ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

Παρασκευή 4 Απριλίου , Παρασκευή Ε' εβδομάδος των Νηστειών και στο Μικρό Απόδειπνο ψάλλονται οι 24 οίκοι του Ακαθίστου Ύμνου

0 σχόλια

Τι είναι ο Ακάθιστος Ύμνος;

Από το ιστολόγιο xristianos.gr




Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι 
πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα 
παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης 
Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική 
ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν 
μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα 
λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και 
αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από 
τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για 
την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα 
εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες 
απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή 
της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια 
ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, 
στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν 
μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως
τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.



Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των 
Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική 
έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο 
ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο 
της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της 
Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις 
διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον 
άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην 
Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε 
συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των 
Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο 
επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, 
οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα 
του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία 
άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους 
εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, 
να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του 
Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως 
Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί 
Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας 
Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα 
στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου 
ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 
752 ή 754 μ.Χ.



Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο 
Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά 
προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη 
διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των 
ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης 
του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του Αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη 
Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του 
όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο 
σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε 
η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. 
Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. 
Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός 
χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του 
Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.



4 Απριλίου μνήμη του Οσίου πατρός ημών Ζωσιμά και του εν Αγίοις πατρός ημών Θεωνά αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης

0 σχόλια

Όσιος Ζωσιμάς


Apr_1 
Ζῶσαν προπέμψας Ζωσιμᾶς τὴν Μαρίαν,
Θανοῦσαν εὗρεν· ἀλλὰ νῦν ζῶσιν ἅμα.


Βιογραφία
Έζησε στους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.). Σύμφωνα με τον βιογράφο του Αγιο Σωφρόνιο, Αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων, αφιερώθηκε στον Θεό από παιδί και ασκήθηκε σε όλα τα είδη των αρετών.
Περιήλθε περί τους χίλιους διακρινόμενους για την αρετή τους ασκητές, για να διδαχτεί από την αρετή και την σοφία τους και εγκαταβίωσε σε μοναστήρι της Παλαιστίνης. Πόθος του ήταν να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Έκανε υπακοή στους γέροντες της μονής και με μεγάλη χαρά εφάρμοζε όσους κανόνες και είδη ασκήσεως του έδιναν.
Η τροφή του ήταν λιτή και την εξοικονομούσε κάνοντας εργόχειρο. Η μεγαλύτερη ασχολία του ήταν η ψαλμωδία και η μελέτη των Θείων Γραφών. Πολλές φορές ο Όσιος είχε αξιωθεί να δει οράματα, σύμφωνα και με τον λόγο του Κυρίου «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τὴ καρδία, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».
Με τους πνευματικούς του αγώνες έφθασε σε ύψη αρετής, σοφίας εγκράτειας και αγιότητος . Έτσι σιγά σιγά η φήμη της αγιότητός του έφθασε παντού και πολλοί μοναχοί από γειτονικά και μακρινά μοναστήρια τον επισκέπτονταν, για να τον συμβουλευτούν και να ωφεληθούν πνευματικά από τις διδαχές του.
Σε αυτό το μοναστήρι ο Αγιος Ζωσιμάς διήλθε με όλες του τις δυνάμεις τον ασκητικό βίο μέχρι τον πεντηκοστό τρίτο χρόνο της ηλικίας του. Αγαπούσε όμως την ερημική και ησυχαστική ζωή. Θέλοντας να αγωνιστεί περισσότερο πνευματικά, απεφάσισε να εγκατασταθεί στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στον Ιορδάνη ποταμό. Εκεί αφιερώθηκε στην αυστηρή άσκηση και νηστεία. Η πύλη του μοναστηριού έμενε πάντα κλειστή, για να μπορούν οι μοναχοί να προσεύχονται και να ασκούνται απερίσπαστοι. Ανοιγε μόνο όταν κάποιος μοναχός είχε μεγάλη ανάγκη να εξέλθει της μονής, αλλά αυτό ήταν σπάνιο γιατί το μοναστήρι ήταν έρημο και η περιοχή άγνωστη και δύσκολη στο πέρασμά της.
Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο Όσιος Ζωσιμάς αναχωρούσε για την έρημο, όπου κατ’ ευδοκίαν του Θεού συνάντησε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία (1 Απριλίου), στην οποία μετέδωσε τα άχραντα μυστήρια και εκήδευσε.
Ο Όσιος Ζωσιμάς κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας.

Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
AgiosZosimas01
Όσιος Ζωσιμάς
AgiosZosimas02
Όσιος Ζωσιμάς και Οσία Μαρία η Αιγυπτία
Πηγή:saint.gr




Άγιος Θεωνάς, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (+1541)


Γεννήθηκε μετά τα μέσα του 15ου αιώνα. Η πατρίδα του είναι άγνωστη. Άλλοι αναφέρουν ως τόπο γεννήσεώς του τη Λέσβο και άλλοι τη Βέροια, στην πρώτη μάλιστα και δείχνεται η οικία του.
Τους πρώτους ασκητικούς του αγώνες τέλεσε στην αγιορείτικη μονή του Παντοκράτορος, όπου ήταν και εφημέριος. Έζησε και στο Κάθισμα του Οσίου Ονουφρίου. Κατόπιν άφησε τη μονή και έγινε μαθητής του οσίου Ιακώβου, που ασκούνταν τον καιρό εκείνο στην Ιβηριτική Σκήτη, «και έχαιρε, και εσκίρτα, πώς ηξιώθη, να ακούη εκείνας τας θείας οπτασίας, όπου έβλεπε νοερώς, και να έχη διδάσκαλον και γέροντα τοιούτον ουράνιον άνθρωπον». Όταν ο θείος Ιάκωβος βγήκε στον κόσμο να κηρύξει τον λόγο του Θεού, τον ακολούθησε και ο πιστός Θεωνάς. Μετά το μαρτυρικό τέλος του διδασκάλου του γίνεται διάδοχος και προεστώς στους άλλους μαθητές και για λίγο ηγούμενος της μονής του Τιμίου Προδόμου στη Δερβέκιστα Αιτωλίας, το 1520.Ο άγιος Θεωνάς με τους μαθητές του Αγίου Ιακώβου επιστρέφουν στο Άγιον Όρος, αυτή τη φορά στη μονή της Σιμωνόπετρας, και μετά μία τριετία περίπου εξέρχονται του Όρους και μεταβαίνουν στη μονή της Αγίας Αναστασίας, πλησίον της Θεσσαλονίκης, την οποία ο άγιος ανακαινίζει το 1522 και γίνεται ηγούμενός της. Έκτισε σχολείο, νοσοκομείο και ναούς. Τα γύρω από τη μονή παρεκκλήσια της Αγίας Τριάδος, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Τιμίου Προδρόμου, των Αγίων Αποστόλων, Κηρύκου και Ιουλίτης, Αντωνίου, Γεωργίου, Δημητρίου και Προφήτου Ηλιού, κτίσθηκαν επί ηγουμενείας του Αγίου Θεωνά. Στο ασκητήριό του «ησύχασεν εκεί μόνος, μόνω Θεώ προσευχόμενος· και πάλιν συνήρχετο με τους μαθητάς του, παρηγορών αυτούς πολλάκις με την θείαν διδασκαλίαν του». Απέκτησε περί τους 150 μαθητές.
Για τη γνωστή σε όλους αγία του ζωή τοποθετήθηκε στον μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης περί το 1539. Με θεϊκή σοφία ποίμανε τη λογική ποίμνη του Χριστού που του δόθηκε και πολλούς οδήγησε στη σωτηρία.
Το τίμιο λείψανό του βρίσκεται «σώον και ολόκληρον, εν τη ιερά μονή της Αγίας Αναστασίας, ευωδίαν αποπνέον άρρητον, θαύματα προχέον και ιάματα παρέχον τοις μετά πίστεως τη σορώ αυτού προσερχομένοις». Πρώτος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης έγραψε τον βίο του, που περιέχεται στο Νέον Εκλόγιον και συνέθεσε την ακολουθία του. Νεώτερη ακολουθία εποίησε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Πολλοί ασχολήθηκαν με τον βίο του.
Η μνήμη του τιμάται στις 4 Απριλίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους, Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2007

3 Aπριλίου , Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος και μνήμη του Οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου και των Αγίων εκ Πατρών νεομαρτύρων Αναστασίας και Χριστοδούλου

0 σχόλια


Ὁ Μέγας Κανών


ΠΕΡΙΣΠΟΥΔΑΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

Τοῦ κ. Ἰωάννου Φ. Ἀθανασοπούλου Θεολόγου-Φιλολόγου

Θρησκευτικὸ ἀλλὰ καὶ ἐθνικὸ κειμήλιο ἀνεκτίμητης ἀξίας εἶναι ἡ Ὑμνογραφία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὅλα σχεδὸν τὰ ὑμνολογικὰ κείμενα εἶναι περισπούδαστα ποιητικὰ ἔργα μεγάλης πνοῆς καὶ συνθέσεως ἐκ τῶν ὁποίων μερικὰ οὔτε καὶ αὐτὴ ἡ ποιητικὴ δημιουργία τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος μπορεῖ νὰ προσεγγίσει. Παράδειγμα ἀδιάψευστον ὁ Μέγας Κανών, ἀπὸ τοὺς περισσότερο γνωστοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ψάλλεται τμηματικῶς μὲν κατὰ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ἀποδείπνου τῶν τεσσάρων πρώτων ἡμερῶν τῆς Α´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καὶ ὁλόκληρος το ἑσπέρας τῆς Τετάρτης τῆς Ε´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν «μετὰ συντετριμμένης καρδίας». Ἔχει μελοποιηθεῖ σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου, ποὺ εἶναι ἦχος κατανυκτικὸς καὶ ἐκφραστικός, ἰδιαίτερα τοῦ πένθους καὶ τῆς συντριβῆς τῆς ψυχῆς. Κατὰ τὴν σχετικὴ διάταξη τοῦ Τριωδίου 1, «τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας, περὶ ὥραν θ´ της νυκτὸς σημαίνει. Καὶ συναχθέντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως., ἀρχόμεθα ψάλλειν τὸν Κανόνα ἀργῶς καὶ ἐν κατανύξει, ποιοῦντες εἰς καθὲν τροπάριον μετανοίας γ´ καὶ λέγοντες: «Ἐλέησον μὲ ὁ Θεός, ἐλέησόν με».
Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ὁ κατανυκτικότερος, ὁ πλέον συγκινητικὸς μεταξὺ ὅλων τῶν Κανόνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ εἶναι μέγας κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοιά του. Ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος ἠθέλησε νὰ συνθέσει ὄχι τρία ἢ τέσσαρα τροπάρια γιὰ τὴν κάθε ᾨδή, ὅπως ἔχουν συνήθως οἱ ἄλλοι κανόνες, ἀλλὰ περισσότερα. Συγκεκριμένα ἀποτελεῖται ἀπὸ 11 Εἰρμοὺς 2 καὶ 250 Τροπάρια, προφανῶς κατὰ μίμηση τῶν στίχων τῶν ἐννέα βιβλικῶν ὠδῶν, ἑνὸς ἑκάστου τῶν τροπαρίων «ἄρρητον ἀποστάζοντος ἡδονήν». Κατὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Τριωδίου «λέγεται Μέγας Κανών, ἴσως ἂν τις εἰπῆ καὶ κατ᾿ αὐτὰς τὰς ἐννοίας καὶ τὰ ἐνθυμήματα· γόνιμος γάρ ἐστιν ὁ τούτου ποιητὴς ἀρίστως αὐτὰ συντιθέμενος».3 Στὸ τέλος ἑκάστης Ὠδῆς ὑπάρχουν ἀνὰ δύο μεταγενέστερα τροπάρια, ἐνσωματωμένα στὸν Μέγα Κανόνα ἀφιερωμένα στὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία, ὁ βίος τῆς ὁποίας «πολλὴν τοῖς ἐπταικόσι καὶ ἁμαρτάνουσι παραμυθίαν ὃ ἴδωσι, εἰ μόνον τῶν φαύλων ἀποστῆναι βούλοιντο 4 καὶ τέλος ἕνα στὸν ποιητὴ τοῦ Κανόνος, τῶν ὁποίων πιθανὸς συνθέτης εἶναι ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος.
Δημιουργὸς αὐτοῦ του ἐκτενοῦς ὑμνογραφικοῦ ἀριστουργήματος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ὑμνογράφους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, ὁ Ἱεροσολυμίτης, τοῦ ὁποίου τὸ ὑμνογραφικὸ τάλαντο τὸν ἀνέδειξε "κιθάραν μελῳδοῦσαν τὰ τοῦ πνεύματος, ζωγράφον τῆς τοῦ βίου ματαιότητος, δογματιστὴν ἀληθέστατον". 5
2. Ὅλος ὁ Μέγας Κανὼν διακρίνεται γιὰ τὸ πένθιμο καὶ θρηνῶδες ὕφος, τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου, τὸν πλούσιο λυρισμό, τὰ ἄφθονα ποιητικὰ στοιχεῖα καὶ τὴν περίτεχνη σύνθεση. Παρουσιάζει ἀνάγλυφη μίαν ἀνατομία τοῦ ὅλου ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου ὡς οὐσίας ἀλλὰ καὶ ὡς ὑποστάσεως. Διατυπώνει δηλαδὴ κατὰ τρόπον ἐπιγραμματικὸ στὰ τροπάρια τῶν Ὠδῶν τὴν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ἀνθρώπου ὡς θείου δημιουργήματος, τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τέλος τῆς ἀναγεννημένης ἐν Χριστῷ, δὶ εἰλικρινοῦς μετανοίας, ἀνθρωπίνης προσωπικότητος.
Εἰδικότερα ὁ δημιουργὸς τοῦ Μεγάλου Κανόνος περιγράφει τὴν μακαρία προπτωτικὴ κατάσταση τῶν πρωτοπλάστων, γιὰ νὰ ἀναφερθεῖ ἀκολούθως στὸν «πεπτωκότα ἄνθρωπον» καὶ στὶς συνέπειες τῆς παρακοῆς του. Γράφει συγκεκριμένα στὴν Α´ ὠδὴ τοῦ Κανόνος: «Τὸν πηλὸν ὁ Κεραμεὺς ζωοποιήσας ἔθηκάς μου σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ πνοὴν καὶ ζωήν». Προφανῶς ὁμιλεῖ γιὰ τὶς δύο διαστάσεις τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖες τὸν συνδέουν ὀργανικὰ μὲ τὴν ὑλικὴ καὶ τὴν πνευματικὴ διάσταση τῆς κτίσεως καὶ τὸν ἀναδεικνύουν «ἀνακεφαλαιωτὴν τοῦ σύμπαντος». 6
Ὁ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ δημιουργηθεὶς ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο δημιούργημα. Τοποθετήθηκε στὸν Παράδεισο καὶ τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν ἡ κυριότητα τῆς ἀλόγου κτίσεως, γευόμενος καὶ ἀπολαμβάνων ἐκεῖ, κατὰ τὸν ἱερὸν ὑμνογράφον, «τὸ πρωτόκτιστον κάλλος» (Β, 11), «τῆς ψυχῆς τὸ ὡραῖον» (Β, 6) «της ἀϊδίου βασιλείας καὶ τρυφῆς (Α, 3). Προσβλέψας ὅμως στὸ ὡραῖον τοῦ «φυτοῦ» ἔκαμε κακὴν χρήση τῆς ἐλευθερίας του καὶ μὴ νοήσας τὶς καταστροφικὲς συνέπειες τῆς παρακοῆς του, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ κατέστη δοῦλος τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Τοιουτοτρόπως τὸ «κατ᾿εἰκόνα» ἀμαυρώθηκε, τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μετετράπη σὲ ἀνομοιότητα καὶ ὁ ἄνθρωπος, χάνοντας τὴν «θεοΰφαντη» στολή του «ἐνδύεται τοὺς δερμάτινους χιτῶνες καὶ ἀπὸ θεολογικὸ ξεπέφτει σὲ βιολογικὸ ὄν». 7 Ἡ πράξη τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ οἱ ἐξ αὐτῆς συνέπειες εἶναι διάσπαρτες στὰ τροπάρια τοῦ Μ. Κανόνος. Γράφει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος: «Προσέβλεψα τοῦ φυτοῦ τὸ ὡραῖον, ἠπατήθην τὸν νοῦν καὶ ἔνθεν κεῖμαι γυμνὸς καὶ καταισχύνομαι» (Β´ 9). Ἀπώλεσα τὸ πρωτοκτιστὸν κάλλος καὶ τὴν εὐπρέπειάν μου καὶ ἄρτι κεῖμαι γυμνός.» (Β´ 11). «Ἐσπίλωσα τὸν τῆς σαρκός μου χιτῶνα καὶ κατερρύπωσα τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν (Β´ 15). Μάλιστα γιὰ νὰ τονίσει ἰδιαιτέρως τὴν κατάσταση στὴν ὁποίαν περιῆλθε διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος θὰ προσθέσει: «Τὸ σῶμα κατερρυπώθην, τὸ πνεῦμα κατεσπιλώθην, ὅλος ἡλκώθην» (Δ, 17), ἀφοῦ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακοῆς ἀφοροῦν στὸ συναμφότερον τοῦ ἀνθρώπου, τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, σὲ πολλὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος χρησιμοποιεῖ Α´ πρόσωπο κατὰ τὴν περιγραφὴ τῶν παραπτωμάτων, ὅπως «προσέβλεψα», «ἐσπίλωσα», «διέρρηξα», «ἠπατήθην», «παρέβην», «γέγονα φονεὺς συνειδότος ψυχῆς» κ.ἄ., γιὰ νὰ προσθέσει ὅτι «οὐ γέγονεν ἐν βίῳ ἁμάρτημα, οὐδὲ πρᾶξις, οὐδὲ κακία, ἣν ἐγώ, Σωτήρ, οὐκ ἐπλημμέλησα» (Δ.4). Εἶναι ὅμως προφανὲς ὅτι δὲν εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, οὔτε περιγράφει δικά του ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ἀποβλέπει σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους εἰς τρόπον, ὥστε τὸ ὑμνογράφημά του νὰ ἀποτελεῖ περιγραφὴ τῶν ψυχικῶν καὶ ἠθικῶν παραπτωμάτων τῆς ἀνθρωπότητος ὁλοκλήρου. 8 Συνεπῶς ὅταν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐννοεῖ τὸν ἄνθρωπον ὡς γένος καὶ ὄχι ὡς ἄτομον, ὁ ὁποῖος συναισθανόμενος τὴν ἁμαρτωλότητά του, ντρέπεται, συστέλλεται, θρηνεῖ καὶ ὁ θρῆνος διήκει δὶ ὅλων των ὠδῶν τοῦ Κανόνος. Ἐδῶ μάλιστα ἡ ὁμολογία τῆς ἁμαρτίας «συνιστᾶ κίνησιν ἀντίθετον ἐκείνης ἡ ὁποία εἶχεν ἀρχίσει κατὰ τὴν πρώτην διάπραξιν τῆς ἁμαρτίας. Ἐκεῖ ὑπῆρξεν ἄρνησις τῆς ἁμαρτίας, ὡς καὶ μεταβίβασις εὐθυνῶν, ἐνῶ ἐδῶ ὑπάρχει κατάφασις τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀποδοχὴ εὐθυνῶν». 9
Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ διφυής, ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, ἀσύγχυτη δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ θεμελιώδη διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ὅμως ἡ ψυχὴ συγκρινόμενη πρὸς τὸ σῶμα ἔχει ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀξία. 10
Ἡ ὑπεροχὴ τῆς ψυχῆς ἔναντί του σώματος ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ μὲν εἶναι ἀθάνατος, ἐνῶ ἐκεῖνο εἶναι θνητόν. Ὅταν ὅμως ἡ ψυχὴ διαπράττει τὶς ἁμαρτίες, τὸ σῶμα, γράφει ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος, συμπάσχει μετ᾿ αὐτῆς: «Ἐξαγγέλλω σοι Σωτήρ, τὰς ἁμαρτίας ἃς ἐργασάμην καὶ τὰς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μου πληγάς, ἅς μοι ἔνδον, μιαιφόνοι λογισμοὶ λῃστρικῶς ἐναπέθηκαν». (Α, 11). Καὶ προκειμένου νὰ τονίσει ἰδιαιτέρως αὐτὴν τὴν κατάσταση γράφει σὲ ἄλλο τροπάριο τοῦ Κανόνος: «Τὸ σῶμα κατερρυπώθην, τὸ πνεῦμα κατεσπιλώθην, ὅλος ἡλκώθην» (Δ, 17). Ὠσαύτως σὲ ἄλλο σημεῖο προσθέτει ὅτι ἡ «τετραυματισμένη» ψυχὴ (Θ, 3) ἂν καὶ εἶναι ἄϋλος, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σῶμα, «βλάπτεται» ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ σώματος (Δ, 26), διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακοῆς ἀφοροῦν στὸ συναμφότερον τοῦ ἀνθρώπου. Ἀναγνωρίζεται συνεπῶς ἀπὸ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο ὅτι ἡ ἁμαρτία, τὰ πάθη γενικῶς, τραυματίζουν τόσον τὸ σῶμα, ὅσον καὶ τὴν ψυχή. Εἰδικότερα μάλιστα τὴν ψυχὴ ἡ ὁποία εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθὸν καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει στὸν κόσμο ἄλλο ἀντάλλαγμα ἰσάξιο αὐτῆς. 11 Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν ψυχή, συνομιλῶν τρόπον τινὰ μετ᾿ αὐτῆς, γράφει: «Οἶμοι τάλαινα ψυχή! Τί ὠμοιώθης τῇ πρώτῃ Εὔᾳ;» (Α´ 4). «Ἀνάνηψον, ὦ ψυχή μου, τὰς πράξεις σου ἃς εἰργάσω» (Δ´ 3). «Γρηγόρησον ὦ ψυχή μου...» (Δ´ 9), «Ψυχὴ μετανόησον...» (Θ´ 6) κ.ἄ.
3. Ὅμως μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου «τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν», δημιουργεῖται ἡ ἀνάπλαση καὶ ἀνακαίνισή τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διασαλπίζει μὲ πολὺ λυρισμὸ ὁ ὑμνογράφος στὸν «Εἱρμὸ» τῆς θ´ ὠδῆς τοῦ Κανόνος: «Ἀσπόρου συλλήψεως, ὁ τόκος ἀνερμήνευτος Μητρὸς ἀνάνδρου, ἄφθορος ἡ κύησις, Θεοῦ γὰρ ἡ γέννησις κοινοποιεῖ τὰς φύσεις».
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου εἶναι «μυστήριον ξένον, ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐν τῷ Θεῷ». 12 Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας μας. Γράφει ὁ ἱερὸς ποιητής: «Σὺ εἶ ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς, σὺ εἶ ὁ πλαστουργός μου, ἐν σοὶ Σωτὴρ δικαιωθήσομαι» (Γ´ 7). Τὸ ἔργον ὅμως τῆς σωτηρίας δὲν πραγματοποιεῖται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀπαιτεῖται καὶ ἡ συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ θέλει νὰ σωθεῖ καλεῖται νὰ πραγματοποιήσει διὰ τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας του ἀλλαγὴ τρόπου ζωῆς. Ἂν ἡ ἁμαρτία εἶναι ἄρνηση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ, διασκορπισμὸς τοῦ πλούτου τῶν θείων χαρισμάτων, ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια σημαίνει μεταβολὴ τοῦ νοῦ, τὴν ἑκούσια ἄρνηση τοῦ κακοῦ, τὴν νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, μὲ ἐναγώνιο πόθο ζητεῖ «δάκρυα μετανοίας», γιὰ νὰ νίψει τὶς κόρες τῶν ματιῶν τῆς ψυχῆς του καὶ νὰ ἀτενίσει ἐν συνεχείᾳ «τὸ προαιώνιον φῶς», τ.ε, τὸν Χριστό: «Σιλωὰμ γενέσθω μοὶ τὰ δάκρυά μου, Δέσποτα Κύριε, ἵνα νίψωμαι κἀγὼ τὰς κόρας τῆς ψυχῆς μου καὶ ἴδω σε νοερῶς, τὸ φῶς τὸ τῶν πρώτων αἰώνων» (Ε, 21). Παραβάλλει μάλιστα τὰ δάκρυα πρὸς τὴν ἰαματικὴ ἐκείνη δύναμη ποὺ εἶχαν τὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ, ἐνῶ σὲ ἄλλο τροπάριο τοῦ Κανόνος, ὑπογραμμίζων τὴν σημασία τους, ὑπενθυμίζει τὴν σωτηρία τῶν Νινευιτῶν (Η, 8, 10), ἀλλὰ καὶ τὴν περίπτωση τοῦ Ἰωνᾶ ζητοῦντος γιὰ τὴν σωτηρία του δάκρυα (Η, 9). Ἡ σημασία τῶν δακρύων, κατὰ τὴν ἔμπρακτη ἐκδήλωση τῆς μετανοίας, καταλαμβάνει ἐξέχουσα θέση στὸν Μεγάλο Κανόνα.
Ὅμως δὲν ἀρκεῖται μόνον ὁ ὑμνογράφος σὲ προτροπὲς καὶ στὴν ἀναζήτηση τρόπου μετανοίας, ἀλλὰ προβάλλει συγχρόνως καὶ Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ βοηθήσει, ὥστε νὰ γίνει πραγματικότης ἡ μετάνοια. Εἶναι ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σαρκωθεῖς Λόγος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθυνόμενος ὁ ποιητὴς γράφει: «Σοὶ προσπίπτω Ἰησοῦ. Ἡμάρτηκά σοι, ἱλάσθητί μοι, ἆρον τὸν κλοιὸν ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας καὶ ὡς εὔσπλαχνος δὸς δάκρυα μετανοίας» (Α´, 22). Καὶ σὲ ἄλλο τροπάριο τῆς στ´ Ὠδῆς: «Λιμένα σε, γινώσκω γαλήνιον Δέσποτα Χριστὲ ἀλλ᾿ ἐκ τῶν ἀδύτων βυθῶν τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀπογνώσεως προφθάσας ρῦσαί με» (στ´, 13). Προκειμένου μάλιστα νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει τὴν «παρὰ φύσιν» κατάσταση στὴν ὁποίαν ὁδηγεῖται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ τὸν ἐνισχύσει στὴν ἀπόφαση καὶ στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐπιστροφή του στὸν προπτωτικὸ «κατὰ φύσιν» ἄνθρωπο, ὅπως αὐτὸς τελειοποιήθηκε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ ἰδιαίτερα ἔντεχνο τρόπο ἀναφέρεται σὲ μεγάλα βιβλικὰ θέματα καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἀπὸ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο ἀναλόγως μὲ τὴν συμπεριφορά τους πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν διαγωγή τους μέσα στὴν Ἰσραηλιτικὴ κοινωνία, εἴτε πρὸς μίμηση, εἴτε ὡς παραδείγματα πρὸς ἀποφυγήν: «Τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἅπαντας παρήγαγόν σοι ψυχή, πρὸς ὑπογραμμὸν μίμησαι τῶν δικαίων τὰς φιλοθέους πράξεις ἔκφυγε δὲ πάλιν, τῶν πονηρῶν τὰς ἁμαρτίας» (Η, 12). Ἀναφέρεται ὠσαύτως σὲ πρόσωπα καὶ σὲ θαύματα τῆς Καινῆς Διαθήκης, προτρέπων καὶ διὰ τούτων «πᾶσαν ψυχήν, ὅσα μὲν ἀγαθά της ἱστορίας ζηλοῦν καὶ μιμεῖσθαι πρὸς δύναμιν. καὶ ἀεὶ πρὸς Θεὸν ἀνατρέχειν διὰ μετανοίας, διὰ δακρύων καὶ ἐξομολογήσεως καὶ τῆς ἄλλης δηλονότι εὐαρεστήσεως». 13
4. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Μέγας Κανὼν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης εἶναι ἕνα πρωτότυπο στὸ εἶδός του λειτουργικὸ καὶ ἰδιαίτερα κατανυκτικὸ κείμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διακρινόμενο γιὰ τὸν ἔντονο λυρικὸ καὶ θρηνητικὸ χαρακτῆρά του. Εἶναι μιὰ θρηνητικὴ ἐλεγεία, θρηνῳδοῦσα τὴν ἀνθρώπινη τραγικότητα σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις της. Τοῦτο καταδεικνύεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸ Α´ τροπάριο τῆς Α´ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος: «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις, ποίαν ἀπαρχὴν ἐπιθήσω Χριστὲ νῦν θρηνωδίᾳ;.».
Μέσα ὅμως ἀπὸ τὸν θρῆνο αὐτὸ ἀναδίδεται στὰ ἑπόμενα τροπάρια, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, ἡ ἐλπίδα τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαταστάσεως καὶ δικαιώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ ὁ Μέγας Κανὼν ἐγερτήριον σάλπισμα μέσω τοῦ ὁποίου καλεῖται ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀποκοπῆς τοῦ θελήματός του, νὰ ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὶς φθαρτικές του τάσεις, νὰ ἐγκεντρίσει τὴν ζωή του στὴν πορεία τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Γολγοθᾶ καὶ τὴν Ἀνάσταση καὶ ζῶν «σωφρόνως καὶ εὐσεβῶς», νὰ γευθεῖ, δίκην ἀρραβῶνος, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν της ἐσχάτης ἡμέρας.
Ἡ ὅλη ἀριστουργηματικὴ πλοκὴ τοῦ ὑμνολογικοῦ αὐτοῦ κειμένου, ποὺ ὡς πηγὴν ἐμπνεύσεώς του ἔχει τὴν Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, μυσταγωγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸ ἔργο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μετανοίας, δύναται δὲ καὶ αὐτὴν τὴν σκληροτέραν ψυχὴν μαλάξαι καὶ πρὸς ἀνάληψιν ἀγαθοῦ διεγεῖραι, εἰ μόνον μετὰ συντετριμμένης καρδίας καὶ προσοχῆς ψάλλοιτο». 14 Εἶναι ἕνα διδασκαλεῖον ψυχῆς, ἕνα περισπούδαστο κείμενο πολλοῦ λόγου ἄξιον ἀπὸ θεολογικῆς, θρησκευτικῆς, δογματικῆς, ἀλλὰ καὶ λογοτεχνικῆς ἀπόψεως, διὸ καὶ δικαίως θεωρεῖται καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἕνας ἐκ τῶν ὑμνογραφικῶν θησαυρῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Τριώδιον», ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας. Ἐν Ἀθήναις 1960, σελ.271.
2. Ὁ «Εἱρμὸς» εἶναι πάντοτε τὸ πρῶτο τροπάριο ἑκάστης Ὠδῆς τῶν Κανόνων, ἐχει ἰδίαν σύνθεση καὶ μελωδία σύμφωνα πρὸς τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται ὅλα τα ἑπόμενα τροπάρια τῆς Ὠδῆς.
3. «Τριώδιον», ὅ.π. σ. 281.
4. «Τριώδιον», ὅ.π.
5. Ν. Β. Τωμαδάκη, Ἀνδρέας θ.Η.Ε. τ. 20ός, στ. 681.
6. Ὠδὴ Α´, τρόπ. 10.
7. Παν. Νέλλα, Ζῶον θεούμενον, Ἀθήνα 1979, σ. 199.
8. Π. Κ. Χρήστου, Ὁ Μ. Κανὼν τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ΛΓ´ (1950), σ. 275.
9. Νικ. Γ. Πολίτη, Ἔκστασις καὶ Ἀνάστασις κατὰ τὸν «Μέγα Κανόνα». Ἐπιστ. Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν. Τόμ. ΜΖ´ (1988), σ. 191.
10. Ματθ. ιστ´ 28, Μάρκ. κ´ 35.
11. Ἐφεσ. γ´ 9.
12. «Τριώδιον», ὅ.π. σ.281.
13. «Τριώδιον», ὅ.π.
14. «Τριώδιον», ὅ.π.



Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος

Ένας από τους πιο γνωστούς ποιητάς της Εκκλησίας είναι ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, του οποίου η μνήμη γιορτάζεται σήμερα. Η Εκκλησία από την αρχή και περισσότερο από τα χρόνια του Αρείου, για να παρακινήση τους χριστιανούς σε προσευχή και για να τους διδάσκη με ευχάριστο τρόπο τις θείες αλήθειες, χρησιμοποιεί σαν άριστο παιδαγωγό μέσο στή θεία Λατρεία την ποίηση και τη μουσική. Η ιερά υμνογραφία της Εκκλησίας είν' ένα μεγάλο και σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής φιλολογίας. Ιεροί άνδρες, όπως ο άγιος Ιωσήφ, εσύνθεσαν ύμνους στον Χριστό, στην Θεοτόκο και στους Αγίους και τους ετόνισαν σε μουσική, ώστε το Υμνολόγιο της Εκκλησίας μας να αποτελή ένα μεγάλο και πολύτιμο θησαυρό της χριστιανοσύνης. Η ψαλμωδία είναι από τις πνευματικώτερες εκδηλώσεις της ευσεβείας και της πίστεως· "λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις...", γράφει ο Απόστολος.

Ζῶντος Θεοῦ σὺ θεῖος ὑμνητὴς Πάτερ,
Ἐγὼ δὲ σοῦ θανόντος ὑμνητὴς νέος.

Βιογραφία
Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.

Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (τιμάται 20 Νοεμβρίου), ασκώντας το έργο του οξυγράφου.

Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους. Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.

Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.

Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο. Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του. Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.

Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.

Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.

Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.

Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.





Οι άγιοι Νεομάρτυρες Αναστασία και Χριστόδουλος


Μαρτύρησαν στην Πάτρα στις 3 Απριλίου 1821 Κυριακή των Βαΐων
Με την έναρξη της επανάστασης του 1821 δημιουργήθηκε και στην Πάτρα έκρυθμη κατάσταση. Μια μητέρα με τις δυο θυγατέρες της και τον γιο της, εύπορη οικογένεια, προσπαθούσαν να καταφύγουν στη Γαλλική Πρεσβεία, για να σωθούν. Δεν το κατόρθωσαν .Συνελήφθησαν από τους Τούρκους και οδηγήθηκαν μπροστά στον Γιουσούφ πασά. Παρακαλούν, γονατίζουν, εκλιπαρούν, ο πασάς είναι ανένδοτος. Η μόνη λύση για να αποφύγουν τον θάνατο είναι η εξώμοση. Κλαίουν, θρηνούν, απειλούνται, τρέμουν τον θάνατο. Τελικά αρνούνται τον Χριστό και εντάσσονται στο χαρέμι του πασά.
Η υπηρέτριά τους, η Αναστασία, μια ταπεινή κοπέλα, προτρέπεται κι αυτή στην άρνηση, ανθίσταται όμως ,και στις προτάσεις του πασά απαντά :
- Ο Θεός μου είναι Θεός του ψεύτικου προφήτη σου. Μπορείς ν’ απειλείς , ο κεραυνός του αντηχεί δυνατότερα από τις κραυγές της λύσσας των φρουρών σου. Κοίταξε τον ουρανό, δυστυχή άπιστε, εκεί κατοικεί η Παρθένος. Μου απλώνει τα χέρια. Την βλέπω. Πόσο γλυκό είναι το χαμόγελό της, με προσκαλεί, Έλα, περιστέρα μου. Χαίρε , βασίλισσα των αγγέλων. Χαίρε άστρο της πρωίας. Δέξου την ταπεινή δούλη σου, Αναστασία.
Βαφτίσου, Βεζύρη, αρνήσου την πλάνη. Το αισθάνομαι , ο Σωτήρας μου με καλεί κοντά του…
Λέγοντας αυτά παραδίδει την ψυχή της , πριν προλάβουν οι δήμιοι να την μολύνουν και να την θανατώσουν.
- Μου ξέφυγες ! φωνάζει ο Γιουσούφ πασάς και πλησιάζοντας ένα νεαρό παιδί δεκατεσσάρων ετών, γιο ιερέως, τον Χριστόδουλο, του λέει :
Ο προφήτης μου την χτύπησε ήδη, όπως και συ ο ίδιος τα παρατήρησες, αυτή τη δυστυχή που δεν φοβήθηκε να βλαστημήσει το όνομά του. Τρέμε μήπως και εσύ έχεις την ίδια τύχη με αυτή. Λέγε ό,τι λέω κι εγώ « Θεός είναι ο Θεός μου, ο δε Μωάμεθ είναι ο προφήτης του. »
Αντί άλλης απαντήσεως ο παιδομάρτυρας φωνάζει :
- Χριστός Ανέστη !
- Ο Μωάμεθ είναι καλύτερος.
- Μόνο ο Χριστός Ανέστη!
- Θα σε σφάξω σαν τραγί!
- Χριστός Ανέστη! …
Τότε οι παρευρισκόμενοι στρατιώτες όρμησαν με μανία εναντίον του. Ο πασάς διατάζει να τον λυπηθούν , τον καταδικάζει όμως σε ποινή πεντακοσίων ραβδισμών, τους οποίους θα υφίστατο κατανεμημένους στο χρονικό διάστημα των δεκατεσσάρων ημερών. Αμέσως δέχεται τους πρώτους ραβδισμούς , ενώ τον παροτρύνουν να αρνηθεί τον Χριστό αλλά εκείνος δοξάζει τον Χριστό. Το μαρτύριο επαναλαμβάνεται για τις δεκατέσσερις επόμενες ημέρες. Στις προτροπές για άρνηση ο άγιος επαναλαμβάνει :
- Το σώμα μου ανήκει σε σας αλλά η ψυχή μου στον Θεό, τον οποίο ουδέποτε θα εγκαταλείψω, ούτε και την Παρθένο Μαρία.
Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος και η ποινή ο Γιουσούφ τον έδιωξε με περιφρόνηση λέγοντας στους στρατιώτες του :
- Ο Μωάμεθ δεν τον θέλει αυτόν τον σκύλο τον Χριστιανό. Η αντίστασή του είναι ικανή απόδειξη. Ας τον αφήσουμε να φύγει.
Έφυγε ο μάρτυρας του Χριστού και μετά από λίγο παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του αθλοθέτου Κυρίου Του, για να λάβει της αθλήσεως τον στέφανο.
Τα αιματοβαμμένα και καταξεσκισμένα ρούχα του έγιναν για τους Χριστιανούς πολύτιμα , θαυματουργά φυλακτήρια.
Η μνήμη του εορτάζεται στη Πάτρα την Τρίτη της Διακαινησίμου.

2 Απριλίου μνήμη του Οσίου πατρός ημών Τίτου

0 σχόλια

Όσιος Τίτος ο Θαυματουργός


OsiosTitosThaumatourgos01 
Τὶ τοῦτο, Τίτε; καὶ σὺ λείπεις ἐκ βίου;
Λείπω μεταστάς, δόξαν οὕτω Κυρίῳ.
Δευτερίῃ Τίτοιο ἀπὸ ψυχὴν Νόες ἦραν.
Βιογραφία
Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον.
Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ’ 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο.
Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.
Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια.
Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων. “Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.
Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀνατεθεῖς ἀπὸ παιδὸς τῷ Κυρίῳ, ἀγγελικῶς ἐπολιτεύσω ἐν κόσμῳ, καὶ τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν χάριν ἐκ Θεοῦ, ὅθεν ἐχρημάτισας, Μοναζόντων ἀλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, καὶ σοφὸς οἰκονόμος. Ἄλλα μὴ παύση Πάτερ ἐκτενῶς, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, Θεὸν ἰλεούμενος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Τίτε τό πνεῦμά σου.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐγκρατείας ἄνθραξι, σαυτόν καθάρας, ἀρετῶν ἐξήστραψας, φωτοειδεῖς μαρμαρυγάς, καταφαιδρύνων τούς ψάλλοντας· Χαίροις ὦ Τίτε, Πατέρων ἀγλάϊσμα.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸν τοῦ βίου τάραχον, ἐγκαταλείψας, καὶ ἡσύχως ἅπαντα, ζήσας τὸν βίον σου σοφέ, πρὸς τὸν Θεὸν μεταβέβηκας, θαυματοφόρε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε.