ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

3 Aπριλίου μνήμη του Οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου και των Αγίων εκ Πατρών νεομαρτύρων Αναστασίας και Χριστοδούλου


Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος

Ένας από τους πιο γνωστούς ποιητάς της Εκκλησίας είναι ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, του οποίου η μνήμη γιορτάζεται σήμερα. Η Εκκλησία από την αρχή και περισσότερο από τα χρόνια του Αρείου, για να παρακινήση τους χριστιανούς σε προσευχή και για να τους διδάσκη με ευχάριστο τρόπο τις θείες αλήθειες, χρησιμοποιεί σαν άριστο παιδαγωγό μέσο στή θεία Λατρεία την ποίηση και τη μουσική. Η ιερά υμνογραφία της Εκκλησίας είν' ένα μεγάλο και σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής φιλολογίας. Ιεροί άνδρες, όπως ο άγιος Ιωσήφ, εσύνθεσαν ύμνους στον Χριστό, στην Θεοτόκο και στους Αγίους και τους ετόνισαν σε μουσική, ώστε το Υμνολόγιο της Εκκλησίας μας να αποτελή ένα μεγάλο και πολύτιμο θησαυρό της χριστιανοσύνης. Η ψαλμωδία είναι από τις πνευματικώτερες εκδηλώσεις της ευσεβείας και της πίστεως· "λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις...", γράφει ο Απόστολος.

Ζῶντος Θεοῦ σὺ θεῖος ὑμνητὴς Πάτερ,
Ἐγὼ δὲ σοῦ θανόντος ὑμνητὴς νέος.

Βιογραφία
Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.

Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (τιμάται 20 Νοεμβρίου), ασκώντας το έργο του οξυγράφου.

Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους. Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.

Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.

Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο. Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του. Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.

Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.

Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.

Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.

Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.





Οι άγιοι Νεομάρτυρες Αναστασία και Χριστόδουλος


Μαρτύρησαν στην Πάτρα στις 3 Απριλίου 1821 Κυριακή των Βαΐων
Με την έναρξη της επανάστασης του 1821 δημιουργήθηκε και στην Πάτρα έκρυθμη κατάσταση. Μια μητέρα με τις δυο θυγατέρες της και τον γιο της, εύπορη οικογένεια, προσπαθούσαν να καταφύγουν στη Γαλλική Πρεσβεία, για να σωθούν. Δεν το κατόρθωσαν .Συνελήφθησαν από τους Τούρκους και οδηγήθηκαν μπροστά στον Γιουσούφ πασά. Παρακαλούν, γονατίζουν, εκλιπαρούν, ο πασάς είναι ανένδοτος. Η μόνη λύση για να αποφύγουν τον θάνατο είναι η εξώμοση. Κλαίουν, θρηνούν, απειλούνται, τρέμουν τον θάνατο. Τελικά αρνούνται τον Χριστό και εντάσσονται στο χαρέμι του πασά.
Η υπηρέτριά τους, η Αναστασία, μια ταπεινή κοπέλα, προτρέπεται κι αυτή στην άρνηση, ανθίσταται όμως ,και στις προτάσεις του πασά απαντά :
- Ο Θεός μου είναι Θεός του ψεύτικου προφήτη σου. Μπορείς ν’ απειλείς , ο κεραυνός του αντηχεί δυνατότερα από τις κραυγές της λύσσας των φρουρών σου. Κοίταξε τον ουρανό, δυστυχή άπιστε, εκεί κατοικεί η Παρθένος. Μου απλώνει τα χέρια. Την βλέπω. Πόσο γλυκό είναι το χαμόγελό της, με προσκαλεί, Έλα, περιστέρα μου. Χαίρε , βασίλισσα των αγγέλων. Χαίρε άστρο της πρωίας. Δέξου την ταπεινή δούλη σου, Αναστασία.
Βαφτίσου, Βεζύρη, αρνήσου την πλάνη. Το αισθάνομαι , ο Σωτήρας μου με καλεί κοντά του…
Λέγοντας αυτά παραδίδει την ψυχή της , πριν προλάβουν οι δήμιοι να την μολύνουν και να την θανατώσουν.
- Μου ξέφυγες ! φωνάζει ο Γιουσούφ πασάς και πλησιάζοντας ένα νεαρό παιδί δεκατεσσάρων ετών, γιο ιερέως, τον Χριστόδουλο, του λέει :
Ο προφήτης μου την χτύπησε ήδη, όπως και συ ο ίδιος τα παρατήρησες, αυτή τη δυστυχή που δεν φοβήθηκε να βλαστημήσει το όνομά του. Τρέμε μήπως και εσύ έχεις την ίδια τύχη με αυτή. Λέγε ό,τι λέω κι εγώ « Θεός είναι ο Θεός μου, ο δε Μωάμεθ είναι ο προφήτης του. »
Αντί άλλης απαντήσεως ο παιδομάρτυρας φωνάζει :
- Χριστός Ανέστη !
- Ο Μωάμεθ είναι καλύτερος.
- Μόνο ο Χριστός Ανέστη!
- Θα σε σφάξω σαν τραγί!
- Χριστός Ανέστη! …
Τότε οι παρευρισκόμενοι στρατιώτες όρμησαν με μανία εναντίον του. Ο πασάς διατάζει να τον λυπηθούν , τον καταδικάζει όμως σε ποινή πεντακοσίων ραβδισμών, τους οποίους θα υφίστατο κατανεμημένους στο χρονικό διάστημα των δεκατεσσάρων ημερών. Αμέσως δέχεται τους πρώτους ραβδισμούς , ενώ τον παροτρύνουν να αρνηθεί τον Χριστό αλλά εκείνος δοξάζει τον Χριστό. Το μαρτύριο επαναλαμβάνεται για τις δεκατέσσερις επόμενες ημέρες. Στις προτροπές για άρνηση ο άγιος επαναλαμβάνει :
- Το σώμα μου ανήκει σε σας αλλά η ψυχή μου στον Θεό, τον οποίο ουδέποτε θα εγκαταλείψω, ούτε και την Παρθένο Μαρία.
Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος και η ποινή ο Γιουσούφ τον έδιωξε με περιφρόνηση λέγοντας στους στρατιώτες του :
- Ο Μωάμεθ δεν τον θέλει αυτόν τον σκύλο τον Χριστιανό. Η αντίστασή του είναι ικανή απόδειξη. Ας τον αφήσουμε να φύγει.
Έφυγε ο μάρτυρας του Χριστού και μετά από λίγο παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του αθλοθέτου Κυρίου Του, για να λάβει της αθλήσεως τον στέφανο.
Τα αιματοβαμμένα και καταξεσκισμένα ρούχα του έγιναν για τους Χριστιανούς πολύτιμα , θαυματουργά φυλακτήρια.
Η μνήμη του εορτάζεται στη Πάτρα την Τρίτη της Διακαινησίμου.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου