ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

Κυριακή 9 Ιουνίου , η ανάβλεψις του εκ γενετής τυφλού

0 σχόλια




bb[1]

                             Από το ιστολόγιο της Ι.Μ.Αγίου Ιωάννου Καρέα

                                                                               Στήν ἕκτη Κυριακή παρουσιάζεται καί πάλι ὁ Χριστός ὡς τό φῶς τοῦ κόσμου, ὁ φωτοδότης, αὐτός πού χαρίζει τό αἰσθητό, ἀλλά καί τό πνευματικό φῶς τῆς θεογνωσίας στόν ἐκ γενετῆς τυφλό τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς (Ἰω. 9, 1-38). Εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, πού καταυγάζει τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, ὅπως ὡραῖα ψάλλει τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ:
«Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστέ ὁ Θεός, ὁ τόν ἐν μήτρας τοῦ φωτός ἐστερημένον διά τῆς σῆς ἀχράντου προσψαύσεωςφωτίσας κατ᾽ ἄμφω καί ἡμῶν τά ὄμματα τῶν ψυχῶν αὐγάσας, υἱούς ἡμέρας δεῖξον, ἵνα πίστει βοῶμέν σοι· πολλή σου καί ἄφατος ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε, δόξα σοι».
Μεταξύ τῶν τριῶν αὐτῶν περικοπῶν καί τῶν τριῶν αὐτῶν ἑορτῶν τῶν μέσων Κυριακῶν τοῦ Πεντηκοσταρίου ὑπάρχει κάποια ἐσωτερική σχέσις, γι᾽ αὐτό καί εἰδικά ἐκλέγονται γιά τίς ἡμέρες αὐτές. Πιθανόν εἶναι ἐκείνη πού ὑπαινίσσεται τό συναξάριο τῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ, τό ὅτι τά θαύματα πού ἑορτάζομε διεπράχθησαν «ἐξ ὑγροῦ». Πράγματι τό πρῶτο, ἡ θεραπεία τοῦ παραλύτου, γίνεται στήν κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδά. Στήν δευτέρα περίπτωσι ἡ συνάντησις τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Σαμαρείτιδα γίνεται κοντά στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ στήν Σαμάρεια. Ὁ Κύριος ζητεῖ νά πιῇ ὕδωρ καί ὑπόσχεται νά δώσῃ στήν Σαμαρείτιδα τό ὕδωρ τό ζῶν, τό «ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον».
Καί τό τρίτο θαῦμα γίνεται μέ τό πτύσμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ τυφλός στέλνεται γιά νά νιφθῇ στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, «καί νιψάμενος ἀνέβλεψε». Ἡ συσχέτισις τῶν περικοπῶν αὐτῶν πρός τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, πού ἑορτάζομε στήν 25η ἡμέρα ἀπό τό Πάσχα, εἶναι προφανής. Σ᾽ αὐτήν ὁ Κύριος ἐγκωμιάζεται ὡς διδάσκαλος, ὡς ἔχων τό ὕδωρ τό ζῶν, πού ποτίζει τήν διψῶσα ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.



ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟΝ (Ἰω. 9, 1-5)

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ 
mm-1«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»
1.«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50,6).
 Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν. Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9,32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.
 Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι, βλέποντες αὐτόν νά τόν βλέπῃ μέ τόσην προσοχήν, ἐζητοῦσαν νά μάθουν, λέγοντες· «Ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του;». Ἐσφαλμένη ἡ ἐρώτησις· διότι πῶς ἦτο δυνατόν ν̉ ἁμαρτήσῃ πρίν γεννηθῇ; πῶς δέ, ἄν ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του, ἦτο δυνατόν αὐτός νά τιμωρηθῇ; Διατί λοιπόν ἔκαμαν αὐτήν τήν ἐρώτησιν; Πρίν ἀπό αὐτό τό θαῦμα, θεραπεύων τόν παράλυτον, ἔλεγεν· «Νά ἔγινες ὑγιής· μή ἁμαρτάνῃς εἰς τό ἑξῆς» (Ἰω. 5,14).
Αὐτοί λοιπόν ἀντιληφθέντες ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ λέγουν· «Ἔστω, ἐκεῖνος ἔγινεν παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτημάτων του, δι̉ αὐτόν ὅμως τί θά ἠμποροῦσες νά εἰπῇς; αὐτός ἥμαρτεν; Ἀλλά δέν ἠμπορεῖς νά τό εἰπῆς, διότι εἶναι τυφλός ἐκ γενετῆς. Μήπως ὅμως ἥμαρτον οἱ γονεῖς του; Ἀλλ̉ οὔτε αὐτό, διότι τό παιδί δέν τιμωρεῖται διά τάς ἀδικίας τοῦ πατρός του» Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, βλέποντες κάποιο παιδί νά εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, λέγομεν, «Τί θά ἠμποροῦσε κανείς νά εἰπῇ δι̉ αὐτό; τί ἔκαμε τό παιδί»; χωρίς νά ἐρωτῶμεν, ἀλλά ἐκφράζομεν ἀπορίαν, ἔτσι λοιπόν καί οἱ μαθηταί, δέν τό ἔλεγον αὐτό τόσο ὑπό μορφήν ἐρωτήσεως ἀλλά ἀπορίας.
Τί ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Χριστός; «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του». Αὐτό δέ δέν τό λέγει ἀπαλλάσσων αὐτούς ἀπό τάς ἁμαρτίας (Διότι δέν εἶπεν ἁπλῶς, «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του», ἀλλά ἐπρόσθεσεν, «Διά νά γεννηθῇ τυφλός»), ἀλλά γιά νά δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἡμάρτησε βέβαια καί αὐτός καί οἱ γονεῖς του, ἀλλά δέν προέρχεται, λέγει, ἀπό αὐτήν τήν αἰτίαν ἡ τύφλωσις.
Αὐτά δέ τά ἔλεγεν ὄχι γιά νά δείξῃ αὐτό, ὅτι δηλαδή αὐτός μέν δέν ἐτυφλώθη δι̉ αὐτήν τήν αἰτίαν, ἐνῶ ὡρισμένοι ἄλλοι ἐτυφλώθησαν ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν γονέων των· καθ̉ ὅσον δέν εἶναι δυνατόν ν̉ ἁμαρτάνῃ ἄλλος καί νά τιμωρῆται ἄλλος. Διότι ἐάν τό παραδεχθῶμεν αὐτό, κατ̉ ἀνάγκην θά παραδεχθῶμεν καί ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδή ἡμάρτησε πρίν γεννηθῇ. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν εἰπών, ὅτι «οὔτε αὐτός ἥμαρτεν», δέν ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν ἐκ γενετῆς ν̉ ἀμαρτήσῃ καί τιμωρηθῇ, ἔτσι εἰπών· «Οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ», δέ ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν νά τιμωρηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν γονέων του· καθ̉ ὅσον διά τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀναιρεῖ αὐτήν τήν σκέψιν «Ὁρκίζομαι εἰς τόν ἑαυτόν μου, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι δέν θά λέγεται αὐτή ἡ παροιμία, οἱ πατέρες ἔφαγον ἄγορα σταφύλια καί ἐμωδίασαν τά δόντια τῶν παιδιῶν των» (Ἰεζ. 18,3´2). Καί ὁ Μωϋσῆς δέ λέγει· «Δέν θά ἀποθάνῃ ὁ πατέρας ἐξ αἰτίας τοῦ υἱοῦ του» (Δευτ. 24,16).
 Καί γιά κάποιο βασιλέα λέγεται ὅτι, γι̉ αὐτό τό λόγο δέν τό ἔκαμεν αὐτό, φυλάσσων τόν νόμο τοῦ Μωϋσέως (Δ´ Βασ. 14,6). Ἐάν δέ λέγῃ κάποιος, πῶς λοιπόν ἐλέχθη «Αὐτός πού καταλογίζει ἁμαρτίας γονέων εἰς τά τέκνα μέχρι τρίτην καί τετάρτην γενεάν»; (Δευτ. 5,9) ἐκεῖνο θά ἠμπορούσαμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή δέν ἐλέχθη δι̉ ὅλους, ἀλλά δι̉ ἐκείνους πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον. Αὐτό δέ πού ἐννοεῖ εἶναι τό ἑξῆς· Ἐπειδή αὐτοί πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον εἶχον γίνει μετά τά σημεῖα καί θαύματα χειρότεροι ἀπό τούς προγόνους των πού δέν εἶδαν κανένα ἀπό αὐτά, τά ἴδια, λέγει, θά πάθουν πού ἔπαθον ἐκεῖνοι, ἐπειδή διέπραξαν τά ἴδια παραπτώματα. Καί τό ὅτι ἐλέχθη δι̉ ἐκείνους θά τό διαπιστώσῃ κανείς ἐάν ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον τό χωρίον.
Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐγεννήθη τυφλός; «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», λέγει. Νά καί πάλιν ἄλλη ἀπορία, ἐάν λοιπόν δέν ἦταν δυνατόν νά φανῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν τιμωρίαν αὐτοῦ. Βέβαια δέν ἐλέχθη αὐτό, ὅτι δέν ἦτο δυνατόν (διότι ἦτο δυνατόν), ἀλλά διά νά φανερωθῇ καί εἰς αὐτόν. Τί λοιπόν, λέγει, ἠδικήθη διά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ποίαν ἀδικίαν; εἰπέ μου· διότι ἐάν ἤθελεν οὔτε κἄν θά τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν. Ἐγώ ὅμως λέγω, ὅτι καί εὐηργετήθη ἀπό τήν τύφλωσιν, καθ̉ ὅσον ἀνέβλεψε μέ τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς· διότι τί ὠφελήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς; (διότι ἐτιμωρήθησαν χειρότερα, ἀφοῦ ἐτυφλώθησαν ὡς πρός τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς)· ποία δέ ἡ βλάβη εἰς αὐτόν ἀπό τήν τύφλωσιν; Διότι μέ τήν τύφλωσίν του αὐτήν ἀνέβλεψεν.
Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν τά κακά δέν εἶναι κακά, δηλαδή τά κακά τῆς παρούσης ζωῆς, ἔτσι οὔτε τά ἀγαθά δέν εἶναι ἀγαθά, ἀλλά κακόν εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ τύφλωσις δέν εἶναι κακόν. Αὐτός δέ πού τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν ἀπό τήν ἀνυπαρξίαν, ἐξουσίαν εἶχεν καί νά τόν ἀφήσῃ εἰς αὐτήν τήν κατάστασιν.
Μερικοί δέ λέγουν, ὅτι αὐτή ἡ φράσις δέν ἔχει αἰτιολογικόν χαρακτῆρα, ἀλλ̉ ἐκφράζει τό ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὅταν λέγῃ· «Ἐγώ ἦλθα εἰς αὐτόν τόν κόσμον διά κρίσιν, διά ν̉ ἀποκτήσουν τό φῶς των ἐκεῖνοι, πού δέν βλέπουν καί νά γίνουν τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν», (Ἰω. 9, 39) (καί ὅμως δέν ἦλθεν δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά γίνουν δηλαδή τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν). Καί πάλιν ὁ Παῦλος λέγει· «Αὐτό πού εἶναι δυνατόν νά γίνῃ γνωστόν περί τοῦ Θεοῦ τούς εἶναι φανερόν, ὥστε νά εἶναι ἀδικαιολόγητοι» (Ρωμ. 1, 19-20) (ἄν καί βέβαια δέν ἐφανέρωσε εἰς αὐτούς τά περί ἑαυτοῦ δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά στερηθοῦν τήν ἀπολογίαν, ἀλλά διά νά τύχουν ἀπολογίας).
Καί πάλιν ἀλλοῦ λέγει· «Ὁ νόμος δέ ἐδόθη διά νά πλεονάσουν τά παραπτώματα» (Ρωμ. 5,20) (μολονότι βέβαια δέν εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων δι̉ αὐτόν τόν λόγον, ἀλλά διά νά ἐμποδισθῇ ἡ ἁμαρτία). 2. Βλέπεις εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις ὅτι ὁ προσδιορισμός δεικνύει τό ἀποτέλεσμα; Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος οἰκοδόμος, τό μέν ἕνα τμῆμα τῆς οἰκίας τό κατασκευάζει, τό δέ ἄλλο τό ἀφήνει ἀτελείωτον, ὥστε μέ τό ὑπόλοιπον νά ἀπολογηθῇ πρός αὐτούς πού δέν πιστεύουν δι̉ ὅλον τό ἔργον του, ἔτσι καί ὁ Θεός, ὡσάν μίαν οἰκίαν ἑτοιμόρροπον, συγκολλεῖ τό σῶμα μας καί τό τελειοποιεῖ, θεραπεύων τήν ξηράν χεῖρα, δίδων ζωήν εἰς παράλυτα μέλη, θεραπεύων τούς χωλούς, καθαρίζων τούς λεπρούς, θεραπεύων τούς ἀσθενεῖς, καθιστῶν ἀρτιμελεῖς τούς ἀναπήρους, ἐπαναφέρων εἰς τήν ζωήν ἀπό τόν θάνατον τούς νεκρούς, διανοίγων τούς ὀφθαλμούς τῶν τυφλῶν καί δίδων ὀφθαλμούς εἰς ἐκείνους πού δέν ἔχουν, καί διορθώνων ὅλα αὐτά, πού ἦσαν ἀτέλειαι τῆς ἐκ φύσεως ἀσθενείας, ἐδείκνυε τήν δύναμίν του. Εἰπών δέ, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐννοεῖ τόν ἑαυτόν του καί ὄχι τόν Πατέρα, διότι ἡ δόξα ἐκείνου ἦτο φανερά.
Ἐπειδή λοιπόν ἤκουον ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπό τήν γῆν, διά τοῦτο καί αὐτός ἔπλασε καθ̉ ὅμοιον τρόπον τό χῶμα· διότι τό νά εἰπῇ, ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔλαβον χῶμα ἀπό τήν γῆν καί ἔπλασα τόν ἄνθρωπον, ἐφαίνετο ὅτι δυσαρεστοῦσε τούς ἀκροατάς, ἀποδεικνυόμενον ὅμως αὐτό ἐμπράκτως, δέν θά ἐνοχλοῦσε πλέον αὐτούς.
Διά τοῦτο λοιπόν καί αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα καί τό ἀνέμειξε μέ τό πτύσμα, ἐφανέρωσε μέ τήν ἐνέργειάν του αὐτήν τήν κρυμμένην δόξαν του· διότι δέν ἦτο μικρή δόξα τό νά θεωρηθῇ αὐτός δημιουργός τῆς κτίσεως· καθ̉ ὅσον ἀπό αὐτό ἠκολούθουν καί τά ἄλλα καί ἀπό τό ἐπί μέρους ἐγένετο πιστευτόν τό ὅλον·διότι ἡ πίστις διά τό μεγαλύτερον ἔργον του, ἐπεβεβαίωνε καί τό μικρότερον· καθ̉ ὅσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πολυτιμώτερον ἀπό ὅλα τά ὄντα τῆς κτίσεως, καί ἀπό τά μέλη μας πολυτιμώτερος εἶναι ὁ ὀφθαλμός.
Διά τοῦτο ἔδωσε τό φῶς εἰς τούς ὀφθαλμούς ὄχι ἔτσι ἁπλῶς, ἀλλά μέ ἐκεῖνον τόν τρόπον· διότι ἄν καί εἶναι μικρόν τό μέλος αὐτό ὡς πρός τό μέγεθος, ἀλλ̉ ὅμως εἶναι ἀναγκαιότερον ἀπό ὅλα τά μέλη σώματος. Καί αὐτό δηλῶν ὁ Παῦλος, ἔλεγεν· «Ἐάν εἰπῇ ἡ ἀκοή, ἐπειδή δέν εἶμαι ὀφθαλμός, δέν ἀνήκω εἰς τό σῶμα, μήπως παύῃ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, νά ἀνήκῃ εἰς τό σῶμα;» (Α´ Κορ. 12,16). Διότι ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας εἶναι ἀπόδειξις τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, πολύ περισσότερον δέ ὁ ὀφθαλμός. Καθ̉ ὅσον αὐτός διακυβερνᾷ ὁλόκληρον τό σῶμα, αὐτός δίδει τό κάλλος εἰς ὅλον τό σῶμα, αὐτός στολίζει τό πρόσωπον, αὐτός εἶναι ὁ λύχνος ὅλων τῶν μελῶν· διότι αὐτό πού εἶναι ὁ ἥλιος διά τήν οἰκουμένην, αὐτό εἶναι ὁ ὀφθαλμός διά τό σῶμα.
Ἄν σβήσῃς τόν ἥλιον, ὅλα τά κατέστρεψες καί τά ἀνέτρεψες· ἄν σβήσῃς τούς ὀφθαλμούς καί τά πόδια εἶναι ἄχρηστα καί τά χέρια καί ἡ ψυχή· διότι χάνεται ἡ γνῶσις ἀχρηστευομένων αὐτῶν· καθ̉ ὅσον δι̉ αὐτῶν ἐγνωρίσαμεν τόν Θεόν· «Διότι τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ βλέπονται καθαρά ἀπό τότε πού ἐκτίσθη ὁ κόσμος διά μέσου τῶν δημιουργημάτων» (Ρωμ. 1,20). Ἑπομένως δέν εἶναι ὁ ὀφθαλμός μόνον λύχνος εἰς τό σῶμα, ἀλλά περισσότερον ἀπό τό σῶμα εἶναι λύχνος τῆς ψυχῆς. Καί ἀκριβῶς λοπόν διά τοῦτο ἔχει τοποθετηθῆ, ὡσάν ἀκριβῶς εἰς κάποιαν βασιλικήν θέσιν, εἰς τό ὑψηλότερον μέρος τοῦ σώματος καί προΐσταται τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. Αὐτόν λοιπόν διαπλάσσει.
Εἰς τήν συνέχειαν, διά νά μή νομίσῃς ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπό ὕλην ὅταν δημιουργῇ, καί διά νά μάθῃς ὅτι οὔτε καί εἰς τήν ἀρχήν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό πηλόν (διότι αὐτός πού ἔφερεν εἰς τήν ὕπαρξιν τάς σπουδαιοτέρας οὐσίας πού δέν ὑπῆρχον, πολύ περισσότερον ἐδημιούργησεν αὐτήν χωρίς νά ὑπάρχῃ ὕλη), διά νά μάθῃς λοιπόν, ὅτι αὐτό δέν τό κάμνει ἀπό ἀνάγκην, ἀλλά διά νά διδάξῃ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀρχικός δημιουργός, ἀφοῦ ἄλειψε τόν πηλόν εἰς τούς ὀφθαλμούς εἶπεν· «Πήγαινε καί πλύσου», διά νά γνωρίσῃς, ὅτι δέν ἔχω ἀνάγκην ἀπό πηλόν διά νά ἀνοίξω τούς ὀφθαλμούς, ἀλλά διά νά φανερωθῇ μέ αὐτήν τήν ἐνέργειάν μου ἡ δόξα μου.
Τό ὅτι λοιπόν ὁμιλεῖ περί τοῦ ἑαυτοῦ του γίνεται φανερόν ἀπό τό ὅτι, ἀφοῦ εἶπεν, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐπρόσθεσεν· «Ἐγώ πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μέ ἔστειλεν»· δηλαδή, ἐγώ πρέπει νά φανερώσω τόν ἑαυτόν μου καί νά πράξω ἐκεῖνα πού ἠμποροῦν νά ἀποδείξουν ὅτι πράττω τά ἴδια μέ τόν Πατέρα, ὄχι παρόμοια, ἀλλά τά ἴδια, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν ὅτι εἶναι ὅμοια ἀκριβῶς τά ἔργα του μέ τά τοῦ Πατρός, καί τό ὁποῖον λέγεται ἐπί τῶν πραγμάτων ἐκείνων πού δέν διαφέρουν καθόλου.
Ποῖος λοιπόν θά ἀμφισβητῇ εἰς τό ἑξῆς, βλέπων αὐτόν νά ἠμπορῇ νά πράττῃ τά ἴδια μέ τόν Πατέρα; διότι δέν ἔπλασε μόνον ὀφθαλμούς, οὔτε ἤνοιξεν, ἀλλά καί ἐχάρισε καί τήν ὅρασιν, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἐνεφύσησε καί ψυχήν· καθ̉ ὅσον ἐάν ἐκείνη δέν ἐνεργῇ, ὁ ὀφθαλμός, καί ἄν ἀκόμη εἶναι ὑγιέστατος, δέν θά ἠμπορέσῃ ποτέ νά ἰδῆ τίποτε. Ὥστε καί τήν ἐνέργειαν τῆς ψυχῆς ἐχάρισε καί ἔδωσεν εἰς τό μέλος τά πάντα, καί ἀρτηρίας καί νεῦρα καί φλέβας καί αἷμα καί ὅλα τά ἄλλα, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται τό σῶμα μας.
«Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι ἐν ὅσῳ ἀκόμη εἶναι ἡμέρα». Τί θέλουν νά εἰποῦν αὐτοί οἱ λόγοι; ποίαν σημασίαν ἔχουν; Πολλήν. Διότι αὐτό πού λέγει ἔχει τήν ἑξῆς σημασίαν· «Ἕως ἡμέρα ἐστίν»· Ἐν ὅσῳ ἀκόμη ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά πιστεύουν εἰς ἐμέ, ἐν ὅσῳ συνεχίζεται αὐτή ἡ ζωή, πρέπει νά ἐργάζωμαι. «Ἔρχεται νύξ (δηλαδή ὁ μέλλων καιρός), ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται». Δέν εἶπεν, ὁπότε ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά ἐργάζωμαι, ἀλλά «ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται», δηλαδή, τότε πού δέν θά ἰσχύῃ πλέον ἡ πίστις, οὔτε οἱ κόποι, οὔτε ἡ μετάνοια. Τό ὅτι βέβαια ἔργον ὀνομάζει τήν πίστιν, γίνεται φανερόν ἀπό τήν ἐρώτησιν πρός αὐτόν· «Τί θά κάνωμεν, διά νά ἐκτελέσωμεν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ;» (Ἰω. 6,28). Ἀπαντᾶ· «Αὐτό εἶναι τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, διά νά πιστεύσετε εἰς αὐτόν πού ἀπέστειλε ἐκεῖνος» (Ἰω. 6,29).
Πῶς λοιπόν αὐτό τό ἔργον «δέν ἠμπορεῖ κανείς νά τό πράξῃ τότε»; Διότι τότε οὔτε ἡ πίστις ἰσχύει, ἀλλ̉ ὅλοι θά ὑπακούσουν εἴτε τό θέλουν εἴτε ὄχι. Διά νά μή εἰπῇ λοιπόν κάποιος ὅτι αὐτό τό κάνει ἀπό φιλοδοξίαν, δεικνύει ὅτι ὅλα τά κάνει ἀπό ἐνδιαφέρον δι̉ αὐτούς πού ἔχουν τήν δυνατότητα μόνον ἐδῶ νά πιστεύσουν, καί δέν ἠμποροῦν πλέον ἐκεῖ νά ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν. Διά τοῦτο δέν ἔκαμεν αὐτό πού ἔκαμεν ἀφοῦ ἦλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός.
Τό ὅτι βέβαια ἦτο ἄξιος μέν νά θεραπευθῇ καί, ἐάν ἔβλεπεν, θά ἐπίστευε καί θά προσήρχετο, καί, δέν θά ἔδειχνεν ἀδιαφορίαν καί πάλιν ἐάν ἤκουεν ἀπό κάποιον πού ἦτο ἐκεῖ, γίνεται φανερόν ἀπό τά ἑξῆς, ἀπό τήν ἀνδρείαν καί τήν ἰδίαν τήν πίστιν του· καθ̉ ὅσον φυσικόν ἦτο νά σκεφθῇ καί νά εἰπῇ· Μά τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔκαμε πηλόν καί ἤλειψε τούς ὀφθαλμούς μου καί μοῦ εἶπε· «Πήγαινε καί πλύσου». Δέν ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ καί μετά νά μέ στείλῃ εἰς τήν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ; Πολλές φορές ἐπλύθην ἐκεῖ μαζί μέ ἄλλους πολλούς καί δέν εἶδα καμμίαν ὠφέλειαν· ἐάν εἶχε κάποιαν δύναμιν θά ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ παρόντα, πρᾶγμα πού καί ὁ Νεεμάν ἔλεγε πρός τόν Ἐλισσαῖον· καθ̉ ὅσον καί ἐκεῖνος, λαβών ἐντολήν νά ὑπάγῃ καί νά λουσθῇ εἰς τόν Ἰορδάνην δυσπιστοῦσε, καί ὅλα αὐτά τήν στιγμήν πού τόση φήμη ὑπῆρχε περί τοῦ Ἐλισσαίου(Δ´ Βασ. 5, 10-11). Ἀλλ̉ ὅμως ὁ τυφλός δέν ἠπίστησεν οὔτε ἔφερεν ἀντίρρησιν οὔτε ἐσκέφθη μέσα του· Τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔπρεπε νά ἀλείψῃ τούς ὀφθαλμούς μου μέ πηλόν; αὐτό περισσότερον τυφλώνει· ποῖος ποτέ ἀνέβλεψε μέ αὐτόν τόν τρόπον; Ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐσκέφθη. Εἶδες πίστιν σταθεράν καί προθυμίαν; «Ἔρχεται ἡ νύκτα». Δείχνει μέ αὐτό ὅτι καί μετά τήν σταύρωσίν του πρόκειται νά συνεχίσῃ τήν πρόνοιάν του διά τούς ἀσεβεῖς καί νά ἐπιστρέψῃ πολλούς εἰς τήν πίστιν· διότι ἀκόμη εἶναι ἡμέρα. Μετά δέ ἀπό αὐτό τούς ἀπομακρύνει τελείως. Καί θέλων νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν· «Ὅσον καιρόν εἶμαι εἰς τόν κόσμον, εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου»· πρᾶγμα πού ἔλεγε καί πρός ἄλλους· «Πιστεύετε ἐν ὅσῳ τό φῶς εἶναι μαζί σας» (Ἰω. 12,36).
3. Καί διατί λοιπόν ὁ Παῦλος τήν μέν παροῦσαν ζωήν ὠνόμασε νύκτα, τήν δέ μέλλουσαν ἡμέραν; Δέν ἀντιτίθεται πρός τόν Χριστόν, ἀλλά λέγει τά ἴδια, ἄν καί ὄχι μέ τά ἴδια λόγια, ἀλλά μέ τό ἴδιο νόημα· καθ̉ ὅσον λέγει· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησε, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν» (Ρωμ. 13,12). Διότι νύκτα ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν δι̉ ἐκείνους πού κάθονται εἰς τό σκότος, ἤ συγκρίνων αὐτήν μέ ἐκείνην τήν ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Χριστός νύκτα ὀνομάζει τήν μέλλουσαν ζωήν λόγῳ τοῦ ὅτι δέν συγχωροῦνται τότε τά ἁμαρτήματα, ὁ Παῦλος ὅμως ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν νύκτα ἐπειδή εὑρίσκονται μέσα εἰς τό σκότος αὐτοί πού ζοῦν μέσα εἰς τήν κακίαν καί τήν ἀπιστίαν. Ἀπευθυνόμενος πρός πιστούς, ἔλεγεν· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησεν, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν», καθ̉ ὅσον πρόκειται νά ἀπολαύσουν ἐκεῖνο τό φῶς, καί νύκτα ὀνομάζει τόν παλαιόν βίον· διότι λέγει· «Ἄς ἀποβάλωμεν τά ἔργα τοῦ σκότους» (Ρωμ. 13,12). Βλέπεις πού λέγει δι̉ ἐκείνους ὅτι εἶναι νύκτα; Διά τοῦτο λέγει· «Ἄς συμπεριφερώμεθα σεμνά, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα» (Ρωμ.13,13) διά νά ἀπολαύσωμεν ἐκεῖνο τό φῶς. Διότι, ἐάν αὐτό τό φῶς εἶναι τόσον ὡραῖον, σκέψου πόσον ὡραῖον θά εἶναι ἐκεῖνο· ὅσον δηλαδή ἀνώτερον εἶναι τό φῶς τοῦ ἡλίου ἀπό τό τοῦ λύχνου, τόσον καί πολύ περισσότερον ἐκεῖνο εἶναι ἀνώτερον ἀπό αὐτό. Καί διά νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν ὅτι «ὁ ἥλιος θά σκοτισθῇ» (Ματθ. 24,29), δηλαδή ἐξ αἰτίας ἐκείνης τῆς ἀφθόνου λαμπρότητός του οὔτε ὁ ἥλιος θά φανῇ. Ἐάν δέ τώρα δαπανῶμεν ἀμέτρητα χρήματα διά νά ἔχωμεν φωτεινάς καί εὐαέρους οἰκίας κτίζοντες αὐτάς καί ταλαιπωρούμενοι, σκέψου πῶς πρέπει νά μεταχειριζώμεθα τά σώματα διά νά οἰκοδομήσωμεν λαμπράς οἰκίας εἰς τούς οὐρανούς, ὅπου ὑπάρχει τό ἀπερίγραπτον ἐκεῖνο φῶς· διότι ἐδῶ μέν γίνονται καί μάχαι καί φιλονικίαι διά τά σύνορα καί τούς τοίχους, ἐνῷ ἐκεῖ δέν ὑπάρχει τίποτε τό παρόμοιον, οὔτε φθόνος οὔτε κακολογία, καί κανείς δέν θά φιλονικήσῃ μαζί μας διά σύνορα κτημάτων. Καί αὐτήν μέν τήν οἰκίαν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νά τήν ἐγκαταλείψωμεν ὁπωσδήποτε ἐνῷ ἐκείνη θά παραμείνῃ διαρκῶς· καί αὐτή μέν κατ̉ ἀνάγκην καταστρέφεται ἀπό τόν χρόνον καί ὑφίσταται μυρίας ζημίας, ἐνῷ ἐκείνη μένει αἰωνίως ἄφθαρτος· καί αὐτήν μέν δέν ἠμπορεῖ πτωχός νά τήν οἰκοδομήσῃ, ἐνῷ ἐκείνην μπορεῖ νά τήν οἰκοδομήσῃ καί μέ δύο ὀβολούς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ χήρα. Διά τοῦτο λυποῦμε ὑπερβολικά, διότι ἄν καί εὑρίσκονται ἔμπροσθέν μας τόσα ἀγαθά, ραθυμοῦμεν καί ἀδιαφοροῦμεν, καί πράττομεν μέν τά πάντα διά νά ἔχωμεν ἐδῶ λαμπράς οἰκίας, ἀδιαφορῶμεν ὅμως καί δέν φροντίζομεν νά ἀποκτήσωμεν εἰς τούς οὐρανούς ἔστω καί μικρόν κατάλυμα.
Εἰπέ μου λοιπόν, πού θά ἤθελες νά ἔχῃς οἰκίαν ἐδῶ; ἆρά γε εἰς τήν ἐρημίαν ἤ εἰς μίαν ἀπό τάς μικράς πόλεις; Ἐγώ τουλάχιστον δέν τό νομίζω, ἀλλά θά ἤθελες νά ἔχῃς εἰς τάς βασιλικωτάτας καί μεγάλας πόλεις, ὅπου ὑπάρχει περισσότερον ἐμπόριον καί μεγαλυτέρα πολυτέλεια. Ἀλλ̉ ἐγώ σέ ὁδηγῶ εἰς μίαν τέτοιαν πόλιν, τῆς ὁποίας τεχνίτης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός. Ἐκεῖ σέ παρακαλῶ νά κτίζῃς καί νά οἰκοδομῇς μέ ὀλιγώτερα χρήματα καί ὀλιγώτερον κόπον. Ἐκείνην τήν οἰκίαν τήν οἰκοδομοῦν τά χέρια τῶν πτωχῶν καί αὐτό πρό πάντων εἶναι οἰκοδομή· διότι αὐτά πού γίνονται τώρα εἶναι δείγματα τῆς πιό φοβερᾶς παραφροσύνης. Καθ̉ ὅσον ἐάν κάποιος σέ ὡδήγει εἰς τήν περσικήν γῆν διά νά ἰδῇς τά ἐκεῖ καί νά ἐπανέλθῃς καί εἰς τήν συνέχειαν σέ διέτασσε νά κτίσῃς οἰκίαν, ἆρά γε δέν θά ἀπέδιδες εἰς αὐτόν τήν πιό χειροτέραν ἀνοησίαν, μέ τό νά σέ διατάσσῃ νά κάμνῃς ἀσκόπους δαπάνας; Πῶς λοιπόν κάμνῃς τό ἴδιο πρᾶγμα εἰς τήν γῆν, τήν ὀποίαν μετά ἀπό ὀλίγον θά ἐγκαταλείψῃς;
Ἀλλά, λέγει, θά τήν ἀφήσω εἰς τά παιδιά μου. Ὅμως καί ἐκεῖνα μετά ἀπό ὀλίγον ἀπό σένα θά τήν ἐγκαταλείψουν, πολλές φορές δέ καί πρίν ἀπό σένα, καί ὁμοίως καί οἱ μετά ἀπό ἐκείνους. Καί αὐτό τό πρᾶγμα γίνεται εἰς σέ αἰτία ἀπογοητεύσεως, ὅταν δέν ἰδῇς τούς κληρονόμους σου νά κατέχουν αὐτά. Ἐκεῖ ὅμως τίποτε παρόμοιον δέν εἶναι δυνατόν νά φοβηθῇς, ἀλλά μένει σταθερά αὐτό πού ἀπέκτησες καί εἰς ἐσένα καί εἰς τά παιδιά σου καί εἰς τά ἐγγόνια σου, ἄν ἐπιδείξουν τήν ἰδίαν ἀρετήν. Τήν οἰκοδόμησιν ἐκείνης τῆς οἰκίας τήν κάμνει ὁ Χριστός· ἐάν οἰκοδομῇς ἐκείνην δέν εἶναι ἀνάγκη νά ὁρίζῃς ἐπιστάτας, οὔτε νά φροντίζῃς, οὔτε νά μεριμνᾷς· διότι ὅταν ὁ Θεός ἀναλάβῃ τό ἔργον τί χρειάζεται ἡ φροντίς; Ἐκεῖνος τά συγκεντρώνει ὅλα καί κτίζει τήν οἰκίαν. Καί δέν εἶναι αὐτό μόνον τό ἀξιοθαύμαστον, ἀλλ̉ ὅτι αὐτός ἔτσι οἰκοδομεῖ αὐτήν, ὅπως ἀρέσει εἰς ἐσένα, ἀλλά καί περισσότερον ἀπό αὐτό πού σοῦ ἀρέσει καί ἀπό αὐτό πού θέλεις· διότι εἶναι τεχνίτης ἄριστος καί φροντίζει πάρα πολύ διά τά συμφέροντά σου. Καί ἄν εἶσαι πτωχός καί θελήσῃς νά οἰκοδομήσῃς αὐτήν τήν οἰκίαν κανείς δέν θά σέ φθονήσῃ οὔτε καί θά σέ κακολογήσῃ· διότι κανείς δέν τήν βλέπει αὐτήν ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν, ἀλλ̉ οἱ ἄγγελοι πού γνωρίζουν νά χαίρωνται μέ τά ἰδικά σου ἀγαθά. Κανείς δέν θά ἠμπορέσῃ νά ἐξουσιάσῃ αὐτήν, διότι κανείς δέν κατοικεῖ πλησίον της ἀπό αὐτούς πού πάσχουν ἀπό παρόμοια νοσήματα. Γείτονας ἐκεῖ ἔχεις τούς ἁγίους, τούς περί τόν Παῦλον καί Πέτρον, ὅλους τούς προφήτας, τούς μάρτυρας, τό πλῆθος τῶν ἄγγελων καί τῶν ἀρχαγγέλων.
Διά τοῦτο λοιπόν ὅλα αὐτά τά ὑπάρχοντά μας ἄς τά προσφέρωμεν εἰς τούς πτωχούς , διά νά ἐπιτύχωμεν ἐκείνας τάς σκηνάς, τά ὁποίας μακάρι νά ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μετά τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς τόν Πατέρα δόξα συγχρόνως καί εἰς τό ἅγιον Πνεῦμα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

8 Ιουνίου μνήμη της αγίας μάρτυρος Καλλιόπης

0 σχόλια

                                                  Η ΑΓΙΑ ΚΑΛΛΙΟΠΗ

   Στις 8 Ιουνίου η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της Αγίας Καλλιόπης, της  Παρθενομάρτυρος. Γεννήθηκε περίπου το 230 μ.Χ. στη Ρώμη από γονείς για τους οποίους δεν έχουμε επαρκή στοιχεία, όπως δεν έχουμε στοιχεία και για την ανατροφή της. Εκείνο όμως που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι η Αγία Καλλιόπη ήταν προικισμένη με σπάνια χαρίσματα, ήταν δε ευσεβής και πολύ ενάρετη. Διακρίνονταν για την ομορφιά της ψυχής που την κοσμούσαν όλες οι χριστιανικές αρετές αλλά και τη σωματική της ομορφιά που  για τους νέους της εποχής ήταν μια διαρκής πρόκληση. Ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα πάντα, προκειμένου να της αποσπάσουν την προσοχή της. Ήθελε και προσπαθούσε ο καθένας με το δικό του τρόπο να την κάνει δικιά του. Εκείνη απέρριπτε όλες τις προτάσεις μετά βδελυγμίας απ’ όπου και να προέρχονταν. Περιφρονούσε όλες τις φορές τα πλούτη τους και δεν έδιδε καμιά σημασία στις τιμές και τα αξιώματά τους. Είχε πολύ καλά αξιολογήσει τα πράγματα και ποτέ δεν έκαμε σύγχυση στις αξίες. Για την Αγία, προτεραιότητα είχαν τα πνευματικά, τα ουράνια και τα αιώνια, ενώ τα προσωρινά και τα γήινα την άφηναν αδιάφορη.

   Για το σκοπό αυτό άρχισε να αγωνίζεται καθημερινά προκειμένου να πετύχει όλες τις αρετές εκείνες που ο Θεός θέλει. Έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από τις ανθρώπινες αδυναμίες και από τα όποια ελαττώματά της, που δε δυσκολεύτηκε και πολύ να τα εξασφαλίσει, με νηστείες, προσευχές και αγρυπνίες σε καθημερινή βάση. Αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα για τη φροντίδα των πιστών αλλά και των ασθενών, προσφέροντας τη βοήθειά της στις καθημερινές τους ανάγκες. Επισκέπτεται συχνά τα αναξιοπαθούντα άτομα, προσφέροντάς τους βοήθεια και κρατώντας τους συντροφιά, προκειμένου να τους γλυκάνει έστω και λίγο τον ανθρώπινο πόνο.

   Με το ίδιο ενδιαφέρον ασχολείται και με τη διάδοση του Χριστιανισμού, που πολλές φορές έθετε σε κίνδυνο τη ζωή της, προκειμένου να στηρίξει τους δοκιμαζόμενους χριστιανούς καλύτερα. Έδωσε  τη μάχη με τους ειδωλολάτρες και τους άπιστους, που με χριστιανικά επιχειρήματα προσπάθησε να τους επαναφέρει στην ορθή χριστιανική διδασκαλία. Ήταν μερικοί από τους στόχους που είχε προτάξει στη ζωή της η Αγία.

   Όμως ήταν φοβερά άτυχη γιατί ευτύχησε να ζήσει σε μια εποχή δύσκολη για τους Χριστιανούς που διώκονταν καθημερινά. Έζησε στην εποχή του αγριότερου ίσως διωγμού της Εκκλησίας μας στον οποίο προέβη ο αυτοκράτορας Δέκιος (249-251). Ήταν  η εποχή που οδηγούνταν οι χριστιανοί στο μαρτύριο ανά ομάδες, αποτελούμενες από πολλές εκατοντάδες. Όμως δε λύγισε μπροστά στα φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια που εκτελούσαν  τα τέρατα της φύσης, μεθυσμένα από αθώο χριστιανικό αίμα. Απ’ αυτό το βάρβαρο μεθύσι του αλκοολισμού και του σαδισμού, δεν ήταν δυνατό να ξεφύγει και η νεαρή Αγία. Την καλλιπάρθενο  Καλλιόπη αφού την συνέλαβαν, την οδήγησαν μπροστά στο στημένο κριτή να την ανακρίνει τυπικά και να βγάλει την καταδικαστική απόφασή του. Όμως έμεινε εμβρόντητος, μόλις αντίκρισε την καταπληκτική ομορφιά της.

   Έτσι αρχίζει μια Μαραθώνια ανάκριση που δεν ήταν μια απλή ανάκριση ρουτίνας, αλλά σιγά-σιγά μπαίνει και το ανθρώπινο συναίσθημα, του έρωτα. Την ερωτεύεται σφόδρα ο ανακριτής και κάνει τα αδύνατα δυνατά να την πείσει να αλλάξει γνώμη και να την κάνει γυναίκα του. Της υπόσχεται « λαγούς με πετραχήλια» προκειμένου να της αποσπάσει, το ναι. Ήθελε να τραβήξει η ανάκριση όσο γίνονταν περισσότερη ώρα για να την αισθάνεται δίπλα του και  να την κοιτάζει ασταμάτητα. Αυτές τις σκέψεις και αυτά τα όνειρα έκανε το τέρας της φύσης, χωρίς να υπολογίζει στη θέληση και στην υπομονή της Αγίας, που στάθηκε αλύγιστη στην αφοσίωσή της στο Χριστό.

   Εμένα τύραννε του απαντά, δε με ενδιαφέρουν τα ενδιαφέροντα τα δικά σου  ούτε μου προκαλούν καμιά εντύπωση, γιατί εγώ βρήκα ανώτερα τα ουράνια, τα αιώνια και τα πνευματικά, που εσύ δεν μπορείς να τα καταλάβεις. Σου απαντώ λοιπόν ότι είμαι Χριστιανή και δε θα αρνηθώ ποτέ το Χριστό μου, ούτε με τις υποσχέσεις σου, αλλά ούτε και με τα βασανιστήριά σου.

   Η απάντηση ήταν καταπέλτης για τον ανακριτή. Η ομολογία της Αγίας ήταν ασυγχώρητη. Οι όποιες του προσδοκίες χάθηκαν απότομα. Στην καρδιά του άρχισε να εμφανίζεται το μίσος που ήταν όμοιο με της φύσης τα τέρατα. Οι συμπάθειες εξαφανίστηκαν και δίδεται η εντολή στους δήμιους που περίμεναν σαν κοράκια πεινασμένα  να παραλάβουν την Αγία και να επιβάλουν τους νόμους.

   Η ηλικία της Αγίας ήταν μόλις 19 χρόνων και της έμελλε να γνωρίσει το τρυφερό, νεανικό και παρθενικό της κορμί, τη λυσσαλέα μανία των δήμιων βασανιστών. Ξεκινούν με τον πιο ήπιο βασανισμό του ξυλοδαρμού, μήπως καταφέρουν να την τρομάξουν και την κάμψουν ευκολότερα. Της γέμισαν το νεανικό της κορμί με πληγές, που έτρεχε άφθονο το αγνό της παρθενικό αίμα. Την χτύπαγαν ώρες ατέλειωτες χωρίς έλεος και εκείνη υπόμενε καρτερικά τους φρικτούς πόνους. Οι θεατές που παρακολουθούσαν τον ξυλοδαρμό κοίταζαν αμήχανα ο ένας τον άλλο που η Αγία δεν έβγαζε την παραμικρή κραυγή και το παραμικρό βογγητό. Ήταν σαν να χτύπαγαν σε πέτρες και σίδερα, γιατί η Αγία προσευχότανε στο Χριστό και Του ζητούσε να της δώσει τη δύναμη Του να αντέξει.

   Ο σαδιστής τύραννος που ήταν  και αυτός ανάμεσα στους θεατές που παρακολουθούσαν το θέαμα, έδωσε εντολή να σταματήσει ο ξυλοδαρμός και να ακολουθήσει το επόμενο στάδιο βασανισμού. Άρχισαν να της κόβουν τις σάρκες από το σώμα της με τέτοια λύσσα που δεν εξαίρεσαν ούτε και τους μαστούς Της. Εκείνη συνέχεια προσεύχονταν και Άγγελος Κυρίου της επούλωνε τις πληγές της. Οι θεατές άρχισαν να ζητωκραυγάζουν και με μια φωνή αναφωνούσαν « Είμαστε Χριστιανοί». Μόνο ο πωρωμένος τύραννος  έμενε απαθής μπροστά στο γεγονός, γιατί ο διάβολος του κράταγε κλειστά τα μάτια  και δεν του επέτρεπε να τ’ ανοίξει. Γι’ αυτό και δίδει εντολή να ακολουθήσει το επόμενο μαρτύριο.

   Την έσυραν επάνω σε σπασμένα μυτερά κεραμίδια και της γέμισαν το νεανικό της κορμί με πληγές μέσα στις οποίες έβαζαν αλάτι. Πήρανε στη συνέχεια αναμμένα δαυλιά και καίγανε τις πληγές της. Ο πόνος ήτανε ανυπόφορος και δυσβάστακτος. Η μυρωδιά της καμένης σάρκας απλώθηκε παντού. Το αθώο αίμα της κοκκίνισε σε μεγάλη έκταση το έδαφος  και η  Αγία αναφωνούσε συνέχεια « Είμαι Χριστιανή, Δόξα σοι ο Θεός».

   Πολλοί ήταν εκείνοι που παρακολουθούσαν το θέαμα και δόξαζαν το Θεό της Αγίας. Όμως η εντολή δόθηκε και για το τελευταίο στάδιο του βασανισμού που σήμαινε την πιο γρήγορη λύτρωση. Ήταν ο αποκεφαλισμός που η Αγία το άκουσε με ξεχωριστή χαρά. Το αμαράντινο από τη δόξα στεφάνι, στεφάνωσε το κόκκινο από τα αίματα του μαρτυρίου κεφάλι της Αγίας.

Έτσι στο νέφος των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας προστέθηκε και η νίκη της Παρθενομάρτυρος Καλλιόπης.


Απολυτίκιο της Αγίας Καλλιόπης:


Του Σωτήρος το κάλλος εκ ψυχής αγαπήσασα, καλλιπάρθενε κόρη, Καλλιόπη πανεύφημε, ηγώνισαι στερρώς υπερ αυτού, και  δόξης ηξιώθης θεϊκής. δια τούτο σου την μνήμην την ιεράν, τιμώμεν εκβοώντές σοι. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι δια σου, ημίν πταισμάτων άφεσιν.

Π Η Γ Η :
 http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2012/06/blog-post_07.html#ixzz2VWmy58fv

7 Ioυνίου η μνήμη του Οσίου Παϊσίου (Παναγή) του Μπασιά του εν Κεφαλληνία

0 σχόλια

Ο άγιος  Παϊσιος ο Κεφαλλήν , ο νέος (Παναγής Μπασιάς)  (1801-1888) – 7 Ιουνίου


Αγ. Παναγής Μπασιάς. Φωτογραφία εποχής (19ος αιώνας). 











Ο άγιος Παναγής γεννήθηκε το 1801 στην Κεφαλληνία από ευγενή οικογένεια, ενώ από μικρό παιδί φανέρωσε ζωηρή ευφυΐα και μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση των ιερών βιβλίων. Όταν πέθανε ο πατέρας του υποχρεώθηκε να αναλάβει την προστασία της μητέρας του και της αδελφής του και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Σύντομα όμως παραιτήθηκε για να αποφύγει συμβιβασμούς υπό την πίεση των Αρχών της αγγλικής κατοχής <1>, ως προς την πίστη του και τα πατριωτικά του αισθήματα, και άσκησε το επάγγελμά του ιδιωτικά, μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο εγκαταλείποντας την οικογένειά του και την σταδιοδρομία του και γινόμενος μοναχός στην Μονή της Παναγίας των Βλαχερνών στην νήσο Δίο. Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στο Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί την ασκητική βιοτή που διήγε σε όλη του την ζωή, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα πέντε ετών και έκτοτε αφιερώθηκε ολόκληρος στην υπηρεσία της Εκκλησίας, με την καθημερινή σχεδόν τέλεση της θείας Λειτουργίας, με το κήρυγμα και κυρίως με το παράδειγμα των ευαγγελικών αρετών του. Στεκόταν στην εκκλησία ως στύλος προσευχής, και όταν έβγαινε το έκανε για να μοιράσει ελεημοσύνες, να επισκεφθεί δεινοπαθούντες ή να φέρει πίσω στο ποίμνιο παραστρατημένες ψυχές. Αρνήθηκε πάντα να διορισθεί σε κάποια ενορία, προκειμένου να αποφύγει τους βιοτικούς περισπασμούς και τις πιέσεις των κατακτητών, και εγκαταστάθηκε στο μονύδριο του Αγίου Σπυρίδωνος, απ’ όπου για πενήντα χρόνια μοίραζε σε όλο τον λαό της Κεφαλληνίας τους θησαυρούς που έκρυβε στην καρδιά του. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Γερασίμου [20 Οκτ.] και του αγίου Άνθιμου του Τυφλού [4 Σεπτ.], ο παπα-Μπασιάς δίδασκε και διέδιδε την χάρη του Θεού στον λαό, δίχως ωστόσο να εγκαταλείπει το ερημητήριό του. Πήγαινε επίσης να λειτουργήσει σε όλα τα εξωκκλήσια που ήσαν διεσπαρμένα γύρω από το Ληξούρι, όπου μόλις γινόταν γνωστή η έλευσή του συναζόταν πλήθος πιστών.
Είχε πουλήσει τα υπάρχοντα της οικογένειάς του και μοίραζε όλους τους πόρους του στους πτωχούς που θεωρούσε παιδιά του. Όταν ερχόταν στην πόλη, τον ακολουθούσε πάντα ένα σμάρι φτωχών γυναικών στις όποιες έδινε ό,τι είχε και δεν είχε, σε σημείο που να στερείται ο ίδιος τροφής. Ως νέος άγιος Νικόλαος, γνώριζε ποιά οικογένεια είχε ιδιαίτερη ανάγκη και παρενέβαινε για να την στηρίξει ή να στερεώσει την πίστη της στον Θεό. Η αγάπη του για τον πλησίον ήταν ανάμεικτη μάλιστα με τόλμη και συχνά έμπαινε σε ένα μαγαζί, άνοιγε το ταμείο και έπαιρνε ό,τι έκρινε αναγκαίο για τις ελεημοσύνες του. Μία ήμερα, ένας φούρναρης αρνήθηκε να τού δώσει αυτό που ζητούσε και η ζύμη του έμενε λιπανάβατη.
Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές. Σε εκείνους που επρόκειτο να πεθάνουν σύντομα με βίαιο τρόπο συνέστηνε να πάνε να εξομολογηθούν ή προειδοποιούσε με υπαινιγμούς όσους έμελλαν να διαπράξουν κάποιο σοβαρό αμάρτημα. Μία βροχερή νύχτα, συναντώντας στον δρόμο κάποιον που πήγαινε να αμαρτήσει, τού φώναξε: «Αμαρτία, αμαρτία, γύρισε σπίτι σου!» Μιαν άλλη φορά, μία μάνα που μόλις είχε χάσει τους δυο γιους της τον ένα πίσω άπό τον άλλο, έπεσε σε απόγνωση και εξεγέρθηκε κατά του Θεού. Ο άγιος ιερέας έτρεξε στο σπίτι της και καθώς εκείνη αρνιόταν να τού ανοίξει βρίζοντας τον, άνοιξε την πόρτα κάνοντας το σημείο του σταυρού. Όταν μπήκε στην σάλα, όπου βρίσκονταν τα πορτραίτα των δυο πεθαμένων, τα πρόσωπα ζωντάνεψαν και βγάζοντας πιστόλι αλληλοσκοτώθηκαν. Ο άγιος Παναγής αποκάλυψε τότε στην μητέρα τους ότι είχαν ερωτευθεί την ίδια γυναίκα και θα πέθαιναν με τον τρόπο αυτό αν δεν παρενέβαινε ο Θεός να αποτρέψει ένα μεγαλύτερο κακό. Μιαν άλλη φορά πάλι, μπήκε σε ένα σπίτι όπου έβραζε το τσουκάλι γιατί περίμεναν επισκέψεις και το αναποδογύρισε, επειδή είχε προηγουμένως προσέλθει ένας φτωχός και τον είχαν διώξει με άδεια χέρια.
Αυτά όμως τα άφθονα χαρίσματα του Θεού δεν δόθηκαν στον παπα-Μπασιά δίχως να τον ταλαιπωρεί «σκόλοψ τη σαρκί» (Β’ Κορ. 12, 7). Δέκα περίπου χρόνια μετά την χειροτονία του προσβλήθηκε από νευρασθένεια η οποία τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: έβγαζε κραυγές, ξύριζε τα γένια και τα μαλλιά του, πετούσε έξω ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όταν συνήλθε μετά από έξι μήνες, απέδωσε την ασθένεια στην αμαρτωλότητά του. Εν συνεχεία παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε δύο ή τρία χρόνια και προς το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο. Τελικά έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Δεν στερήθηκε ωστόσο τα χαρίσματα της προορατικότητος και παραμυθίας των ψυχών, ενώ ο λαός δεν έχασε επ’ ουδενί την αγάπη και την αφοσίωση του σ’ αυτόν. Απεναντίας, όλοι όσοι υπέφεραν από τα βάσανα και τις θλίψεις της ζωής ή βρίσκονταν σε δυσκολίες γνώριζαν πως η πόρτα του δωματίου του ήταν πάντα ανοικτή και ο άγιος ιερέας δεν έπαυσε να είναι ο πόλος έλξης και το κέντρο του εκκλησιαστικού βίου της Κεφαλληνίας. Είχε αποκτήσει τόσο κύρος, ώστε συχνά παρενέβαινε δραστήρια για να διορθώσει τις αδικίες ή να επιτιμήσει τους υπεύθυνους για ανήθικες πράξεις και πάντα εισακουόταν ως η φωνή Θεού.
Αφού σήκωσε με υπομονή και ευχαριστίες στον Θεό τον σταυρό της μακράς και ταπεινωτικής του ασθένειας —την οποία ορισμένοι θεωρούσαν ένα είδος «δια Χριστόν σαλότητος»— ο άγιος Παναγής εκοιμήθη εν Κυρίω στις 7 Ιουνίου 1888. Για δύο ημέρες και δύο νύχτες οι πιστοί προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμα του και η τιμή του δεν έπαυσε να αυξάνει αυθόρμητα, όχι μόνο στην Κεφαλληνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως μετά την ανακομιδή των λειψάνων του το 1976 <2>.
Σημειώσεις
1 Τα Επτάνησα βρίσκονταν τότε υπό αγγλική προστασία (ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1864). Ο Βρετανός διοικητής είχε όλες τις εξουσίες, τις όποιες ασκούσε συχνά εις βάρος του λαού και των Ορθόδοξων παραδόσεών του.
2 Η τιμή του αγίου Παναγή Μπασιά είναι ένα τρανό παράδειγμα του παραδοσιακού τρόπου «αναγνωρίσεως»των αγίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία, της οποίας το μόνο αληθινό κριτήριο είναι η αυθόρμητη ευλάβεια του λαού του Θεού.
Κείμενο-Φωτογραφία: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος δέκατος – Ιούνιος, σ. 88-91)

Την 4η Ιουνίου η μνήμη των Αγίων Μάρθας και Μαρίας , αδελφών του Αγίου και δικαίου Λαζάρου.

0 σχόλια

Οι αδελφές του Λαζάρου Μάρθα και Μαρία στα Ευαγγέλια


[el]image1 (86)



Πρωτοπρεσβ. π. Αγγέλου Αγγελακοπούλου,
 εφημερίου Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

από το ιστολόγιο '' Διακόνημα ''  
 
Τη Δ’ του μηνός Ιουνίου, Μνήμη των Αγίων και Δικαίων Γυναικών και Μυροφόρων Μάρθας και Μαρίας, αδελφών του τετραημέρου φίλου του Χριστού Αγίου Λαζάρου.
Στίχοι: Εκ Βηθανίας τας αδελφάς Λαζάρου, Σώζειν δύνασθαι και νεκράς πιστευτέον. Τετάρτη Μάρθα ηδέ Μαρίη έβησαν πόλω λαμπρώ.
Ταις αυτών πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.
Ο Χριστός τίμησε ιδιαιτέρως τις γυναίκες, το γυναικείο φύλο. Όχι μόνο στο πρόσωπο της μητρός Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία επέλεξε απ’ όλους τους ανθρώπους για να γεννηθεί απ’ αυτήν. Όχι μόνο διότι αξίωσε τις γυναίκες πρώτες να μάθουν την Ανάσταση, γιατί πρώτα σ’ αυτές ενεφανίσθη, αλλά και διότι με τις πράξεις και τα έργα Του έδειξε ότι οι γυναίκες έχουν μεγάλο ηθικό και πνευματικό μεγαλείο. Μερικές φορές, ξεπερνούν και τους άνδρες. Πολλές φορές, μέσα στα συναξάριά της η Εκκλησία μας έχει άγιες γυναίκες, μάρτυρες, οσίες, ασκήτριες, οι οποίες ξεπέρασαν σε αφοσίωση στο Θεό τους θεωρουμένους δυνατούς άνδρες. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, αρκετές φορές, αναφερόμενοι σε εύθραυστες, λεπτές και ευαίσθητες γυναικείες μορφές, απορούν πώς αυτές οι γυναίκες με αυτή τη γυναικεία φύση και την ευαισθησία, πού θα νόμιζε κανείς πώς στην πρώτη δυσκολία θα κατέρρεαν, πώς αυτές οι γυναίκες έδειξαν τέτοια αντοχή και τέτοια αφοσίωση στα μαρτύρια, αλλά και στη μοναχική άσκηση και αποδείχθηκαν ανώτερες από τους άνδρες.
Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής της Σαμαρείτιδος[1], διαβάζουμε για την απορία των μαθητών, πού «εθαύμασαν ότι μετα γυναικός ελάλει». Απαγορευόταν από τον Μωσαϊκό νόμο να δίνουν οι άνδρες τιμή και αξία στις γυναίκες, ακόμη και να τις θεωρούν ισάξιες να συνομιλήσουν μαζί τους. Υπάρχει μάλιστα στην ιουδαϊκή παράδοση, στη συλλογή των πατέρων των Εβραίων, στο βιβλίο «Λόγοι Πατέρων», ένα λόγιο, το οποίο λέει ότι είναι καλύτερα οι λόγοι του νόμου να καίγονται και να αφανίζονται, παρά να τους ακούν γυναίκες. Και υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία υποτιμήσεως του γυναικείου φύλου. Όχι μόνο στον Ιουδαϊσμό, αλλά και στην αρχαία ελληνική σκέψη. Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός, όμως, είναι εκείνος, ο οποίος όχι μόνο εξίσωσε άνδρες και γυναίκες – «ουκ ένι άρσεν και θήλυ˙ πάντες γαρ ημείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού»[2] – αλλά, όπως προηγουμένως είπαμε, πολλές φορές ανέβασε τις γυναίκες σε πολύ υψηλά βάθρα αγιότητος.
Κι ας σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι η ισότητα ανδρών και γυναικών δεν κρίνεται στο τι επαγγέλματα ασκεί ο καθένας, όπως ισχυρίζεται το ανόητο φεμινιστικό κίνημα, το οποίο δημιουργεί αναταραχή και αναστατώνει τις κοινωνίες. Διότι, όπως η ανδρική φύση είναι φτιαγμένη από τον Άγιο Τριαδικό Θεό να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ορισμένες εργασίες λόγω της φυσικής της κατασκευής, έτσι και η λεπτή και ευαίσθητη γυναικεία φύση είναι κατάλληλη και φτιαγμένη από τον Θεό να ακολουθεί και να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ιδίως το μεγάλο λειτούργημα της μητρότητας. Δεν υπάρχει ιερότερος θεσμός και ιερότερο λειτούργημα από το λειτούργημα της μητρότητας. Η ισότητα, λοιπόν, δεν έγκειται στο τι επαγγέλματα μετέρχεται κανείς σ’ αυτή εδώ τη ζωή. Η ισότητα έγκειται στο αν η γυναίκα μπορεί πνευματικά να επιτύχει τα ίδια πράγματα, που επιτυγχάνουν οι άνδρες˙ αν υπάρχει ισότητα στην αγιότητα και την αρετή˙ αν μπορούν οι γυναίκες να κατακτήσουν τη Βασιλεία του Θεού˙ αν μπορούν να κατανοήσουν το κήρυγμα και να αφοσιωθούν στον Θεό. Τι είναι αυτή εδώ η ζωή με τις ποικίλες διαφοροποιήσεις και τις ανισότητες; Μήπως και ανάμεσα στους άνδρες δεν υπάρχουν του κόσμου οι ανισότητες; Δεν υπάρχουν ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων, παρά μόνο φυσικές και λειτουργικές διαφοροποιήσεις. Μπορούν οι γυναίκες εξ ίσου να κατακτήσουν την αγιότητα. Και εδώ είναι ο μεγάλος στίβος της αγιότητας. Όποια γυναίκα θέλει να ξεπεράσει τους άνδρες, ανοίγεται μπροστά της ο δρόμος της αγιότητας και της αρετής. Αντίθετα, όμως, σήμερα, φωνές διαβολικές, φωνές του κακού εξωθούν τις γυναίκες σε άλλου είδους εξίσωση προς τους άνδρες. Σε εξίσωση με τη διαφθορά και την αμαρτία και έχουν καταξεφτιλίσει το γυναικείο φύλο.
Αυτόν, λοιπόν, τον δρόμο της αγιότητας και της αρετής, επέλεξαν και οι Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, και επέτυχαν, Χάριτι Θεού, τον σκοπό του ανθρώπου, δηλ. το καθ’ ομοίωσιν, την τελείωση, τον εξαγιασμό, την αγιότητα, την κατά Χάριν θέωση.
Ανάσταση Λαζάρου[3]
Το πιο γνωστό ίσως γεγονός, στο οποίο αναφέρονται οι άγιες Μάρθα και Μαρία, είναι η Ανάσταση του αδελφού τους, Λαζάρου. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είναι ο μόνος, που αναφέρει το υπερφυσικό και παράδοξο θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου, ενώ οι άλλοι Ευαγγελιστές το παραλείπουν, ίσως επειδή ο Λάζαρος ήταν ακόμη τότε ζωντανός και τον έβλεπαν οι άνθρωποι. Λέγεται μάλιστα ότι γι’ αυτό ακριβώς ο Ευαγγελιστής Ιωάννης συνέγραψε το Ευαγγέλιό του (για να μην ξεχασθεί αυτό το θαύμα) και φυσικά, για να γράψει και για την άναρχη Γέννηση του Χριστού από τον Πατέρα (Εν αρχή ην ο Λόγος[4]…), αφού οι άλλοι Ευαγγελιστές δεν έγραψαν τίποτα σχετικό μ’ αυτήν. Γιατί πραγματικά αυτό κυρίως ήταν που έπρεπε να γίνει πιστευτό, ότι δηλ. ο Χριστός ήταν Υιός του Θεού και Θεός, ότι αναστήθηκε και ότι θα υπάρξει ανάσταση των νεκρών.
Ο άγιος Λάζαρος ήταν Εβραίος στην καταγωγή, από τη τάξη των Φαρισαίων, υιός του Φαρισαίου Σίμωνα και καταγόταν από το μικρό χωριό Βηθανία. Συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που αφιέρωσε την επίγεια ζωή Του στη σωτηρία του γένους μας. Πολύ συχνά ο Χριστός ερχόταν στο σπίτι του Σίμωνα και συνομιλούσε μαζί του, επειδή κι εκείνος πίστευε βαθειά στην ανάσταση των ανθρώπων εκ νεκρών. Μ’ αυτή την αφορμή γνώρισε και ο άγιος Λάζαρος τον Χριστό και δέχθηκε με χαρά την αλήθεια. Κι όχι μόνο αυτός, αλλά και οι δύο αδελφές του, η Μάρθα και η Μαρία. Καθώς, λοιπόν, πλησίαζε το σωτήριο Πάθος και επειδή έπρεπε να επιβεβαιωθεί ακριβέστερα το μυστήριο της Αναστάσεως, ο Ιησούς βρισκόταν πέρα απ’ τον Ιορδάνη, αφού πρώτα είχε αναστήσει εκ νεκρών την κόρη του Ιαείρου και τον υιό της χήρας στη Ναΐν. Τότε ο φίλος του ο Λάζαρος αρρώστησε βαρειά και πέθανε. Ο Ιησούς, λοιπόν, παρ’ όλο που ήταν απών, είπε στους μαθητές του: «Ο Λάζαρος, ο φίλος μας κοιμήθηκε»[5]. Και ύστερα από λίγο είπε πάλι: «Ο Λάζαρος πέθανε»[6]. Αφήνοντας τότε τον Ιορδάνη, ήλθε στη Βηθανία, ύστερα από την ειδοποίηση, που του έστειλαν, οι αδελφές του Λαζάρου, Μάρθα και Μαρία˙ «απέστειλαν ουν αι αδελφαί προς αυτόν, λέγουσαι˙ Κύριε, ίδε ον φιλείς ασθενεί»[7]. Η Βηθανία απέχει από τα Ιεροσόλυμα περίπου δεκαπέντε στάδια (δηλ. δυόμισυ χιλιόμετρα)[8]. Εκεί οι αδελφές του Λαζάρου τον υποδέχθηκαν λέγοντας: «Κύριε, αν βρισκόσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας. Αλλά και τώρα, αν θέλεις, μπορείς να τον αναστήσεις, γιατί έχεις αυτή τη δύναμη»[9]. Ο Ιησούς τότε ρώτησε το πλήθος: «Πού τον έχετε θάψει»[10]; Αμέσως όλοι τον οδήγησαν στο μνήμα. Μόλις σήκωσαν τον λίθο, η Μάρθα είπε: «Κύριε, ήδη μυρίζει άσχημα, γιατί είναι θαμμένος εδώ και τέσσερεις μέρες»[11]. Τότε, αφού προσευχήθηκε ο Ιησούς και έχυσε δάκρυα πάνω στον τάφο του νεκρού, φώναξε δυνατά: «Λάζαρε έλα έξω»[12]. Και αμέσως ο νεκρός βγήκε και αφού τον έλυσαν (από το σάβανο), πήγε στο σπίτι του[13].
Ο Λάζαρος, όπως φαίνεται στην ευαγγελική διήγηση, ήταν φίλος του Χριστού. Όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και οι αδελφές του, Μαρία και Μάρθα, ήταν πολύ γνώριμοι στον Χριστό. Η επικοινωνία και η σχέση της Μαρίας και της Μάρθας με τον Χριστό, η παρρησία, που είχαν μαζί Του, δείχνουν την οικειότητα. Οι αδελφές του Λαζάρου έστειλαν μήνυμα στον Χριστό : «Κύριε, ίδε ον φιλείς ασθενεί»[14]. Η αγάπη του Χριστού σε ολόκληρη την οικογένεια φαίνεται από την φράση : «ηγάπα δε ο Ιησούς την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον»[15]. Όταν ο Χριστός ανακοινώνει τον θάνατο του Λαζάρου, τον χαρακτηρίζει φίλο, και όχι μόνο δικό Του, αλλά φίλο όλων των Μαθητών: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται»[16]. Όταν η Μαρία συνάντησε κλαίγοντας τον Χριστό, Εκείνος στον πόνο της και στα λόγια, που του είπε, έκλαυσε. Και τότε οι Ιουδαίοι είπαν: «ίδε πώς εφίλει αυτόν»[17]. Μετά δε την Ανάσταση του Λαζάρου ο Χριστός παρευρίσκεται στο σπίτι του δείπνο, που του ετοίμασαν[18].
Από όλα αυτά τα χωρία φαίνεται ότι ο Χριστός αγαπούσε τον Λάζαρο και τις αδελφές του πάρα πολύ. Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης χαρακτηρίζει τον Λάζαρο μακάριο, γιατί αγαπήθηκε από τον Χριστό, που είναι η αυτοαγάπη. Και στη συνέχεια λέει ότι δεν είναι καθόλου θαυμαστό πώς και οι γυναίκες, δηλ. η Μάρθα και η Μαρία, αγαπήθηκαν από τον Χριστό, ο οποίος ήλθε στον κόσμο, για να καλέσει όλους τους ανθρώπους προς τον Εαυτό Του, και μάλιστα αγαπήθηκαν αυτές, που είχαν αρρενωθεί ως προς το φρόνημα. Αυτό σημαίνει ότι η Μάρθα και η Μαρία, που εκφράζουν την πράξη και την θεωρία, είχαν υπερβεί το συναισθηματικό στοιχείο και αγαπούσαν ολοκληρωμένα και αληθινά. Επόμενο ήταν να αγαπηθούν πολύ από τον Χριστό.
Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας έδωσαν και μία αλληγορική ερμηνεία στο γεγονός της Αναστάσεως του Λαζάρου και σ’ εκείνα που συνδέονται μ’ αυτό. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή ο Λάζαρος είναι ο νούς, που νεκρώνεται από την αμαρτία. Οι αδελφές του Λαζάρου, η Μάρθα και η Μαρία, είναι η πράξη και η θεωρία αντίστοιχα. Όταν ο νους του ανθρώπου νεκρωθεί, τότε προηγείται η πράξη (Μάρθα) με διάφορες ενέργειες, για να συναντήσει τον Χριστό και να τον παρακαλέσει να έλθει να αναστήσει τον νεκρό νου, και ακολουθεί η θεωρία (Μαρία), που προηγουμένως καθόταν μέσα στο σπίτι, και έτσι έρχεται στον Χριστό και κλαίει ενώπιόν Του. Ο Χριστός ανασταίνει τον νεκρό νου του ανθρώπου και τότε γίνεται μεγάλο δείπνο, όπου ο πρώην νεκρός Λάζαρος (νους) είναι ένας από τους συνανακειμένους με τον Χριστό, ενώ η μεν Μάρθα (πράξη) διακονεί στο δείπνο αυτό, η δε Μαρία (θεωρία) αλείφει τα πόδια του Χριστού με πολύτιμο μύρο[19].
Σε μια ερμηνευτική παρουσίαση ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει ότι η Μάρθα είναι η πρακτική αρετή, ενώ η Μαρία είναι η θεωρία, η οποία ακολουθεί μετά από την πράξη. Με την πράξη και την θεωρία επιδεικνύουμε πληρέστερα την αγάπη προς τον Χριστό. Υπάρχουν, επίσης, μερικοί που ισχυρίζονται ότι οι δύο αυτές αδελφές υποδηλώνουν την Αγία Γραφή, αφού η Μάρθα είναι τύπος της Παλαιάς Διαθήκης, που υπηρετεί τον Χριστό, ενώ η Μαρία είναι τύπος της ευαγγελικής παιδεύσεως. Επίσης, υπάρχουν και μερικοί άλλοι που ισχυρίζονται ότι με την Μάρθα υπονοείται η Συναγωγή των Ιουδαίων, που θέλει να θεραπεύσει τον Χριστό με τις σωματικές σαρκικές πράξεις, ενώ η Μαρία είναι τύπος της εξ Εθνών Εκκλησίας, που προσάγει στον Θεό τις πνευματικές θυσίες και την ευώδη πίστη, και αγιάζεται από την ευλογία της σαρκός δια της μυστικής μεταλήψεως.
Σε ένα τροπάριο, που ψάλλεται στον Εσπερινό της Τετάρτης προ των Βαΐων, λέγεται ότι η Μάρθα και η Μαρία είναι οι πρέσβεις, που πρέπει να αποστείλλουμε στον Χριστό, για να έλθει και να αναστήσει τον νεκρό και αναίσθητο νου, που βρίσκεται στο μνήμα της αμελείας και δεν αισθάνεται τον θείο φόβο, ούτε έχει καμμιά ζωτική ενέργεια. «Μάρθαν και την Μαρίαν πιστοί, εκμιμησάμενοι προς Κύριον πέμψωμεν, ενθέους, ως πρέσβεις πράξεις, όπως ελθών τον ημών, νουν εξαναστήση νεκρόν κείμενον, δεινώς εν τω μνήματι, αμελείας αναίσθητον, φόβου του θείου, μηδαμώς αισθανόμενον, και ενέργειαν, ζωτικήν νυν μη έχοντα, κράζοντες˙ ίδε Κύριε, και ώσπερ τον φίλον σου, Λάζαρον πάλαι Οικτίρμον, επιστασία εξήγειρας, φρικτή, ούτω πάντας, ζωοποίησον παρέχων, το μέγα έλεος»[20].
Κυριακή των Βαΐων[21]
Την άλλη ημέρα, «τη επαύριον», μετά το μέγιστο θαύμα της Αναστάσεως του Λαζάρου, το οποίο ξεσήκωσε τα Ιεροσόλυμα και τον απλό, πιστό λαό, και εξαιτίας του οποίου πολλοί πίστευσαν στον Χριστό, όταν ο Ιησούς Χριστός ήλθε στη Βηθανία, «προ έξ ημερών του Πάσχα ήλθεν Ιησούς εις Βηθανίαν», στο σπίτι του Λαζάρου, δέχθηκε ο Χριστός την έκφραση της αγάπης της Μαρίας, της αδελφής του Λαζάρου, η οποία του άλειψε τα πόδια με πολύτιμο μύρο και τα σκούπισε με τα μαλλιά της κεφαλής της.
Ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες το σημείο αυτό και λένε ότι, όταν πρόκειται για εκδηλώσεις λατρείας, δεν χρειάζεται προσοχή στην αξιοπρέπειά μας. Το να λύσει μια γυναίκα τα μαλλιά της και να σκουπίσει τα πόδια ενός άνδρα, θεωρούνταν την εποχή εκείνη εξεφτελιστικό και θα γινόταν βούκινο εις βάρος της Μαρίας. Η Μαρία, όμως, ευγνωμονώντας για την Ανάσταση του αδελφού της, του Λαζάρου, αλλά και εκφράζοντας έτσι αισθηματικά την αγάπη της προς τον Χριστό, δεν υπολόγισε τα σχόλια του κόσμου, όπως τα υπολογίζουμε όλοι εμείς, όταν πρόκειται να προσφέρουμε λατρεία και τιμή προς τον Θεό. Ας πάει να λέει ο κόσμος ό,τι θέλει, ας μας θεωρούν τρελούς, μωρούς και ανοήτους. Το θρησκευτικό μας καθήκον πρέπει να το επιτελέσουμε με οποιαδήποτε θυσία και με οποιοδήποτε εξευτελισμό. Εκεί, λοιπόν, στην οικία του Λαζάρου, στη Βηθανία, «προ έξ ημερών του Πάσχα», στο δείπνο, που έγινε, η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, έκανε αυτή την ωραία πράξη, η οποία, στη συνέχεια, έγινε, αιτία να αποκαλυφθεί ο χαρακτήρας του Ιούδα.
Στο σημείο αυτό θεωρούμε απαραίτητο να παρέχουμε μερικές πολύ σημαντικές διευκρινήσεις σχετικά με τη σύγχυση που, δυστυχώς, επικρατεί μεταξύ της αγίας Μαρίας, της αδελφής του Λαζάρου, και άλλων γυναικείων προσώπων.
Διάκριση αγίας Μαρίας αδελφής Λαζάρου και πόρνης γυναικός
«Ην δε Μαρία η αλείψασα τον Κύριον μύρω και εκμάξασα τους πόδας αυτού ταις θριξίν αυτής, ης ο αδελφός Λάζαρος ησθένη»[22].
Η πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου της Μ. Τετάρτης είναι διαφορετική από την αδελφή του Λαζάρου, τη Μαρία. Η Μαρία άλειψε με μύρο τα πόδια του Κυρίου «προ έξ ημερών του Πάσχα». Τώρα αυτή είναι άλλη, είναι πόρνη γυναίκα, η οποία δύο ημέρες πριν από το Πάθος του Κυρίου αγόρασε κι αυτή πολύτιμο μύρο και το εξέχεε όχι μόνο στα πόδια του Χριστού, όπως η Μαρία του Λαζάρου, αλλά και «εις την κεφαλήν Αυτού».
Και ας δούμε εδώ τη διάκριση του Κυρίου μας! Ας φαντασθούμε ένα δάσκαλο, ένα πρόσωπο επίσημο, να κάθεται κάτω και ξαφνικά να έλθει μια γυναίκα και να τον ραντίζει, να τον λούζει με μύρο. Δεν ταράχθηκε ο Χριστός. Κανονικά θα έπρεπε να πει : «Τι είναι αυτό που κάνεις»; Εμάς μια στάλα να μας πειράξει κάποιος, διαμαρτυρόμαστε. Πήγε η πόρνη γυναίκα και Τον έλουσε με πολύτιμο μύρο. Κι Εκείνος, βλέποντας αυτή τη διάκριση, για ποιο λόγο το έκανε αυτή η γυναίκα, τι γινόταν μέσα στον εσωτερικό της κόσμο, τι συντριβή, τι μετάνοια, τι απόφαση αλλαγής ζωής, δέχθηκε την εκδήλωση αυτής της αμαρτωλής, της πόρνης γυναικός.
Και όταν διαμαρτυρήθηκαν οι μαθητές, ιδιαίτερα πρωτοστατούντος του Ιούδα, «τι είναι αυτό; Γιατί τα χρήματα από αυτό το μύρο δεν δόθηκαν στους πτωχούς»; τότε ο Χριστός επανέλαβε αυτό που είπε και στην περίπτωση της Μαρίας : «Αφήστε την», «εις την ημέρα του ενταφιασμού μου τετήρηκε, εις το ενταφιάσαι με τετήρηκεν»[23]. Είναι μια μυροφόρος. Αυτή η αμαρτωλή γυναίκα, ουσιαστικώς, τώρα, προλαμβάνει τις μυροφόρες γυναίκες. Και όπως οι μυροφόρες σε μερικές ημέρες θα Τον αλείψουν πριν τεθεί στο μνήμα με μύρα, έτσι έρχεται κι αυτή τώρα και φαντάζεται πώς είναι κεκοιμημένος ήδη, και ζώντα τον αλείφει με το μύρο. Προλαμβάνει έργο μυροφόρου αυτή η γυναίκα. Και είπε τότε ο Χριστός την καταπληκτική προφητεία ότι «όπου εάν κηρυχθή το Ευαγγέλιον τούτο, λαληθήσεται και ο εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής»[24]. Όπου κι αν πάει το Ευαγγέλιο – ήδη έχει πάει σ’όλο τον κόσμο – θα μείνει και το όνομα αυτής της πόρνης, της αμαρτωλής γυναίκας, μέσα στο Ευαγγέλιο «εις μνημόσυνον αυτής».
Διάκριση πόρνης γυναικός και αγίας Κασιανής ποιήτριας
Στη συνάφεια αυτή πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν έχει καμμία σχέση η πόρνη γυναίκα με την αγία Κασιανή την ποιήτρια, η οποία έζησε τον 9ο αι. Όταν η αγία Κασιανή γράφει το γνωστό σε όλους τροπάριο, που ψάλλεται τη Μ. Τρίτη το εσπέρας, στον Όρθρο της Μ. Τετάρτης, «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…», δεν αναφέρεται στον εαυτό της. Απλώς ως ποιήτρια, ως λογοτέχνης η αγία Κασιανή έγραψε για την πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου. Αυτή, λοιπόν, τη συμπεριφορά της πόρνης γυναικός από την Ευαγγελική διήγηση, την πήρε η ποιήτρια και μοναχή Κασιανή τον 9ο αι. η οποία παρ’ ολίγον θα κοσμούσε τον θρόνο του Βυζαντίου, και την έκανε ύμνο. Λένε οι ειδικοί ότι ο θρόνος του Βυζαντίου έχασε μία αυτοκράτειρα, αλλά η βυζαντινή υμνογραφία κέρδισε μία βασίλισσα. Η αγία Κασιανή είναι βασίλισσα της χριστιανικής ποιήσεως. Εκτός του ύμνου «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…», η αγία Κασιανή έγραψε και πολλούς άλλους ύμνους, όπως το θαυμάσιο δοξαστικό του εσπερινού των Χριστουγέννων «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης», τους εξαισίους ειρμούς του κανόνος του Μ. Σαββάτου «Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον» κ.ά.
Διάκριση αγίας Μαρίας αδελφής Λαζάρου και Μαρίας Ιακώβου και Ιωσή
Επίσης, η αγία Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, δεν θα πρέπει να συγχέεται με την Μαρία Ιακώβου και Ιωσή, η οποία είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Ως γνωστόν ο άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ της Θεοτόκου, από τον πρώτο του γάμο απέκτησε επτά παιδιά. Τέσσερα αγόρια: τον Ιάκωβο τον μικρό, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα. Και τρία κορίτσια: την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Έτσι, όταν ακούμε στο Ευαγγέλιο τη φράση: «Η Μαρία, η μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή»[25] πρέπει να ενθυμούμαστε ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί η Θεοτόκος στα μάτια των ανθρώπων ήταν σαν μητέρα των παιδιών, που είχε ο Ιωσήφ από την αποθανούσα σύζυγό του.
Διάκριση αγίας Μαρίας αδελφής Λαζάρου και Μαρίας του Κλωπά
«Στάθηκαν δε πλη­σίον εις τον Σταυρόν του Ιησού η μητέρα Του και η αδελφή της μητέρας Του, Μαρία του Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή»[26]. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να συγχέεται η αγία Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, με την Μαρία του Κλωπά. Κλωπάς, λένε μερικοί, ότι είναι ο άγιος ένδοξος και πανεύφημος Απόστολος Κλεώπας, ένας από τους εβδομήκοντα αποστόλους, ο οποίος πήγαινε στην κώμη Εμμαούς μαζί με τον άγιο Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά και τους εμφανίσθηκε ο αναστημένος Χριστός, σύμφωνα με το πέμπτο εωθινό Ευαγγέλιο[27].
Οι άγιοι Ευαγγελιστές, οι οποίοι διηγούνται τα Πάθη του Κυρίου μας, κατ’ αρχήν συμπεριλαμβάνουν τις αγίες Μάρθα και Μαρία ανάμεσα στον όμιλο των γυναικών, οι οποίες συνόδευαν τον Κύριό μας. Ήταν ένας όμιλος γυναικών, των μυροφόρων γυναικών, οι οποίες είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα τους, την Γαλιλαία, και είχαν κατεβεί μαζί με τον Χριστό, «αι ακολουθούσαι και διακονούσαι τον Χριστόν»[28]. Είχαν κατεβεί κάτω στα Ιεροσόλυμα, για να εορτάσουν μαζί Του το τελευταίο Πάσχα, πού δεν πίστευαν, βεβαίως, πώς ήταν το τελευταίο Πάσχα. Και όταν οι Ευαγγελιστές διηγούνται την προδοσία του Ιούδα, την σύλληψη του Κυρίου, τους εμπτυσμούς, τους μάστιγας, τους κολαφισμούς, τα Πάθη, την δίκη, την Σταύρωση, παρατηρούν όλοι : «και γυναίκες», τις οποίες ονομάζουν οι Ευαγγελιστές, «ειστήκεισαν από μακρόθεν ορώσαι ταύτα˙ από μακρόθεν θεωρούσαι»[29]. Και φαντασθείτε αυτή τη θλίψη κι αυτόν τον πόνο των γυναικών. Αυτόν τον αγαπημένο διδάκαλο, από τα χείλη του οποίου εκρέμαντο επί τρία χρόνια, Αυτόν, ο οποίος μόνο ευεργεσίες έκανε στη ζωή του, θεραπείες ασθενών, ιάσεις δαιμονιζομένων, του κόσμου τα θαύματα, τον κατεξοχήν Άγιο, για τον οποίο η λέξη «αγιότης» βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της, ο Πανάγιος Θεός, ο οποίος κανένα δεν έβλαψε, Αυτόν, λοιπόν, τον Πανάγιο και Αναμάρτητο Κύριο τον έβλεπαν να οδηγείται «ως πρόβατον επί σφαγήν», «θεωρούσαι από μακρόθεν ταύτα». Ακόμη και για την Ταφή του, λένε οι Ευαγγελιστές, «και Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Κλωπά εθεώρουν πού τίθεται»[30], έβλεπαν τους δύο άνδρες, τον άγιο Νικόδημο και τον άγιο Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, να θάπτουν τον Χριστό. Κι αυτές έβλεπαν «πού τίθεται». Προφανώς, γιατί προγραμμάτιζαν, μετά από την Ταφή, να πάνε να εκτελέσουν το καθήκον τους της διά μύρων αλείψεως του Σώματος του Ιησού, όπως συνηθιζόταν. Γι’αυτό και ονομάσθηκαν «Μυροφόραι». Αυτή την τόλμη των γυναικών βράβευσε ο Θεός και τις αξίωσε να γίνουν οι πρώτες κήρυκες της Αναστάσεως˙ να γίνουν οι γυναίκες Απόστολοι των Αποστόλων˙ να γίνουν Ευαγγελίστριες των Αποστόλων, να ευαγγελισθούν στους Αποστόλους την Ανάσταση του Κυρίου μας.
Στο σημείο αυτό εγείρεται το εξής ερώτημα: Αφού προηγουμένως οι άνδρες, οι άγιοι Ιωσήφ και Νικόδημος, περιποιήθηκαν το Σώμα του Κυρίου και το άλειψαν με αρώματα, τι ήρθαν να κάνουν και οι γυναίκες «λίαν πρωΐ τη μιά των Σαββάτων φέρουσαι αρώματα»; Η γυναίκα δεν μπορεί να παραιτηθεί από τη φύση της και την αποστολή της. Το έργο αυτό της περιποιήσεως των κεκοιμημένων, όπως και γενικώς της περιποιήσεως και της φροντίδος, το έργο του νοικοκυριού, είναι αποστολή των γυναικών. «Γυναίκες μύρα φέρουσαι». Οι γυναίκες αυτές οι μυροφόρες ακολούθησαν τον Χριστό από τη Γαλιλαία μέχρι κάτω στην Ιουδαία, στην Ιερουσαλήμ. «Ακολουθούσαι αυτόν και ξοδεύουσαι από των υπαρχόντων αυτών». Όλη τους η ζωή ήταν μια αφιέρωση. Και τώρα προσφέρουν μύρα ευωδιαστά.
Πολλές σημερινές γυναίκες «φέρουν μύρα». Όχι, όμως, για να ραντίσουν τον Χριστό και να τα προσφέρουν στο Θεό˙ όχι για να ευωδιάσουν από τα μύρα της αρετής. Οι σημερινές γυναίκες προσφέρουν αλλού μύρα. Προσφέρουν μύρα στη δική τους ματαιοδοξία και στη ματαιοδοξία των άλλων και ελάχιστα συγκινούνται. Αρώματα, ρούχα, κοσμήματα και βαψίματα. Βεβαίως, όχι όλες οι γυναίκες, αλλά οι περισσότερες. Υπάρχουν και σήμερα ευλαβείς γυναίκες. Και βλέπουμε αυτόν τον βόρβορο και όχι τα μύρα καθημερινά στις τηλεοράσεις και στις εφημερίδες, πού έχει φθάσει η γυναικεία φύση. Αντί η γυναικεία φύση να μυρίζει και να ευωδιάζει αρετή και αντί να ασχολείται με αυτά που είναι έργο της γυναικείας φύσεως, έχει παρεκτραπεί τελείως και έχει γίνει σκεύος ηδονής και απωλείας και προσφέρει μύρα στον διάβολο και τους δαίμονες.
Διάκριση αγίας Μαρίας αδελφής Λαζάρου και αγίας Μαρίας Μαγδαληνής
Δεν θα πρέπει να συγχέεται η αγία Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, με την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή. Η αγία ένδοξος και πανεύφημος Μαρία η Μα­γδαληνή υπήρξε η πιστή και αφοσιωμένη Μαθήτρια του Υιού και Λόγου του Θεού, η ακόλουθος της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Διακόνισσα του Κυρίου και των Αποστόλων, η εκλεκτή Μυροφόρος, η Ευαγγελίστρια της Αναστάσεως, η Ισαπόστολος και κήρυκας της πί­στεως. Σ’ αυτήν δόθηκε η χάρις να δη πρώτη μετά την Ανάσταση, μαζί με την Θεοτόκο, τον Αναστάντα Ιη­σού. Αυτή ευαγγελίσθηκε στους Αποστόλους την Α­νάσταση του Κυρίου. Μέσα στα ιερά Ευαγγέλια δοξά­ζεται από τους αγίους τέσσερις Ευαγγελιστές, ως πρώ­τη μετά την Θεοτόκον, Μαθήτρια και Μυροφόρος. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας την χαρακτηρίζουν σε­μνή και σοφή παρθένον με ψυχική ωραιότητα. Η α­γία Μαρία η Μαγδαληνή είναι «ωραίο και ευγενικό παράδειγμα γυναικείας αφοσιώσεως, που φθάνει στην αυταπάρνηση και τον ηρωισμό. Η άγια Μαρία η Μαγδαληνή ήταν άρρωστη, κατεχόταν από επτά δαιμόνια, δηλ. επτά πάθη, από τα οποία την ελευθέρωσε ο Κύριος, αλλά όχι αμαρτωλή!
Είναι κατασυκοφάντηση και βλάσφημος λόγος ε­ναντίον της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής η ταύτι­σή της με την αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου, η οποία στο σπίτι του Φαρισαίου άλειψε τα πόδια του Ι­ησού με μύρα. Έχει γίνει δυστυχώς μεγάλη παρερμη­νεία των περικοπών του ιερού Ευαγγελίου από (ορι­σμένους συγγραφείς ακόμη και εκκλησιαστικούς διό­τι ταύτισαν την αγία Μαρία την Μαγδαληνή με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία έπλυνε τα πόδια του Κυ­ρίου με τα δάκρυά της και τα άλειψε με μύρο, δείχνο­ντας την συντριβή της, τον σπαραγμό της καρδιάς της, και την μετάνοιά της για τις αμαρτίες της[31]. Γι’ αυτήν μιλά ο ιερός Λουκάς ανώνυ­μα: «Και γυνή ήτις ην αμαρτωλός εν τη πόλει». Στο α­μέσως επόμενο κεφάλαιο[32] ομιλεί για την αγία Μαρία την Μαγδαληνή και αναφέρεται στην θεραπεία της από τον Ιησού. Αν η αγία Μαρία η Μαγδα­ληνή ήταν η αμαρτωλός γυνή, ο άγιος Ευαγγελιστής θα απέκρυπτε το όνομά της, ενώ αμέσως παρακάτω μιλάει συγκεκριμένα και ονομαστικά γι’ αυτήν και για την θεραπεία της από τα επτά δαιμόνια. Το όνομα της αμαρτωλής και πόρνης γυναικός δεν αναγράφεται πουθενά μέσα στα ιερά Ευαγγέλια. Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή όμως αναφέρεται συγκεκριμένα και ονο­μαστικά μετά την θεραπεία της, ως μαθήτρια και ακό­λουθος του Κυρίου και της Θεοτόκου Μητρός Του, ως Διακόνισσα των Αποστόλων και ως πρώτη των Μυροφόρων.
Στην Ορθόδοξη Υμνολογία μας της Μεγάλης Ε­βδομάδος, γίνεται πολύ καθαρά η διάκριση μεταξύ των γυναικείων αυτών προσώπων: Της πόρνης γυναι­κός, που άλειψε με μύρο τον Κύριο, της οποίας «μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν» τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη, και της αγίας Μαρίας της Μα­γδαληνής ως Μυροφόρου και Ευαγγελιστρίας της Αναστάσεως του Σωτήρος. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος ερμηνεύοντας τα άγια Ευαγγέλια, ερευνά και διευκρινίζει ποιες και πόσες ήταν οι γυναίκες που ά­λειψαν με μύρα την κεφαλήν και τα πόδια του Κυρίου και ουδεμία σχέση έχουν με την αγία Μαρία την Μαγδαληνή. Ο ίδιος ο ιερός πατήρ έχει γράψει και λόγους με θέμα την πόρνη γυναίκα που μετενόησε και η οποία είναι ένα πρόσωπο άγνωστο και ανώνυμο.
Πώς δημιουργήθηκε αυτή η πλάνη και αυτή η σύγχυση γύρω από το ιερό πρόσωπο της Αγίας Μα­ρίας της Μαγδαληνής; Η σύγχυση αυτή προήλθε από την Δύση και είναι αυτή άλλη μία παπική πλάνη. «Συγχέεται συνήθως, μάλιστα δε εις την Δύσιν, και κακώς ταυτίζεται η Μαγδαληνή μετά της αμαρτω­λού γυναικός, η οποία στην οικία του Φαρισαίου Σίμωνος άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρα».
Ευαγγέλιο Μεγάλης Παρακλήσεως[33]
Πολύ γνωστή σε όλους είναι η ευαγγελική περικοπή που εμμελώς απαγγέλλεται στη Μεγάλη Παράκληση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σύμφωνα μ’ αυτή, σε ένα πολύ φιλικό και πολύ αγαπημένο σπίτι βρίσκεται ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός στην κόμη της Βηθανίας, στο οικείο περιβάλλον του σπιτιού του φίλου Του Λαζάρου. Και ήλθε κι αυτή τη φορά συνοδευόμενος, όπως συνήθως, από τους Μαθητές Του, τη Μητέρα Του, τη συνοδία Του ολόκληρη, αλλά και από πλήθος άλλων ανθρώπων, που έτρεχαν πίσω Του, προκειμένου να δουν τον θαυματουργό Διδάσκαλο και ν’ ακούσουν τις σωτήριες διδαχές, που κρυστάλλινες και διαυγείς, σαν το καθάριο νερό της πηγής έβγαιναν από τα άγια χείλη Του.
Φιλική, λοιπόν, η ευλογημένη οικία του Λαζάρου, έδωσε κατάλυμα στην αγία αυτή πομπή, που κυριολεκτικά κρεμόταν από τα χείλη του Ιησού, προκειμένου ν’ ακούσει τα ζωηρά Του λόγια. Και γίνεται αυτή η οικία με την παρουσία του Ιησού Χριστού και της αγίας συνοδίας Του, της αγαπημένης Μητέρας Του, που πάντοτε Τον ακολουθούσε, των μακαρίων Μαθητών Του και του πλήθους των ακροατών Του, αλλά και με την ύπαρξη της Μάρθας, της αδελφής του Λαζάρου, γίνεται το σπίτι αυτό μία μικρογραφία της ανθρωπίνης κοινωνίας. Γίνεται ένα ακριβές αντίγραφο της πραγματικότητας του κόσμου.
Με τον ερχομό του Ιησού Χριστού στο σπίτι του Λαζάρου δημιουργήθηκαν δύο παρατάξεις ανθρώπων. Αυτοί, που περιεκύκλωσαν την πηγή της συγνώμης και της ζωής, τον Κύριο, και απετέλεσαν, με κέντρο Αυτόν, τον Σωτήρα, τον τύπον της Εκκλησίας Του πάνω στη γη, δίνοντας συνάμα και το βάρος εκεί που πρέπει, δηλ. στον Χριστό και στη σωτηρία τους και σε τίποτε άλλο. Από το άλλο μέρος, η Μάρθα, κοσμικά σκεπτόμενη και έχοντας δεχθεί στο σπίτι της ένα υψηλό φιλοξενούμενο, νοιαζόταν για την καλύτερη και ανετότερη Αυτού και της συνοδείας Του περιποίηση και φιλοξενία. Με θολωμένη τη σκέψη από τη μέριμνα της σωστής κατ’ άνθρωπον φιλοξενίας, σκεπτόμενη πώς καλύτερα θα φιλοξενήσει και θα περιποιηθεί την ιερή πομπή, δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν ασχολείται με τίποτε άλλο από αυτήν την διακονία. Και εκτελώντας αυτή την υποχρέωση, γίνεται υπερβολική, μέχρις σημείου να διακόψει τον Διδάσκαλο, που ασχολείται με την σωτηρία του κόσμου και να του ζητήσει με παράπονο : «Κύριε ου μέλει σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλειπε διακονείν; ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται». Κύριε, μόλις ήλθες στο σπίτι μας με την Συνοδεία Σου, παρά τους πόδας Σου, κοντά Σου παρεκάθησαν και οι οικείοι μου και μάλιστα η Μαρία η αδελφή μου, χωρίς να ασχολείται με τίποτε άλλο από το να ακούει τους λόγους Σου. Εμένα, Κύριε, δεν με σκέπτεσαι, που έπεσε πάνω μου όλο το βάρος της διακονίας των φιλοξενουμένων μας; Βλέπεις, Κύριε, την ευθύνη μου και δεν με λυπάσαι; Πές Εσύ, Κύριε, στην αδελφή μου Μαρία, που Σε ακούει, να με βοηθήσει. Ζητάει δηλ. απερίσκεπτα η Μάρθα από τον Κύριο να οδηγήσει τα βήματα της αδελφής της Μαρίας στην αντίπερα όχθη, σε άλλο στρατόπεδο, στην κοινωνία του κόσμου και να την απομακρύνει με ανθρώπινες δικαιολογίες από τη σωτήρια κοινωνία της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό με πολλή αγάπη ο Κύριος απευθύνεται στη Μάρθα, γνωρίζοντας την αγαθή της προαίρεση, και της εξηγεί ότι μάλλον και η δική της θέση είναι να βρίσκεται κοντά Του. «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε έστι χρεία». Μάρθα, ασχολείσαι και φροντίζεις για πολλά και κουράζεσαι με πολλές προετοιμασίες. Ένα πράγμα, ο λόγος του Θεού, είναι χρήσιμο και αναγκαίο για τον άνθρωπο. Όλα τα άλλα είναι δευτερευούσης σημασίας, δεν μπορούν να συγκριθούν με την αξία που έχει για τον άνθρωπο η διδασκαλία του Θεού, που σκοπός της είναι όχι η πρόσκαιρη καλοπέραση και φιλοξενία, αλλά η απόλαυση της τρυφής του Παραδείσου στην αιωνιότητα. Εδώ ο Χριστός, όταν λέει ότι «ενός εστί χρεία», διδάσκει ότι υπάρχει κάτι άλλο ακόμα πιο αναγκαίο και πιο απαραίτητο, διότι αυτὸ έχει να κάνει με την αιώνιο πλέον ζωή μας. Ποιό είναι αυτό; Είναι ο λόγος του, ή μάλλον είναι ο Ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Την αλήθεια αυτή δείχνουν διάφοροι χαρακτηρισμοί, που έδωσε ό Χριστός για τον εαυτό του. Είπε ότι Αυτὸς είναι «το φως του κόσμου»[34]. Και είναι όντως «ο ήλιος της δικαιοσύνης», όπως του ψάλουμε για τους μάγους τα Χριστούγεννα : « … οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο σε προσκυνείν τον Ήλιον της δικαιοσύνης»[35]. Μπορεί να ζήσει το σύμπαν και η γη χωρὶς τον ήλιο; Όχι. Εὰν, λοιπόν, το φως του φυσικού ηλίου – που απὸ τώρα παρουσιάζει κηλίδες και μια μέρα θα σβήσει, όπως βεβαιώνει και η επιστήμη – είναι αναγκαίο για την υλική ζωή μας, πόσο μάλλον αναγκαίος είναι ο ήλιος Χριστός, που ουδέποτε θα σβήσει, αλλὰ θα φωτίζει αιωνίως την ανθρωπότητα! Ο Χριστὸς ονομάζεται ακόμη «ο άρτος της ζωής»[36], η πιο αναγκαία πνευματική τροφή. Ο Χριστὸς ονομάζεται «ύδωρ ζων», όπως απεκάλυψε στη Σαμαρείτιδα, στην οποία είπε : Το νερὸ αυτὸ, που πίνεις, είναι χρήσιμο προσωρινώς, αλλὰ Εγὼ είμαι «το ύδωρ το ζων» εις τους αιώνας[37]. Ο Χριστὸς είναι «η άμπελος η αληθινή»[38]. Ο Χριστὸς είναι όλα τα ωραία και αναγκαία πράγματα. Γι’ αυτὸ ο άνθρωπος περισσότερο απὸ ο,τιδήποτε άλλο έχει ανάγκη τόν Χριστό.
Οι πολλοὶ, όμως, δυστυχώς, δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Και θα μπορούσε να επαναληφθεί για τον καθένα απ’ αυτοὺς και για όλο τον κόσμο αυτὸ που, είπε τότε ο Χριστὸς για τη Μάρθα : Κόσμε, κόσμε, «μεριμνάς και τυρβάζη περὶ πολλά· ενὸς δε εστι χρεία». Αλλὰ, και για την πατρίδα μας μπορούμε να πούμε ότι ακούμε τον Χριστὸ να της λέει: «Μεριμνάς και τυρβάζη περὶ πολλά· ενὸς δε εστι χρεία». Τί χρειάζεται η πατρίδα μας; Ένα πράγμα ή μάλλον ένα Πρόσωπο έχει ανάγκη να είναι σ’ αυτήν παρὼν˙ ο Χριστὸς. Ποὺ να είναι παρών;
Παντού. Ιδίως να είναι παρὼν μέσα στο σπίτι. Όπως τότε επισκέφθηκε το σπίτι του Λαζάρου, έτσι να είναι παρὼν μέσα στην οικογένεια. Παρών, για να την τροφοδοτεί με την ουράνια διδασκαλία του. Τώρα δυστυχώς ο Χριστὸς απουσιάζει απὸ τα σπίτια των Ελλήνων. Πού είναι η προσευχή τους; Πού είναι το Ευαγγέλιο; Πού είναι η Θεία Κοινωνία; Πού είναι η εξομολόγησις; Πού είναι ο εκκλησιασμός; Ας μας επιτραπεί να πούμε ότι ζούμε έτσι ρεμαλοειδώς. Δεν έχουμε πλέον εκείνη την όρεξη για τα θεία και ιερά. Τυπικώς μόνο θρησκεύουμε[39].
Για τη Μαρία δε, την αδελφή σου, που μου ζητάς να απολύσω από κοντά Μου, σου λέω ότι, αντίθετα από σένα, αυτή σήμερα «την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής». Η Μαρία, η αδελφή σου, έκανε την επιλογή της. Καθόρισε τη θέση της. Διάλεξε την αγαθή μερίδα, την καλή και ωφέλιμη πραγματικά για τους ανθρώπους. Αυτήν, που όταν ο άνθρωπος απολαύσει, δεν έχει άλλο την αίσθηση της πείνας. Διάλεξε την ουράνια τροφή η Μαρία, ενώ αυτή, που εσύ ετοιμάζεις, είναι ανθρώπινη, του κόσμου τούτου, χωρίς τη δύναμη του αιωνίου χορτασμού. Και αυτήν τη μερίδα, που η Μαρία επέλεξε, δεν θα βρεθεί ανθρώπινη δύναμη να της την στερήσει. Είναι η μερίδα της αιωνιότητος, που καλεί ο Θεός όλους τους ανθρώπους να λάβουν μέσα από την Εκκλησία Του, μέσα από το φρικτό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας[40].
Διάκριση αγίων Μάρθας και Μαρίας αδελφών Λαζάρου και αγίων Μάρθας και Μαρίας μαρτύρων
Υπάρχουν, τέλος, και οι άγιες ένδοξες μάρτυρες Μάρθα και Μαρία, η μνήμη των οποίων τελείται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 8 Φεβρουαρίου. Δεν πρόκειται, βέβαια, για τις ομώνυμες αδελφὲς του Λαζάρου των χρόνων του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πρόκειται για άλλες χριστιανὲς αδελφὲς της χρονικής περιόδου, που οι χριστιανοὶ καταδιώκονταν απὸ τους ειδωλολάτρες για την πίστη τους στον Χριστό. Οι αδελφὲς, λοιπὸν, Μάρθα και Μαρία κρίθηκαν ένοχες, διότι είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη διάδοση της χριστιανικής πίστης μεταξὺ του γυναικείου κόσμου. Ο έπαρχος προσποιήθηκε ότι τις ευσπλαχνίζεται κατά την δίκη τους και τις εξόρκιζε να λυπηθούν τη νεότητά τους. Εκείνες του απάντησαν ότι τη ζωή τους θα την χάσουν όλοι, αλοίμονο όμως, σ᾿ όποιον χάσει τη ψυχή του. Διότι, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη «ο πιστεύων εις τον υιὸν έχει ζωὴν αιώνιον. Ο δε απειθὼν τω υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ᾿ η οργὴ του Θεού μένει επ᾿ αυτόν»[41]. Και οι δύο παρθένες, μαρτυρικὲς ηρωΐδες της πίστης, επεσφράγισαν την ομολογία τους με το αίμα τους. (Σε μερικοὺς Συναξαριστὲς αναφέρεται την ημέρα αυτή, μαζὶ με τις δύο προαναφερθείσες παρθένες και ο άγιος Λυκαρίων. Ο άγιος αυτός, φέρεται ότι ήταν παιδὶ πού μόναζε μαζὶ με τις αδελφὲς Μαρία και Μάρθα. Σταυρώθηκε μαζὶ μ᾿ αυτὲς και κατόπιν αποκεφαλίστηκε). Σε αντίθεση, βεβαίως, με τις αδελφές του Λαζάρου, Μάρθα και Μαρία, οι οποίες αξιώθηκαν να κοιμηθούν εν Κυρίω οσιακά και ειρηνικά και όχι εν διωγμώ. Διότι ο Κύριος δεν θέλησε να αφήσει να πονέσουν οι καρδιές, των οποίων κάτω από τη στέγη του σπιτιού τους, είχε απολαύσει τόση γαλήνη τις παραμονές των παθών Του.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον… Τω Σωτήρι αμέμπτως διακονήσασαι, αι του αγίου Λαζάρου θείαι αυτάδελφοι, συν τη Μάρθα τη κλεινή Μαρία πάνσεμνε, και την Ανάστασιν αυτού συν Μυροφόροις Γυναιξί, μαθούσαι εκ του Αγγέλου, φωτός επλήσθητε θείου, ημίν αιτούσαι τα σωτήρια.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ Ήχος β’. Τοις των αιμάτων σου… Των αδελφών την δυάδα την πάντιμον, τας του Λαζάρου συγγόνους τιμήσωμεν, Μαρίαν και Μάρθαν εν άσμασιν, ως αν αυτών ικεσίαις προς Κύριον, πταισμάτων συγχώρησιν λάβωμεν.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ Χαίρετε αυτάδελφαι ιεραί, Μάρθα και Μαρία, σεμναί ήθεσι και ζωή, χαίρετε Λαζάρου, αι σύγγονοι αι θείαι, μεθ’ ου ημιν αιτείσθε, το θείον έλεος.

2 Ιουνίου , Κυριακή της Σαμαρείτιδος και μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Νικηφόρου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως , του ομολογητού.

0 σχόλια




Τῆς Σαμαρείτιδος

 Από το ιστολόγιο της Ι.Μ.Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα 

untitledΤό ἑορτολογικό θέμα τῆς πέμπτης Κυριακῆς ἀπό τό Πάσχα δίδεται πάλι ἀπό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, πού ἀναφέρεται στόν διάλογο τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Σαμαρείτιδα (Ἰω. 4, 5-42). Εἶναι ἀπό τά ἐκλεκτότερα κομμάτια τοῦ Εὐαγγελίου. Στόν διάλογό Του μέ τήν ταπεινή γυναῖκα τῆς Σαμαρείας ὁ Κύριος βρίσκει τήν εὐκαιρία νά ἀποκαλύψῃ τίς πιό ὑψηλές ἀλήθειες. Τήν ἰδιότητά Του ὡς Μεσσίου, τόν τρόπο τῆς ἀληθινῆς λατρείας, τήν δροσιστική δύναμι τῆς χάριτός Του. Καί πάλι στό δοξαστικό τῶν αἴνων κατά ἀριστοτεχνικό τρόπο σκιαγραφεῖται τό ἱερό ἐπεισόδιο:
«Ἡ Πηγή τῆς ζωαρχίας, Ἰησοῦς ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ἐπί τήν πηγήν ἐπιστάς τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, πιεῖν ἐζήτει ὕδωρ παρά γυναικός Σαμαρείτιδος. Τῆς δέ τό ἀκοινώνητον τῶν Ἰουδαίων προσειπούσης, ὁ σοφός δημιουργός μετοχετεύει αὐτήν ταῖς γλυκείαις προσρήσεσιν μᾶλλον πρός αἴτησιν τοῦ ἀϊδίου ὕδατος. Ὅ καί λαβοῦσα τοῖς πᾶσιν ἐκήρυξεν εἰποῦσα· Δεῦτε, ἴδετε τῶν κρυπτῶν γνώστην καί Θεόν, παραγενόμενον σαρκί διά τό σῶσαι τόν ἄνθρωπον».


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΙΤΙΔΟΣ

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ὅλη αὐτή τήν περίοδο πού διανύομε τώρα, ἐπεκτεινομένη σέ πενήντα ἡμέρες, ἑορτάζομε τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μέ αὐτή τήν παράτασι τήν ὑπεροχή της ἀπέναντι στίς ἄλλες ἑορτές. ῎Αν καί βέβαια αὐτή ἡ περίοδος τῶν ἡμερῶν περιλαμβάνει καί τήν ἐπέτειο μνήμη τῆς ἐπανόδου στούς οὐρανούς, ἀλλά καί αὐτή δεικνύει τή διαφορά τοῦ ἀναστάντος Δεσπότου πρός τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού κατά καιρούς ἔχουν ἀναβιώσει.
Πραγματικά ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπό τούς νεκρούς ἀναστήθηκαν ἀπό ἄλλους καί, ἀφοῦ ἀπέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στή γῆ. Ὁ δέ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δέν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπό τόν θάνατο. Διότι μόνο αὐτός, ἀφοῦ ἀνέστησε τόν ἑαυτό του τήν τρίτη ἡμέρα, δέν ἐπέστρεψε πάλι στή γῆ, ἀλλά ἀνέβηκε στόν οὐρανό, καθιστώντας τό φύραμά μας πού εἶχε λάβει ὁμόθρονο μέ τόν Πατέρα ὡς ὁμόθεο.
Γι᾿ αὐτό εἶναι ὁ μόνος πού ἔγινε ἀρχή τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καί ὁ μόνος πού κατέστη ἀπαρχή τῶν νεκρῶν καί πρωτότοκος ἀπό τούς νεκρούς καί πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί ὅπως ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀποθαίνουν στόν ᾿Αδάμ, ἔτσι στόν Χριστό θά ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀλλ᾿ ὁ καθένας στήν τάξι του. Ἀπαρχή εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα οἱ ὀπαδοί τοῦ Χριστοῦ κατά τήν παρουσία του, ἔπειτα οἱ τελευταῖοι, ὅταν καταργήση κάθε ἀρχή καί ἐξουσία καί δύναμι καί θέση ὅλους τούς ἐχθρούς του κάτω ἀπό τά πόδια του.
Τελευταῖος ἐχθρός πού θά καταργηθῆ εἶναι ὁ θάνατος (Α´ Κορ. 15,22 ἑἑ), κατά τήν κοινή ἀνάστασι, μέ τήν ἐσχάτη σάλπιγγα. Διότι πρέπει τό φθαρτό τοῦτο στοιχεῖο νά ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καί τό θνητό τοῦτο νά ἐνδυθῆ ἀθανασία (Α´ Κορ. 15,53).
Τέτοια δωρεά μᾶς προσφέρει ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, καί γι᾿ αὐτό μόνο αὐτήν ἑορτάζομε μέ τόση διάρκεια σάν ἀθάνατη καί ἀνώλεθρη καί ἀΐδια, προεικονίζοντας μέ αὐτά καί τήν μέλλουσα μακαριότητα τῶν ἁγίων, ἀπό τήν ὁποία ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός. Ὑπάρχει δέ σ᾿ αὐτήν εὐφροσύνη καί πανήγυρις ἐνθουσιώδης καί ἀναλλοίωτη. Διότι ἐκεῖ εἶναι πραγματικά ἡ κατοικία τῶν εὐφραινομένων.
Γι᾿ αὐτό ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος ἐνομοθέτησε πρίν ἀπό τίς ἡμέρες αὐτές νά τελοῦμε τήν ἱερά τεσσαρακοστή μέ νηστεία καί ἀγρυπνία καί μέ προσευχή καί κάθε εἶδος ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν. Μέ τήν τεσσαρακοντάδα τῶν ἡμερῶν δεικνύει ὅτι σ᾿ αὐτόν τόν αἰῶνα ἡ ζωή τῶν σωζομένων δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μετάνοια καί θεοφιλής βίος. Μέ τήν πεντηκοστή δέ αὐτή, πού διανύομε τώρα, ἐπιδεικνύει τήν ἄνεσι καί ἀπόλαυσι πού θά ὑποδεχθῆ αὐτούς πού ἔζησαν ἐδῶ ἐναγωνίως γιά τόν Θεό.
Γι᾿ αὐτό ἐκείνη μέν εἶναι τεσσαρακοστή, ἔχει συνακόλουθη τήν μνήμη τῶν σωτηρίων παθῶν καί μετά τήν ἑβδόμη ἑβδομάδα λαμβάνει τήν λύσι τῆς νηστείας.αὐτή δέ σάν πεντηκοστή συμπεριλαμβάνει καί τήν ἀπό τή γῆ μετάθεσι στόν οὐρανό καί τήν κατάβασι καί διάδοσι τοῦ θείου Πνεύματος. Διότι αὐτός ἐδῶ ὁ αἰών εἶναι ἑβδοματικός καί συνίσταται ἀπό τέσσερις ἐποχές καί μέρη καί στοιχεῖα καί γι᾿ αὐτούς πού σ᾿ αὐτόν καθιστοῦν τούς ἑαυτούς των κοινωνούς τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, πού ἀρχίζει ἀπό τήν ὀγδόη καί καταλήγει στήν ὀγδόη καί ἀφοῦ ξεπεράση τήν ἑβδομάδα καί τήν τετρακτύ, διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί τῆς ἔπειτα ἀπό αὐτήν ἀναλήψεως παριστάνει τήν μέλλουσα ἀνάστασι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τήν κατ᾿ αὐτήν ἀνύψωσι τῶν ἀξίων στά σύννεφα πρός τήν θεία συνάντησι καί στήν συνέχεια τήν συνύπαρξι καί ἀνάπαυσι μέ τόν Θεό στούς αἰῶνες.
Αὐτή λοιπόν θά ἔλθη στόν καιρό της. ῾Ο δέ Κύριος κηρύττοντας τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρίν ἀπό τό πάθος καί δεικνύοντας στούς μαθητάς ὅτι δέν θά γίνη μόνο ἀνάμεσα στούς ᾿Ιουδαίους ἡ ἐκλογή τῶν ἀξίων τῆς πίστεως καί τῆς ἀπό αὐτόν προτεινομένης ἀΐδιας κληρονομίας ἀλλά καί ἀνάμεσα στούς ᾿Εθνικούς, κατά τήν σήμερα ἀναγινωσκομένη στήν ἐκκλησία περικοπή τοῦ εὐαγγελίου (᾿Ιω. 4,5-30) “ἔρχεται σέ μιά πόλι τῆς Σαμαρείας, πού λέγεται Σιχάρ, πλησίον τοῦ τόπου πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν υἱό του ᾿Ιωσήφ.
᾿Εκεῖ ἦταν ἡ πηγή τοῦ ᾿Ιακώβ”. Πηγή φυσικά ὀνομάζει τό φρέαρ, διότι εἶχε ὕδωρ πηγαῖο, ὅπως θά φανῆ ἀπό τήν συνέχεια τοῦ λόγου.ἦταν δέ τοῦ ᾿Ιακώβ, ἐπειδή ἐκεῖνος τό εἶχε ἀνοίξει. ῾Ο δέ τόπος πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν ᾿Ιωσήφ εἶναι τά Σίκημα. Διότι εἶπε πρός αὐτόν, ὅταν ἔπνεε τά ἔσχατα στήν Αἴγυπτο καί ἔκαμε διαθήκη. “᾿Ιδού ἐγώ πεθαίνω, ἐνῶ ἐσᾶς θά σᾶς ἐπαναφέρη ὁ Θεός ἀπό αὐτή τή γῆ στή γῆ τῶν πατέρων μας. ᾿Εγώ δίδω τά Σίκημα κατ᾿ ἐξαίρεσι ἀπό τούς ἀδελφούς σου σέ σένα, τά ὁποῖα ἔλαβα ἀπό τούς ᾿Αμορραίους μέ τό ξίφος καί τό τόξο μου”. Γι᾿ αὐτό τά μέν Σίκημα κατοικοῦνταν ὕστερα ἀπό τήν φυλή τοῦ ᾿Εφραίμ, ὁ ὁποῖος ἦταν πρωτότοκος υἱός τοῦ ᾿Ιωσήφ, τόν δέ τόπο γύρω ἀπό αὐτά κατοικοῦσαν οἱ δέκα φυλές τοῦ ᾿Ισραήλ, τίς ὁποῖες ἐκυβέρνησε ὁ ἀποστάτης ῾Ιερουβοάμ.
᾿Αφοῦ δέ αὐτοί προσέκρουσαν στόν Θεό πολλές φορές καί ἐγκαταλείφθηκαν ἀπό αὐτόν πολλές φορές, ὕστερα ἔγιναν ὅλο τό γένος αἰχμάλωτοι, ὁπότε ἀντί αὐτῶν ὁ ἡγέτης τῶν ᾿Ασσυρίων ἐγκατέστησε στόν τόπο ἔθνη πού συνάθροισε ἀπό διάφορα μέρη καί τούς ὠνόμασε Σαμαρεῖτες ἀπό τό ὄρος Σομόρ. ῞Οπως δέ ὁ ᾿Ιακώβ περνώντας ἀπό ἐκεῖ ὑπέταξε τά Σίκημα, καθώς λέγει ἡ ἱστορία, ἔτσι περνώντας ὁ Χριστός τώρα ὑπέταξε τή Σαμάρεια. ᾿Αλλά ἐκεῖνος μέν τό ἔκαμε, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, μέ τήν ρομφαία καί τό τόξο του, δηλαδή πρός ἐξολόθρευσι καί καταστροφή τῶν παλαιῶν κατοίκων, ὁ δέ Χριστός μέ λόγο καί διδασκαλία, δηλαδή γιά σωτηρία.“Διότι ὁ ᾿Ιησοῦς”, λέγει, “κουρασμένος ἀπ᾿ τήν ὁδοιπορία, καθόταν ἔτσι δίπλα στό πηγάδι. Ἡ ὥρα ἦταν περίπου ἕκτη”.
Καί ἡ ὥρα καί ὁ κόπος καί ὁ τόπος ἐπέβαλλαν νά καθήση καθένας πού ἔχει σῶμα σάν τό δικό μας. Θέλοντας λοιπόν νά ἐπιβεβαιώση τοῦτο καί προβλέποντας τό μελλοντικό κέρδος, ἐκαθόταν, λέγει, ἔτσι δίπλα στό πηγάδι, δηλαδή ἀφελῶς κάτω, μόνος του σάν ἕνας ὁδοιπόρος ἀπό τούς πολλούς, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει στήν πόλι, γιά ν᾿ ἀγοράσουν τροφές.
Καθώς λοιπόν ἐκαθόταν ἔτσι μόνος του δίπλα στό πηγάδι, ἔρχεται μιά γυναῖκα ἀπό τήν Σαμάρεια νά πάρη νερό. ῾Ο δέ Κύριος, ὡς ἄνθρωπος διψώντας καί βλέποντας νά ἔρχεται κάποια ἀνθρωπίνως διψῶσα, γιά νά σταματήση τή δίψα της, ὡς Θεός δέ βλέποντας καί τήν καρδιά της νά διψᾶ γιά σωτήριο ὕδωρ, χωρίς ὅμως νά γνωρίζη αὐτόν πού μπορεῖ νά τῆς τό προσφέρη, ἐπείγεται ν᾿ ἀποκαλύψη τόν ἑαυτό του στήν ποθοῦσα ψυχή, διότι ποθεῖ καί αὐτός τούς ποθοῦντας κατά τά γεγραμμένα, ἀρχίζει δέ ἀπό ἐκεῖ πού θά γίνη εὐπρόσδεκτος.καί τῆς λέγει, “δός μου νερό νά πιῶ”. Αὐτή δέ, καθώς ἦταν εὐφυής καί ἀντελήφθηκε καί ἀπό μόνο τή στολή καί τό σχῆμα καί τήν ἔκδηλη ἐξωτερική κοσμιότητα ὅτι εἶναι ᾿Ιουδαῖος καί φύλακας τοῦ νόμου, εἶπε, θαυμάζω πῶς ζητεῖς ἀπό Σαμαρείτιδα νερό, ἐνῶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι δέν ἐπικοινωνοῦν μέ τούς Σαμαρεῖτες ὡς ἐθνικούς. ῾Ο δέ Κύριος. παίρνοντας ἀπό αὐτό ἀφορμή, ἀρχίζει νά ἀποκαλύπτη τόν ἑαυτό του πρός αὐτήν λέγοντας. “Ἄν ἐγνώριζες τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ λέγει, δός μου νά πιῶ νερό, ἐσύ θά τοῦ ἐζητοῦσες καί θα σοῦ ἔδινε ζωντανό ὕδωρ”.
Βλέπεται ἐπιβεβαίωσι περί τοῦ ὅτι, ἄν ἐγνώριζε, θά ἐζητοῦσε ἀμέσως καί θά ἐγινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανοῦ ὕδατος, ὅπως ἔπραξε καί ἀπήλαυσε ὅταν ἔμαθε ὕστερα, ἐνῶ τό συνέδριο τῶν ᾿Ιουδαίων, πού ἐρώτησαν κι᾿ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τόν Κύριο τῆς δόξης (Α’ Κορ 2,8); ᾿Αλλά ποιά εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ; “διότι”, λέγει, “ἄν ἐγνώριζες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ”.
Γιά ν᾿ ἀφήσωμε τά ἄλλα, καί μόνο τοῦτο, τό ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός δέν βδελύσσεται τούς θεωρουμένους ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους βδελυκτούς καί ἀκοινωνήτους ἀκόμη καί γιά ἕνα ποτήρι νερό, πόσο μεγάλη δωρεά καί χάρις δέν εἶναι; Τό δέ νά τούς θεωρῆ τόσο ἀγαπητούς, ὥστε ὄχι μόνο νά δέχεται τά διδόμενα ἀπό αὐτούς, ἀλλά νά μεταδίδη σ᾿ ἐκείνους ἀπό τά ἴδια τά θεῖα χαρίσματά του (τί λέγω τά χαρίσματα; Διότι προσφέρει τόν ἑαυτό του καί καθιστᾶ τούς πιστούς σκεύη δεκτικά τῆς θεότητός του, ἀφοῦ, ὅπως προβλέποντας ἐπαγγέλλεται, δέν εἶναι δυνατό νά ἔχουν ἀλλιῶς μέσα τους πηγή, πού νά τρέχη στήν αἰώνια ζωή), ποιός νοῦς θά τό καταλάβη; Ποιός λόγος θά ἐκφράση τό ὑπερβάλλον τῆς δωρεᾶς;
῾Η Σαμαρεῖτις, ἐπειδή δέν κατάλαβε ἀκόμη τό μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος, πρῶτα μέν ἀπορεῖ, ἀπό πού θά εὕρη τό ὕδωρ πού ὑπόσχεται ὁ συνομιλητής, ἀφοῦ κουβᾶ δέν ἔχει καί τό πηγάδι εἶνα βαθύ. ῎Επειτα ἐπιχειρεῖ νά τόν συγκρίνη μέ τόν ᾿Ιακώβ, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ καί πατέρα, ἐξυμνώντας τό γένος ἀπό τόν τόπο, καί ἐξαίρει τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ, μέ τή σκέψι ὅτι δέν μπορεῖ νά εὑρεθῆ καλύτερο ἀπό αὐτό. ῞Οταν δέ ἄκουσε τόν Κύριο νά λέγει ὅτι “τό ὕδωρ πού θά σοῦ δώσω ἐγώ, θά γίνη γιά τόν δεχόμενο πηγή πού τρέχει πρός αἰώνια ζωή”, ἄφησε λόγο ψυχῆς πού ποθεῖ καί ὁδηγεῖται πρός τήν πίστι, ἀλλά δέν μπόρεσε ἀκόμη νά κυττάξη καθαρά πρός τό φῶς.“δός μου”, λέγει, “Κύριε, τό ὕδωρ τοῦτο, γιά νά μήν διψῶ κι᾿ οὔτε νά ἔρχωμαι ἐδῶ νά παίρνω”. ῾Ο δέ Κύριος, θέλοντας ἀκόμη νά ἀποκαλύπτεται λίγο λίγο, τήν προστάσσει νά φωνάξη καί τόν ἄνδρα της. Καθώς δέ ἐκείνη, κρύβοντας τή διαγωγή της καί συγχρόνως σπεύδοντας νά πάρη τό δῶρο, ἔλεγε, “δέν ἔχω ἄνδρα”, ἀκούει πόσους ἄνδρες εἶχε δικούς της ἀπό παιδί καί ἐλέγχεται ὅτι τώρα ἔχει ἄνδρα πού δέν εἶναι δικός της. Δέν στενοχωρεῖται ὅμως ἀπό τόν ἔλεγχο, ἀλλά ἀμέσως, ἀντιληφθεῖσα ὅτι εἶναι προφήτης ὁ συνομιλητής, ἐπιλαμβάνεται ὑψηλοτέρων ζητημάτων.
Βλέπεται πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καί ἡ φιλομάθεια τῆς γυναικός; Διότι, λέγει, “οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο καί σεῖς λέγετε ὅτι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νά προσκυνοῦμε εἶναι στά ᾿Ιεροσόλυμα”. Βλέπετε πόση συλλογή εἶχε στήν διάνοιά της καί πόση γνώσι τῆς Γραφῆς εἶχε; Πόσοι τώρα ἀπό τούς γεννημένους πιστούς καί τροφίμους τῆς ᾿Εκκλησίας ἀγνοοῦν ὅ,τι ἐγνώριζε ἡ Σαμαρεῖτις, ὅτι οἱ πατέρες μας, ὁ ᾿Ιακώβ δηλαδή καί οἱ ἀπό αὐτόν πατριάρχες, προσκύνησαν τόν Θεό στό ὄρος τοῦτο;  Αὐτήν τή γνῶσι καί τήν βαθειά μελέτη τῆς θεόπνευστης Γραφῆς δεχόμενος ὁ Χριστός σάν ὀσμή εὐωδίας, ἐπέμεινε συζητώντας εὐχαρίστως μέ τή Σαμαρείτιδα. ῞Οπως δηλαδή, ἄν ἐπάνω στούς ἄνθρακες τοποθετήσης κάτι εὔοσμο, ἐπαναφέρεις καί συγκρατεῖς τούς πλησιάζοντας, ἄν ὅμως βάλης κάτι βαρύ καί δύσοσμο, τούς ἀπωθεῖς καί τούς ἀπομακρύνεις, ἔτσι καί στήν διάνοια. Ἄν ἔχεις ἱερά μελέτη καί σπουδή, καθιστᾶς τόν ἑαυτόν σου ἄξιον θείας ἐπιστασίας, διότι αὐτή εἶναι ἡ ὀσμή εὐωδίας πού ὀσφραίνεται ὁ Κύριος. Ἄν ὅμως τρέφης μέσα πονηρούς καί ρυπαρούς καί γηίνους λογισμούς, ἀπομακρύνεσαι ἀπό τήν θεία ἐπιστασία, καθιστώντας τόν ἑαυτό σου ἄξιον τῆς ἀποστροφῆς, ἀλλοίμονο, τοῦ Θεοῦ. Διότι “δέν θά παραμείνουν παράνομοι ἀπέναντι στούς ὀφθαλμούς σου”, λέγει πρός τόν Θεό ὁ ψαλμωδός προφήτης (Ψαλμ. 5,5). ᾿Αφοῦ ὁ νόμος διατάσσει “νά μνημονεύης διαπαντός τόν Κύριο τόν Θεό σου, ὅταν κάθεσαι καί ὅταν βαδίζης, ὅταν εἶσαι ξαπλωμένος καί ὅταν εἶσαι ὄρθιος”, τό δέ εὐαγγέλιο λέγει, “ἐρευνᾶτε τίς Γραφές”, διότι σ᾿αὐτές θά εὑρῆτε ζωή αἰώνια (᾿Ιω. 5,39), καί ὁ ἀπόστολος παραγγέλει, “νά προσεύχεσθε ἀδιαλείπτως” (Α´ Θεσσ. 5,17), αὐτός πού ἀσχολεῖται ἐπίμονα μέ γηίνους λογισμούς εἶναι ὁπωσδήποτε παράνομος, πολύ περισσότερο αὐτός πού ἀσχολεῖται μέ πονηρούς καί ρυπαρούς.
᾿Αλλά πότε προσκύνησαν τόν Θεό σ᾿ αὐτό τό ὄρος οἱ πατέρες μας; ῞Οταν ὁ πατριάρχης ᾿Ιακώβ, ἀποφεύγοντας τόν φοβερό ἀδελφό του ᾿Ησαῦ καί πειθαρχώντας στίς συμβουλές τοῦ πατρός ᾿Ισαάκ, ἀνεχώρησε πρός τή Μεσσοποταμία καί ὅταν ἐπανῆλθε ἀπό ἐκεῖ μέ γυναῖκες καί τέκνα. Κατά τήν ἐπάνοδο, ὅταν ὁ ᾿Ιακώβ ἔπηξε σκηνές σ᾿ αὐτόν περίπου τόν τόπο, ὅπου ὡμιλοῦσε ὁ Κύριος μέ τήν Σαμαρείτιδα, μετά τό ἐπεισόδιο τῆς Δείνας καί τήν ἅλωσι τῶν Σικήμων, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ὅπως γράφεται στή Γένεσι. “Σήκω καί πήγαινε στήν Βαιθήλ καί κατασκεύασε ἐκεῖ θυσιαστήριο στόν Θεό πού σοῦ ἐμφανίσθηκε ὅταν ἀπέδρασες ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἀδελφοῦ σου ᾿Ησαῦ”. Μετά τά λόγια αὐτά ὁ ᾿Ιακώβ ἐσηκώθηκε καί ἀνέβηκε στό παρακείμενο ὄρος καί οἰκοδόμησε ἐκεῖ, λέγει, θυσιαστήριο καί ἐκάλεσε τό ὄνομα τοῦ τόπου Βαιθήλ. Διότι ἐκεῖ τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Θεός.
Γι᾿ αὐτό λέγει ἡ Σαμαρεῖτις ὅτι οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο, ἀκολουθώντας τούς ἀρχαίους ἐκείνους.διότι οἱ σχετικές διατάξεις γιά τόν ναό τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἐνομοθετήθηκαν ὕστερα. Καί ἐπειδή βέβαια ὁ τόπος ἐκεῖνος ὠνομάσθηκε ἀπό τόν ᾿Ιακώβ οἶκος Θεοῦ, διότι τοῦτο σημαίνει τό ὄνομα Βαιθήλ ἑρμηνευόμενο, αὐτή ἀπορεῖ ποθώντας νά μάθη, πῶς δέν λέγετε ὅτι ἐκεῖ εἶναι μᾶλλον ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στά ᾿Ιεροσόλυμα, ὅπου νομίζετε ὅτι πρέπει νά θυσιάζετε καί νά προσκυνῆτε τόν Θεό. ῾Ο δέ Κύριος, ὁλοκληρώνοντας ἤδη τόν σκοπό τῶν λόγων του καί προφητεύοντας περί τῆς γυναικός, ὅτι θά εἶναι τέτοια καθώς τήν ζητεῖ καί τήν δέχεται ὁ Θεός, καί ἀποκρινόμενος πρός τούς λόγους της λέγει, “γυναῖκα, πίστευσέ με, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ὁπότε οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα”, καί ἔπειτα ἀπό λίγο, “τέτοιους ζητεῖ ὁ Θεός αὐτούς πού τόν προσκυνοῦν”.
Βλέπετε ὅτι καί γι᾿ αὐτήν βεβαιώνει ὅτι θά γίνη τέτοια, ὅπως τήν θέλει ὁ Θεός, καί ὅτι θά προσκυνῆ τόν ῞Υψιστο Πατέρα, ὄχι τοπικῶς ἀλλά εὐαγγελικῶς, (διότι πρός αὐτήν ἀπευθύνεται ὁ λόγος ὅτι οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα), συγχρόνως δέ προαναγγέλλει σ᾿ αὐτήν φανερά καί τήν μετάθεσι τοῦ νόμου; Διότι, ἀφοῦ θά μετατεθῆ ἡ προσκύνησις, ἀναγκαίως θά γίνη μετάθεσις καί τοῦ νόμου.
᾿Αλλά καί τό ἐνδιάμεσο κείμενο “σεῖς προσκυνεῖτε ὅ,τι δέν γνωρίζετε, ἐμεῖς προσκυνοῦμε, ὅ,τι γνωρίζομε, ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους”, εἶναι ἀπόκρισις πρός τόν λόγο ἐκείνης, ἀλλά συγχρόνως ἀποτελεῖ συνέπεια τῶν λόγων του. Διότι λέγει ὅτι κατά τοῦτο ἐμεῖς οἱ ᾿Ιουδαῖοι (διότι τοποθετεῖ καί τόν ἑαυτό του μ᾿ ἐκείνους, ἀφοῦ κατά σάρκα εἶναι ἀπό ἐκείνους). Ἐμεῖς λοιπόν, λέγει, πού δέν διαψεύδομε τό ὄνομα, ἀλλά γνωρίζομε τά ἰδικά μας, κατά τοῦτο διαφέρομε στήν προσκύνησι ἀπό σᾶς τούς Σαμαρεῖτες, ὅτι γνωρίζομε πώς ὁρίζεται νά τελῆται στήν ᾿Ιουδαία ἡ προσκύνησις γιά τόν λόγο ὅτι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους θά προέλθη ἡ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, δηλαδή θά ἔλθη ὁ Χριστός. ᾿Επειδή δέ δέν πρόκειται νά ἔλθη στό μέλλον, διότι ἦταν αὐτός ὁ ἴδιος, δέν εἶπε ὅτι ἡ σωτηρία θά εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι. “᾿Αλλά ἔρχεται ὥρα”, λέγει, “καί εἶναι τώρα”.
Καί αὐτά εἶναι προφητικά.τό ἔρχεται χρησιμοποιήθηκε διότι δέν ἐτελέσθηκε ἀκόμη, ἀλλά θά τελεσθῆ, τό δέ “τώρα εἶναι”, χρησιμοποιήθηκε ἐπειδή τήν ἔβλεπε ἔτοιμη νά πιστεύση σύντομα καί νά προσκυνῆ πνευματικῶς καί ἀληθῶς.“ἔρχεται λοιπόν”, λέγει, “ὥρα, καί τώρα ἀκριβῶς εἶναι, ὁπότε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί θά προσκυνοῦν τόν Πατέρα κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια”.διότι ὁ ὕψιστος καί προσκυνητός Πατήρ, εἶναι Πατήρ αὐτοαληθείας, δηλαδή τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ, καί ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν κατ᾿ αὐτούς, τό πράττουν διότι ἔτσι πιστεύουν καί διότι ἐνεργοῦνται δι᾿ αὐτῶν. Διότι, λέγει ὁ ἀπόστολος, τό Πνεῦμα εἶναι αὐτό διά τοῦ ὁποίου προσκυνοῦμε καί διά τοῦ ὁποίου προσευχόμαστε (Βλ. Ρωμ. 8,26), καί “κανείς δέν ἔρχεται πρός τόν Πατέρα παρά μόνο δι᾿ ἐμοῦ”, λέγει ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ (᾿Ιω. 14,6).
Αὐτοί λοιπόν πού προσκυνοῦν ἔτσι κατά τό Πνεῦμα καί τήν ἀλήθεια τόν ὕψιστο Πατέρα, αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί. ᾿Αφοῦ δέ ἐξέβαλε καί τά ᾿Ιεροσόλυμα καί τήν Σαμάρεια, γιά νά μή νομίση κανείς ὅτι πρόκειται νά εἰσαχθῆ ἀντί γι᾿ αὐτά ἄλλος τόπος, στήν συνέχεια ἀπομακρύνει πάλι τόν ἀκροατή ἀπό κάθε σωματική ἔννοια καί τόπο καί προσκύνησι, λέγοντας, “Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά προσκυνοῦν κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια”, δηλαδή ἐννοώντας τόν ἀσώματο ἐντελῶς ἔξω ἀπό σώματα.διότι ἔτσι θά τόν ἰδοῦν καί ἀληθινῶς παντοῦ μέσα στό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του. ῾Ως πνεῦμα δηλαδή πού εἶναι ὁ Θεός εἶναι ἀσώματος, τό δέ ἀσώματο δέν εὑρίσκεται σέ τόπο οὔτε περιγράφεται μέ τοπικά ὅρια.
῾Επομένως αὐτός πού λέγει ὅτι ὁ Θεός πρέπει νά προσκυνῆται μόνο στά ὅρια τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἤ τοῦ ὄρους τῆς Σαμαρείας ἤ σέ κάποιον ἄλλο ἀπό τούς πανταχοῦ στή γῆ καί τόν οὐρανό τόπους, δέν ὁμιλεῖ ἀληθῶς οὔτε προσκυνεῖ ἀληθῶς. ᾿Αλλά ὡς ἀσώματος ὁ Θεός δέν εἶναι πουθενά, ὡς Θεός δέ εἶναι πανταχοῦ.ἐάν ὑπάρχη ὄρος ἤ τόπος ἤ κτιστό πρᾶγμα, ὅπου δέν ὑπάρχει ὁ Θεός, πάλι θά εὑρεθῆ νά περιγράφεται σέ κάτι.εἶναι λοιπόν πανταχοῦ καί σέ ὅλα ὁ Θεός. Πῶς λοιπόν πανταχοῦ καί σέ ὅλα; ῾Ως περιεχόμενος ὄχι ἀπό μέρος ἀλλά ἀπό τό σύμπαν; ῎Οχι βέβαια, διότι πάλι θά εἶναι σῶμα. ῾Επομένως, ὡς συνέχων καί περιέχων τό πᾶν, αὐτός εἶναι στόν ἑαυτό του, πανταχοῦ καί ἐπάνω ἀπό τό σύμπαν, προσκυνούμενος ἀπό τούς ἀληθινούς προσκυνητάς κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του.
Πανταχοῦ λοιπόν, ὄχι μόνο τῆς γῆς ἀλλά καί τῶν ὑπεράνω τῆς γῆς, θά προσκυνηθῆ ὁ Θεός ἀπό τούς ἔτσι πιστεύοντας ἀληθῶς καί θεοπρεπῶς, Πατήρ ἀσώματος καί κατά τόν χρόνο καί τόπο ἀόριστος, στό ἅγιο καί ἀΐδιο Πνεῦμα καί στόν συνάναρχο Υἱό καί Λόγο, πού εἶναι ἡ ἐνυπόστατη ἀλήθεια τοῦ Πατρός. Βέβαια καί ἡ ψυχή καί ὁ ἄγγελος εἶναι ἀσώματα, δέν εἶναι σέ τόπο, ἀλλά δέν εἶναι πανταχοῦ, διότι δέν συνέχουν τό σύμπαν ἀλλά ἔχουν ἀνάγκη τοῦ συνέχοντος, ἑπομένως καί αὐτά εἶναι στόν συνέχοντα καί περιέχοντα τό σύμπαν, ὁριζόμενα ἀπό αὐτόν καταλλήλως. ῾Η ψυχή ὅμως, συνέχοντας τό σῶμα μέ τό ὁποῖο ἐκτίσθηκε μαζί, εἶναι πανταχοῦ τοῦ σώματος, ὄχι ὡς εὑρισκομένη σέ τόπο οὔτε περιεχομένη σέ σῶμα, ἀλλά ὡς συνέχουσα καί περιέχουσα αὐτό, ἀφοῦ ἔχει καί τοῦτο κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ.
῾Η δέ Σαμαρεῖτις, καθώς ἄκουσε ἀπό τόν Χριστό αὐτά τά ἐξαίσια καί θεοπρεπῆ λόγια, ὅτι ὁ Θεός πουθενά δέν πρέπει νά προσκυνῆται ἀληθινά, παρά μόνο κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του, ὅπως ἡ στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων ψυχή πού νυμφεύεται τόν Θεό, ἀναπτερωμένη ἀπό τή φωνή τοῦ νυμφίου τῆς ἀφθαρσίας, μνημονεύει τόν προσδοκώμενο καί ποθούμενο καί, κρυφά ἀκόμη, παρόντα νυμφίο, λέγοντας. “γνωρίζω ὅτι ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός, ἔρχεται.ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα”. Βλέπετε πώς ἦταν ἑτοιμοτάτη γιά τήν πίστι, ὅτι πλησιάζει ἤδη ὁ προσδοκώμενος, καί γεμάτη ἐλπίδα; ῏Αρα δέν ἐταίριαζε νά εἰπῆ καί αὐτή κατά τόν Δαβίδ, “ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, Θεέ, ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, θά τραγουδήσω καί θά ψάλω κατά τήν δόξα μου” (Ψαλμ. 56,8).
᾿Από πού θά ἐγνώριζε τοῦτο μέ τόση βεβαιότητα καί ἀσφάλεια καί θά εἶχε τήν ψυχική διάθεσι γι᾿ αὐτό, ἄν δέν εἶχε μελετήσει τά προφητικά βιβλία μέ ἄκρα σύνεσι; Γι᾿ αὐτό εἶχε καί τόν νοῦ τόσο μετάρσιο, ἀφοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό τήν θεία κατοχή.ὥστε ἐμένα, καθώς βλέπω τώρα μέ χαρά τόν σφοδρό πνευματικό πόθο τῆς Σαμαρείτιδος αὐτῆς πρός τόν Χριστό, μοῦ ἔρχεται νά εἰπῶ πάλι γι᾿ αὐτήν τά λόγια τοῦ Ἄσματος ἐκείνου, “ποιά εἶναι αὐτή πού προβάλλει σάν ἡ αὐγή, ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐκλεκτή σάν ὁ ἥλιος;” (῏Ασμα 6,10). Διότι, ἀφοῦ ἐξαγγέλλει ὅτι σέ λίγο θά φανῆ ὁ νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός καί ὑποδηλώνει ὅτι δι᾿ αὐτῆς ἀρχίζει ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἐθνῶν, σάν νά ἀνεβαίνη ἀπό ἱερά κολυμβήθρα, τήν πηγή ἐπάνω στήν ὁποία ἐστεκόταν, καθώς κατηχεῖτο ἀπό τόν Σωτῆρα, τήν βλέπω νά προβάλλη σάν πολυέραστος ὄρθρος.
Εἶναι δέ ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐπείδη φέγγει, ἄν καί ἐπικρατεῖ ἡ νύκτα τῆς ἀσεβείας ἀκόμη.ἐκλεκτή δέ σάν ὁ ἥλιος, γι᾿ αὐτό ὠνομάσθηκε Φωτεινή ἀπό τόν Σωτῆρα καί καταγράφηκε καί αὐτή στόν κατάλογο τῶν μελλόντων νά λάμψουν σάν ὁ ἥλιος κατά τό εὐαγγέλιο, ἐπειδή ἐπεσφράγισε τόν ὑπόλοιπο φωτοειδῆ βίο της μέ μακάριο καί μαρτυρικό τέλος, καί τώρα δέ ἀνεγνώρισε τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί τόν ἐξύμνησε τελείως ὡς Θεό, καί ὅ,τι εἶπε αὐτός ὕστερα στούς μαθητάς περί τοῦ συμφυοῦς καί ὁμοτίμου Πνεύματος, ὅτι, θά ἔλθη ἐκεῖνος, θά διδάξη ὅλη τήν ἀλήθεια, τοῦτο λέγει προλαβαίνοντας καί αὐτή περί αὐτοῦ, “ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα” (᾿Ιω. 15,26).
᾿Αλλά μόλις τήν εἶδε νά εἶναι τέτοιας λογῆς ὁ νοητός νυμφίος Χριστός, λέγει πρός αὐτήν ἀπροκαλύπτως, “ἐγώ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ”. ᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια καί ἀφήνοντας τήν ὑδρία καί τρέχοντας πρός τήν πόλι τούς πείθει μέ τά λόγια καί τούς ὁδηγεῖ πρός τήν πίστι τοῦ φανέντος, λέγοντας “ἔλθετε νά ἰδῆτε ἄνθρωπο, πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα.μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;”. ῾Ομιλεῖ δέ ἔτσι ὄχι ὅτι ἔχει κάποια ἀμφιβολία, ἀλλά διότι πιστεύει ὅτι καί οἱ ἄλλοι θά πληροφορηθοῦν καλύτερα μέ τή θέα καί θά πεισθοῦν εὐχερέστερα διά τῆς συνομιλίας πρός τόν Κύριο, ὅπως καί στήν πρᾶξι συνέβηκε.
᾿Εγώ καί τά προηγούμενα ἀνέπτυξα συνοπτικῶς, ἀλλά καί τή συνέχεια τῶν εὐαγγελικῶν λόγων θά παραλείψω τώρα, διότι βλέπω ὅτι ἡ ὥρα σᾶς βιάζει πρός τίς ἀνάγκες τοῦ βίου καί τά ἔργα τοῦ βίου. ᾿Αλλά ἐσεῖς προσέξατε αὐτήν τήν Σαμαρείτιδα. Μόλις ἄκουσε τά εὐαγγελικά λόγια, πού ἀνακοινώνομε κι᾿ ἐμεῖς πρός τήν ἀγάπη σας, ἀμέσως κατεφρόνησε ὅλες τίς ἀνάγκες τοῦ σώματος. ῎Αφησε ἀμέσως καί τή στάμνα καί τήν οἰκία, καί, τρέχοντας στήν πόλι καί παρασύροντας τούς Σαμαρεῖτες, ἐπανῆλθε πάλι μαζί μέ αὐτούς πρός τόν Χριστό.διότι τό, “ἔλθετε νά ἰδῆτε”, τοῦτο ἀκριβῶς σημαίνει, “ἀκολουθήσατέ με καί θά σᾶς ὁδηγήσω καί θά σᾶς δείξω τόν ἀπό τούς οὐρανούς Σωτῆρα πού ἦλθε στόν κόσμο”.
῎Ετσι προέτρεψε τότε ἐκείνους καί τούς παρουσίασε στόν Χριστό. ἐμᾶς δέ τώρα μέ τήν ἐγκατάλειψι τῆς οἰκίας καί τῆς στάμνας διδάσκει νά θεωροῦμε προτιμότερη ἀπό τίς βιοτικές ἀνάγκες τήν ὠφέλεια ἀπό τή διδασκαλία, τήν ὁποία ὁ Κύριος ὠνόμασε ἀγαθή μερίδα πρός τήν Μάρθα τοῦ εὐαγγελίου, ὑπερασπίζοντας τήν Μαρία πού παρακολουθοῦσε τόν λόγο (Λουκ. 10,42). ᾿Εάν δέ πρέπει νά περιφρονοῦμε τά ἀναγκαῖα, πόσο περισσότερο τά ἄλλα; ῎Αλλωστε τί σέ βιάζει πρός τά ἐκεῖ καί σέ ἀπομακρύνει ἀπό τά ὠφέλιμα ἀκούσματα; ᾿Επιμέλεια οἴκου καί παιδιῶν καί γυναίκας; Οἰκεῖο ἤ συγγενικό πένθος ἤ χαρά; ᾿Αγορά κτημάτων ἤ πώλησις; Χρῆσις ὅλων τῶν ὑπαρχόντων σου ἤ μᾶλλον κατάχρησις; ᾿Αλλ᾿ ἄκουσε μέ σύνεσι τά ἀποστολικά διδάγματα. “῾Ο καιρός, ἀδελφοί εἶναι συνεσταλμένος στό ἑξῆς, ὥστε καί ὅσοι ἔχουν γυναῖκες νά εἶναι σάν νά μή ἔχουν καί ὅσοι κλαίουν σάν νά μή κλαίουν καί ὅσοι χαίρονται σάν νά μή χαίρωνται καί ὅσοι ἀγοράζουν σάν νά μή κατέχουν καί ὅσοι χρησιμοποιοῦν τόν κόσμο τοῦτο σάν νά μήν τόν παραχρησιμοποιοῦν.διότι τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχεται” (Α´ Κορ. 7,29).
Τί σημαίνει ὅτι “ὁ καιρός εἶναι συνεσταλμένος”; Σύντομος ὁ βίος, πλησίον ὁ θάνατος, φθαρτός ὁ κόσμος αὐτός, ἄλλος εἶναι ἐκεῖνος πού μένει παντοτινά. Ἐμᾶς δέ μᾶς παραπέμπει πρός ἐκεῖνον μέ ἀσφάλεια ἡ καταφρόνησις τοῦ παρόντος κόσμου, ἡ ἑτοιμασία γιά ἐκεῖνον τόν μέλλοντα, ἡ κατά τό δυνατό διαβίωσις ἀπό ἐδῶ σύμφωνα μ᾿ ἐκείνη τή διαγωγή καί ἡ κατά δύναμι ἀποφυγή τῶν ἐπιβλαβῶν τοῦ παρόντος βίου. ῞Οπως δέ ὅταν γίνεται πυκνά ἐπιδρομή ἐχθρῶν στά ἐκτός τῆς πόλεως, ἔχομε τούς ἀγρούς σάν νά μή τούς ἔχωμε καί τόν περισσότερο καιρό, φεύγοντας ἀπό ἐκείνους, καθόμαστε μέσα σέ ἀσφάλεια, κι᾿ ἄν οἱ ἐχθροί ἀναχωρήσουν γιά λίγο, χρησιμοποιοῦμε σύντομα τούς περιπάτους ἐμπρός ἀπό τό ἄστυ, χωρίς κατάχρησι, διότι βλέπουμε τόν καιρό τῆς χρήσεως συνεσταλμένο.ἔτσι καί αὐτόν τόν κόσμο παραινεῖ ὁ ἀπόστολος νά τόν χρησιμοποιοῦμε ἀλλά νά μήν τόν παραχρησιμοποιοῦμε. Διότι βλέπει τούς ἀοράτους ἐχθρούς νά ἐπεμβαίνουν δεινῶς καί τήν ἀπειλή τῆς φθορᾶς. “παρέρχεται”, λέγει, “τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου”.
᾿Αλλ᾿ ὅμως, ἐπειδή τά παρόντα δέν ὑφίστανται οὐσιωδῶς ἀλλ᾿ ἀποτελοῦν σχηματισμό, καί γίνονται μέν ἀλλά δέν εἶναι, φαινόμενα γιά λίγο καί παρερχόμενα, κι᾿ ἄν θελήση κανείς νά τά κατέχη, δέν θά μπορέση ποτέ, σάν σκιά θερινῆς ἄγονης νεφέλης πού διώκεται ἀπό ἄνεμο καί παρέρχεται γρήγορα, ἡ παραίνεσις παρέρχεται γιά νά γίνη φανερά ἡ πρόθεσις τοῦ καθενός καί γιά νά δώση σημεῖο τῆς ἐπιγνώσεως τῶν ἀπό τόν Θεό διαταγμάτων. Διότι κι᾿ ἄν θελήση κανείς νά τά κατέχη, ὅπως εἶπα, τά παρόντα δέν εἶναι καθεκτά, κι᾿ αὐτό διττῶς.ὄχι μόνο ὁ κόσμος αὐτός παρέρχεται, ἀλλά κι᾿ ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς, πού χρησιμοποιοῦμε αὐτόν τόν κόσμο, μερικές φορές παρέρχεται καί πρίν ἀπό τά ἐγκόσμια πού ἔχει στή διάθεσί του.
Κάθε ἄνθρωπος παρέρχεται σάν νά βαδίζη ὁδόν, πού κι᾿ αὐτή κινεῖται πολυειδῶς καί παρέρχεται ἀπό αὐτόν, καί συμβαίνει ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ τόν προφθάνει ἡ ὁδός καί ὅσα κατεῖχε δέν μπορεῖ πλέον νά τά κατέχη ἤ αὐτός προφθάνει καί δέν μπορεῖ πλέον νά κατέχη τά τοῦ βίου.διότι, ἀφοῦ εἶναι θνητός ὁ ἄνθρωπος, εἶναι συνημμένος μέ τά τοῦ βίου, πού εἶναι καί αὐτά τρεπτά.
 ῎Η λοιπόν ὡς συνημμένος μέ τά τρεπτά τρέπεται πολυτρόπως κι᾿ ἔχασε ὅσα κατεῖχε, πλοῦτο ἴσως, λαμπρότητα, εὐθυμία, ἤ πεθαίνοντας προφθάνει νά ἐπιφέρη στόν ἑαυτό του κεφαλαιωδέστερη τροπή καί ἀναχωρεῖ γυμνός, ἐγκαταλείποντας τά τωρινά ἀγαθά του καί τίς ἐλπίδες γι᾿ αὐτά. ῎Ισως σέ παιδιά, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ εὐχαρίστησι καί ἀπ᾿ αὐτό; Αὐτός μέν δέν ἔχει πλέον καμμιά αἴσθησι τῶν ἐδῶ πραγμάτων, τά δέ παιδιά θά πέσουν μέ τόν ἴδιο ἤ ἄλλον τρόπο.
Τό τέλος λοιπόν τῶν προσκολλημένων σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο εἶναι πάντοτε συμφορά, ἀφοῦ τελικῶς ἐκφέρονται γυμνοί καί ἐγκαταλείπουν ὅλα τά ἐδῶ ἀγαπητά πράγματα. Σέ ὅσους δέ περιφρονοῦν τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου καί ζητοῦν νά μάθουν περί τοῦ μέλλοντος κόσμου καί σπεύδουν νά πράττουν αὐτά πού θά συντελέσουν γιά ἐκεῖνον, ὁ θάνατος, ὅταν ἔρχεται δέν ἐπιφέρει ζημία, ἀλλά μᾶλλον τούς μεταφέρει ἀπό τοῦτα τά μάταια καί ρευστά, πρός ἀνέσπερη ἡμέρα, πρός ἄφθαρτη τρυφή, πρός ἀΐδια δόξα, πρός τά πραγματικά ὑπάρχοντα καί ἀναλλοιώτως διαμένοντα.
Αὐτά εἴθε νά ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν χάρι καί φιλανθρωπία αὐτοῦ πού ἔκλινε τούς οὐρανούς καί κατέβηκε ὑπέρ ἡμῶν, ὄχι ἕως ἐμᾶς, ἀλλά καί ἕως τίς ἔγκλειστες στά καταχθόνια ψυχές.καί πού ἀπό ἐκεῖ ξανανέβηκε δι᾿ ἀναστάσεως καί ἀναβιώσεως καί προσέφερε σ᾿ ἐμᾶς τόν φωτισμό καί τή γνῶσι καί τήν ἐλπίδα τῶν οὐρανίων καί ἀϊδίων, στά ὁποῖα εἶναι δεδοξασμένος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.



 
 Την  2αν  του μηνός Ιουνίου η μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Νικηφόρου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως , του ομολογητού.





Ο Άγιος Νικηφόρος, ο Ομολογητής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 758 μ.Χ., από περιφανείς και ευσεβείς γονείς, το βασιλικό γραμματέα και νοτάριο Θεόδωρο και την
Ειρήνη. Ο πατέρας του εξορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τον Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στα Μύλασσα της Καρίας και μετά στη Νίκαια, όπου μετά εξαετία
απέθανε, διότι ήταν υπέρμαχος των ιερών εικόνων.

Ο Νικηφόρος είχε καλή εκπαίδευση και εχρημάτισε βασιλικός γραμματέας, αλλά επειδή είχε κλίση στη μοναχική πολιτεία, εκάρη μοναχός και αποσύρθηκε σε κάποιο λόφο απέναντι
του Θρακικού Βοσπόρου, όπου μαζί με άλλους μοναχούς διήνυε την οδό της ασκήσεως.

Γενόμενος γνωστός για τις αρετές του στην Κωνσταντινούπολη, προσκλήθηκε και ανέλαβε τη διεύθυνση κάποιου πτωχοκομείου της πόλεως. Όταν εκοιμήθηκε ο Άγιος Ταράσιος,
υπό του αυτοκράτορος Νικηφόρου Α’ του Λογοθέτου (803 – 811 μ.Χ.), με την ψήφο του κλήρου και του λαού, εξελέγη, στις 5 Απριλίου 806 μ.Χ., Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως και εχειροτονήθηκε στις 12 του ιδίου μηνός κατά την ημέρα του Αγίου Πάσχα.

Όσο ζούσε ο βασιλεύς Νικηφόρος και οι διάδοχοί του Σταυράκιος (811 μ.Χ.) και Μιχαήλ Α’ ο Ραγκαβές (811 – 813 μ.Χ.), η πατριαρχεία του Αγίου Νικηφόρου ήταν ομαλή και
απερίσπαστη. Όταν όμως αυτοκράτορας έγινε ο Λέων Ε’ ο Αρμένιος (813 – 820 μ.Χ.), ο οποίος ήταν εικονομάχος, ο Άγιος Νικηφόρος ήταν αντίπαλος και ατρόμητος επιτιμητής
της βασιλικής ασέβειας. Ο Πατριάρχης παρέλαβε τον Όσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, τον Άγιο Αιμιλιανό Κυζίκου, τον Άγιο Ευθύμιο Σαρδέων, τον Ευδόξιο Αμορίου, τον Άγιο
Μιχαήλ Συνάδων και τον Άγιο Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, και επήγε στο παλάτι, για να ελέγξει τον αυτοκράτορα και να τον βοηθήσει να επιστρέψει στην ορθή πίστη. Ο αυτοκράτορας
έμενε αμετάπειστος και τους κατεδίκασε όλους σε εξορία. Ο Πατριάρχης Νικηφόρος εξορίσθηκε αρχικά στη Χρυσούπολη και στη συνέχεια στη μονή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος
Θεοδώρου κοντά στον Ακρίτα. Εκεί συνδέθηκε περισσότερο με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, που ήταν και αυτός εξορισμένος.



Όταν μετά από λίγο, δολοφονηθέντος του αυτοκράτορος Λέοντος, έγινε βασιλέας ο Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός (820 – 829 μ.Χ.), ο Άγιος Νικηφόρος επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη
και εζήτησε την αποκατάστασή του. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ εδέχθηκε την πρόταση αυτή, αλλ’ υπό τον όρο ο Άγιος να αναγνωρίσει την υφιστάμενη εκκλησιαστική τάξη και να
μην κινήσει το θέμα της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων. Ο Άγιος απέκρουσε τον όρο αυτό και επροτίμησε την εξορία, όπου και απέθανε το 829 μ.Χ.

Ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής είναι επίσημος στην ιστορία της Εκκλησίας, όχι μόνο διότι με ενθουσιασμό και ιερό ζήλο επολέμησε τους εικονομάχους, αλλά και για τη σπάνια
αυτού συγγραφική ικανότητα. Επισημότερα των συγγραμμάτων του είναι η «Σύντομος Ιστορία», το «Χρονολογικόν σύντομον», η «Στιχομετρία», «Λόγοι αντιρρητικοί»,
«Επιστολαί», και διάφοροι εκκλησιαστικοί κανόνες.

Η μεγάλη συμβολή του Αγίου Νικηφόρου στην υπερίσχυση και επικράτηση των Ορθοδόξων απόψεων έγκειται στην υπ’ αυτού συστηματική ανασκευή και αναίρεση των
εικονοκλαστικών θέσεων και μάλιστα και των αναφερομένων στο Χριστολογικό δόγμα.

Οι εικονομάχοι, αθετήσαντες την τιμή των ιερών εικόνων, απέβαλαν ευθύς εξ αρχής και τις εικόνες των Αγγέλων. Ο Άγιος Νικηφόρος απέδειξε με βάση την Παλαιά Διαθήκη ότι οι
Αγγελικές δυνάμεις, αν και ασώματοι, άυλοι και (σχετικώς) απεριόριστοι, εικονίζονται και οι εικόνες προσαγορεύονται δια του ονόματος των αρχετύπων, δια του οποίου
μεταβιβάζονται σε αυτές η χάρη και η ευλογία εκείνων, των οποίων και μεταλαμβάνουν οι αξίως τιμώντες αυτές. Έτσι, κατά τον ιερό Πατέρα, οι εικόνες των Αγγέλων δεν είναι
άψυχα, αναίσθητα, από άψυχη και άλογη ύλη, επιτεύγματα ανθρωπίνων χειρών, δεν είναι είδωλα, αλλά των επουρανίων Δυνάμεων «ἀφομοιώματα τίμια καὶ ἅγια», «ἱερὰ
ἀπεικάσματα καὶ ἀπεικονίσματα», τὴν κατασκευὴ τῶν ὁποίων «Θεός ἐστιν ὁ προστάττων, Θεὸς ὁ κελεύων».

Η Εκκλησία εορτάζει την ανακομιδή του ιερού λειψάνου αυτού στις 13 Μαρτίου.




Στίχος
Τοῦ Πατριάρχου Πατριάρχης πλησίον, Θείου γέροντος, Ἀβραὰμ Νικηφόρος. Δευτερίῃ Νικηφόρος εἰς Ἐδὲμ εὕρατο μοίρην.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως
Νίκην ἤνεγκε, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ σὴ ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε· τὴν γὰρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορίᾳ ἀδίκως ὡμίλησας. Πάτερ Ὅσιε,
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'.
Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά,
τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικηφόρε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον
Τὸν τὴν νίκης στέφανον, ὦ Νικηφόρε, οὐρανόθεν ἔνδοξε, ὡς εἰληφὼς παρὰ Θεοῦ, σῶζε τοὺς πίστει τιμῶντάς σε, ὡς Ἱεράρχην Χριστοῦ καὶ Διδάσκαλον.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐκκλησίας ἔμπνους εἰκών, καὶ Εἰκονομάχων, καθαιρέτης ὁ ἰσχυρός· χαίροις θεοσδότων, δογμάτων ὁ προστάτης, θεόφρον Νικηφόρε, πίστεως ἔρεισμα.

Το ιστολόγιο του ιερού ναού μας επί τη ευκαιρία των ονομαστηρίων του ιερατικώς προϊσταμένου της ενορίας μας  π.Νικηφόρου Καλαϊτζίδη εύχεται υικώς έτη αιώνια και ευλογημένα , δια πρεσβειών του προστάτου αυτού Αγίου .