ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

9 Νοέμβρίου μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών Νεκταρίου , επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού και της Οσίας μητρός ημών Θεοκτίστης της Λεσβίας , της εν Πάρω ασκησάσης και εν τω Ναώ της Εκατονταπυλιανής.

0 σχόλια


Απόψε στον ιερό ναό μας τιμούμε δια πανηγυρικής αγρυπνίας τον Άγιο Νεκτάριο και την Οσία Θεοκτίστη , της οποίας άγιον και ιερόν  λείψανον θα τεθεί εις προσκύνησιν κατά την ακολουθίαν του όρθρου

Βίος και πολιτεία του Αγίου πατρός Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού


 


   Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της  Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη αδέρφια: τον Δημήτριο, τον Γρηγόριο, τη Σμαράγδα, τη Σεβαστή, τη Μαριώρα και τον Χαραλάμπη (το όνομα και η ύπαρξη του οποίου εμφανίζονται στην διαθήκη του Αγίου, ενώ κάποιες πηγές τον θέλουν να αντικατέστησε τον Άγιο ως διδάσκαλος στο χωριό Λιθί της Χίου). Κατά την βάπτιση του δε, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος.
    Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από την μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στην μητέρα του.
    Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του όσο και για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή δε, έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών πόρων.


    Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθη ως παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου (διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις. Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου. Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να εορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλύτωσαν την ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.
   Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον «Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί, ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής. Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7 Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά την χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος.  Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.
    Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Στην Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ηθική, Παλαιά Διαθήκη, Εβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική και Ιστορία Δογμάτων. Την περίοδο των σπουδών του υπηρέτησε ως διάκονος στους ναούς: της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) και στου Αγίου Νικολάου (Πευκάκια).
    Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο. Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.
   Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εξεδόθη από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.
    Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα. Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους.Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις 15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια, έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.
   Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια "αυτιά", στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894. Στην διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών και δέντρων. Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του 1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές εργασίες του.
    Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24 Νοεμβρίου του 1900. Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα -ήταν ακόμα διευθυντής στην Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
    Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών το μήνα. Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης. Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξια του. Πάντα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!
    Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.
    Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ' όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.
    Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα περισσότερο απ' όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.Όταν μετά από έξη μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!
    Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο.Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.undefined




                                    Οσία Θεόκτιστη

Η ΕΚ ΛΕΣΒΟΥ- Η ΕΝ ΠΑΡΩ ΑΣΚΗΣΑΣΑ



Η Οσία Θεοκτίστη η Λεσβία, είναι η δεύτερη  πολιούχος του νησιού της Πάρου μετά την Παναγία, μαζί με τους μετέπειτα δυο προστάτες του νησιού: τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο και τον Άγιο Αρσένιο κατατάχθηκαν πολλούς αιώνες αργότερα στη σεπτή χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας.

Η οσία Θεοκτίστη γεννήθηκε στην αρχαία πόλη της Λέσβου Μήθυμνα, τον σημερινό Μόλυβο τον Θ’ αιώνα. Από πολύ μικρή έχασε τους γονείς της και οι συγγενείς της την παρέδωσαν, σ’ ένα παρθενώνα, σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι. Εκεί οι μοναχές την ανέθρεψαν και όταν μεγάλωσε έγινε μοναχή.Σε μια επιδρομή τους στη Λέσβο, Άραβες σηρακινοί πειρατές από τη Κρήτη, αιχμαλώτισαν μαζί με άλλες κοπέλες τη μοναχή Θεοκτίστη. 

Μετά από αυτή την επιδρομή οι πειρατές κατευθύνθηκαν με τα πλοία τους προς την  βόρεια Αφρική για να πουλήσουν το έμψυχο φορτίο τους στα σκλαβοπάζαρα. Στο μακρύ τους ταξίδι πέρασαν από τη Πάρο και προσάραξαν στο λιμανάκι της Νάουσας. Εκεί έβγαλαν τις αιχμάλωτες για να συνέλθουν από τη ναύτια και να υπολογίσουν τι άξιζε η καθεμία τους σε χρήμα. Η οσία προφασίστηκε κάποια φυσική της ανάγκη και κατάφερε να ξεφύγει στο πυκνό τότε δάσος του νησιού.Οι πειρατές μόλις κατάλαβαν ότι τους ξέφυγε άρχισαν να ερευνούν όλη τη γύρω περιοχή χωρίς αποτέλεσμα. Η οσία έτρεχε χωρίς σταματημό. Μετά από ώρα σταμάτησε σε ένα ύψωμα ,που φαίνοταν καθάρα το λιμάνι και είδε το πλοίο με τους πειρατές να φεύγει . Εκείνη τη στιγμή η οσία έπεσε στα γόνατα και δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία της. Έτσι περιπλανώμενη η οσία βρέθηκε στο μεγάλο ναό της Παναγίας που αργότερα ονομάσθηκε Εκατονταπυλιανή. Εκείνη την εποχή το νησί ήταν έρημο, διότι οι κάτοικοι έφευγαν για να γλυτώσουν από τις πειρατικές επιδρομές .
  
Η αγία Θεοκτίστη έζησε περί τα 35 χρόνια μέσα στο ναό της Θεοτόκου ,γυμνή και ανυπόδητη, έχοντας ως τροφή άγρια χόρτα και αγίασμα που αναβλύζει ακόμα και σήμερα κάτω από την αγία τράπεζα του ναού. Κάποτε ήρθαν στην Πάρο, κυνηγοί από την Εύβοια για να κυνηγήσουν στο δάσος του νησιού.  Ένας από τους κυνηγούς, που ήταν θεοσεβής  πέρασε από τον ναό για να προσκηνύσει.Την ώρα που μπήκε στο ναό ο κυνηγός αιφνιδιάστηκε ,γιατί είδε μια μυστηριώδη γυναικεία παρουσία . Εκείνη του ζήτησε να της ρίξει κάποιο ένδυμα για να καλυφθεί.Ο κυνηγός έπεσε στα γόνατα της και την παρακάλεσε να τον ευλογήσει γιατί ήξερε οτί σίγουρα πρόκειται για αγία. Εκείνη του είπε ότι η θεϊκή βούληση τον έφερε κοντά της και του ζήτησε την επόμενη φορά που θα έρθει ξανά στο νησί για κυνήγι να της φέρει αγία κοινωνία για να μεταλάβει γιατί ένιωθε ότι πλησίαζε το τέλος της. 

‘Ετσι και έγινε, την επόμενη φορά που ήρθε ο κυνηγός στο νησί , της πήγε θεία κοινωνία για  να μεταλάβει και έπειτα έφυγε για να πάει να κυνηγίσει. Στην επιστροφή του  από το κυνήγι και πριν αναχωρίσει για την Εύβοια ο κυνηγός  πέρασε από τον ναό για να αποχαιρετίσει την αγία., την βρήκε όμως νεκρή. Αιφνιδιασμένος ο κυνηγός πήρε το σώμα της και το έθαψε μέσα στο ναό της Παναγίας Εκατονταπυλιανής. 
Ο εορτασμός την μνήμης της γίνεται στην 9η  Νοεμβρίου και στην Πάρο είναι ημέρα επίσημης αργίας  για το νησί.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῆς Μηθύμνης τόν γόνον καί θεῖον βλάστημα καί Παρίων τό κλέος καί τό ἐντρύφημα, Θεοκτίστην τήν Ἁγίαν εὐφημήσωμεν. Χαίροις βοῶντες πρός Αὐτήν, καλλιπάρθενε ἀμνάς καί Νύμφη τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὧ καί πρεσβεύεις ἀδιαλείπτως τοῦ σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++

Κωνσταντίνος Μαύρης
Φοιτητής Θεολογίας Αθηνών
21 Οκτωβρίου 2013
 

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Ροβινσώνας τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁσία Θεοκτίστη ἡ Λεσβία

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

«Μέγα τὸ κατόρθωμα τοῦ σοῦ βίου, Μῆτερ, ἀληθῶς. Ἐκπλήττεις γὰρ τῶν πιστῶν πάσαν ἀκοὴν τοῖς σοῖς ἀριστεύμασιν. Ὅτι ὡς ἄγγελος ἐπὶ γῆς... Ὁσία, ἐβίωσας καὶ ἀγγέλοις καθωμοίωσαι».
«Δίκαιος ὥσπερ λέων πέποιθε», λέγει ὁ σοφὸς Σολομῶν. Κι᾿ ἀληθινά, ὅλοι οἱ ἅγιοι σταθήκανε σὰν λιοντάρια στὴν πίστη τους, ὄχι μοναχὰ τὰ παλληκάρια, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄκακα γεροντάκια κ᾿ οἱ γυναῖκες, ποὺ εἶναι ἀπὸ φυσικὸ τοὺς φοβιτσιάρες.
Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία εἶναι ἡρωική. Ὅποιος ἔχει πίστη δὲν φοβᾶται τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἡ παλληκαριά, ποὺ ἔχουνε ὅσοι ἀγωνίζουνται γιὰ τὰ πράγματα τούτου τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὴν ἀφοβία καὶ στὴν καρτερία ποὺ δείξανε οἱ ἅγιοι, ὄχι μοναχὰ οἱ μάρτυρες, ἀλλὰ κ᾿ οἱ ὅσιοι κ᾿ οἱ ἱεράρχες. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς ἀντρείους του κόσμου μπορεῖ νὰ ἀντέξη στὴν καταφρόνεση; Ποιὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ ὑπομένη τὶς ἄδικες κατηγόριες; Ποιὸς γυρίζει τὸ πρόσωπό του κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο μέρος γιὰ νὰ τὸν χτυπήσουν, χωρὶς νὰ ἀντισταθῆ; Ποιὸς ἔχει τὴ δύναμη ν᾿ ἀγαπᾶ τοὺς ὀχτρούς του καὶ νὰ παρακαλῆ γι᾿ αὐτούς;
Μὰ καὶ στὰ σωματικά, ποιὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀρνηθῆ τὸν κόσμο καὶ νὰ πάγη νὰ ζήση στὴν ἐρημιὰ σὰν τὸ ἀγρίμι, χωρὶς καμμιὰ παρηγοριά, δίχως νὰ βλέπη ἴσκιον ἀνθρώπου, καὶ νὰ θρέφεται μὲ ἄγρια χορτάρια, ἔχοντας γιὰ σπίτι κανένα σκοτεινὸ καὶ ὑγρὸ σπήλαιο;
Ναί, ἡ πίστη κάνει σὰν ἀτσάλι καὶ τὴν πιὸ τρυφερὴ καρδιά. γιὰ τοῦτο ἔγραφε κι᾿ ὁ θεόγλωσσος Παῦλος «οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως» (Τιμόθ. Β´, α´, 7).
Ἀνάμεσα στοὺς ἅγιους, εἶναι κάποιοι ποὺ ἡ γενναιότητά τους κι᾿ ὁ σκληρὸς τρόπος τῆς ζωῆς τοὺς ξεπερνᾶ τόσο πολὺ τὸ σύνορο ποὺ φτάνει ἡ ἀντοχὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ φαίνουνται ἀπίστευτα στὸν ἄπιστο, ἐνῶ ὁ πιστὸς δακρύζει διαβάζοντας τὸ βίο τους καὶ δοξάζει τὸ Θεὸ ποὺ δίνει τέτοια δύναμη σὲ κείνους ποὺ ἀρνηθήκανε τὰ πάντα γιὰ τὄνομά του. Μιὰ τέτοια ἀδάμαστη ψυχὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ στάθηκε ἡ ἁγία Θεοκτίστη ἡ Λεσβία.
Αὐτὴ ἡ ἁγία γεννήθηκε στὴ φημισμένη Μήθυμνα, ποὺ σήμερα λέγεται Μόλυβος, μιὰ μικρὴ πολιτεία ποὺ βρίσκεται στὰ βορινά της Μυτιλήνης, ἀντίκρυ στὸν κάβο-Μπαμπὰ τῆς Ἀνατολῆς. Στὴ Μήθυμνα γεννηθήκανε στὰ ἀρχαῖα χρόνια πολλοὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, κι᾿ ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς κι᾿ ὁ Ἀρίωνας, ὁ μεγάλος μουσικός, ποὺ τὸν παριστάνανε καβαλλικεμένον σ᾿ ἕνα δελφίνι, μὲ τὴ λύρα στὰ χέρια, θέλοντας νὰ δείξουνε πὼς μάγευε καὶ τὰ ζῶα μὲ τὴν τέχνη του.
Λοιπόν, κ᾿ ἡ ἁγία Θεοκτίστη εἶχε πατρίδα τὴ Μήθυμνα. Ἀλλὰ ἀσκήτεψε καὶ κοιμήθηκε στὴν Πάρο, καὶ τὸ λείψανό της βρίσκεται στὴν Ἰκαριά. Κ᾿ οἱ πατριῶτες τῆς τὸ εἴχανε καημὸ νὰ μὴν ἔχουνε αὐτοὶ τὸ ἅγιο λείψανό της, καὶ δὲν πάψανε νὰ ἐνεργοῦνε, ὡς ποὺ σήμερα ἔγινε αὐτὸ ποὺ ποθούσανε, καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ λείψανο τῆς ἁγίας θὰ δοθῆ στοὺς Μηθυμναίους, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ μητροπολίτου Σάμου σεβ. Εἰρηναίου, καὶ θὰ θησαυρισθῆ σὲ μία ἐκκλησία ποὺ θὰ χτίσουνε στὴ μνήμη της.
Ἡ ἁγία Θεοκτίστη γεννήθηκε πρὶν ἀπὸ χίλια ἑκατὸ χρόνια, τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε βασιλιὰς στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Λέοντας ὁ Σοφός.
Ὅπως εἶναι συνηθισμένο σὲ τέτοιες ψυχές, ποὺ ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἷμα κι᾿ ἀπὸ θέλημα ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Θεό, ἡ ἁγία Θεοκτίστη ἀπὸ μικρὴ ἔτρεχε στὴν ἐκκλησία νὰ ξεδιψάση σὰν ζαρκάδι διψασμένο, ὡς ποὺ πεθάνανε οἱ γονιοί της καὶ κείνη πῆγε σ᾿ ἕνα μοναστήρι κ᾿ ἔγινε μοναχή, στὸ ἄνθος τῆς νιότης της. Μὰ κι᾿ ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἔτρεχε νὰ βοηθήση ὅπου ὑπῆρχε δυστυχισμένος, ἄρρωστος, φτωχὸς κι᾿ ἀπροστάτευτος ἄνθρωπος.
Μιὰ χρόνια πεθύμησε νὰ δὴ τὴ μεγαλύτερη ἀδελφή της καὶ κατέβηκε στὴ Μήθυμνα ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ Πάσχα.
Κεῖνον τὸν καιρὸ ρημάζανε τὰ νησιὰ καὶ τ᾿ ἀκρογιάλια τῆς Ἀνατολῆς οἱ μπαρμπερίνοι κουρσάροι. Εἶχε φανερωθῆ τότες ἕνας ἀράπης Νίσσυρης, ἄγριο σκυλόψαρο, ποὺ γύριζε παντοῦ μὲ τὰ καράβια του, κι᾿ ὅπου ξεμπαρκάριζε δὲν ἄφηνε πέτρα ἀπάνω στὴν πέτρα. Ἅρπαζε, ξέσκιζε, σκότωνε, ἀτίμαζε τὶς γυναῖκες, σκλάβωνε τοὺς ἄντρες, ἀλλαξοπιστοῦσε τοὺς χριστιανούς.
Πῆγε λοιπὸν κι᾿ ἄραξε σὲ μία ἔρημη θαλασσοβραχιά, βορινὰ ἀπὸ τὴ Μήθυμνα, δίχως νὰ τὸν πάρουνε εἴδηση, μπῆκε μὲ τ᾿ ἀραπομάνι τοῦ στὸ χωριὸ τὴ νύχτα, τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι κοιμόντανε, καὶ μέσα σὲ λίγο τὸ διαγούμισε, δὲν ἄφησε ἄψαχτο σπίτι, σκότωσε, ἀτίμασε, καὶ τοὺς ζωντανούς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, τοὺς πῆρε σκλάβους γιὰ νὰ τοὺς πουλήση. Ἀνάμεσα στοὺς σκλάβους ἤτανε κ᾿ ἡ Θεοκτίστη, δεκαοχτὼ χρονῶν κορίτσι.
Κάνανε πανιά, κ᾿ ἐπειδὴ εἴχανε πρύμο τὸ βοριά, τραβήξανε καὶ πήγανε στὴν Πάρο, ποὺ ἤτανε ὁλότελα ἔρημη κ᾿ εἶχε ρουμανιάσει, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὴν εἴχανε κάνει λημέρι οἱ πειράτες.
Ἡ Θεοκτίστη, μαζεμένη σὲ μία γωνιὰ μέσα στ᾿ ἀμπάρι, ἤτανε σκεπασμένη μὲ τὸ ράσο τῆς κ᾿ ἔλεγε μέσα της τὴν προσευχή της, τὸ ψαλτήρι, τὴ δέηση τοῦ Ἰωνᾶ ποὺ τὸν κατάπιε τὸ θεριόψαρο, τὴν προσευχὴ τῶν Τριῶν Παίδων μέσα στὸ καμίνι, τὴν προσευχὴ τοῦ Δανιὴλ μέσα στὸ λάκκο τῶν λεόντων.
Εἴπαμε πὼς ἡ Πάρος ἤτανε ἔρημη καὶ ρουμανιασμένη, καὶ δὲν φαινότανε ἀπάνω τῆς μηδὲ ἴσκιος ἀπὸ ἄνθρωπο. Τὸ μεγάλο χωριό, ἡ Παροικιά, εἶχε γίνει ἕνας σωρὸς ἀπὸ πέτρες, κι᾿ ἀνάμεσά τους εἴχανε θεριέψει τὰ ἀγριοχόρταρα καὶ τ᾿ ἀγριόδεντρα. Ὁ ἀγέρας φυσοῦσε καὶ χοχλακοῦσε τὸ πέλαγο, ἔρημο καὶ κεῖνο τῆς ἀνεμάλλιαζε τὰ δέντρα καὶ τὰ χορτάρια. Ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε πουθενά. Μοναχὰ τὴ νύχτα ἀκουγόντανε τὰ τσακάλια ποὺ οὐρλιάζανε καὶ τὰ φίδια ποὺ σφυρίζανε.
Ἐκεῖ στὴν Παροικιὰ ὑπῆρχε μία μεγάλη καὶ φημισμένη ἐκκλησιὰ τῆς Παναγίας, χτισμένη κοντὰ στὴ θάλασσα. Σώζεται ὡς τὰ σήμερα καὶ τὴ λένε Ἐκατονταπυλιανή, χτίριο ἀπὸ τὰ πιὸ ἀρχαία κι᾿ ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαία της Χριστιανοσύνης.
Κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ ἔγινε τούτη ἡ ἱστορία, αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ εἶχε ρημάξει, καὶ τὰ μάρμαρα κειτόντανε σπασμένα ἀπὸ τοὺς κουρσάρους. Ὁ γύρω τόπος ἤτανε δασωμένος, καὶ μέσα στὴν ἴδια τὴν ἐκκλησιὰ εἴχανε φυτρώσει βάτα, σκοῖνοι, πουρνάρια καὶ τσουκνίδες.
Οἱ μπαρμπερίνοι ἀράξανε τὰ καράβια τοὺς στὸ λιμάνι, ποὺ εἶναι σίγουρο ἀπὸ κάθε καιρό, βγήκανε ἔξω, βγάλανε ἔξω καὶ τοὺς σκλάβους, κι᾿ αὐτοὶ σκορπίσανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ψάχνοντας ὅπως πάντα.
Τότε ἡ Θεοκτίστη, σιγὰ-σιγά, δίχως νὰ τὴν καταλάβουνε, ξεμάκρυνε, καὶ χώθηκε στὰ πυκνὰ δέντρα, καὶ τρύπωσε ὅσο μπόρεσε πιὸ βαθιά. Ἄκουσε τοὺς κουρσάρους νὰ φωνάζουνε, μὰ αὐτὴ εἶχε χωθῆ σὲ μία τρύπα καὶ δὲν ἀνάσαινε, τρέμοντας ἀπὸ τὸ φόβο της.
Ὁ Θεὸς τὴν προστάτεψε, κ᾿ οἱ κουρσάροι, ἀφοῦ ψάξανε λίγο, κάνανε πανιὰ καὶ φύγανε.
Σὰν εἶδε ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ δέντρα τὰ καράβια νὰ πιάνουνε τὸ πέλαγο, γονάτισε καὶ φχαρίστησε τὸ Θεό. Δὲν φοβήθηκε τίποτα, δὲν ἔβαλε μὲ τὸ νοῦ της πὼς ἤτανε ὁλομόναχη ἀπάνω σὲ κεῖνο τὸ ἀγριονήσι, τί θάτρωγε, τί θάπινε, τί θὰ ντυνότανε! Τὰ ροῦχα τῆς ἤτανε ξεσκισμένα ἀπὸ τὰ παλιούρια, τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια τῆς ματωμένα ἀπὸ τ᾿ ἀγκάθια. Μὰ αὐτὴ δόξαζε τὸν Κύριο ποὺ γλύτωσε τὴν ψυχή της. Τὸ κορμί της δὲν τὸ συλλογιζότανε ὁλότελα, κ᾿ ἔλεγε μέσα της τὰ λόγια τοῦ Δαυΐδ: «Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιὰς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι Σὺ Κύριε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ».
Ἐβγῆκε λίγο στὸ ξέφωτο, καὶ πῆγε κοντὰ στὴν ἀκροθαλασσιά. Ὁ ἀγέρας φυσοῦσε καὶ τὰ δέντρα βογκούσανε. Ἡ θάλασσα βούιζε, τὸ πέλαγο ἄφριζε, μαβὶ κι᾿ ἀπέραντο. Ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε πουθενά. Μοναχὰ οἱ γλάροι φωνάζανε ἀπὸ πάνω της, σὰν νὰ ἀπορούσανε βλέποντας τὴν. Κατάλαβε πὼς ἤτανε ὁλομόναχη σὲ κείνη τὴν ἔρημο, ζωσμένη ἀπὸ τὰ ἀτελείωτα νερά. Γονάτισε στὸν ἄμμο κ᾿ ἔκανε τὴν προσευχή της. Παρακάλεσε τὸ Θεὸ νὰ τὴν προστατέψη, καὶ τὸν φχαρίστησε γιατὶ τὴν ἔρριξε σὲ κεῖνο τὸ ρημονήσι, ἀντὶ νὰ παραπονεθῆ, ὅπως θὰ κάναμε ἐμεῖς. Ἐκείνη σκέφθηκε πὼς ἡ ἀνεξιχνίαστη σοφία τοῦ Θεοῦ τὴν ἐπήγε σὲ κεῖνο τὸ μέρος γιὰ νὰ τὴ σώσῃ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου. Γιατὶ εἶχε φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι της ἐπειδὴ πεθύμησε νὰ δῇ τὴν ἀδελφή της, ἐνῶ εἶχε ἀρνηθῆ τὸν κόσμο γιὰ Ἐκεῖνον ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα τοῦ περισσότερο ἀπὸ μένα, δὲν εἶναι ἄξιός μου». Ἡ φύση μας δένει σφιχτὰ μὲ τὰ δεσμά της. Λοιπόν, ἴσως ἡ ἀγάπη τῆς ἀδελφῆς της νὰ τὴν παραπλανοῦσε. Ἴσως ὁ φυσικὸς δεσμὸς τῆς σάρκας νὰ χαλάρωνε στὴν ψυχὴ τῆς τὸν πνευματικὸ δεσμὸ μὲ τὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτό, Ἐκεῖνος ποὺ οἰκονομᾶ τὰ πάντα γιὰ τὸ συμφέρον τοῦ πλάσματός του, τὴν παράδωσε στοὺς κουρσάρους, γιὰ νὰ τὴ φέρουνε στὴν ἔρημο ποὺ τὴν ἅγιασε, ὅπως ἅγιασε τὸν Ἀντώνιο καὶ τοὺς ἄλλους ἀσκητάδες.
Τριανταπέντε χρόνια περάσανε ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ ἀπόμεινε ὁλομόναχη ἡ Θεοκτίστη στὸ ρημονήσι τῆς Πάρου, χωρὶς νὰ μάθη κανεὶς τί ἀπόγινε, ζοῦσε ἢ πέθανε. Μὰ καὶ κανένας δὲν ἤξερε πὼς βρισκότανε ζωντανὸς ἄνθρωπος ἀπάνω σὲ κεῖνο τὸ ξεχασμένο νησί. Φαίνεται πὼς κ᾿ οἱ κουρσάροι δὲν ξαναπήγανε, γιατὶ εἴχανε καλύτερες φωλιὲς ποὺ τρυπώνανε, σὲ ἄλλα νησιά, καὶ βρίσκανε καλύτερες βίγλες γιὰ νὰ παραφυλάγουνε τὰ καράβια ποὺ περνούσανε κοντύτερα στὴν Ἀνατολή.
Στὰ τριανταπέντε χρόνια, ἔτυχε νὰ στείλη ἀπὸ τὴν Πόλη ὁ βασιλιὰς Λέοντας καράβια μὲ στρατὸ γιὰ νὰ πολεμήση τοὺς Ἄραβες ποὺ βαστούσανε τὴν Κρήτη, κι᾿ ἀπὸ κεῖ κουρσεύανε πολιτεῖες καὶ χωριά, ὅπως εἴδαμε πὼς ἔκανε ὁ Νίσσυρης στὴ Μήθυμνα. Ἀρχηγὸς ἀπάνω στὰ καράβια διορίστηκε ἕνας καλὸς πολεμιστής, Ἡμέριος τὄνομά του. Ἀνάμεσα στὴ συνοδεία του βρέθηκε κι᾿ ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής, σπουδασμένος συμβουλάτορας τοῦ βασιλέα, ποὺ εἶχε γράψει πολλοὺς βίους τῶν ἁγίων.
Σὰν νὰ ἤτανε ἀπὸ θεϊκὴ οἰκονομία καὶ βρέθηκε μέσα σὲ κεῖνα τὰ καράβια ὁ Συμεών, γιὰ νὰ γράψη τὸν παράδοξο βίο τῆς ἁγίας Θεοκτίστης. Γιατί, σὰν φτάξανε κοντὰ στὴ Νιό, ὁ καιρὸς φουρτούνιασε, καὶ στενευτήκανε νὰ ποδίσουνε στὴν Πάρο. Καὶ σὰν βγήκανε στὴ στεριά, πήγανε νὰ προσκυνήσουνε τὴ φημισμένη ἐκκλησιὰ τῆς Ἐκατοπυλιανῆς, ποὺ τὴν εἴχανε ἀκουστά τους. Ἐκεῖ ποὺ βλέπανε τὰ χαλάσματα κι᾿ ἀπορούσανε σὲ τί κατάσταση εἶχε καταντήσει ἐκεῖνο τὸ ἐξαίσιο χτίριο, εἴδανε ἄξαφνα νἄρχεται κατὰ τὸ μέρος τοὺς ἕνας καλόγερος, σκελετωμένος, κίτρινος καὶ ξυπόλητος, μ᾿ ἕνα ράσο ἀπὸ γιδότριχα. Αὐτὸς δὲν θέλησε νὰ τοὺς πῆ πὼς βρέθηκε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, μοναχὰ τοὺς εἶπε, σὰν τὸν ρωτήσανε, πὼς τὸ μαρμαρένιο κιβώριο ποὺ σκέπαζε τὴν ἁγία Τράπεζα τὸ εἴχανε σπάσει οἱ κουρσάροι τοῦ Νίσσυρη, θέλοντας νὰ τὸ πάρουνε γιὰ νὰ τὸ πάνε στὴν Κρήτη. Καὶ πὼς δὲν μπορέσανε νὰ τὸ κλέψουνε, καὶ πὼς φεύγοντας ἀπὸ τὴν Πάρο τὸ καράβι τοῦ Νίσσυρη τσακίστηκε στ᾿ ἀκρωτήρι τῆς Εὔβοιας τὸ λεγόμενο Ξυλοφάγος (τὸν σημερινὸ Κάβο-Ντόρο), καὶ πνίγηκε κεῖνος ὁ χριστιανομάχος Νίσσυρης μαζὶ μὲ τοὺς ληστοσυντρόφους του.
Τοὺς εἶπε κι᾿ ἄλλα πολλὰ ὁ γέροντας, μάλιστα τοὺς εἶπε πὼς θὰ φτάνανε στὴν Κρήτη τὴν Τρίτη καὶ πὼς θὰ νικήσουνε τοὺς Ἄραβες, καθὼς κι᾿ ἄλλα περιστατικά, ποὺ γινήκανε ὅπως τὰ προεῖπε.
Τοὺς εἶπε ἀκόμα καὶ τούτη τὴν ἱστορία, ποὺ τὴν ἔγραψε ὁ Συμεών, σὰν γύρισε στὴν Πόλη:
«Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, εἶπε, ἤρθανε στὴν Πάρο κάποιοι κυνηγοὶ ἀπὸ τὸν Εὔριπο (Εὔβοια) γιὰ νὰ κυνηγήσουνε ἐλάφια κι᾿ ἄλλα ἀγρίμια, κ᾿ ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς μου εἶπε τούτη τὴ γλυκύτατη ἱστορία: Μιὰ μέρα, μοῦ εἶπε, ἦρθα σ᾿ αὐτὸ τὸ νησὶ μὲ κάποιους συντρόφους γιὰ νὰ κυνηγήσουμε, ὅπως τώρα. Ἐγὼ χώρισα ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ πῆγα νὰ προσκυνήσω στὴν ἐκκλησιὰ τῆς Παναγίας. Μπαίνοντας μέσα, εἶδα μέσα σ᾿ ἕνα λάκκο λίγα λουμπινάρια, δηλαδὴ λούπινα, ποὺ κάνει πολλὰ τοῦτος ὁ τόπος. Εἶπα μέσα μου μήπως βρίσκεται στὸ νησὶ κανένας ἅγιος ἀσκητής, καὶ κοίταξα στὅνα καὶ στἄλλο μέρος τῆς ἐκκλησιᾶς.
Ἐκεῖ ποὺ κοίταζα, βλέπω στὸ δεξιὸ μέρος τῆς Ἁγίας Τράπεζας ἕνα κομμάτι ψιλὸ πανὶ σὰν τὴν τσίπα τῆς ἀράχνης, ποὺ τὸ σάλευε ὁ ἀγέρας, καὶ θέλησα νὰ πάγω κοντύτερα γιὰ νὰ δῶ καλὰ τί ἤτανε. Μὰ ἄκουσα μία φωνὴ ποὺ μοὖλεγε: «Στάσου, ἄνθρωπε, μὴν πλησιάσης, γιατὶ εἶμαι μία γυναίκα γυμνή, καὶ ντρέπουμαι». Ἐγὼ ἀπὸ τὸ φόβο μου θέλησα νὰ φύγω, γιατὶ τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς μου σηκωθήκανε σὰν τ᾿ ἀγκάθια, κ᾿ ἔτρεμα ἀπὸ τὸ φόβο μου.
Μὰ στάθηκα, καὶ σὰν ἦρθα λίγο στὰ συγκαλά μου, τὴ ρώτησα ποιὰ ἤτανε κι᾿ ἀπὸ ποῦ; Κ᾿ ἐκείνη μοῦ εἶπε: «Ρίξε μου, σὲ παρακαλῶ, κανένα ροῦχο νὰ σκεπαστῶ, κ᾿ ἔπειτα θὰ σοῦ πῶ ὅ,τι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ μάθης». Τότε τῆς ἔριξα τὸ πανωφόρι μου, κι᾿ ἀφοῦ τὸ φόρεσε, πρῶτα ἔκανε τὸ σταυρό της καὶ τὴν προσευχή της, γιὰ νὰ μὴ νομίσω πὼς εἶναι κανένα φάντασμα, κ᾿ ὕστερα ἦρθε κοντά μου. Ἐγὼ σὰν εἶδα ἕνα τέτοιο θέαμα, ἔφριξα. Γιατὶ ἔβλεπα μὲν πὼς ἤτανε γυναίκα, ἀλλὰ δὲν ἔμοιαζε μὲ ἄνθρωπο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀπάνω της σάρκα ὁλότελα, παρὰ μοναχὰ τὸ πετσὶ μὲ τὰ κόκκαλα, κι᾿ αὐτὸ μαῦρο κι᾿ ἄσκημο. Οἱ τρίχες τῶν μαλλιῶν της ἤτανε κάτασπρες, καὶ τὸ πρόσωπό της ἀλλαγμένο, δίχως ὕλη ὁλότελα, σὰν ἴσκιος ἀπὸ ἄνθρωπο. Κι᾿ ἀπὸ τὸν πολὺ τὸ φόβο μου ἔπεσα χάμω προύμυτος, καὶ τὴν παρακαλοῦσα νὰ μὲ βλογήση. Καὶ κείνη σήκωσε τὰ χέρια της καὶ τὰ μάτια της κ᾿ ἔκανε προσευχὴ μυστικά, κ᾿ ὕστερα μοῦ εἶπε: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἐλεήση, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ποὺ Ἐκεῖνος σὲ ὡδήγησε σὲ μένα τὴν τιποτένια, γιὰ νὰ σοῦ ἱστορήσω τὴ ζωή μου.
Μάθε λοιπὸν πὼς εἶμαι ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Μυτιλήνης λεγόμενο Μήθυμνα, καλογραῖα τὴν τάξη, Θεοκτίστη τὸ ὄνομα. Καὶ τὸν καιρὸ ποὺ ἤμουνα μικρή, τελευτήσανε οἱ γονιοί μου. Τότε ἐγὼ ἐπῆγα σ᾿ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι καὶ κουρεύθηκα μοναχή. Καὶ σὰν ἤμουνα δεκαοχτὼ χρονῶν, εἶχα πάει τὸ Πάσχα στὸ χωριό μου γιὰ νὰ δῶ μία ἀδελφὴ ποὺ εἶχα παντρεμένη. Καὶ τὴν ἴδια νύχτα ἤρθανε οἱ Ἄραβες ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ σκλαβώσανε ὅλους τους χωριανούς μου, καὶ μαζί τους κ᾿ ἐμένα. Καὶ βάζοντάς μας στὰ καράβια τους, φύγαμε ἀπὸ κεῖ καὶ φτάξαμε σὲ τοῦτο τὸ νησί. Σὰν ἀράξαμε, ὁ ἀρχηγὸς τοὺς ὁ Νίσσυρης πρόσταξε νὰ μᾶς βγάλουνε ἔξω, γιὰ νὰ λογαριάση πόσα ἀξίζαμε. Ἐγὼ τότε ἔκανα πὼς δίψασα καὶ πὼς πῆγα νὰ πιῶ, κι᾿ ἀφοῦ ξεμάκρυνα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐμπῆκα στὸ δάσος καὶ περπάτησα μὲ τόση βία, ποὺ καταξέσκισα τὰ πόδια μου ἀπὸ τὶς πέτρες κι᾿ ἀπὸ τὰ ξύλα. Στὸ τέλος, ἔπεσα χάμω σὰν πεθαμένη, μὴν μπορώντας νὰ σταθῶ ὄρθια ἀπὸ τοὺς πόνους. Τὸ πρωί, εἶδα τοὺς Σαρακηνοὺς νὰ φεύγουν, κι᾿ ἀπὸ τὴ χαρά μου ξέχασα τοὺς πόνους.
Εἶναι τώρα τριανταπέντε χρόνια καὶ περισσότερο ποὺ κατοικῶ ἐδῶ, κι᾿ ἡ τροφή μου κατὰ πρῶτο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κ᾿ ἡ βοήθεια τῆς Παναγίας Θεοτόκου, καὶ κατὰ δεύτερο τὰ λουμπινάρια καὶ τὰ χόρτα. Κ᾿ ἐπειδὴ ξεσκισθήκανε τὰ ροῦχα μου καὶ λιώσανε, μὲ ντύνει καὶ μὲ σκεπάζει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ποὺ κυβερνᾶ καὶ κρατᾶ τὰ πάντα».
Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια ἡ ἁγία, εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ καὶ ἡσύχασε λίγο. Ὕστερα, μοῦ εἶπε πάλι: «Ὅσα ἔπαθα ὡς τὰ σήμερα, σοῦ τὰ διηγήθηκα μὲ βραχυλογία, ἄνθρωπε. Ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ κάνης τούτη τὴ χάρη, γιὰ τὸν Κύριο. Ξεύρω πὼς θἄρθης κι᾿ ἄλλη φορὰ μὲ τοὺς συντρόφους σου γιὰ νὰ κυνηγήσετε. Λοιπόν, σὰν ξανἄρθετε, πὲς σὲ κανέναν ἱερέα νὰ μοῦ φέρη μία μερίδα ἀπὸ τὸ δεσποτικὸ Σῶμα γιὰ νὰ κοινωνήσω, καὶ μὴν πῆς σὲ κανέναν ἄλλον τίποτα γιὰ μένα».
Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια, μοῦ ἔδωσε τὴν εὐχή της, κ᾿ ἐγὼ τῆς ἔδωσα ὑπόσχεση νὰ κάνω ὅσα μου παράγγειλε. Ὕστερα, τῆς ἔκανα μετάνοια, κ᾿ ἔφυγα.
Σὲ λίγον καιρό, ἤρθαμε πάλι ἐδῶ, ὅπως εἶχε πῆ ἡ ἁγία, καὶ τῆς ἐφέραμε τὰ ἅγια Μυστήρια. Ἀλλὰ δὲν τὴ βρήκαμε, ἢ γιατὶ εἶχε πάει σὲ κανένα ἄλλο μέρος τοῦ νησιοῦ, ἢ γιατὶ κρύφθηκε ἐπειδὴ ἤτανε κι᾿ ἄλλοι μαζί μου, καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὴ δοῦνε. Σὰν φύγανε ὅμως οἱ ἄλλοι συντρόφοι μου γιὰ νὰ κυνηγήσουνε, βλέπω τὴν ἁγία μπροστά μου, φορεμένη τὸ ροῦχο ποὺ τῆς εἶχα δώσει. Σὰν εἶδε τὰ ἅγια Μυστήρια ποὺ βαστοῦσα, ἔπιασε κ᾿ ἔκλαιγε ἀπὸ τὴ χαρά της. Καὶ σὰν κοινώνησε, εἶπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην Σου, Δέσποτα, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου. Τώρα ποὺ ἔλαβα τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μου, ἂς πάγω ὅπου προστάξει ἡ παντοδυναμία Σου».
Αὐτὰ εἶπε, κι ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια της καὶ τὰ κράτησε ὑψωμένα πολλὴ ὥρα, ἔκανε τὴν προσευχὴ τῆς νοερά. Κ᾿ ἐγὼ ἀφοῦ ἐπῆρα τὴν εὐχή της, ἔφυγα.
Καθίσαμε στὸ νησὶ λίγες μέρες καὶ κάναμε καλὸ κυνήγι. Καὶ πρὶν νὰ φύγουμε, γύρισα πάλι στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πάρω τὴν εὐλογία τῆς ἁγίας Θεοκτίστης, γιὰ βοήθειά μου στὸ ταξίδι μας. Ἀλλά, μπαίνοντας μέσα στὴ ρεπιασμένη ἐκκλησιά, τὴν εἶδα νὰ κείτεται νεκρή, στὸν τόπο ποὺ τὴν εἶχα βρῆ πρωτύτερα, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τυλιγμένη μὲ τὸ φόρεμα ποὺ τῆς εἶχα δώσει.
Τότε ἔπεσα καταγῆς, κλαίγοντας καὶ καταφιλώντας ἐκεῖνο τ᾿ ἁγιασμένο καὶ παρθενικὸ καὶ ἄσπιλο λείψανο. Ἔπειτα βγῆκα ἔξω καὶ φώναξα τοὺς συντρόφους μου, κι᾿ ἀφοῦ ἀνάψαμε κεριὰ καὶ λιβάνια καὶ ψάλλαμε τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία, τὴ θάψαμε στὸν ἴδιο τόπο ποὺ τὴ βρήκαμε».

Το Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών , της Ι.Μ.Ξάνθης και Περιθεωρίου

0 σχόλια

Το Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών , της Ι.Μ.Ξάνθης και Περιθεωρίου 

taxiarches
Παμμέγιστοι Ταξιάρχες
Το μοναστήρι αυτό βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλεως μέσα σε δάσος απο ακακίες και πεύκα, κάτω ακριβώς απο την βυζαντινή ακρόπολη της πόλεως, με την οποία φαίνεται ότι ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένο.
Πότε πρωτοκτίσθηκε μας είναι άγνωστο μια και δεν σώζεται καμιά ενεπίγραφη πλάκα αλλά ούτε καμιά άλλη μαρτυρία ή ενθύμηση.
Μόνο απο το καθολικό (ο Ναός) του μοναστηριού με τις τοιχογραφίες που διασώζονται στο εσωτερικό του τρούλου του μπορούμε να συναγάγουμε μερικές έμμεσες πληροφορίες για το μοναστήρι αυτό.
Ό ναός λοιπόν του μοναστηριού απο πλευράς ρυθμού είναι βυζαντινός τρίκογχος με τρούλο και μας θυμίζει τον τρόπο της κατασκευής πολλών καθολικών των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Ο τρόπος δε της κατασκευής του τρούλου (τυφλός με μικρούς φεγγίτες αντί μεγάλων παραθύρων) μαρτυρεί ότι πρόκειται για κτίσμα των μέσων του 16ου αιώνα.


Ο Ναός (καθολικό) της μονής Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

Tης ίδιας εποχής φαίνεται να είναι και οι τοιχογραφίες - αν και αλλοιωμένες και κατεστραμμένες απο την υγρασία και την πολυκαιρία - που υπάρχουν στο εσωτερικό του τρούλου.
Της ίδιας ακόμη εποχής είναι και οι διασωζόμενες στο τέμπλο του ναού φορητές εικόνες, σπάνιας βυζαντινής τέχνης, του Χριστού ως μεγάλου αρχιερέως και της Θεοτόκου που φέρνει στην αγκαλιά της τον Χριστό.
Η τελευταία μάλιστα εικόνα είναι αμφιπρόσωπη, δηλ. είναι ζωγραφισμένη και απο την άλλη πλευρά του ξύλου.
Ο ναός του μοναστηριού άντεξε ακόμα και στους μεγάλους σεισμούς που συντάραξαν την Ξάνθη κατά το 1829 και είναι το μόνο κτίσμα που φαίνεται ότι διασώθηκαν απο εκείνο τον εγκέλαδο σ' ολόκληρη την περιοχή.
Το υπόλοιπο μοναστήρι φαίνεται ότι γκρεμίστηκε αλλά χάρη στην εργώδη προσπάθεια του τότε μητροπολίτου Ξάνθης Ευγενίου και την πρόθυμη σύμπραξη όλων των Ξανθιωτών ξανακτίσθηκε και ξαναγκάλιασε τον ιστορικό πλέον ναό του.
Αργότερα το ανατολικό μέρος του μοναστηριού είχε υποστεί νέες ζημίες και ο τότε μητροπολίτης Ξάνθης αείμνηστος Ιωακείμ Σγουρός (γύρω στα 1907 ) με την συμπαράσταση των καπνεμπόρων και καπνεργατών της πόλεως θέλησε να το ανοικοδομήσει μεγαλοπρεπέστερο και πολύ πιο ευρύχωρο, με τρεις ορόφους μπροστά και δύο πίσω με μεγάλους θαλάμους και τραπεζαρία. Προφανώς απέβλεπε στο να το χρησnμοποιήσει ως νοσοκομείο η ορφανοτροφείο των χριστιανών της επαρχίας του. Ο τούρκος όμως Νομάρχης της Κομοτηνής όταν πληροφορήθηκε το έργο θέλησε να σταματήσει τουλάχιστον την επικεράμωση .
πριν όμως προλάβει να μεταβεί επί τόπου οι Ξανθιώτες μέσα σε μια και μόνο νύκτα δουλεύοντας ασταμάτητα και μεταφέροντας χέρι με χέρι τα υλικά απο την περιοχή του Ακαθίστου Ύμνου κατόρθωσαν να σκεπάσουν την στέγη. Έτσι το πρωί όταν ανέτειλε ο ήλιος τα κεραμίδια της σκεπής μουσκεμένα και νοτισμένα απο τον ιδρώτα των Ξανθιωτών χαμογελούσαν και χαιρετούσαν τις ηλιακτίδες, ο δε Μουτεσαρίφης γύρισε άπρακτος στην έδρα του. Για μια ακόμα φορά η πίστη του λαού θριάμβευσε και νίκησε.
Την ίδια εποχή επεκτάθηκε ο μικρός ναός του μοναστηριού προς τα δυτικά και προστέθηκε η δυτική πτέρυγα αυτού ενώ ταυτόχρονα ανοίχθηκε και ο αμαξιτός δρόμος, με εθελοντική εργασία των κατοίκων της πόλεως, που φέρνει απο την δημοσία οδό Ξάνθης - Εχίνου στο μοναστήρι.
Το μοναστήρι αυτό μετά την μικρασιατική καταστροφή και την συσσώρευση των προσφύγων δόθηκε απο την ιερά Μητρόπολη για να στεγάσει ορφανά του ξεριζωμού, και σαν τέτοιο παρέμεινε μέχρι το 1936.
Τότε μετατράπηκε σε στρατώνας και σαν τέτοιο χρησιμοποιήθηκε απο τον στρατό μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην πόλη (8 Απριλίου 1941).
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και απο το 1946 μέχρι και σήμερα στεγάζει την εκκλησιαστική Σχολή και αποδείχθηκε φυτώριο και κυψέλη, όπου γαλουχήθηκαν με τα ιερά γράμματα και αναδείχθηκαν στην ελληνική κοινωνία επιφανείς κληρικοί, καθηγητές, επιστήμονες, υπάλληλοι κ.λπ.
Την νύκτα όμως της 23ης προς την 24η Φεβρουαρίου του 1974 φοβερή πυρκαιά αποτέφρωσε όλο τον ξενώνα και τα παλαιά κελιά του γραφικού μοναστηριού. Ευτυχώς, διασώθηκαν - σαν απο θαύμα - πάλι αλώβητα ο ναός και oι εικόνες του. Αλλά ο τόπος δεν έμεινε με τα αποκαίδια και την στάχτη.
Σχεδόν πριν κρυώσει η στάχτη και πριν εξανεμισθεί ο καπνός ο νυν Σεβασμιότατος μητροπολίτης Ξάνθης κ. Αντώνιος, με τον διακρίνοντα αυτόν ζήλον άρχισε την εκκαθάριση των ερειπίων για να ανυψωθεί μέσα σε ελάχιστο σχετικά χρόνο ( 1974-1979 ) ένα σύγχρονο κτίριο για να στεγάσει τις αίθουσες διδασκαλίας και τους λοιπούς βοη8ητικούς χώρους για να συνεχίσει να αποτελεί τον πνευματικό φάρο της περιοχής και να εκπαιδεύει νέους που θα αναλάβουν τις ηγετικές θέσεις στην Εκκλησία και την κοινωνία γενικότερα.
Έτσι σήμερα δίπλα στο παλαιό (ναός) υψώνεται το καινούργιο κτίριο. Ας ελπίσουμε δε ότι μελλοντικά δεν θα ξαναδοκιμασθεί το μοναστήρι και θα αποτελεί την ακατάβλητη έπαλξη απ' όπου οι των ουρανίων στρατιών αρχιστράτηγοι Μιχαήλ και Γαβριήλ θα σκεπούν και θα φρουρούν τους ευλαβείς προσκυνητές, τους καθηγητές και μαθητές της Σχολής αλλά και όλους τους κατοίκους της πόλεως και της περιφερείας της.

8 Νοεμβρίου η σύναξις των Αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και πασών των τιμίων επουρανίων , θείων , αϋλων , νοερών Δυνάμεων Ασωμάτων .

0 σχόλια

Στη Σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και όλων των Επουρανίων Δυνάμεων 



Ακολουθούν μεικά  εόρτια ανθολογήματα , παρμένα από το ιστολόγιο  ''ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ ''  του  κ.Χαραλάμπους Τσαβδαρίδη , τον οποίο ευχαριστούμε εκ βαθέων 




Eις τον Aρχάγγελον Mιχαήλ.
Ἐβουλόμην σοι, Μιχαήλ, ᾄσμα πρέπον
ᾎσαι πρεπόντως, ἀλλ' ἄϋλον, οὐκ ἔχω.

Eις τον Aρχάγγελον Γαβριήλ.
Oρών Γαβριήλ Άγγελον χαράς μέγαν,
Σε μάλα χαίρω και πτερούμαι σω πόθω.

Ὀγδόη οὐρανίης κυδαίνει τάξιος Ἀρχούς.

Εἰς τὴν Σύναξιν τῶν ἐννέα Ταγμάτων,
Σεραφίμ, Χερουβίμ, Θρόνων, Κυριοτήτων, Ἐξουσιῶν, Ἀρχῶν, Δυνάμεων, Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων.

Ἐπάξιόν τι Ταγμάτων τῶν ἐννέα
Τὶς ἂν γόνος φθέγξαιτο μηνῶν ἐννέα;
Βιογραφία
Κατά την Άγια Γραφή οι άγγελοι στέλνονται από το Θεό με μορφή ορατή (οι άγγελοι είναι αόρατα αγαθά πνεύματα κοντά στο, Θεό) σε σπουδαίες ιστορικές περιστάσεις, που πρόκειται να εκδηλωθεί ή να εκτελεσθεί κάποια μεγάλη θεία θέληση.

Τη σχέση, τώρα, που έχουν οι άγγελοι με το Θεό και τους ανθρώπους, καθώς και την αποστολή τους, βλέπουμε επίσης μέσα στην Αγία Γραφή. Και ιδιαίτερα, στους Ψαλμούς 33, στίχ. 8 και 90, στίχ. 10-12, στη δε Καινή Διαθήκη, Ματθ. ιη' στίχ. 10, καθώς επίσης και στην προς Εβραίους επιστολή, κεφ. α' στίχ. 14, όπου ο συγγραφέας αναφωνεί: «οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;». Δηλαδή, δεν είναι όλοι οι άγγελοι πνεύματα υπηρετικά, τα όποια ενεργούν όχι από δική τους πρωτοβουλία, αλλά αποστέλλονται από το Θεό για να υπηρετήσουν εκείνους που μέλλουν να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή; 

Επικεφαλής των αγγελικών δυνάμεων είναι οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Τον Μιχαήλ συναντάμε στην Παλαιά Διαθήκη. π.χ. όταν ο Αβραάμ μέλλει να θυσιάσει τον Ισαάκ, στον Ιησού του Ναυή, στον Ηλία, στον Λώτ, για να τον σώσει όταν ο Θεός αποφάσισε να καταστρέψει τα Γόμορα, στον Πατριάρχη Ιακώβ, στον μάντη Βαρλαάμ και άλλου. Επίσης ο Μιχαήλ, ήταν αυτός που οδήγησε το λαό του Ισραήλ στη φυγή από την Αίγυπτο. Τον Γαβριήλ συναντάμε στην Καινή Διαθήκη, όπως στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και άλλου. Στην μνήμη, λοιπόν, των αποστολών και του έργου πού επιτελούν οι άγγελοι, η Εκκλησία μας όρισε τη γιορτή της 8ης Νοεμβρίου.

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τον κόσμο των Αγγέλων, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς ἀνάρχου Τριάδος λειτουργοὶ οἱ ἀσώματοι, τῶν ἀκαταλύπτων οἱ πρῶτοι, μυστηρίων ἐκφάντορες, σὺν Θρόνοις Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ, Δυνάμεις Ἐξουσίαι καὶ Ἀρχαί, Κυριότητες Ἀρχάγγελοι οἱ λαμπροί, καὶ Ἄγγελοι ὑμνείσθωσαν. Δόξα τῷ ὑποστήσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ καταλάμποντι, δόξα τῷ ὑμνουμένῳ δι’ ὑμῶν, τρισαγίοις ᾄσμασι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος δ’.
Τῶν οὐρανίωv στρατιῶν Ἀρχιστράτηγοι, δυσωποῦμεv ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἵvα ταῖς ὑμῶv δεήσεσι, τειχίσητε ἡμᾶς, σκέπῃ τῶν πτερύγωv, τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης, φρουροῦvτες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτεvῶς καὶ βοῶντας· Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι τῶν ἄνω Δυνάμεων.

Κοντάκιον
Ἦχος β’.
Ἀρχιστράτηγοι Θεοῦ, λειτουργοῖ θείας δόξῃς, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγοί, καὶ ἀρχηγοὶ Ἀσωμάτωv, τὸ συμφέροv ἡμῖv αἰτήσασθε, καὶ τὸ μέγα ἔλεος, ὡς τῶν Ἀσωμάτων Ἀρχιστράτηγοι.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ'. Τὸ προσταχθὲν.
Τῶν ἀσωμάτων τοὺς χοροὺς ἐφιέμενοι, ἀνευφημεῖν οἱ ἐπὶ γῆς μιμησώμεθα, ὡς ἐφικτὸν τούτων τὴν ἁγιότητα, νεκροῦντες πάντα τὰ μέλη τὰ τῆς σαρκός, αἰτοῦντες, ὡς ὑπερμάχους τε καὶ φρουρούς, πάσης πλάνης λυτρώσασθαι, τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ, ἡμᾶς τοὺς ἀνυμνοῦντας αὐτούς, ὅπως εὕρωμεν ἔλεος.

Ὁ Οἶκος
Ἔφης φιλάνθρωπε ἐν Γραφαῖς σου, πλήθη χαίρειν Ἀγγέλων ἐν οὐρανῷ, ἐπ' ἀνθρώπῳ ἑνὶ μετανοοῦντι, Ἀθάνατε· ὅθεν ἡμεῖς οἱ ἐν ἀνομίαις, ἀναμάρτητε, μόνε καρδιογνῶστα, σὲ δυσωπεῖν καθ' ἑκάστην τολμῶμεν ὡς εὔσπλαγχνον, οἰκτεῖραι καὶ καταπέμψαι ἀναξίοις κατάνυξιν, Δέσποτα, παρέχων ἡμῖν συγχώρησιν· ὑπὲρ πάντων γὰρ ἡμῶν πρεσβεύουσιν, οἱ τῶν Ἀσωμάτων Ἀρχιστράτηγοι.

Μεγαλυνάριον
Πρόκριτοι Δυνάμεων νοερῶν, Μιχαὴλ πρωτάρχα, καὶ λαμπρόμορφε Γαβριήλ, σὺν ταῖς οὐρανίαις, αἰτεῖτε στρατηγίαις, ἡμῖν καταπεμφθῆναι τὸ μέγα ἔλεος.


ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ


Ομιλία του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Αντινόης, κ.κ. Παντελεήμονα


Ο άνθρωπος της εποχής μας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, επιδιώκει την εφαρμογή των αρχών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Αναζητεί την αναγνώρισή του ως άτομο αξίας. Ο κόσμος είναι κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τις ακατάπαυστες διαμάχες και εκμεταλλεύσεις των κοσμικών δυνάμεων, οι οποίες αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνον στο προσωπικό τους συμφέρο και στην εκμετάλλευση του ανθρώπου. Η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, έχει παραμερισθεί, διότι, όπου κυριαρχεί το συμφέρον, εκεί καταπατείται ο άνθρωπος.
Μέσα απ’ αυτή την απρόσωπη και ψυχρή κοινωνία, καλούμεθα εμείς οι Ορθόδοξοι να μεταλλαμπαδεύσουμε το φως της Ορθόδοξης Πίστεως και να λάμψουμε με την έμπρακτη και ζωντανή μαρτυρία της χριστιανικής μας ζωής και πολιτείας. Διότι, η Ορθοδοξία είναι η μόνη οδός, που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωστή θεώρηση περί του Θεού, περί της ζωής και περί τα του εαυτού του. Είναι η μοναδική δύναμις, που αγκαλιάζει την σκληρή από την αμαρτία ψυχή και εμφυτεύει μέσα της την μετάνοια. Είναι η μόνη, που οδηγεί τον αμαρτωλό άνθρωπο από την λάσπη της αμαρτίας στην αγιότητα και τον αποκαθιστά στην υιοθεσία της Χάριτος του Θεού.
Ο άνθρωπος, που ζει μακρυά από τον Θεό, είναι επόμενο να βιώνει την κυριαρχία ενός σκότους που δεν του επιτρέπει να δει και να αντιλαμβάνεται ορθά τα διάφορα προβλήματα της ζωής. Το θρησκευτικό δόγμα παίζει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο στη ζωή του ατόμου. Βάσει του ορθού ή μη δόγματος διαμορφώνεται ο όλος βίος του ανθρώπου. Γι’ αυτό μέσα στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας οι Άγιοι Ταξιάρχες έχουν ιδιαίτερη θέση και αξία.
Εκείνο που χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο χριστιανό, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος αποχωρίζεται από την αγάπη προς την αμαρτία, την αμαρτωλή ζωή και τα αμαρτωλά πάθη, και αφοσιώνεται πλήρως στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του. Χωρίζεται από τον κόσμο, αλλ’ ουδέποτε απομακρύνεται από τον συνάνθρωπό του. Θέλει την επικοινωνία με τον Θεό, αλλά κοινωνεί με τους συνανθρώπους του. Ζει αγγελική πολιτεία, μιμούμενος την φωτοφόρο ζωή των Αγγέλων, αλλά γίνεται ταυτόχρονα φως και παράδειγμα για τους γύρω του, τους εγγύς και τους μακράν διαβιούντας.
Στην σύγχρονη εποχή, εμείς οι οποίοι αξιωθήκαμε από τη θεία Χάρη να λάβουμε τον θείο φωτισμό, έχομε χρέος να διατηρήσουμε το φως της Ορθοδοξίας αναμένο μέσα στις λυχνίες της καρδιάς μας, τροφοδοτούντες αυτό διαρκώς με καινούργιο λάδι που εκπηγάζει από τις αρετές και τα καλα έργα. Η θεία Χάρις του Θεού δόθηκε. Χρέος μας είναι να προσθέτουμε στις αρχικές θείες ενέργειες τις δικές μας καλές πράξεις, τα έργα πίστεως, ώστε τα μηνύματα του Ευαγγελίου να ενσωματωθούν πλήρως με την όλη προσωπικότητά μας. Μ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνυόμεθα άτομα αναγεννημένα, υιοί φωτός, άξιοι του ονόματος και της κλήσεώς μας ως τέκνα Θεού.
Ολοι οφείλομε μετ’ αυταπαρνήσεως και εθελοθυσίας να υπηρετήσουμε τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας. Οι κοινωνίες μικρές και μεγάλες, περιμένουν με την ανατολή του 21ου αιώνα την εμφάνιση της Ορθοδοξίας, του πραγματικού Χριστιανισμού, για να ιλαρύνει με την παρουσία της, να φωτίσει με τη διδασκαλία της, να καθοδηγήσει με το παράδειγμά της και να ηθικοποιήσει με τη ηθική της όλες εκείνες τις ψυχές, που ο ισχυρός άνεμος της αμαρτίας προσπαθεί να βυθίσει στο απύθμενο βυθό της αγνωσίας.
Οι σημερινοί εορταζόμενοι Άγιοι Ταξιάρχες, είναι το υπόδειγμα για τον κάθε Χριστιανό, διότι ως λύχνοι καιόμενοι και ως λαμπάδες τηκόμενες υπηρετούν με πίστη και αφοσίωση το θείο θέλημα, αναδεικνυόμενοι προστάτες και βοηθοί των ανθρώπων που με ελπίδα καταφεύγουν σ’ αυτούς και με πίστη επιζητούν την Χάρη τους. Ως πολύφωτοι αστέρες μέσα στο λαμπρό στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού, διαχέουν το φως της αγγελικής πολιτείας σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.
Το σημαντικό σημείο, που μας υπενθυμίζει η σημερινή εορτή των Ταξιαρχών, είναι το εάν ο λύχνος της χριστιανικής μας υπάρξεως φέγγει επί του λυχνοστάτου, εάν οι χριστιανικές μας αρχές σελαγίζουν από οποιαδήποτε κοινωνική θέση κι αν κατέχουμε, εάν χύνει στους  γύρω του το παρήγορο και ιλαρώτατο φως της Πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης.
Οι Άγιοι Ταξιάρχες αναδείχθηκαν με την αφοσίωση τους στον Ένα Αληθινό Θεό κανόνες της ορθής πίστεως. Υπήρξαν οι προστάτες και οι υπερασπιστές όλων εκείνων που χειμάζονται από τα ποικιλόμορφα προβλήματα της καθημερινότητας.
Τα παιδιά και οι άνθρωποι, που πεθαίνουν καθημερινά από την μάστιγα της πείνας, δεν πρέπει να μας αφήνουν αδιάφορους και ασυγκίνητους, επειδή οι συγκαιρίες μας βοήθησαν να έχουμε κάποια οικονομική άνεση και μιά καλύτερη ζωή. Οι αρρώστιες, που θερίζουν τους αδελφούς μας, πρέπει να ανάψουν την συμπόνια μέσα στην χριστιανική μας ψυχή. Στη σκέψη μας πρέπει να κυριαρχούν τα λόγια του Κυρίου, ο οποίος μας δίδαξε, ότι δεν πρέπει να θυσαυρίζουμε θυσαυρούς επάνω στη γη, αλλά, να θυσαυρίζουμε θυσαυρούς στην ουράνια και πνευματική τράπεζα του θείου Ελέους. Διότι, “μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται”.
Η σημερινή γιορτή των Ταξιαρχών μας δίδει την αφορμή να κάνουμε μια ανασκόπηση του εαυτού μας. Να εξετάσουμε, κατά πόσο εφαρμόζουμε τις θείες εντολές του Κυρίου, κατά πόσο είμεθα πιστοί στον Σωτήρα μας, κατά πόσο επιβλέπουμε στις ανάγκες των φτωχών, κατά πόσο ανακουφίζουμε τον πόνο των ασθενών. Και από τα βάθη της καρδιάς μας, ας του ζητήσουμε να μας αξιώσει να γίνουμε και εμείς “φως Χρίστού” . Να ζήσουμε μια αγγελική πολιτεία, μιμούμενοι τους δύο Παμμεγίστους Ταξιάρχας Μιχαήλ και Γαβριήλ. Και τέλος, να διασκορπίζουμε, με την παραδειγματική μας ζωή, τα μηνύματα της ελπίδας για μια καλλύτερη κοινωνία απηλλαγμένη από τις συμφορές του βίου, τον πόνο και την δυστυχία.


Λόγος εις τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ.(Aγ.Νικοδήμου του Αγιορείτη) 


Αν ίσως, αγαπητοί μου Πατέρες και αδελφοί, ήθελε δοθή εις έμέ τον ταπεινόν το χάρισμα τούτο, το να αποκτήσω δηλαδή μίαν γλώσσαν από έκείνας όπου έχουσιν οι Άγγελοι, ως λέγει ό του Χριστού Απόστολος Παύλος, εάν τάς γλώσσας των Αγγέλων λαλώ, βέβαιον και ακόλουθο ήταν ότι με την άγγελικήν αυτήν γλώσσαν ήθελε δυνηθώ να εγκωμιάσω κατ’ αξία τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ, τους Αρχαγγέλους του Κυρίου• διότι φυσικώ τω τρόπω, κάθε όμοιον με το όμοιον πάλιν δύναται να επαινεθή και εις τους άλλους να παρασταθή. Ανίσως και είχα μίαν από τάς πύρινους και άΰλους έκείνας γλώσσας όπου εδόθησαν εις τους ιερούς και θείους Αποστόλους, πρεπόντως ήθελε λαλήσω τα υπερφυσικά εγκώμια των πύρινων και άύλων Αρχιστρατήγων. Άνίσως —καν το ελάχιστον— ήθελε έχω καθαρισμένη την γλώσσαν μου, ωσάν ό Ησαΐας από την Σεραφική εκείνη λαβίδα, ήταν έλπίς ότι ήθελε ειπώ κάποιον τι άξιον της των Ταξιαρχών μεγαλοπρέπειας. Άλλ’ επειδή είμαι στερημένος όλων τούτων των καλών και γλώσσαν έχω όχι άγγελικήν, άλλ’ ανθρώπινη όχι πύρινη, αλλά πήλινη όχι άυλον, άλλα υλική όχι καθαράν, άλλ’ ακάθαρτον και προς τούτοις όχι ρητορική και ευμέθοδον, άλλ’ αμαθή και αμέθοδο —τι πρέπει να προσμένητε; Το να ακούσητε δηλαδή ολίγα τινά και ευτελή περί των ιερών Αρχαγγέλων. Αφήνων λοιπόν εις ένα μέρος το να εξετάσω οποία είναι ή φύσις των Αρχαγγέλων και πότε δημιουργήθησαν, και πώς και πού και τίνι τρόπω νοούσι, και πώς μεταβαίνουσιν από τόπου εις τόπον, και τα άλλα αγγλοπρεπή αυτών ιδιώματα, περί των οποίων οι Θεολόγοι διδάσκουσι, και μάλιστα ή φιλάγγελος και μεγαλόδοξος γλώσσα Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, θέλω αποδείξει μόνον εις το παρόν εγκώμιο ότι ό θείος Μιχαήλ και ό ιερός Γαβριήλ εστάθησαν οι εξαίρετοι ύπηρέται των εξαίρετων ενεργειών και έργων του Παντοδυνάμου Θεού• και προσέχετε δια να το καταλάβητε.
Δύο είναι κατά τους Θεολόγους αί κυριώτεραι ενέργειαι και τα εξαίρετα προσόντα και ιδιώματα του αγίου Θεού: το εν ή δικαιοσύνη, ήτις και απονομία και κρίσης ονομάζεται, και το άλλο ή Αγαθότης, ήτις και χρηστότης και ευσπλαχνία και έλεος ονομάζεται• περί ων λέγει ό Δαβίδ• έλεον και κρίσιν ασομαί σοι Κύριε. Με την δικαιοσύνην ό Θεός κρίνει και παιδεύει τους ανθρώπους, όταν αμαρτάνωσι και δεν φυλάττωσι τάς eντολάς του και με την αγαθότητα πάλιν τους ελεεί και ευσπλαγχνίζεται.
Τώρα ό Αρχάγγελος Μιχαήλ έρχεται να είναι ό εξαίρετος Άγγελος της του Θεού δικαιοσύνης, διότι αυτόν βλέπομεν να μεταχειρίζηται υπηρέτη εις το να παιδεύη μεν και να σωφρονίζη τους κακούς, να φυλάττη δε και να υπερασπίζηται τους καλούς• καθώς τούτο είναι φανερό και από πολλά άλλα μέρη της θείας Γραφής και μάλιστα από τον θάνατον μεν όπου έδωκεν ό Μιχαήλ εις τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, διαφύλαξιν δε και ζωήν εις τα πρωτότοκα των Εβραίων.
Ό δε Αρχάγγελος Γαβριήλ φαίνεται να είναι ό εξαίρετος Άγγελος της αγαθότητας και ευσπλαχνίας του Θεού, διότι αυτόν βλέπομεν να μεταχειρίζηται υπηρέτη, όταν έχη να κάμη εις τινας καμμιάν εξαίρετων εύσπλαγχνίαν και έλεος• καθώς και τούτο ομοίως είναι φανερό και από άλλα πολλά, μάλιστα δε από τα αγαθά ευαγγέλια οπού έφερε εις τον κόσμον ό Γαβριήλ, του μεγάλου ελέους της ελεύσεως του Χριστού.
Τρία είναι τα εξαίρετα και μεγαλύτερα έργα οπού έκαμε ό Θεός: πρώτον ή δημιουργία του νοητού κόσμου, δεύτερον ή δημιουργία του αισθητού κόσμου και τρίτον ή ένσαρκος οικονομία του Θεού Λόγου. Και εις τα τρία ταύτα πρώτους και εξαίρετους υπηρέτας μεταχειρίζεται τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ.
Δημιουργεί πρώτον ό Θεός τον νοητό κόσμο εκ του μη όντος εις το είναι, ήτοι τον εμπύρινον λεγόμενον ουρανόν, και τον γεμίζει, ωσάν από τόσα λαμπρότατα άστρα, από τα μυριάριθμα πλήθη των άυλον Αγγέλων, τον στολίζει από τάς τρεις τριαδικάς Ιεραρχίας: των Θρόνων, Χερουβείμ και Σεραφείμ• των Κυριοτήτων, Δυνάμεων και Εξουσιών των Άρχων, Αρχαγγέλων και Αγγέλων και επάνω εις όλα ταύτα τα εννέα τάγματα κατασταίνει πρώτους ηγεμόνας και διδασκάλους τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ. Και τίνι τρόπω; Ακούσατε:
Ό Μιχαήλ, με το να εστάθη ευγνωμονέστατος δούλος του Θεού Παντοκράτορας, έκαμε νοητό πόλεμον εις τον Ούρανόν με τον αποστάτη διάβολο και τους αγγέλους του, όταν υπερηφανεύθηκαν κατά του Θεού του ζώντος και εκρήμνισεν αυτούς εις τα καταχθόνια της γης, καθώς είναι γεγραμμένον εις την Ιεράν Αποκάλυψιν: Και έγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ ό Μιχαήλ και οι Άγγελοι αυτόν πολέμησαν μετά του δράκοντας… και εβλήδη ό δράκων ό μέγας, ό όφις ό αρχαίος, ό καλούμενος διάβολος και ό σατανάς, ό πλανών την οικουμένη όλην, εβλήθη εις την γήν, και οί άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν. Όθεν δια την μεγάλην ανδραγαθία ταυτην όπου έκαμε κατεστάθη πρώτος επάνω εις όλα τα εννέα τάγματα των Αγγέλων και τους δίδαξε να φυλάττουν προς τον Θεόν ευγνωμοσύνη, υπακοή, ταπείνωσιν και διαμονή μετ’ αυτού παντοτινή και αχώριστο.
Ό δε Γαβριήλ, με το να ενεπιστεύθη μόνος από όλους τους άλλους Αγγέλους το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας, καθώς λέγει ό θείος Χρυσόστομος —συν αύτω δε και οί εις τον Ευαγγελισμό μελωδοί σοι μόνω θαρρών το μυστήριον και έγινε ό πρώτος και εξαίρετος τούτου υπηρέτης από την αρχήν έως τέλους, κατεστάθη και ό πρώτος ηγεμών και διδάσκαλος όλων των αγγελικών ταγμάτων, έως και αυτών των ανωτάτων Χερουβείμ και Σεραφείμ, και τους δίδαξε όλους τους απόκρυφους λόγους και γνώσεις οπού μέσα εις το βάθος του μυστηρίου τούτου σκεπάζονται. Και αν ό Παύλος λέγει ότι δια της Εκκλησίας εγνωρίσθη ταίς Αρχαίς και ταίς Εξουσίαις ή πολυποίκιλος σοφία του Θεού, τούτο πρέπει να νοήται ότι έγινε δια μεσιτείας του θείου Γαβριήλ, ό οποίος καθώς έμαθε αμέσως παρ’ αυτού του σαρκωθέντος Λόγου και του τούτω συνόντος Αγίου Πνεύματος την πολυποίκιλο ταυτην σοφία —ήτις είναι κατά τον Νύσσης Γρηγόριο το να νικήση ό Θεός τα εναντία με τα εναντία: την ύπερηφάνειαν με την ταπείνωσιν, την δόξαν με την άτιμίαν, την δύναμιν με την άσθένειαν, την σοφία με την μωρίαν— και ούτω μετέδωκε την πολυποίκιλο ταυτην σοφία και εις όλας τάς τάξεις των Αγγέλων χωρίς να φθονήση, λέγων εις αύτάς εκείνο του Σολομώντος: αδόλως έμαθαν, αφθόνως μεταδίδωμι.
Ότι δε ό Γαβριήλ εστάθη πρώτος εις όλα τα εννέα τάγματα και εκ τούτου είναι φανερό: Είναι κοινή δόξα της Εκκλησίας και μάλιστα και του Άββά Ισαάκ ότι από τον Χριστόν λαμβάνουσι κάθε φωτισμό όλαι αϊ τάξεις των Αγγέλων, αναβαίνοντας κατά Παύλον υπεράνω πάσης Αρχής και Εξουσίας και Δυνάμεως και παντός ονόματος εν τω μέλλοντι αίώνι ονομαζόμενου. Ομοίως είναι κοινή δόξα ότι από την Θεοτόκο, ανωτέρα ούσα των Σεραφείμ ασυγκρίτως, πάσαι φωτίζονται αϊ Αγγελικέ τάξεις, ως μάλιστα τούτο λέγει ό Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (λόγω πρώτο εις τα ΕΙΣΟΔΙΑ και λόγω εις την Κοίμησιν). Επειδή δε πλησιέστερος του Χριστού και της Θεοτόκου άλλος δεν είναι από τον Γαβριήλ, λοιπόν δι` αυτού φωτίζονται πασαι αί των Αγγέλων τάξεις. Ει γαρ και ό θείος Διονύσιος λέγει ότι πρώτη τάξις είναι ή των Θρόνων και ογδόη ή των Αρχαγγέλων, αλλά τούτο νοείται προ της ενανθρωπήσεως• μετά την ενανθρώπισιν γαρ ανεστράφη ή τάξις κατά τον άγιον Ισαάκ και οι πρώτοι έγιναν έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι.
Και τοιουτοτρόπως και οι δύο ομού Αρχάγγελοι, ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ, με το ιερόν αυτό και τελειοποιόν μάθημα της αγίας ταπεινώσεως όπου παρέδωκαν εις όλους τους Αγγέλους, τους τελείωσαν και τους έκαμαν να είναι όχι μόνον δυσκίνητοι εις το κακόν, καθώς ήταν προτήτερα κατά τον Θεολόγο Γρηγόριο , αλλά και πάντη ακίνητοι εις την κακίαν και άτρεπτοι, ως λέγει ό μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος και ό ιερός Νικήτας και ό σχολιαστής Γρηγορίου του Θεολόγου .
Δημιουργεί δεύτερον ό Θεός εις εξ ημέρας τον αισθητόν τούτον κόσμον, στολίζει τον ούρανόν με τα πολυποίκιλα άστρα και τους φωστήρας, καλλωπίζει την γήν με τα διάφορα φυτά και ζώα, γεμίζει τον αέρα από τα γλυκύτατα των πετεινών κελαδήματα, τελευταίον δημιουργεί τον άνθρωπον και τον βάλλει εις τον Παράδεισον και τον διορίζει να φύλαξη την παρά πάντων εγνωσμένη θείαν του εντολή. Άλλ’ ό άνθρωπος —οίμοι!— γίνεται παραβάτης της εντολής και εξορίζεται από τον Παράδεισον της τρυφής εις ταύτην την πολύδακρυν γήν. Καί εδώ πάλιν μεταχειρίζεται ό Θεός τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ εξαίρετους ύπηρέτας της προνοίας και κρίσεως όπου έδειξε εις τον άνθρωπον εν διαστήματι πέντε και ήμισυ χιλιάδων χρόνων. Δια τούτο ό μεν θείος Μιχαήλ, ευθύς οπού εξωρίσθη ό Αδάμ, συμπόνεσε την συμφορά του και τον δίδαξε —ως άπειρον έτι όντα— πώς να γεωργή την γήν, πώς να σπείρη, πώς να θερίζη και απλώς πώς να κυβερνά την πολύμοχθο του ζωήν από τροφήν έως ενδύματα, καθώς είναι γνώμη τινών ιεροδιδασκάλων της Εκκλησίας. Αυτός ό ίδιος Μιχαήλ δεν έλειπε από το να προνοείται και να διαφυλάττει όλους τους προ Νόμου Προπάτορας: τον Σήθ, τον Ένώς, τον Ενώχ, τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και τους δώδεκα Πατριάρχες• τώρα μεν οδηγών αυτούς εις την έπίγνωσιν του μόνου αληθινού θεού, τώρα δε παιδεύων και τιμωρών όλους εκείνους οπού ήθελε του εναντιωθούν. Αυτός έστάθη ό παιδαγωγός και δημαγωγός όλου του Ισραηλιτικού λαού προπορευόμενος και συμπορευόμενος με αυτόν, νικών τα αλλόφυλα έθνη όπου τον πολεμούν και οδηγών αυτούς εις την γήν της επαγγελίας.
Και εδώ είναι άξιον να θαυμάσωμεν την μεγαλειότητα του θείου Μιχαήλ. Διότι, τα μεν έθνη τα διεμοιράσθησαν οι Άγγελοι και επεστάτει ένας εις ένα έθνος και άλλος εις άλλο, τον δε Ισραηλιτικό λαόν δεν επήρε Άγγελος εις την μερίδα του, άλλ’ αυτός ό ίδιος ό Θεός, καθώς λέγει ό Μωυσής εις την ωδή: Έστησε όρια εθνών κατά αριθμόν Αγγέλων Θεού, και εγεννήθη μερίς Κυρίου λαός αυτόν Ιακώβ. Και όμως αυτός ό Θεός λέγει πολλαίς φοραίς εις τον Μωϋσή ότι αντί εαυτού θέλει δώσει επιστάτη εις τον Ισραήλ τον Άγγελόν του, ήτοι τον θείον Μιχαήλ, καθώς ερμηνεύουσιν οι διδάσκαλοι. Διό και ό Αρεοπαγίτης Διονύσιος λέγει ότι ή θεολογία άρχοντα του Ιουδαίων λάου τον Μιχαήλ ονομάζει. Βλέπετε προνόμια; Βλέπετε πώς ό Μιχαήλ έστάθη ό αόρατος μεσίτης και διάκονος δια μέσου του οποίου έδωκεν ό Θεός τον Νόμον εις τον Μωϋσή εν τω ορει τω Σινά; Διότι, αν ό νόμος εδόθη δια των άλλων Αγγέλων, ως λέγει ό Παύλος: ει ό δι’ Αγγέλων λαληθείς λόγος και πάλιν: τι ούν ό νόμος;.., διαταγής δι’ Αγγέλων εν χειρι μεσίτου , πόσο μάλλον εδόθη δια του Αρχαγγέλου αυτών Μιχαήλ;
Ό δε θειος Γαβριήλ δεν έλειπε και αυτός τώρα μεν να ευαγγελίζηται τα χαροποιά μηνύματα της γεννήσεως πολλών στείρων προ νόμου και μετά τον νόμον, τώρα δε να σαφηνίζη εις τους Προφήτας τάς αποκαλύψεις και οράματα όπου εβλεπον και δια τούτων πάντων να τους οδηγή εις την πίστιν του ελευσομένου Μεσσία• καθώς και ονομαστί φέρεται ό Γαβριήλ εις την θείαν Γραφήν ότι συνέστησε φανερότατα εις τον Προφήτη Δανιήλ όχι μόνον πώς έχει να γεννηθεί και να σταυρωθεί ό Χριστός, αλλά και εις πόσους χρόνους έχουν ταύτα να γίνουν.
Και οί δύο ομού Αρχάγγελοι φαίνονται φανερά ενωμένοι εις την προφητεία του Δανιήλ την αναγνωσθείσαν άφ’ εσπέρας, έχουσα ούτως: Ό Δανιήλ νήστευσε είκοσι μίαν ημέρας εις την Βαβυλώνα και παρακαλεί τον Θεόν δια να ελευθέρωση τους Εβραίους από την αιχμαλωσία των Περσών και Βαβυλωνίων. Ό Αρχάγγελος Γαβριήλ πρόσφερε του Δανιήλ την δέησιν έμπροσθεν τον Θεού. Ό δε Άγγελος όπου ήταν άρχων εις εκείνα τα έθνη αντεστέκετο και μπόδιζε την ελευθερία των Εβραίων —όχι με κακόν σκοπό, αλλά διότι πολλοί από τους ειδωλολάτρες συναναστρεφόμενοι με τους Εβραίους πίστευαν εις τον αληθή Θεόν, καθώς ερμηνεύει ό Ιερώνυμος• ίσως δε μπόδιζε και διότι δεν απεκαλύφθη θεόθεν ή των Εβραίων ελευθερία— άλλ’ ό άρχων Μιχαήλ ήλθε και βοήθησε εις τον Γαβριήλ και ούτω δια των δύο Αγγέλων ηλευθερώθησαν οί Ιουδαίοι.
Τέλος πάντων ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, οτε έμελλε να έλθη εις τον κόσμον ό Υιός του Θεού δια να τελείωση το μέγα και εξαίρετων έργον της σωτηρίας των ανθρώπων. Και εδώ πάλιν εξαίρετους ύπηρέτας του μεταχειρίζεται τους δύο Αρχαγγέλους• με ταύτην όμως την διαφοράν: ότι ό Γαβριήλ γίνεται πρώτος και Ο Μιχαήλ δεύτερος• διότι έπρεπε ό Γαβριήλ, όστις δήλοι «Θεός και άνθρωπος» κατά τον άγιον Πρόκλον, να γίνη και πρώτος λειτουργός του Θεανθρώπου Λόγου. Όθεν αυτός ό θεοειδέστατος Γαβριήλ μόνος αποκαλύπτεται το μυστήριον τούτο, ως είπωμεν. Αυτός και αποστέλλεται προς την Παντοβασίλισσαν και Αειπάρθενο Μαριάμ και της φέρει τα της χαράς ευαγγέλια, λέγων εις αυτήν τον κοσμοσωτήριο ασπασμό, το Χαίρε Κεχαριτωμένη, ό Κύριος μετά σου. Αυτός ό ίδιος Γαβριήλ ευαγγελίζεται εις τους ποιμένας τα χαρμόσυνα γενέθλια του σαρκωθέντος Δεσπότου, οδηγεί δι’ αστέρος τους μάγους, μηνύει κατ’ όναρ εις τον Ιωσήφ να καταβή εις Αίγυπτο ν και εκείθεν πάλιν να άναβή εις γήν Ισραήλ, ευαγγελίζεται εις τάς Μυροφόρους την Ανάστασιν του Σωτήρος και εν τη Ανάληψη καταβάς προλέγει εις τους Αποστόλους την δευτέραν έλευσιν του αναληφθέντος Χριστου.
Ομοίως και ό θείος Μιχαήλ θέλουσιν τίνες ότι αυτός να ήταν ό Άγγελος όπου ενίσχυσε και δυνάμωσε τον Ιησούν αγωνιώντα δια το πάθος, ως λέγει ό ιερός Λουκάς: ήλθε άπ’ ουρανού Άγγελος ενισχύων αυτόν, συμπεραίνοντας τούτο από την ονομασία του, επειδή Μιχαήλ θέλει να ειπεί «δύναμις Θεού»• δύναμις δε και ισχύς είναι το αυτό. Αυτός συν τω Γαβριήλ ευηγγέλισε την Άνάστασιν εις τάς Μυροφόρους, ως λέγει ό Δαμασκηνός Ιωάννης εις τον των Αρχαγγέλων κανόνα. Αυτός συν τω Γαβριήλ προείπε εις τους Μαθητάς την ελευσιν Χριστού του αναληφθέντος. Αυτός λέγουσι να λύτρωσε τον Απόστολο Πέτρο από την φυλακήν και επέταξε τον Ηρώδη και έγινε σκωληκόβρωτος. Είδετε τώρα πώς ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ έστάθησαν οί δύο εξαίρετοι ύπηρέται των εξαίρετων ενεργειών και έργων του Θεού, καθώς ήταν ή πρότασίς μας;
Και λοιπόν ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ είναι οί δύο φωτεινότατοι οφθαλμοί του παντεπόπτου Θεού με τους οποίους βλέπει και φωτίζει όλον τον ορατόν και αόρατο κόσμον. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι αϊ δύο κραταιόταται χείρες του Παντοκράτορας, με τάς οποίας διοικεί όλα τα πάντα, ουράνια και επίγεια. Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι οί δύο ταχύτατοι και μυριόπτεροι πόδες του πανταχού παρόντος Κυρίου, με τους οποίους περιέρχεται και εμπεριπατεί όχι μόνον την οικουμένη όλην, άλλ’ έως και αύτάς τάς άϋλους ψυχάς των ανθρώπων, έως και αύτάς τάς σκοτεινοτάτας αβύσσους. Δια τούτο εις μίαν στιγμήν βλέπεις αυτούς να εύρίσκωνται εις το ένα άκρον του κόσμου και εις την άλλην στιγμήν να εύρίσκωνται εις το άλλο άκρον, τώρα να θαυματουργούσιν εις την στεριά και τώρα να αρπάζωσιν από τα βάθη της αβύσσου τους καταβυθισθέντας.
Μιχαήλ, Ο Άγγελος του θείου φόβου• Γαβριήλ, ό Άγγελος της θείας χαράς. Μιχαήλ, ή παιδευτική δεξιά του Δικαίου• Γαβριήλ, ή ελεημονητική δεξιά του Φιλάνθρωπου. Μιχαήλ, ό επί των δυνάμεων Γαβριήλ, ό εξ απορρήτων. Μιχαήλ, το βλοσυρό όμμα του Κριτου• Γαβριήλ, το ήμερων βλέμμα του Προνοητού. Μιχαήλ, αί φοβεραι φωναί και βρονταί και αστραπαί καί σάλπιγγες της καταβάσεως του Θεού εν τω Όρει Σινά Γαβριήλ, αί γαληναί αύραι, οί ήμεροι ασπασμοί, τα ιλαρά φώτα καί αί αψοφητί επί πόκον ερχόμενε σταγόνες της καταβάσεως του Θεού Λόγου εις την κοιλίαν της Μαριάμ. Μιχαήλ, ό έξοχος διάκονος του Παλαιού Νόμου• Γαβριήλ, ό εκλεκτός υπηρέτης της νέας χάριτος του Ευαγγελίου.
Ό Μιχαήλ είχε λόγον της εισαγωγικής πράξεως, διότι υπηρετεί εις τον Νόμον, όστις κατά Παύλον παιδαγωγός γέγονεν ημίν εις Χριστό ό Γαβριήλ είχε λόγον τελειωτικής θεωρίας, διότι υπηρετήσαν εις το μυστήριον του Χριστού, όστις ήτο το τέλος του Νόμου καί το συμπέρασμα. Ό Μιχαήλ ήταν αρχή καί ό Γαβριήλ τέλος. Ό Μιχαήλ προπαιδευτής και ό Γαβριήλ τελειωτής. Ό Μιχαήλ Άλφα καί ό Γαβριήλ Ωμέγα. Άλλα δεν ήταν ενάντιοι ή ασύμφωνοι αναμεταξύ των, μη γένοιτο• άλλ’ ως ούτε πράξης είναι χωρίς την θεωρίαν ούτε ή θεωρία χωρίς την πράξιν κατά τους Πατέρας, τοιουτοτρόπως ούτε ό Μιχαήλ είναι χωρίς τον Γαβριήλ ούτε ό Γαβριήλ χωρίς τον Μιχαήλ. Καθώς ό Νόμος περιέχεται εν τω Ευαγγελία καί το Εύαγγέλιον εν τω Νόμω, τοιουτοτρόπως εν τω Μιχαήλ ευρίσκεται ό Γαβριήλ καί εν τω Γαβριήλ ευρίσκεται ό Μιχαήλ καί ένας με τον άλλον είναι ηνωμένοι περισσότερον παρά όπου είναι ή ψυχή με το σώμα. Δια τούτο, οπού ό Μιχαήλ εκεί καί ό Γαβριήλ καί οπού ό Γαβριήλ εκεί καί ό Μιχαήλ. Πάντοτε καί πανταχού οί δύο αχώριστοι• αχώριστοι εις τον Ούρανόν, αχώριστοι εις την Πάλαιαν Διαθήκην, αχώριστοι εις την Νέαν. Καί εις τάς θαυματουργίας αχώριστοι. Καί αν ό Μιχαήλ παιδεύη τους κακούς, τους παιδεύει προς σωφρονισμόν, δια να φοβώνται την δύναμιν καί μεγαλειότητα του Θεού καί μη καταφρονούν αυτήν από την πολλήν αυτού αγαθότητα. Καί αν ό Γαβριήλ πάλιν τους ευσπλαγχνίζεται, τούτο το κάμνει, δια να ελπίζουν καί μη έλθουν εις απελπισμό από τον πολύν φόβον. Καί οί δύο ομού ένα σκοπό έχουν: την σωτηρίαν των ανθρώπων καί το να πληρώσουν το του Θεού πανάγαθο θέλημα, ως τούτου αγαθοί Αγαθάγγελοι.
Δεν είναι ανάμεσα εις τους δύο Αρχαγγέλους κανένας πρώτος, όχι! Διότι ή υπερβάλλουσα αγάπη οπού έχουν τους αναγκάζει να γίνεται ό εις τον άλλον δεύτερος. Δεν είναι ανάμεσα εις αυτούς δεύτερος, διότι ή ίση αρχαγγελική αξία οπού έχουν τους θέλει να είναι ό καθείς πρώτος. Ώστε καί οί δύο είναι καί οί πρώτοι, καί οί δύο είναι καί οί δεύτεροι. Καί ποίοι άλλοι είναι οί δύο λαμπρότατοι φωστήρες, με τους οποίους εστόλισεν ό Θεός τον εμπύρινον ούρανόν του αγγελικού διακόσμου, ίσοι εις το μέγεθος, ίσοι εις την αξία, ίσοι εις την λαμπρότητα, ίσοι εις την ταχύτητα, παρά οί δύο Αρχάγγελοι; Ποίοι άλλοι είναι οί δύο ουράνιοι πόλοι, ό αρκτικός και ό ανταρκτικός, ό βόρειος και ό νότιος, επάνω εις τους οποίους κυκλογυρίζει ό Θεός το νοητό της Εκκλησίας στερέωμα, παρά οι δύο Αρχάγγελοι; Ποίοι άλλοι είναι οί δύο εκείνοι περιφανείς στύλοι, τους οποίους Έστησε ό Σολομών έμπροσθεν του οίκου Κυρίου (και Σολομών εποίησε δύο στύλους έμπροσθεν του οίκου;), ειμή οί δύο Αρχάγγελοι, τους οποίους Έστησε ό ειρηνικός «Σολομών» Χριστός έμπροσθεν του άνω καί κάτω κόσμου, δια να τους βλέπουν όλοι οί εισερχόμενοι καί να θαυμάζουν την μεγαλειότητα των καί να επικαλώνται την βοήθειάν των; Της οποίας δια να έχομεν πολλήν χρείαν διώρισεν ή Εκκλησία να τελήται ή Σύναξις των Αρχαγγέλων κάθε Δευτέραν.
Καί λοιπόν, αν κατά τους Θεολόγους οί Θρόνοι κρίνωσι, τα Σεραφείμ μας θερμαίνωσι, τα Χερουβείμ μας σοφίζωσιν, αί Κυριότητες κελεύωσιν, αί Δυνάμεις ενεργώσιν, αί Εξουσίαι διατηρώσιν, αί Αρχαί εθναρχώσιν, οί Αρχάγγελοι τα της πίστεως διοικώσι καί οί Άγγελοι λειτουργώσιν, όμως ό Μιχαήλ καί ό Γαβριήλ ως τούτων πάντων ταξιάρχαι περισσότερον μας κρίνουσι, μας θερμαίνουσι καί μας σοφίζουσι, περισσότερον μας κελεύουσι, μας ενεργούσι καί μας διατηρούσι, περισσότερον ενθαρχούσι, διοικούσι την πίστιν καί μας λειτουργούσι. Καί αν κατά τον αγιον Νικήταν αί ανώτεραι τρεις τάξεις των Αγγέλων δοξολογούσιν απαύστως την Αγίαν Τριάδα με τον ύμνον Γέλ, Γέ λ, όπερ δήλοι «ανακυκλισμός» (καί «ανακάλυψης» κατά τον κρυφιομύστην Διονύσιο) καί αι μέσαι τρεις τάξεις με το Άγιος, Άγιος, Άγιος, καί αί ύστερε τρεις τάξεις με το Αλληλούια, αλλά της τοιαύτης ακαταπαύστου δοξολογίας προεξάρχοντες καί συμμελωδοί καί συν-θεολογούντες είναι ό Μιχαήλ καί ό Γαβριήλ.
Κατά άλήθειαν απορώ, αδελφοί, καί δεν ήξεύρω τι να ειπώ περί των θαυμαστών Αρχαγγέλων! Βλέπω εικονισμένο τον θειότατο Μιχαήλ, όλον φοβερόν εις το είδος, όλον αστραπόμορφο εις την όψιν, όλον αρματωμένο εις τάς χείρας, καί από τον φόβον μου καθηλούνται κατά τον Προφήτη αϊ σάρκες μου, αφήνω τον κόσμον καί μελετώ την ώρα όπου έχω να αποθάνω. Βλέπω καί τον θείον Γαβριήλ, όλον ημερότατων εις το είδος, όλον χαριέστατον εις την θέαν, όλον γαληνότατον εις όλα τα μέλη, καί παρευθύς λησμονώ τον θάνατον, λησμονώ τον φόβον, καί όλος ένθους από την χαράν καί την ηδονή γίνομαι. Στοχάζομαι από το εν μέρος τα φοβερά θαυμάσια του Μιχαήλ, εδώ να θερίζη με την σπάθη του χιλιάδας ανθρώπων, εκεί να ανασπά ψυχάς αμαρτωλών ανελεήμονος, καί έμφοβος γίνομαι καί την δικαίαν κρίσιν του Θεού δειλιώ καί παρ’ ολίγον απογινώσκομαι. Στοχάζομαι από το άλλο μέρος καί τα κοσμοχαρμόσυνα ευαγγέλια του ωραιότατου Γαβριήλ, καί πληρούμαι όλος από ελπίδας, καί του Κριτου την φιλανθρωπία εννοώ, καί παρ’ ολίγον ένδον της βασιλείας των ουρανών γίνομαι. Βλέπω καί τους δύο Αρχαγγέλους ομού, καί μοί φαίνεται ότι βλέπω τους δύο εκείνους ουρανομήκης στύλους όπου οδηγούν τους Ισραηλίτες εις την κάτω Ιερουσαλήμ, τον Μιχαήλ ωσάν τον στύλων του πυρός και τον Γαβριήλ ωσάν τον στύλων της Νεφέλης, οίτινες οδηγώσι συμφώνως τους Χριστιανούς εις την άνω Ιερουσαλήμ, την επουράνιον πόλιν.
τι να πολυλογώ, αδελφοί; Θέλετε να ειπώ περί των Αρχαγγέλων ένα μεγάλον, άλλα αρμόδιο νόημα; Οι δύο Αρχάγγελοι έχουν εικόνα των δύο φύσεων του Χριστού, της Θεότητας λέγω και ανθρωπότητας. Ό Μιχαήλ έχει εικόνα της Θεότητας, διότι έστάθη ταύτης ένδικος υπερασπιστής, και ό Γαβριήλ της ανθρωπότητας, διότι έστάθη ταύτης υπηρέτης και ευαγγελιστής. Να ειπώ ακόμη και μεγαλύτερον; Ό Μιχαήλ και ό Γαβριήλ έχουν αναλογία με τον ενυπόστατον Λόγον του Πατρός και με το Πανάγιον Πνεύμα αυτού. Ό Μιχαήλ ομοιάζει τρόπον τινά με τον ενυπόστατον Λόγον, διότι καθώς δι’ αυτού ό Πατήρ διέκρινε και διεχώρισεν όλα τα όντα και απέδωκε εις το καθ’ ένα εκείνο το είδος και την εικόνα οπού του έπρεπε, ούτω δια του θείου Μιχαήλ, Αγγέλου όντος της δικαιοσύνης, διέκρινε τους καλούς από τους κακούς, όσον Αγγέλους τόσον και ανθρώπους, και απέδωκε εις τον καθ’ ένα το δίκαιον οπού του έπρεπε. Ό δε Γαβριήλ ομοιάζει με το Αγιον Πνεύμα, διότι καθώς δι’ αυτού ό Πατήρ τελείωσε την πλάσιν του κόσμου, ούτω δια των ευαγγελίων του Γαβριήλ τελείωσε την του Κόσμου ανάπλασιν. Ω δόξαις! Ώ λαμπρότητες, ω μεγαλεία των Αρχαγγέλων!
Καί λοιπόν δεν σε φοβούμεθα, διάβολε• όχι, δεν σε φοβούμεθα. Δεν δειλιάζομεν πλέον τάς επιβουλάς σου. Δεν βάνομεν εις τον νουν μας τους λυπηρούς λογισμούς οπού μας προσβάλλεις. Καταφρονούμεν ως βέλη νηπίων τα βέλη και τα τόξα σου. Εχομεν γαρ, εχομεν βοηθούς και άγρυπνους ημών φύλακας τους δύο μέγιστους Αρχαγγέλους. Εχομεν τον ηλιόμορφο Μιχαήλ, ό όποιος σε κατεκρήμνισεν από τους ουρανούς εις τα καταχθόνια• εχομεν τον ιεροπρεπέστατον Γαβριήλ, ό όποιος με της χαράς του τα ευαγγέλια διέλυσεν ως αράχνην την πρώτη λύπην και κατάρα όπου προξένησες εις το γένος μας. Έμαθες με την δοκιμήν, αρχέκακε δράκον, πόσον είσαι ασθενέστατος έμπροσθεν του κραταιοτάτου μας Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, όταν ωσάν εν κυνάριον ή ζωύφιον σε απεδίωξε από το νεκρό σώμα του Μωϋσέως, ειπών σοι μόνον επιτίμησε σοι Κύριος. Αυτός και τώρα ομού με τον συναρχιστράτηγόν του Γαβριήλ θέλει σε επιτιμήσει και θέλει σε φυγαδεύσει από ημάς, τους επικαλούμενους πάντοτε το όνομα των δύο τούτων. Όπου δε το όνομα αυτών επικαλεσθεί, εκείθεν διώκεται και καταργείται ή δύναμίς σου, διότι οΰτως απεφάσισε ό Θεός εις τον Ιώβ, να περιπαίζησαι ως ένα ουδέν από τους Αγγέλους του, λέγων περί σου ουκ εστίν όμοιον αντω επί της γης πεποιημένον, εγκαταπαίζεσθαι υπό των Αγγέλων μου.
Εάν όμως άγαπώμεν, πατέρες και αδελφοί, να διαμένωσιν αχώριστοι από ημάς οι Αρχάγγελοι, πρέπει όσον το δυνατόν να άπέχωμεν από κάθε κακίαν, επειδή λέγει ό μέγας Βασίλειος ότι, καθώς ό καπνός διώκει τάς μέλισσας, ούτω και ή πολύδακρυς αμαρτία διώκει από ημάς τους αγαθούς αγγέλους. Και ομού με το όνομα του Μιχαήλ ας ένθυμώμεθα και την ώραν του θανάτου και της φοβέρας κρίσεως και κολάσεως, ομού δε με το όνομα του Γαβριήλ ας ένθυμώμεθα και της βασιλείας των ουρανών την χαράν και απόλαυσιν.
Άλλ’ ω υπερένδοξοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, τα γλυκύτατα παρά πάσιν Άγγέλοις και άνθρώποις και πράγματα και ονόματα• οί της δικαιοσύνης του Θεού και αγαθότητας Άγγελοι• οί των εξαίρετων έργων του Θεού ύπηρέται εξαίρετοι• οί δύο άργυροχρυσοπτέρυγοι αετοί• οί της ζωαρχικής Τριάδος δύο μέγιστοι Αρχιστράτηγοι- οί με όμμα ακλινές βλέποντες το άκτιστον φως της τρισηλίου Θεότητας• οί του Βασιλέως των βασιλέων και Κυρίου των κυρίων δύο αρχισατράπαι και πρώτο σύμβουλοι οί του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού σωματοφύλακες άμεσοι• ζεύγος αρχαγγελικό και ηγαπημένον δυάς κοσμοπόθητε και παντοπόθητε• των Αγγέλων απάντων τα αγλαίσματα- των Χριστιανών τα καυχήματα• κατ’ εξοχήν δε και εξαιρέτως οδηγοί και υπερασπισταί του Μοναχικού τάγματος των μιμούμενων ως δυνατόν την άγγελικήν υμών πολιτείαν! Προσδέξασθε το παρόν εφύμνιον οπού σας προσφέρομεν ημείς άπαντες οί συναθροισθέντες σήμερον προς δοξολογίαν του Παντοκράτορας και Φιλάνθρωπου Θεού και εις μνήμην της ιεράς Υμών Συνάξεως. Προσδέξασθε ως δώρον τούτο και σημείον ελάχιστον ευχαριστίας, ανθ’ ων καθ` έκάστην ημάς τους ευτελείς ευεργετείτε, περιθάλπετε και πολυτρόπως εκ παντός κακού διασώζετε. Και σας παρακαλούμεν δουλικός να μη λήψη άφ’ ημών ή πατρική πρόνοια σας, άλλ’ ως συμπαθέστατοι και ευσπλαγχνικώτατοι, πλησιάζετε πάντοτε εις ημάς και περιτειχίζετε μας, δια να μας γεμίζητε από θεωρίας αγίας και πνευματικάς εννοίας και δια να φεύγωσιν από ημάς εξ αίτιας του πλησιασμού σας όλοι οί πονηροί και αισχροί λογισμοί και απλώς όλοι οί αόρατοι και ορατοί εχθροί οπού μας πειράζουσιν επειδή τοιαύτας χάριτας προξενείτε, οπού και αν πλησιάστε. Λέγει γαρ ό άγιος Μάρκος ό ασκητής οΰτως: Όταν οί άγιοι Άγγελοι πλησιάσωσιν ημίν, πληρούσιν ημάς θεωρίας πνευματικής. Ομοίως και ό Άββάς Ισαάκ• Οτε οί άγιοι Άγγελοι σε πλησιάσωσι περιτειχίζοντες, πάντες οί πειράζοντες αποστήσονται. Και επειδή οί θεολογούντες λέγουσι ότι εξ τίνα χαρίζουσιν οί Άγγελοι εις τους ανθρώπους εν τη παρούση ζωή, μη λείπετε, ω θείοι Αρχάγγελοι, από του να χαρίζητε ταύτα και σεις εις ημάς, τα όποια είναι ταύτα: πρώτον, το να διώκετε από τα σώματα και ψυχάς μας όλας έκείνας τάς βλάβας οπού ημπορούν να μας ακολουθήσουν από έσωθεν και έξωθεν δεύτερον, το να μας παρακινείτε πάντοτε εις τα καλά, φωτίζοντες τον μεν νουν μας με τάς θείας εκλάμψεις, γλυκαίνοντες δε την θέλησιν και τάς καρδίας μας με τάς θείας χάριτας• τρίτον, το να εμποδίζητε από ημάς τάς ορμάς και επιβουλάς των δαιμόνων τέταρτον, το να προσφέρητε τάς προσευχάς μας εις τον Θεόν, ως ό Άγγελός Ραφαήλ πρόσφερε την προσευχήν του Τωβίτ και οι εν τη Αποκαλύψει Άγγελοι τάς προσευχάς των Αγίων πέμπτον, το να πρεσβευήτε πάντοτε εις τον Θεόν υπέρ ημών και έκτον, να μας παιδεύητε πατρικώς ενίοτε, όταν ατακτώμεν, όχι δι’ εκδίκησιν, καθώς μας παιδεύουν οι πονηροί δαίμονες, αλλά δια διόρθωσιν και σωφρονισμόν και τούτο γαρ χάρις λογίζεται εις ημάς.
Και αύθις παρακαλούμεν, επακούσατε της δεήσεως ημών, φιλανθρωπότατοι του θεού Αρχιστράτηγοι, και παύσατε με τάς αέναους πρεσβείας σας την καθ’ ημών του θεού αγανάκτησιν, πείθοντες τούτον να παράβλεψη ως Πολυέλεος τα πταίσματα ημών άπαντα, με όσα εν έργω ή εν λόγω ή εν διάνοια αυτόν καθ’ έκάστην παραπικραίνομε. Ναι, αμαρτωλοί είμεθα —το ομολογούμεν— και παραβάται των αγίων αυτού εντολών, αλλά πλην αυτού Θεόν άλλον ου γινώσκομεν. Αξιώσατε ημάς, ω Παρθένοι και έφοροι των παρθένων Αρχάγγελοι, να διαπερνώ-μεν την ζωήν μας εν σωφροσύνη και παρθενία, καθώς υπεσχέθημεν, όταν φορέσαμε το Αγγελικόν τούτο Σχήμα. Φανείτε προστάται και άγρυπνοι φύλακες, τόσον ημών, όσον και πάντων των εορταζόντων την πανάγια σας Σύναξιν. Και εν όσο μεν ευρισκόμεθα εις την παρούσαν ζωήν, διώκετε άφ’ ημών τα σκάνδαλα, ως είπωμεν, και μηχανάς πάντων των ορατών και αοράτων εχθρών εν δε τη ώρα του θανάτου παρασταθείτε εις ημάς τους αμαρτωλούς βοηθοί, ο εις από τα δεξιά και ο άλλος από τα αριστερά, σκεπάζοντας ημάς με τάς χρυσάς πτέρυγας σας, ίνα μη δη ή ψυχή μας την ζοφεράν όψιν των πονηρών δαιμόνων. Και ούτω παραλαβόντες ημάς οδηγήσατε εις τάς αιωνίους και φωτεινός της των ουρανών βασιλείας σκηνάς, ίνα δοξολογώμεν αεί μεθ’ υμών την μίαν εν Τριάδι Θεότητα, ή πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. ΑΜΗΝ.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ. ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.

Οι άγνωστοι Αρχάγγελοι Ραφαήλ και Ουριήλ


ARCHANGELS RAPHAEL AND URIEL
του π. Αθανασίου Γιουσμά
Η πίστη μας είναι όντως ένα μυστήριο! Αρκετά τα άγνωστα και πάμπολλα τα κεκρυμμένα… Γνωρίζουμε και πιστεύουμε τόσα όσα ο Κύριος μάς έχει αποκαλύψει. Και μας αποκάλυψε τόσα όσα είναι αρκετά για να Τον πλησιάσουμε και να σωθούμε.
Η Ορθόδοξη πίστη μας είναι αλήθεια που δεν ανακαλύφθηκε κι ούτε ανακαλύπτεται, αλλά αποκαλύφθηκε και αποκαλύπτεται. Αποκαλύφθηκε από τον Τριαδικό Θεό μέσα στο διάβα των αιώνων και αποκαλύπτεται (με την έννοια γνωρίζεται, κατανοείται) ως σήμερα, σε όσους είναι δεκτικοί αυτής της δωρεάς κι έχουν αγαθή προαίρεση και «καθαρή καρδιά» (Ματθ. 5, 8).
Η «αποκαλυφθείσα» πίστη μας είναι καταγεγραμμένη στον κλειστό κανόνα (σύνολο) των βιβλίων της Αγίας Γραφής και θεμελιωμένη από την αγιοπνευματική αυθεντία των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Περιφρουρείται όμως – φυσικά όχι από τους «κατ’ όνομα Χριστιανούς» της «Πασχαλινής λαμπάδας», όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Σεραφείμ – από τον ευλογημένο λαό του Θεού που συνειδητά είναι αυτό που είναι, και καρδιακά πιστεύει αυτό που πιστεύει…
Σύμφωνα λοιπόν, με την Ορθόδοξη διδασκαλία πέρα των δύο Αγίων Αρχαγγέλων, των Μιχαήλ και Γαβριήλ, υπάρχουν και στις τοιχογραφίες απεικονίζονται και δύο ακόμα Άγιοι Αρχάγγελοι, ο Ραφαήλ και ο Ουριήλ. Τι γνωρίζουμε αλήθεια γι’ αυτούς;
Το όνομα του ενός, Ραφαήλ, σημαίνει ο Κύριος θεραπεύει, ικανοποιεί τα αιτήματα. Κάθε όνομα στην Παλαιά Διαθήκη έκρυβε έναν συμβολισμό ή ένα μήνυμα. Στο βιβλίο της Αγίας Γραφής «Τωβίτ», διαβάζουμε πως ο γέροντας Τωβίας έστειλε το γιο του Τωβίτ στους Ράγους της Μηδίας για να ζητήσει από το Γαβαήλ τα δανεικά που του είχε δώσει, έτσι ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει τις δυσκολίες της ζωής καθώς εκείνος θα πέθαινε. Το μακρύ αυτό ταξίδι ο Τωβίτ το έκαμε με έναν υπέροχο συνοδό, που του στάθηκε ως το τέλος απαραίτητος βοηθός, το Ραφαήλ. Κατά τη Γραφή ο Ραφαήλ ήταν «άγγελος Κυρίου» που συμπορεύτηκε μαζί του και που τον βοήθησε να επιστρέψει πίσω σώος και αβλαβής (Τωβ. κεφ. 5 & 12)! Ως Αρχάγγελος ο Ραφαήλ χαρακτηρίζεται στον εξωβιβλικό χώρο, σε πατερικά ή ασκητικά κείμενα.
Αξίζει να θυμίσουμε – για να δικαιολογήσουμε και τη σημασία του ονόματός του – πως ο Ραφαήλ γιάτρεψε σε κάποια δεδομένη στιγμή τη γυναίκα του Τωβίτ, τη Σάρρα, και προς το τέλος όλης αυτής της υπόθεσης, ξανάδωσε το φως στον πιστό τυφλό γέροντα Τωβία!
Ο Ραφαήλ θεωρείται ως ένας «εκ των επτά αγγέλων» της Αποκάλυψης του Ιωάννη, που κρατώντας χρυσό θυμιατήρι προσφέρει στο θρόνο του Θεού τις προσευχές του λαού (Αποκ. 8, 3-5). Στο απόκρυφο δε βιβλίο του Ενώχ, γίνεται μεγάλη αναφορά σ’; αυτόν…
Ως τέταρτος Αρχάγγελος αναφέρεται ο Ουριήλ. Η ονομασία του σημαίνει πως ο Θεός είναι φως! Γεγονός είναι πως γι’ αυτόν δεν έχουμε καμία αγιογραφική τεκμηρίωση, όμως αντλούμε αρκετές σχετικές πληροφορίες από την Ιουδαϊκή και τη Χριστιανή παράδοση.
Προβάλλεται ως ο Αρχάγγελος του Άδη, με ειδική μάλιστα αποστολή και λειτούργημα την επιμέλεια των ψυχών. Σε όραμα που είδε ο Αγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής «της κατ’; Αλεξάνδρειαν» (4ος αιώνας μ.Χ.), ο Ουριήλ ήταν «αρχηγός αγγελικής παράταξης, λευκός σαν το χιόνι, ολοφώτεινος και σαγηνευτικός» (βλ.: «Ένας ασκητής επίσκοπος», Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, 2004). Είναι ο Αρχάγγελος που ζει τη δυστυχία των κολασμένων και με βαθιά συμπόνια σ’; αυτούς, ψάλλει τον όγδοο στίχο του 81ου ψαλμού: «Ανάστα, ο Θεός, κρίνον την γην». Προσεύχεται να έλθει γρήγορα η ημέρα της Κρίσεως…
Μαζί με τον Ουριήλ προσδοκούμε κι εμείς τη Δεύτερη του Χριστού Παρουσία και ικετεύουμε τον Αρχάγγελο Ραφαήλ να σταθεί ως τότε βοηθός πλάι μας, φύλακας του σώματος και της ψυχής μας, όπως κάποτε στον Τωβίτ. Το ελπίζουμε!


Πανήγυρις Συνάξεως Νεαπολιτών Αγίων.

0 σχόλια

Πανήγυρις Συνάξεως Νεαπολιτών Αγίων.



Με ιδιαίτερη κατάνυξη εορτάσθηκε και φέτος στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως η καθιερωμένη για την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου Σύναξη των Τοπικών Αγίων: Γεωργίου του Νεαπολίτου, Ακακίου του Ασβεστοχωρίτου και Αθανασίου του Κουλακιώτου. Το Σάββατο 2 Νοεμβρίου τελέσθηκε ο Αρχιερατικός Εσπερινός, ενώ την Κυριακή 3 Νοεμβρίου μετά την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία ακολούθησε η Λιτάνευση των ιερών λειψάνων των Αγίων στους κεντρικούς δρόμους της Νεάπολης, με τη συμμετοχή του κλήρου, των τοπικών αρχών και του λαού της πόλης. Στις λατρευτικές ακολουθίες προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ. Βαρνάβας.


undefinedundefined


7 Noοεμβρίου μνήμη των εν Μελιτηνή 33 μαρτύρων και των Αγίων Αύκτου , Ταυρίωνος και Θεσσαλονίκης , των εν Αμφιπόλει της Μακεδονίας

0 σχόλια

Οἱ Ἅγιοι 33 Μάρτυρες οἱ ἐν Μελιτινῇ


Ἰέρων, Νίκανδρος, Ἠσύχιος, Βαράχος (ἢ Βαράχιος), Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξαντικὸς (ἢ Ξανθιᾶς), Ἀθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Εὐγένιος, Θεόφιλος, Οὐαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ἰλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, Θεμέλιος, Εὐτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος (ἢ Οὐστρίχιος), Οὐΐκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Ἐπιφάνιος, Ἀνίκητος καὶ ἄλλος Ἰέρων


Ὁ πρῶτος ἀπ’ αὐτούς, ὁ Ἰέρων, ἦταν ἀπὸ τὰ Τύανα τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του πέθανε γρήγορα καὶ τὴν ἀνατροφή του, καθὼς καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν του, Ματρωνιανοῦ καὶ Ἀντωνίου, ἀνέλαβε ἐξ ὁλοκλήρου ἡ μητέρα τους Στρατονίκη. Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Ἰέρων πῆρε ἀρκετὴ μόρφωση, ἀσχολήθηκε μὲ τὸ γεωργικὸ ἐπάγγελμα. Οἱ εἰδωλολάτρες τέτοιες ἐνασχολήσεις τὶς θεωροῦσαν ὑποτιμητικές. Ἀλλὰ οἱ χριστιανοὶ ἤξεραν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαξίωσε τὸν ἱδρώτα τοῦ ταπεινοῦ ἐργάτη. Καὶ ὅτι κάθε τίμια ἐργασία εἶναι ἀρετὴ καὶ μόνο ἡ ἀργία, ποὺ φέρνει τὴν ἁμαρτία, ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο στίγμα.
Ἄλλωστε, ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς περιγράφοντας τὴν ζωὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ κατ’ ἐπέκτασιν, ὅλων τῶν χριστιανῶν, λέει:«κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταὶς ἰδίοις χερσί». Κοπιάζουμε, δηλαδή, ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια.
Ὅταν ἐπὶ Διοκλητιανοὺ ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας συνέλαβε τὸν Ἰέρωνα. Τὸν συνέλαβε μὲ τὴν κατηγορία ὅτι τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἄλλες γιορτὲς περιφερόταν καὶ κήρυττε τὸν Χριστὸ στοὺς ἐργάτες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποσπάσει πολλοὺς ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Μαζί του συνελήφθησαν οἱ δυὸ ἀδελφοί του καὶ τριάντα ἀκόμα συνεργάτες του στὴν διακονία τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἀφοῦ φυλακίστηκαν καὶ φρικτὰ βασανίστηκαν, τελικὰ ὁ ἔπαρχος Ἀγρικόλας τοὺς ἀποκεφάλισε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη Μελιτινῆ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, συντεταγμένοι, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι τοῦ Σωτῆρος πανθαύμαστοι· ὁμοφροσύνῃ γὰρ γνώμης ἑνούμενοι, μαρτυρικῶς τὸν ἐχθρὸν ἐτροπώσασθε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Χορὸς Μαρτύρων τηλαυγὴς καὶ φωσφόρος, ἐξανατείλας νοητῶς καταυγάζει, τὴν Ἐκκλησίαν σήμερον θαυμάτων βολαῖς· ὅθεν ἑορτάζοντες, τὴν σεπτὴν αὐτῶν μνήμην, αἰτοῦμέν σε Σωτὴρ ἡμῶν, ταὶς αὐτῶν ἱκεσίαις, ἐκ τῶν κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ὡς ἐλεήμων Θεὸς καὶ φιλάνθρωπος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις οὐρανία παρεμβολή, Μάρτυρες Κυρίου, οἱ τριάκοντα πρὸς τρισίν, οἱ τὰς μυριάδας, ἐχθρῶν τῶν νοουμένων, ἀθλήσεως τοῖς ὅπλοις, καταπαλαίσαντες.



Οἱ Ἅγιοι Αὖκτος, Ταυρίων καὶ Θεσσαλονίκη οἱ Μάρτυρες

  

undefined


Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὴν Ἀμφίπολη τῆς Μακεδονίας, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Καβάλα.
Ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν κόρη ἐνὸς ἱερέα τῶν εἰδώλων, ποὺ ὀνομαζόταν Κλέων καὶ ἦταν ἀρκετὰ πλούσιος. Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ κόρη του ἔγινε χριστιανή, θερμὰ τὴν παρακάλεσε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, πράγμα ποὺ δὲν κατόρθωσε.
Τότε τὴν γύμνωσαν καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μαστίγια ἀπὸ ὠμὰ δέρματα, τέσσερις ἄνδρες. Ἔπειτα ἔσπασαν τὰ πλευρά της καὶ ἀφοῦ πῆραν τὴν περιουσία της τὴν ἐξόρισαν, ὅπου ὀμολογώντας τὸν Χριστὸ ἀπεβίωσε.
Οἱ δὲ Αὖκτος καὶ Ταυρίων, ἀφοῦ κατηγόρησαν τὸν ὠμὸ βασανιστὴ καὶ φονιὰ τῆς Θεσσαλονίκης, καταγγέλθηκαν στὸν ὑπατικὸ Θορύβιο. Αὐτὸς διέταξε τὸν λιθοβολισμό τους καὶ κατόπιν μιὰ σειρὰ φρικτῶν βασανιστηρίων.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ Ἅγιοι μὲ θαυματουργικὸ τρόπο βγῆκαν ἀπ’ ὅλα αὐτὰ σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς, διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός τους καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὰ ἔνδοξα στεφάνια τοῦ μαρτυρίου.


6 Νοεμβρίου μνήμη του Αγίου ιερομάρτυρος Παύλου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του ομολογητού

0 σχόλια

Βίος Αγίου Παύλου Α΄ Ομολογητή και Ιερομάρτυρα Αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως




Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και υπήρξε γραμματέας του αγιοτάτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αλεξάνδρου.

Όταν απεβίωσε ο Αλέξανδρος, το 377 μ.Χ., ο Παύλος εξελέγχθηκε Πατριάρχης. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, όταν το πληροφορήθηκε δυσανασχέτησε, μία και ήταν
οπαδός της αίρεσης των Αρειανών. Όταν ο Κωνστάντιος επέστρεψε από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη, απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο τον Παύλο
και ανακήρυξε αυθαίρετα Πατριάρχη, τον αρειανόφρονα Νικομήδειας Ευσέβιο. Τότε ο Άγιος Παύλος πήγε στη Ρώμη. Εκεί βρήκε τον Μέγα Αθανάσιο, τον οποίο είχε
απομακρύνει από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ο Κωνστάντιος.

Πληροφορηθείς τα γεγονότα, ο αυτοκράτορας Κώνστας, έστειλε γράμμα στον αδελφό του τον Κωνστάντιο, διαμαρτυρόμενος για τη στάση του. Έτσι ο Παύλος και ο
Αθανάσιος επανήλθαν στο αξίωμά τους.

Δυστυχώς μετά από λίγο καιρό ο Κώνστας πέθανε. Έτσι ο Κωνστάντιος διέταξε, από την Αντιόχεια που ήταν, να απομακρύνουν τον Παύλο από τον Πατριαρχικό θρόνο.
Μάλιστα τον εξόρισε στην Κουκουσό της Αρμενίας.

Μία μέρα που τελούσε την Θεία Λειτουργία όρμησαν καταπάνω του Αρειανοί και τον έπνιξαν με το ίδιο του το ωμοφόριο. Έτσι ο Άγιος ετελείωσε και παρέδωσε την
ψυχή του στον Κύριο.




Στίχος
Τὴν εἰς φάρυγγα Παῦλος αὐχῶν ἀγχόνην, λύει φάρυγξι ῥευμάτων τὴν ἀγχόνην. Οὕνεκα ὡμολογεῖ Παῦλος Θεόν, ἄγχεται ἕκτῃ.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Αὐτόμελον.
Θείας πίστεως ὁμολογία, ἄλλον Παῦλόν σε τῇ Ἐκκλησίᾳ, ζηλωτὴν ἐν ἱερεῦσιν ἀνέδειξε· συνεκβοᾷ σοι καὶ Ἄβελ πρὸς Κύριον, καὶ Ζαχαρίου τὸ αἷμα τὸ
δίκαιον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἀστράψας ἐν γῇ, ὡς ἄστρον οὐρανόφωτον, τὴν καθολικήν, φωτίζεις Ἐκκλησίαν νῦν, ὑπὲρ ἧς καὶ ἤθλησας, τὴν ψυχήν σου Παῦλε προθέμενος, καὶ ὡς
Ζαχαρίου καὶ Ἀβελ τρανῶς, βοᾷ σου τὸ αἷμα πρὸς Κύριον.

Κάθισμα Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν.
Ὡς τοῦ σκεύους ὑπάρχων τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὁμώνυμος Πάτερ καὶ μιμητής, κινδύνους ὑπέμεινας, καὶ διωγμοὺς ὑπὲρ πίστεως, καὶ ὡς αὐτὸς τὴν Ῥώμην,
κατέλαβες Ὅσιε, πανταχοῦ κηρύσσων, Τριάδος τὸ ὁμότιμον· ὅθεν καὶ τὸν δρόμον, ἐν Ἀρμενίᾳ τελέσας, ἀξίως ἀπείληφας, ἐκ Κυρίου τὸν στέφανον,
καταισχύνας τὸν Ἄρειον· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Ὁμολογίας στύλος ὑπάρχεις, καὶ ὁμώνυμος Παύλου τοῦ φωστῆρος τῆς γῆς, ὁμότροπός τε καὶ σύναθλος, τὰ στίγματα τοῦ Ἰησοῦ βαστάζων ἐν τῷ
σώματι, Παῦλε ἰερομύστα· καὶ ἐν αὐτοὶς ἐντρυφῶν, καὶ καυχώμενος πάντοτε, ἐνώπιον βασιλέων κακοδόξων ὤφθης ἱστάμενος, καὶ μὴ πτοούμενος,
μᾶλλον δὲ δυναμούμενος. Ὅθεν τρανώτερον βοᾷ σου τὸ αἷμα πρὸς Κύριον.

Μεγαλυνάριον.
Ἄκτιστον ὁμότιμον τῷ Πατρί, τὸν Λόγον δοξάζων, καὶ τῷ Πνεύματι συμφυῇ, Παῦλε θεηγόρε, ὀμολογίας στόμα, κατῄσχυνας Ἀρείου, τὴν ἀθεότητα.

5 Νοεμβρίου μνήμη των Αγίων μαρτύρων Γαλακτίωνος και Επιστήμης

0 σχόλια

Οι Άγιοι Γαλακτίων και Επιστήμη

Έζησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος. Οι γονείς του Γαλακτίωνα, Κλειτοφών και Λευκίππη, ήταν πρώτα ειδωλολάτρες. Κάποιος, όμως, ιερομόναχος, πού ονομαζόταν Ουνούφριος, τους προσείλκυσε στη χριστιανική πίστη. Από τότε διέθεταν τα πλούτη τους σε κάθε αγαθοεργία. Το δε γιο τους Γαλακτίωνα ανέθρεψαν "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου". Δηλαδή, με παιδαγωγία και νουθεσία, σύμφωνη με το θέλημα του Κυρίου. Και η παιδαγωγία αυτή δεν άργησε να φέρει τους θαυμαστούς καρπούς της. 
Ο Γαλακτίων όταν μεγάλωσε, νυμφεύθηκε μία ωραία κόρη, την Επιστήμη, την οποία ο ίδιος είλκυσε στο Χριστό. Η ζωή τους κυλούσε αφιερωμένη στην υπηρεσία του λόγου του Θεού και στη διακονία του πλησίον, ώσπου ξέσπασε ο διωγμός του Δεκίου. Τότε, ο μεν Γαλακτίων πήγε σε μοναστήρι του όρους Σινά, η δε Επιστήμη σε γυναικείο κοινόβιο. Αλλά η λαίλαπα του διωγμού έφθασε και στα μέρη εκείνα, με αποτέλεσμα να συλληφθεί ο Γαλακτίων. Όταν πληροφορήθηκε αυτό η Επιστήμη, έτρεξε και παρακάλεσε τους διώκτες να συλλάβουν και αυτή προς ενίσχυση του συζύγου της. Ο άρχοντας Ούρσος, μη μπορώντας να τους πείσει να αλλαξοπιστήσουν, τους αποκεφάλισε (250 μ.Χ.).