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί. Μια βραδιά του εμφανίσθηκε η Υπεραγία Θεοτόκος και από τότε άρχισε να αισθάνεται καλύτερα. Αρνήθηκε την βοήθεια των γιατρών και παραδόθηκε εξ' ολοκλήρου στον γιατρό των ψυχών και των σωμάτων, στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αμέσως μετά το όραμα οι δυνάμεις του άρχισαν να επανέρχονται.
 
Τον Μάιο του 1810 επιστρέφει, μετά από 15 χρόνια στην έρημο, στο Μοναστήρι. Νέο στάδιο αγώνων γίνεται το παλιό του κελλί. Ακολουθεί την έγκλειστη ζωή, μιμούμενος αυτή την φορά όχι τούς στυλίτες, αλλά τούς εγκλείστους αγίους πατέρες. Μένει διαρκώς στο κελλί του χωρίς να μιλά σε κανέναν. Σ’ αυτό τον βοήθησε η άσκηση της σιωπής που τήρησε για τρία χρόνια στην έρημο. Τηρεί φυσικά αυστηρότατη νηστεία με ελάχιστο ψωμί η λίγο λάχανο. Σε μία βδομάδα διάβαζε όλη την Καινή Διαθήκη, την Δευτέρα το κατά Ματθαίον, την Τρίτη το κατά Μάρκον, την Τετάρτη το κατά Λουκάν, την Πέμπτη το κατά Ιωάννην, την Παρασκευή, το Σάββατο και την Κυριακή τα υπόλοιπα, δηλαδή τις Πράξεις, τις Επιστολές και την Αποκάλυψη. Πέντε χρόνια μετά ανοίγει για όλους την πόρτα του κελλιού του. Ήδη έχει φτάσει σ’ εκείνα τα πνευματικά ύψη που τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τον αποσπάσει από την σκέψη του Θεού. Γίνεται πηγή πνευματικού πλουτισμού και όσοι τρέχουν κοντά του βρίσκουν τον πνευματικό οδηγό που τούς γεμίζει από την χαρά του αγίου Πνεύματος, με την οποία ο ίδιος κατακλύζεται. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΧΑΡΑ ΜΟΥ, ήταν ο καθημερινός χαιρετισμός του Αγίου.
Ενα βράδυ μετέφερε μία μεγάλη πέτρα και την τοποθέτησε κοντά στο Ιερό του ναού της Κοιμήσεως. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς τοποθετήθηκαν τα άγια λείψανά του, μετά τον θάνατό του. Η πέτρα άλλωστε που τοποθέτησε εκεί ο Άγιος ήταν το σημάδι του προορατικού του χαρίσματος, γιατί σήμαινε το τέλος της έγκλειστης ζωής του και τον επικείμενο θάνατό του.
 
Η ζωή του Αγίου ειδικά αυτήν την περίοδο είναι πλούσια τόσο σε πνευματικές νουθεσίες και διδαχές όσο και σε αναρίθμητα θαύματα. Έτρεχαν από παντού να τον συμβουλευθούν και να ακούσουν τις θεόπνευστες διδαχές του. Για μοναχούς και μοναχές, για νέους και για γέρους, για όλη την Ρωσία, αλλά και για ανθρώπους πέρα από τα σύνορά της, ο Άγιος Σεραφείμ είναι ο Στάρετς, είναι ο πνευματικός οδηγός, ο Απόστολος του Χριστού.
 
Ο Άγιος δίδασκε τούς χριστιανούς να μένουν σταθεροί στην αλήθεια των ορθοδόξων δογμάτων και έφερνε σαν παράδειγμα τον μακάριο Μάρκο Εφέσου, τον άκαμπτο υπερασπιστή της ορθοδόξου πίστεως στην σύνοδο της Φλωρεντίας. Συχνά μιλούσε για την ουσία της Ορθοδοξίας και την ανάγκη να την υπερασπίζουμε από τούς αιρετικούς. Τόνιζε ότι μόνο αυτή περιέχει την αλήθεια της πίστεως του Χριστού σε πληρότητα και καθαρότητα.
Γενικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των λόγων και της συμπεριφοράς του ήταν η αγάπη και η ταπείνωση.
 
ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
 
Ο Άγιος χαριτώθηκε από τον Κύριο μας και την Θεοτόκο με το προορατικό, διορατικό και ιαματικό χάρισμα. Πολλοί άρρωστοι έφταναν στο Σαρώφ με την ελπίδα στραμμένη στον ταπεινό Άγιο του Θεού και δεν διαψεύδονταν. Έφευγαν θεραπευμένοι από τον Όσιο που είχε ήδη από αυτή την ζωή την χάρη των ιάσεων.
Αμέτρητα είναι τα περιστατικά με τις θαυματουργικές επεμβάσεις του Αγίου. Χιλιάδες άνθρωποι έγιναν καλά κοντά του, με τις προσευχές του, τόσο όσο ζούσε όσο και μετά τον θάνατό του ακόμη και μέχρι τις ημέρες μας.
 
Κάποτε, αναφέρεται στον βίο του, ένας κτηματίας από την περιοχή του Νούτς που απέχει μόλις σαράντα βέρστια από το Σαρώφ, ονόματι Μιχαήλ Βασιλίεβιτς Μοτοβίλωφ, αρρώστησε στην Λιφλανδία όπου βρισκόταν για στρατιωτική υπηρεσία. Τότε η φήμη του πατρός Σεραφείμ ως ιαματικού είχε απλωθεί σε όλα τα περίχωρα του Σαρώφ. Απεφάσισε λοιπόν και ο Μοτοβίλωφ να ζητήσει από αυτόν την θεραπεία του. Πήγε στην Μονή το 1823, βασταζόμενος στα χέρια των ανδρών του. Μόλις τον είδε ο Στάρετς τον ρώτησε τρεις φορές: -Πιστεύεις σταθερά στον Θεό; Σε κάθε ερώτηση εκείνος απαντούσε: - Πιστεύω ακράδαντα. Τότε ο Όσιος πήρε λάδι από το καντήλι της Παναγίας η οποία ονομαζόταν "Πάντων θλιβομένων η Χαρά" και άλειψε τα άρρωστα μέλη. Αμέσως όλα τα καύκαλα που σκέπαζαν το σώμα του έπεσαν. Ο Μοτοβίλωφ υγιής πια σηκώθηκε μόνος του και βγήκε από το κελλί του Στάρετς. Από τότε τον επισκεπτόταν πολύ συχνά και δημιουργήθηκε μεταξύ τους στενός σύνδεσμος.
 
Στις 6 Απριλίου του 1827 η Αλεξάνδρα Βαρθολομαίου Τιμοθέεφ Λεμπεντίν αρρώστησε με φοβερούς σπασμούς και εμετούς. Ύστερα από πολλές άκαρπες προσπάθειες των γιατρών να την θεραπεύσουν αποφάσισε να αφήσει την θεραπεία της στα χέρια του Θεού. Ο γιατρός της άλλωστε την διαβεβαίωσε ότι μόνον σ' Αυτόν μπορούσε πια να ελπίζει. Στις 11 Ιουνίου του 1827 είδε στον ύπνο της μια άγνωστη ηλικιωμένη γυναίκα με βαθουλωμένα μάτια που της είπε: Γιατί υποφέρεις και δεν αναζητάς γιατρό; Η Αλεξάνδρα τρόμαξε και άρχισε να κάνει τον σταυρό της. "Μην με φοβάσαι, είπε η γυναίκα, είμαι και γω άνθρωπος, μόνο που ανήκω στο βασίλειο των κεκοιμημένων. Σήκω από το κρεβάτι και πήγαινε γρήγορα στη Μονή του Σαρώφ". - Ποια είσαι εσύ και από που; τόλμησε να ρωτήσει η ασθενής. - Είμαι η Αλεξάνδρα, η πρώτη Ηγουμένη της Μονής του Ντιβέγιεβο. Το πρωί ξεκίνησε μαζί με τούς δικούς της για το Σαρώφ. Η άρρωστη πλησίασε στο κελλί του πατρός Σεραφείμ και είπε την ευχή. Εκείνος άνοιξε την πόρτα, την πήρε από το χέρι και την οδήγησε μέσα. Εκεί φόρεσε το πετραχείλι του, προσευχήθηκε ήσυχα στον Κύριο και στην Θεοτόκο και της έδωσε αντίδωρο, αγίασμα και τρία κομμάτια ζάχαρη. - Να τρως κάθε μέρα ένα κομμάτι ζάχαρη και να πίνεις αγίασμα, της είπε. Να πας επίσης στον τάφο της δούλης του Θεού Αλεξάνδρας, να κάνεις όσες μετάνοιες μπορείς και πάρε και λίγο χώμα από τον τάφο της. Η Αλεξάνδρα συμπάσχει για την ασθένειά σου και επιθυμεί να θεραπευθείς. Όταν αισθάνεσαι την λύπη να σε κυριεύει τότε να κάνεις την ακόλουθη προσευχή: "Πάτερ Σεραφείμ θυμήσου με στις προσευχές σου και παρεκάλεσε για μένα την αμαρτωλή, ώστε να μην με ξαναρίξει σ' αυτήν την αρρώστεια ο εχθρός του Θεού". Από τότε η ασθενής ένοιωσε να φεύγει από πάνω της κάθε αδυναμία και μνημόνευε τον Άγιο που την έκανε καλά.
 
Ο ίδιος ο Όσιος συζητώντας μία ημέρα με κάποιον πατέρα του εκμυστηρεύθηκε ότι είχε παρακαλέσει τον Θεό να θεραπεύει το νερό της πηγής του ασθένειες. Έτσι εξηγούνται οι μέχρι και σήμερα ακόμα ιαματικές ιδιότητες της πηγής του Οσίου. Το νερό αυτό δεν μουχλιάζει όσο καιρό κι αν μείνει μέσα σε κάποιο σκεύος κλειστό. Κανείς άλλωστε, όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει τις θαυματουργικές ιδιότητες της πηγής. Όποιος λουζόταν με αυτό θεραπευόταν. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και κανείς δεν έπαθε ποτέ ψύξη όποιον καιρό κι αν πλενόταν στην πηγή που έγινε πηγή αμέτρητων ιάσεων τόσο τον καιρό που έζησε ο Άγιος όσο και σήμερα.
Αυτά και άλλα πολλά σημεία και θαύματα δίδει στις ημέρες μας ο Άγιος, αλλά μετά τα θαύματα του Αγίου Σεραφείμ ας επανέλθουμε στη ζωή του για να την ολοκληρώσουμε. Η δράση του Στάρετς διευρυνόταν σε πολλούς τομείς της πνευματικής ζωής. Εκτός από πνευματικός καθοδηγητής πολλών πατέρων της Μονής του και των γύρω συνασκητών του, ήταν, όπως προαναφέραμε, και ο πνευματικός χιλιάδων ψυχών που έτρεχαν από παντού να πάρουν την ευχή του και να ζητήσουν την ίασή τους από διάφορες ασθένειες. Δεν αρκέσθηκε όμως σ’ αυτά.
 
Όταν κοιμήθηκαν οι στάρετς Παχώμιος και Ησαΐας, που ήσαν οι πνευματικοί πατέρες και καθοδηγητές της γυναικείας Μονής του Ντιβέγιεβο που τόσο ενίσχυσαν και στήριξαν τη Μονή, ανέλαβε, όπως το είχε υποσχεθεί, εκείνος πια ως πνευματικός πατέρας τις μοναχές, στέλνοντας πολλές ψυχές στον αγωνιστικό στίβο της μοναχικής ζωής. Σε μικρή απόσταση από την ανδρώα μονή που εγκαταβιούσε ο Άγιος βρισκόταν η γυναικεία Μονή του Ντιβέγιεβο για την οποία μεριμνούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μιμούμενος έτσι ο Άγιος Σεραφείμ το παράδειγμα του Αγίου Παχωμίου που πλησίον της ανδρώας του Μονής έκτισε και γυναικείο Ησυχαστήριο για την αδελφή του, η οποία έγινε Ηγουμένη και είχε κοντά της αρκετές μοναχές, αλλά και του Αγίου Ιγνατίου στη Μυτιλήνη που ίδρυσε την ανδρώα Μονή Λειμώνος και σε μικρή απόσταση την γυναικεία Μονή της Παναγίας της Μυρτιδιωτίσσης, φρόντιζε και προστάτευε ο Άγιος πνευματικώς και υλικώς, τις μοναχές. Μετά την κοίμησή του Αγίου, όπως το είχε προειπεί και ο ίδιος, κανείς δεν ανέλαβε τις ορφανές του μοναχές που ο Στάρετς παρέδωσε στην φροντίδα της Θεοτόκου, γνωρίζοντας με το προορατικό του χάρισμα ότι θα υποστούν πολλές θλίψεις και δοκιμασίες. Με εντολή της Θεοτόκου είχε αναλάβει και τις Μονές του Αρντατώφ και του Ζελενογκόρσκ.
 
Για δωδέκατη φορά, στις 25 Μαρτίου του 1831, ένα χρόνο και δέκα μήνες πριν την κοίμησή του, αξιώθηκε μιας θαυμαστής θείας εμφανίσεως. Η Υπεραγία Θεοτόκος με δώδεκα Αγίες, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Αγγέλους, παρουσιάσθηκε στον Άγιο και συνομίλησε μαζί του, λέγοντάς του στο τέλος ότι γρήγορα θα είναι μαζί τους στον Παράδεισο. Σ’ αυτήν την συνάντηση μαζί με την Μητέρα του Θεού, Εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα μεριμνήσει η ίδια μετά τον θάνατό του για την Μονή του Ντιβέγιεβο και τις Μοναχές του.
 
Την 1η Ιανουαρίου του 1833, ημέρα Κυριακή, ο Όσιος λειτουργήθηκε για τελευταία φορά στο ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κεριά μπροστά σε όλες τις εικόνες, τις ασπάσθηκε και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ασπάσθηκε όλους τούς αδελφούς και τούς νουθετούσε. Παρ’ όλη την σωματική του κατάπτωση, που ήταν ιδιαίτερα εμφανής τον τελευταίο χρόνο, η πνευματική του διαύγεια ήταν ολοφάνερη, τόσο από αυτά που έλεγε όσο και από το άρρητο φως που εξέχεε το πρόσωπό του. Κατόπιν, την ίδια ημέρα, επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Μονή του Ντιβέγιεβο. Ο Όσιος είχε την συνήθεια, ακόμη κι όταν έφευγε για την σκήτη του, να αφήνει αναμμένα κεριά στο κελλί του. Ο γείτονάς του και πολλές φορές διακονητής του, πατήρ Παύλος, του έλεγε ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πυρκαγιάς. "Όσο ζω φωτιά δεν θα ανάψει. Όταν όμως πεθάνω ο θάνατός μου θα γίνει αντιληπτός με το άναμα φωτιάς". Και πράγματι, στις 2 Ιανουαρίου το πρωί, βγαίνοντας ο πατήρ Παύλος από το κελλί του ένοιωσε έντονα την μυρωδιά καπνού. Έβγαινε από το κελλί του Οσίου. Ο πατήρ Παύλος χτύπησε την πόρτα και είπε την ευχή "Δι’ ευχών ...". Απάντηση δεν πήρε και έτρεξε φοβισμένος να βρει τούς πατέρες της Μονής. Γύρισαν μαζί με πολλούς πατέρες στο κελλί του Οσίου και παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα. Βρήκαν τον Άγιο σε στάση προσευχής γονατιστό μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με τον χάλκινο Σταυρό στον λαιμό του και τα χέρια στο στήθος του σε σχήμα σταυρού... Είχε παραδώσει την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού και το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, λάμποντας με το φως της αγιότητος.
 
Η κοίμησή του βύθισε σε μεγάλη λύπη όλους και κυρίως τις μοναχές του Ντιβέγιεβο και τους πατέρες της Μονής. Από παντού έτρεξαν να προσκυνήσουν το σκήνωμά του, που για οκτώ ημέρες βρισκόταν για προσκύνημα στο Καθολικό της Μονής, χιλιάδες ευεργετημένοι άνθρωποι απ’ όλη την Ρωσία. Ο Όσιος ακόμα και πριν την ανακήρυξή του ως Αγίου μακαριζόταν σ’ όλη την Ρωσία ως Άγιος. Και μετά την κοίμησή του πρεσβεύει ενώπιον του θρόνου του Θεού για όποιον τον επικαλείται. Αμέσως μετά την κοίμησή του άρχισε να κάνει πολλές εμφανίσεις και αμέτρητες θεραπείες σε αρρώστους και πονεμένους.
 
 ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ
 
Το 1920 οι κομμουνιστές έκλεισαν το Μοναστήρι του Σαρώφ και πήραν τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ και τα μετέφεραν σε άγνωστο μέρος. Από τότε τίποτα δεν έγινε γνωστό πέρα από την προφητεία του Αγίου ότι σωματικά δεν θα επανέλθει στο Σαρωφ. Έως το 1990 αγνοείται η τύχη των αγίων λειψάνων του. Μέχρι που εντελώς τυχαία, οι υπάλληλοι του Μουσείου Θρησκειών και Αθεΐας, στις αρχές Νοεμβρίου του 1990 (το έτος που εμφανίστηκε το φως επί του Σταυρού της Μονής), ανακάλυψαν στο τμήμα ταπήτων, ένα κουτί ορθογώνιο τυλιγμένο με πανιά. Έβγαλαν τα πανιά και ω! του θαύματος, βρήκαν το λείψανο ενός Αγίου. Στα χέρια φορούσε επιμανίκια λευκά από ατλάζι που είχαν χρυσοκεντημένη την φράση "Άγιε Πάτερ Σεραφείμ πρέσβευε τω Θεώ υπέρ ημών". Και εκείνος εισακούοντας τις προσευχές χιλιάδων ανθρώπων που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν σαν μεσίτη και προστάτη τους, δέεται ενώπιον της Τρισηλίου Θεότητος για την του κόσμου σωτηρία και την ίαση κάθε νόσου. Δικαίως πήρε την προσωνυμία "Άγιος Σεραφείμ ο ιαματικός" και είναι προστάτης των ασθενών. Ταις Αυτού ικεσίαις Χριστέ ο Θεός Σώσον τας ψυχάς ημών.

 


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου