ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

6 Απριλίου , Μεγάλη Δευτέρα και από την Κυριακή των Βαΐων εσπέρας η ακολουθία του Νυμφίου -μνήμη του Αγίου Ιωσήφ του Παγκάλου

0 σχόλια

Η ακολουθία του Νυμφίου (Κυριακὴ των Βαΐων εσπέρας)

 

 

 

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
῾᾽Ιδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός...᾽ Στηριγμένο τό μεσονυκτικό τροπάριο ῾᾽Ιδού ὁ νυμφίος ἔρχεται...᾽ στήν παραβολή τοῦ Κυρίου τῶν δέκα παρθένων, δίνει τό στίγμα τῆς ἀπαρχῆς τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδας: ὁ Κύριος, ὁ νυμφίος κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός.
      1. Αὐτό σημαίνει καταρχάς ὅτι τό κύριο γνώρισμα τῆς σχέσης τοῦ Χριστοῦ μέ ἐμᾶς εἶναι ἡ ἀγάπη. 
Κι ὄχι ἁπλῶς μιά ἀγάπη κινούμενη μέσα σέ συμβατικά τυπικά πλαίσια, ἀλλά μιά ἀγάπη χωρίς ὅρια, τήν ὁποία ἀκροθιγῶς μποροῦμε νά ψηλαφήσουμε στή σχέση τοῦ ἐρωτευμένου ἀπέναντι στήν ἐρωμένη του. ῾Οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν...᾽. Καί δέν μπορεῖ νά εἶναι διαφορετικά, ἀφοῦ ὁ Κύριος μᾶς ἀπεκάλυψε - ῾᾽Εκεῖνος ἐξηγήσατο᾽ - ὅτι ῾ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽. Ὁ Θεός μας λοιπόν πού ἐνανθρώπησε ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι ᾽Εκεῖνος πού γίνεται ὁ νυμφίος μας, γιατί μέσα στήν ἄπειρη ἀγάπη Του πρός ἐμᾶς, τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους, μᾶς προσλαμβάνει στόν ἑαυτό Του καί μᾶς κάνει ἕνα μ᾽ ᾽Εκεῖνον: ἀνθρωποπαθῶς μιλώντας, ἡ σκέψη Του, ἡ καρδιά Του, ἡ ἐπιθυμία Του εἶναι σέ μᾶς, ὅπως τοῦ ἐρωτευμένου εἶναι στήν ἐρωμένη του.

     2. Κι ἔπειτα, μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ὑμνογράφος, ἔρχεται ῾ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός᾽. ῎Ερχεται δηλ. 
(α) μέ τρόπο πού δέν μποροῦμε ἐμεῖς νά προσδιορίσουμε καί νά ὁριοθετήσουμε. Ὁ ἐρχομός Του πάντοτε εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀπόλυτα ἐλεύθερης ἀγάπης Του, καρπός τῆς δικῆς Του πρωτοβουλίας, πού σημαίνει ὅτι ἐμφανίζεται ἐκεῖ πού κανείς δέν Τόν περιμένει καί μέ τρόπο πού ἴσως ποτέ δέν μπορεῖ νά ὑποψιαστεῖ: μέσα ἀπό ἕνα ἀτύχημα κάποια φορά, ἀπό τήν ἀνάγνωση κάποιου βιβλίου κάποια ἄλλη, ἀπό μιά θλίψη καί δοκιμασία ἄλλοτε, κυρίως ὅμως ἀπό τή συνάντησή μας μέ τούς πιό παραπεταμένους ἐλαχίστους συνανθρώπους μας. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε᾽. 
(β) ῎Ερχεται συνεπῶς κι ἐκεῖ πού ῾ἀντικειμενικά᾽ δέν θά ἔπρεπε νά εἶναι, μέσα δηλ. καί στό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Τήν ὥρα πού ἐπιτελεῖ κανείς τήν ἁμαρτία, ἐκείνη τήν ὥρα μπορεῖ νά κληθεῖ ἀπό τόν ἐρχόμενο Κύριο. Σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, πού κλήθηκε τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς, σάν τόν ἀπόστολο Ματθαῖο, πού κλήθηκε τήν ὥρα τοῦ ῾τελωνείου᾽. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ κάθε ὥρα γιά τόν καθένα μας, μπορεῖ νά εἶναι ἡ ὥρα τῆς χάρης μας, τῆς κλήσης μας ἀπό τόν νυμφίο Χριστό. ᾽Αλλά καί (γ) ἔρχεται καί καλεῖ τόν ἄνθρωπο χωρίς τίς περισσότερες φορές νά παίρνει κανείς ἀπό τούς ἄλλους συνανθρώπους εἴδηση γιά τήν κλήση αὐτή. Σάν τήν περίπτωση τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, πού μόνον αὐτή ἐμποδιζόταν νά μπεῖ στό Ναό, χωρίς κανείς δίπλα της νά νιώθει τό τί γινόταν στήν ψυχή της. Ὁ Κύριος πάντοτε εἶναι ὁ ἐρχόμενος καί κρούων τή θύρα τῆς ψυχῆς μας. ῾᾽Ιδού ἔστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω᾽. Ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Κύριο γίνεται στά μυστικά βάθη τῆς καρδιᾶς, τά ὁποῖα γνωρίζει μόνον ᾽Εκεῖνος. Στήν καρδιά ῾παίζεται᾽ τό ὅλο παιχνίδι τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
     3. Κι αὐτός ὁ ποικίλος ἐρχομός σέ μᾶς τοῦ γεμάτου ἀγάπη νυμφίου Χριστοῦ συναντᾶ συνήθως δύο καταστάσεις: τήν κατάσταση τῆς ἐγρήγορσης καί τήν κατάσταση τῆς ραθυμίας. ᾽Εγρήγορση σημαίνει ν᾽ ἀνταποκριθῶ στήν ἀγάπη Του καί νά ζήσω μαζί Του τή χαρά τῆς παρουσίας Του, ψυχικά καί σωματικά, καί ἐδῶ καί αἰώνια. ῾Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς᾽. Ραθυμία σημαίνει νά εἶμαι τόσο προσκολλημένος στά πάθη μου - στή φιληδονία, τή φιλαργυρία, τή φιλοδοξία μου - ὥστε νά μήν καταλάβω κἄν τόν ἐρχομό καί τήν κλήση Του, κι ἀκόμη: νά Τόν καταλάβω μέν, ἀλλά ν᾽ ἀναβάλω τήν ἀνταπόκρισή μου. Ἡ ἐκτίμηση γιά τίς δύο καταστάσεις, ὅπως μᾶς τή δίνει ὁ ὑμνογράφος, εἶναι σαφής: μακαριότητα ἡ πρώτη, ἀναξιότητα ἡ δεύτερη. Μέ τά ἀντίστοιχα βεβαίως ἀποτελέσματα. 
Ἡ ἐπιλογή πιά εἶναι στήν ἀπόλυτη εὐθύνη μας: ῾Βλέπε οὖν ψυχή μου...᾽!



Μεγάλη Δευτέρα – Άγιος Ιωσήφ ο Πάγκαλος



 
Ιωσήφ ο Πάγκαλος
Τύπος δικός μας, διδακτικός.

Ένα από τα πρόσωπα, που προβάλλει η Μεγ. Εβδομάδα μπροστά μας, θα παρουσιάσουμε εδώ. Δεν είναι πρόσωπο, που έζησε στα χρόνια του Χριστού και έλαβε μέρος, είτε σκοτεινό είτε φωτεινό, στο δράμα του Χριστού. Όχι! Είναι πρόσωπο, που έζησε 1800 περίπου χρόνια προ Χριστού. Και όμως στο πρόσωπο αυτό κυρίως είναι αφιερωμένη η αποψινή βραδιά. Και ποιά σχέση λοιπόν μπορεί να έχει ένα πρόσωπο, που έζησε τόσους αιώνες προ Χριστού; Και ποιά σχέση μπορεί να έχει μ’ εμάς;
Το πρόσωπο αυτό έχει σχέση με το Χριστό και μ’ εμάς, γιατί είναι τύπος. Σήμερα η λέξη « τ ύ π ο ς » έχει και καλή και κακή σημασία. Κακή σημασία: -Αυτός, λέμε, είναι τύπος ιδιότυπος, παράξενος άνθρωπος… Στην αρχαιότητα όμως η λέξη είχε μόνο καλή σημασία. Μέσα στην Αγία Γραφή έχει πρώτα προφητική σημασία, και ύστερα διδακτική.
Προφητική σημασία: -Αυτός είναι τύπος του Χριστού. Το πρόσωπο, δηλαδή αυτό της Παλαιάς Διαθήκης προτυπώνει, προεικονίζει, συμβολίζει το Χριστό. Έζησε πολλούς αιώνες προ Χρίστου, όμως πολλά σημεία της ζωής του είναι προτυπώσεις σημείων της ζωής του Χριστού. Έτσι έχουμε στην Παλαιά Διαθήκη τύπους του Χριστού, τύπους της Παναγίας, τύπους του Σταυρού, τύπους της Εκκλησίας κ.λπ.
Το πρόσωπο, που μας το θυμίζει η αποψινή ακολουθία, είναι τύπος του Χριστού, από τους πλέον φανερούς και καθαρούς τύπους του Χριστού. Και το πρόσωπο αυτό είναι ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος.
Πολλά πρόσωπα στη Παλαιά Διαθήκη είναι τύποι του Ιησού Χριστού, όπως ο Αδάμ, ο Άβελ, ο Ισαάκ, ο Δαβίδ κ.ά. Εκείνο όμως το πρόσωπο, που προτυπώνει και προεικονίζει στα περισσότερα σημεία της ζωής του το Χριστό, είναι ο Ιωσήφ, ένα από τα δώδεκα παιδιά του πατριάρχου Ιακώβ.
Τύπος ο Ιωσήφ με την πρώτη καλή σημασία της λέξεως, την προφητική, αλλά τύπος και με τη δεύτερη καλή σημασία της λέξεως, τη διδακτική. Τύπος προφητικός για το Χριστό. Τύπος διδακτικός για μας. Για το Χριστό είναι προτύπωση. Για μας είναι πρότυπο. Για το Χριστό φωτεινή προεικόνιση. Για μας φωτεινό σύμβολο. Έτσι τον παρουσιάζει η αποψινή ακολουθία. Και πολύ φωτισμένα η Εκκλησία όρισε να προβάλλεται απόψε, στην αρχή της Μεγ. Εβδομάδος, η μορφή του Ιωσήφ. Και γιατί προτυπώνει το Χριστό και το Πάθος του, και γιατί μας παρέχει φωτεινά διδάγματα προετοιμασίας για τις άγιες τούτες ημέρες.
Πώς είναι τύπος του Χριστού ο Ιωσήφ;
1. Ήταν αγαπητός υιός Ιωσήφ, το πιο αγαπημένο παιδί του Ιακώβ. Αυτόν αγαπούσε περισσότερο από όλα τα παιδιά του, γιατί του άξιζε. Και σε αυτόν είχε χαρίσει μοναδική στολή, λαμπρό χιτώνα. «Ο Ιακώβ δε αγαπούσε  τον Ιωσήφ περισσότερο από  όλους τους υιούς του… Έκανε δε γι’ αυτόν λαμπρό χιτώνα» (Γεν. 37,3). Αγαπητός Υιός και ο Χριστός. Ο Αγαπητός Υιός του ουράνιου Πατέρα. Γι’ αυτόν ακούστηκε η φωνή Του στη Βάπτιση και τη Μεταμόρφωση: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός». Και είχε και ο Χριστός, ως Υιός μονογενής του Πατέρα, μοναδική στολή. Είναι η στολή της θεότητας. Ο Χριστός είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός.
2. Τον φθόνησαν τον Ιωσήφ τα αδέλφια του. Δεν μπορούσαν να υποφέρουν την υπεροχή του. Δεν μπορούσαν να χαρούν με τις χαρές του αδελφού τους. Και με το Χριστό το ίδιο έγινε. Τον μίσησαν και τον φθόνησαν «οι άνθρωποι του Θεού», οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι. Ο Πιλάτος «γνώριζε, ότι παρέδωσαν αυτόν επειδή τον φθονούσαν». Ο φθόνος είναι το πρωταρχικό και γενεσιουργό πάθος. Ακολουθούν το μίσος, η κακία, τα κακούργα σχέδια, οι χριστοκτόνες ενέργειες. Δεν υπέφεραν να βλέπουν την υπεροχή του Χριστού, την επιρροή του στο λαό.
3. Αποφάσισαν τ’ αδέλφια να σκοτώσουν τον αθώο Ιωσήφ. Συσκέφθηκαν κρυφά και είπαν: «Ελάτε να τον σκοτώσουμε» (Γεν. 37,20). «Με πονηρό τρόπο». Το ίδιο και στη περίπτωση του Ιησού. Συσκέψεις και διαβούλια για την εξόντωση του επικινδύνου γι’ αυτούς Διδασκάλου. «Και αποφάσισαν να συλλάβουν με δόλο το Ιησού και να θανατώσουν»(Ματθ. 26,4). Άρχοντες του Ισραήλ, αρχιερείς, γραμματείς, φαρισαίοι, συσκέπτονται, πώς θα συλλάβουν και θα θανατώσουν τον Ιησού, τον πιο εκλεκτό αδελφό τους. Εκείνο το «Δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν» των αδελφών του Ιωσήφ ακούγεται το ίδιο και στην παραβολή των κακών γεωργών, όπου σαφώς συμβολίζεται η απόφαση των Ιουδαίων για τη θανάτωση του Υιού του Βασιλέως, του Ιησού.
4. Πούλησαν τον Ιωσήφ τα αδέλφια του για 20 χρυσά νομίσματα. «Πούλησαν τον Ιωσήφ στους Ισμαηλίτες για είκοσι χρυσά» (Γεν, 37,28). Και μάλιστα από όλα τα αδέλφια του εκείνος που έκανε τη σχετική πρόταση ήταν ο Ιούδας. Ιούδας και στη περίπτωση του εικονιζόμενου και προτυπούμενου Χριστού το όργανο της αγοροπωλησίας, της πιο άδικης και άτιμης αγοροπωλησίας. Πούλησε το Χριστό για 30 αργύρια.
5. Έπαθε και υπέφερε ο Ιωσήφ και στα χέρια των αδελφών του και στα χέρια των ξένων, των Αιγυπτίων. Τα αδέλφια του τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, για να τον κατασπαράξουν τα θηρία. Και οι Αιγύπτιοι τον έριξαν μέσα στη φυλακή σαν να ήταν ένοχος, ενώ ήταν αθώος. Θύμα συκοφαντίας ο αθώος και αγνός Ιωσήφ. Έπαθε και υπέφερε και ο Χριστός. Έπαθε ως άνθρωπος. Οι αδελφοί του οι Ιουδαίοι τον οδήγησαν σε πολλά παθήματα, τον βασάνισαν. Αλλά και οι ξένοι, οι Ρωμαίοι, στους οποίους τον παρέδωσαν οι Ιουδαίοι, και εκείνοι τον βασάνισαν. Ρίχτηκε στη φυλακή, σύρθηκε σαν κακούργος στο κριτήριο, καταδικάστηκε σαν κοινός εγκληματίας και τελικά θανατώθηκε πάνω στο Σταυρό.
6. Δεν έμεινε για πάντα ταπεινωμένος ο Ιωσήφ. Από την ταπείνωση του λάκκου και της φυλακής οδηγήθηκε στη δόξα. Ο Φαραώ τον ανέστησε από τα βάθη της φυλακής και τον κατέστησε άρχοντα. «Να, σε κάνω  σήμερα άρχοντα σε όλη την  Αίγυπτο» (Γεν. 41,41). Προτύπωση της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού. Ρίχτηκε στο λάκκο του θανάτου και του τάφου. Δεν παρέμεινε πολύ. Ανέστη τριήμερος. Μετά το πάθος η δόξα. Μετά το Σταυρό η Ανάσταση.
7. Και η τελευταία προτύπωση. Ο Ιωσήφ σαν άρχοντας της Αιγύπτου σε καιρό πείνας άνοιξε τις αποθήκες του και έγινε σιτοδότης και έθρεψε τους πεινασμένους αδελφούς του. Σιτοδότης και ο Χριστός. Ανεξάντλητες οι αποθήκες του. Πάντοτε προσφέρει και προσφέρεται. Τρέφει  με το θειο Άρτο του, ποτίζει με το τίμιο Αίμα του. Τρέφει με τη θεία Κοινωνία.
Από όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του Ιωσήφ σε μία δίνει ιδιαίτερη έμφαση η αποψινή ακολουθία. Στο επεισόδιο με την αμαρτωλή γυναίκα, με τη διεφθαρμένη σύζυγο του Πετεφρή. Μια γυναίκα πόρνη βρέθηκε μπροστά στο αγνό και καθαρό παλληκάρι, τον Ιωσήφ. Κάποια γυναίκα βρίσκεται μπροστά στη ζωή κάθε αγνού και αμόλυντου νέου. Η γυναίκα όργανο καλού στο πρόσωπο της Παναγίας. Η γυναίκα όργανο κακού στο πρόσωπο της Εύας, και της δευτέρας Εύας, όπως ονομάζεται η γυναίκα του Πετεφρή στο δοξαστικό των αποστίχων: «Δεύτερη Εύα, την Αιγυπτία, βρήκε ο δράκοντας, και με λόγια κολακείας προσπαθούσε να παρασύρει τον Ιωσήφ». Προσοχή στα πονηρά και διεφθαρμένα πρόσωπα, που έχουν σκοπό να σε ρίξουν στην αμαρτία.
Δεν υποτάχθηκε ο Ιωσήφ στα προκλητικά δελεάσματα της διεφθαρμένης γυναίκας. .«Στης Αιγύπτιας τότε τις ηδονές δεν παρασύρθηκε…». Δούλος στο σώμα έγινε ο Ιωσήφ. Φυλακίσθηκε σωματικά. Αλλά δούλος στη ψυχή δεν έγινε. Έμεινε αδούλωτος. Αδούλωτους μας θέλει ο Χριστός. Ελεύθερους από τους πειρασμούς. Αδούλωτα νιάτα οι νέοι μας. Αδούλωτες ψυχές όλοι μας. Δεν υποτάσσεται ο αδούλωτος στα προκλητικά δελεάσματα του κόσμου. Αλλά τί κάνει; Ό,τι   έκανε ο Ιωσήφ. Μια σκέψη αστραπιαία και μια κίνηση αστραπιαία. Η σκέψη: Με βλέπει ο Θεός. Πώς να κάνω τέτοια πράξη που μου ζητάει η διεφθαρμένη γυναίκα; Η κίνηση: Τόβαλε στα πόδια. Έφυγε. « Και αφήνοντας τα ρούχα του στα χέρια της έφυγε και βγήκε έξω» (Γεν, 39,12). Αυτή η σκέψη και αυτή η κίνηση του Ιωσήφ είναι τα μόνα που σώζουν σε στιγμές σφοδρού πειρασμού, που είναι στιγμές σατανικού ανεμοστρόβιλου. Η σκέψη: -Με βλέπει ο Θεός!..  Η κίνηση: -Όπου φύγει-φύγει. Φυγή ηρωική, έξοδος από τον κλοιό της αμαρτίας, σωτήριο άλμα.
Λάμπει ο Ιωσήφ. Πάγκαλος. Κρύσταλλο η αγνότητά του. Αστράπτει η αρετή του. Σύμβολο για κάθε νέο και νέα, για κάθε χριστιανό. Κρύσταλλο η ψυχή. Σωφροσύνη σε στιγμές πειρασμών, που δεν τις περιμένουμε. Αγνότητα ο μεγάλος στόχος. Καθαρή η ψυχή.
Συγκρίνετε εκείνο το νέο με τους περισσοτέρους νέους της εποχής μας. Λυπηθείτε τα παιδιά, τα αγόρια, που σε κάποιο σταυροδρόμι της ζωής τους κάποια «Αιγυπτία», κάποια «Πετεφρίνα», κάποια γυναίκα τους χαμογέλασε και τους προκάλεσε. Λυπηθείτε τα αγόρια, που ορμητικός ο πειρασμός πέφτει πάνω τους και τους βιάζει κυριολεκτικά τις αισθήσεις και τους αρπάζει να τους σύρει στην αμαρτωλή, την αισχρή πράξη. Λυπηθείτε και τα κορίτσια, που έκφυλοι τύποι τα παρέσυραν, τα κατέστρεψαν και τα κατέστησαν ελεεινά θύματα του κακού… Αλλά και θαυμάστε τους νέους και τις νέες, που ακολουθούν στις μέρες μας με τη χάρη, του Θεού τα χνάρια του Ιωσήφ του Πάγκαλου, και παραμένουν αγνοί σαν τα κρίνα, λευκοί σαν το χιόνι. Κι’ αγωνισθείτε, για να επικρατήσει και πάλι η σωφροσύνη. Γέμισε ο κόσμος προκλητικούς πειρασμούς. Καιρός ν’ αντισταθούμε, αρνητικά και θετικά, στο ρεύμα του κακού.......

5 Απριλίου Κυριακή των Βαΐων

0 σχόλια

Κυριακή των Βαΐων

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα : 
Ιωάννου ιβ΄ 1-18

Πρωτότυπο κείμενο
Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν Ἰησοῦς. Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει, ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν ἐκ τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. Ἡ οὖν Μαριὰμ λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξεν ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. Λέγει δὲ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης εἷς [ἐκ] τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διὰ τί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; Εἶπεν δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾽ ὅτι κλέπτης ἦν καὶ τὸ γλωσσόκομον ἔχων τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, ἵνα εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τηρήσῃ αὐτό· τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. Ἔγνω οὖν [ὁ] ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστιν καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ καὶ ἐκραύγαζον· ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι κυρίου, [καὶ] ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό, καθώς ἐστιν γεγραμμένον· μὴ φοβοῦ, θυγάτηρ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται, καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. Ταῦτα οὐκ ἔγνωσαν αὐτοῦ οἱ μαθηταὶ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη Ἰησοῦς τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο  ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος , ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν  πεποιηκέναι το σημεον .
 
 
Απόδοση στη νεοελληνική
 
 
Ο δε Ιησούς, εξ ημέρας προ του Πάσχα ήλθεν εις την Βηθανία, όπου ήτο ο Λάζαρος, ο οποίος είχε πεθάνει και τον οποίον είχε αναστήσει εκ νεκρών. Παρέθεσαν, λοιπόν, σε αυτόν δείπνο εκεί και η Μάρθα υπηρετούσε. Ο Λάζαρος ήτο ένας από τους συνδαιτυμόνας. Εν τω μεταξύ η Μαρία επήρε μίαν λίτραν μύρου γνησίου και πολυτίμου, καμωμένου από το αρωματικό φυτό που λέγεται νάρδος, και άλειψε τα πόδια του Ιησού, τα οποία και εσπόγγισε κατόπιν με τας τρίχας της κεφαλής της. (Τούτο δε έκαμε από βαθειά πίστη προς τον Σωτήρα και από θερμή ευγνωμοσύνη προς αυτόν, που είχε αναστήσει τον αδελφό της). Όλο δε το σπίτι εγέμισε από την ευωδία του μύρου. Λέγει τότε ένας από τους μαθητάς του Ιησού, ο Ιούδας, ο υιός του Σίμωνος ο Ισκαριώτης, ο οποίος μετ' ολίγον έμελε να τον παραδώσει στους σταυρωτάς· “Γιατί το μύρο αυτό δεν επωλήθη αντί τριακοσίων δηναρίων, αντί εξήντα περίπου χρυσών λιρών και δεν εδόθη το αντίτιμό του στους πτωχούς;” Είπε αυτό, όχι διότι είχε κανένα ενδιαφέρον δια τους πτωχούς, αλλά διότι ήτο κλέπτης, και είχε το κουτί των εισφορών, και εκρατούσε δια τον εαυτόν του τα χρήματα, που έρριπταν εις αυτό. Είπε τότε ο Ιησούς· “αφήστε ήσυχη αυτήν την γυναίκα· εφύλαξε το μύρο αυτό σαν να προησθάνετο και το εχρησιμοποίησε δι' εμέ τώρα, τας παραμονάς του ενταφιασμού μου. Διότι τους πτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας, εμέ όμως δεν με έχετε πάντοτε. Μετ' ολίγον θα παραδοθώ εις χείρας των σταυρωτών μου”. Επληροφορήθηκε τότε πολύς λαός από τους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς ευρίσκετο εις την Βηθανία και ήλθαν εκεί, όχι μόνον δια τον Ιησού, αλλά δια να ίδουν και τον Λάζαρο, τον οποίον είχε αναστήσει εκ νεκρών. Οι αρχιερείς όταν επληροφορήθησαν αυτά, απεφάσισαν να φονεύσουν και τον Λάζαρο,  διότι πολλοί από τους Ιουδαίους επήγαν δι' αυτόν εις την Βηθανία και όταν τον έβλεπαν ζωντανό και υγιή, αναστημένο εκ νεκρών, επίστευαν στον Ιησού. Την άλλην ημέρα πολύς λαός, που είχε έλθει δια την εορτή, όταν ήκουσαν ότι ο Ιησούς έρχεται εις τα Ιεροσόλυμα, επήραν εις τα χέρια των κλάδους από φοίνικας και εβγήκαν να τον προϋπαντήσουν και εφώναζαν· “δόξα και τιμή εις αυτόν· ευλογημένος και δοξασμένος ας είναι αυτός που έρχεται εκ μέρους του Κυρίου, αυτός που είναι ο ένδοξος και αληθινός βασιλεύς του Ισραήλ. Βρήκε δε ο Ιησούς ένα πουλάρι και εκάθισεν επάνω εις αυτό, σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένο εις τις προφητείες· Μη φοβάσαι, Ιερουσαλήμ, κόρη της Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται ταπεινός, γλυκύς, γεμάτος αγάπη δια σε, καθισμένος επάνω εις πουλάρι όνου. Τι εσήμαιναν τα λόγια και τα γεγονότα αυτά δεν είχαν εννοήσει οι μαθηταί Του προηγουμένως, αλλ' όταν ο Ιησούς με την θριαμβευτική ανάσταση Του και την ένδοξο ανάληψη Του εδοξάσθη, τότε εθυμήθηκαν, ότι αυτά όλα είχαν γραφή από το Πνεύμα του Θεού δι' αυτόν και εις την εκπλήρωση αυτών συνείργησαν αυτοί και ο λαός, χωρίς να το εννοούν. Κατά τας ώρας της μεγάλης εκείνης υποδοχής ο λαός, που ήτο μαζί του όταν ο Ιησούς εφώναξε τον Λάζαρο από το μνημείο και τον ανέστησε εκ νεκρών, εμαρτυρούσε και επεβεβαίωνε εις τα άλλα πλήθη το μεγάλο αυτό θαύμα.


Κυριακή των Βαΐων
 
 
Η Κυριακή μετά το Σάββατο του Λαζάρου είναι η Κυριακή των Βαΐων. Πρόκειται για την τελευταία Κυριακή της Σαρακοστής και ταυτόχρονα την πρώτη ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. Ημέρα αφιερωμένη στην είσοδο του Ιησού στην Ιερουσαλήμ. Όπως μας αναφέρουν οι Ευαγγελιστές, την επόμενη ημέρα της αναστάσεως του Λαζάρου, ο Ιησούς ζήτησε από τους μαθητές του, να του βρουν ένα γαϊδουράκι. Πάνω σε αυτό σκόπευε να πάει στην Ιερουσαλήμ. Εκείνες τις ημέρες είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στην πόλη, για τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα. Το Εβραϊκό Πάσχα ήταν γιορτή που γινόταν σε ανάμνηση της απελευθέρωσης των Εβραίων από τους Αιγύπτιους. Πάνω στο γαϊδουράκι, λοιπόν, εισήλθε ο Ιησούς στην Ιερή Πόλη. Ο λαός είχε ήδη μάθει για την Ανάσταση του Λαζάρου, αφού η Βηθανία απήχε μόλις 2,5 χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ. Τόσο το θαύμα στην Βηθανία, όσο και η υπόλοιπη «δράση» του Ιησού, οδήγησαν τον λαό να τον υποδεχθεί όπως όριζε το εθιμοτυπικό της υποδοχής βασιλέων. Έστρωσαν κλαδιά (βάγια στα εβραϊκά) φοινίκων στους δρόμους από όπου περνούσε ο Χριστός με το γαϊδουράκι και Τον επευφημούσαν τραγουδώντας «Ωσαννά ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάν.12:13). Από τα βάια, πήρε το όνομα της η ημέρα αυτή. Με την είσοδο του Ιησού στην Ιερουσαλήμ ξεκινά το Θείο Δράμα. Επειδή όμως ταυτόχρονα γιορτάζεται η είσοδος του ως Βασιλέας στην Ιερουσαλήμ, η Εκκλησία καλεί τους πιστούς να γιορτάσουν καταλύοντας την νηστεία και επιτρέποντας την βρώση ψαριών.
Στις μέρες μας, την Κυριακή των Βαΐων, όλες οι εκκλησίες στολίζονται με βάια. Επειδή στον ελλαδικό χώρο οι φοίνικες δεν απαντώνται συχνά, για τον στολισμό χρησιμοποιούνται κλαδάκια δάφνης, ιτιάς, ελιάς ή μυρτιάς. Τα κλαδάκια αυτά μετά το πέρας της λειτουργίας, μοιράζονται στους πιστούς. Ο λαός μας πιστεύει ότι τα βάια αυτά, έχουν ιαματικές και αποτρεπτικές για το κακό ιδιότητες. Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας με τα βάια αυτά, «χτυπούν» τις έγκυες γυναίκες πιστεύοντας ότι θα γεννήσουν έτσι πιο εύκολα. Σε άλλες, κρεμούν τα βάια στις πόρτες των σπιτιών σαν φυλακτό. Σε δύο περιοχές, όμως, η Κυριακή των Βαΐων, έχει ξεχωριστή σημασία. Στην Κέρκυρα, γίνεται μεγάλη λιτανεία του Σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνα. Η λιτανεία αυτή ξεκίνησε το 1630. Οι Κερκυραίοι τιμούν έτσι τον Άγιο τους, που απάλλαξε το νησί από την Πανώλη το 1629. Ιδιαίτερους εορτασμούς έχουμε και στο Μεσολόγγι. Την Κυριακή των Βαΐων του 1826, έγινε η μεγάλη Έξοδος του Μεσολογγίου. Οι γιορτές γίνονται προς τιμή των αγωνιστών που έπεσαν εκείνη την ημέρα.

Κυριακή των Βαΐων
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN
Ευλογημένος ο Ερχόμενος
(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».
Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ' ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι' αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».
 
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

4 Απριλίου - Σάββατον του Λαζάρου και μήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Νικήτα του εν Σέρραις αθλήσαντος († 1808)

0 σχόλια

  H Ανάστασις του Αγίου Λαζάρου
 
 
 
Αυτό το Σάββατο τιμάμε την υπό του Χριστού Ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου.
Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ.ι΄, 38-40, Ιωαν.ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα.
Λίγες μέρες πρό του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί.
Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω.
Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.
Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα.
Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγές έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)
Η αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 μ.Χ. και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».
Το έτος 890μ.Χ. μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, κλπ
Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.
Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν τον Λάζαρο και το Χριστό.
Αυτή τη μέρα δεν γίνονται μνημόσυνα με κόλλυβα, σε ανάγκη μόνο απλό Τρισάγιο.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’.
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Aπόδοση στη νεοελληνική 
Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον. Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάϊα και βοώμε προς Εσένα, τον νικητή του θανάτου: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἡ πάντων χαρά, Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις, τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται, τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι, καὶ γέγονε τύπος τῆς Ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν.
Μεγαλυνάριον
Ἤγειρας Σωτήρ μου ἐκ τῶν νεκρῶν, Λάζαρον σὸν φίλον, τετραήμερον ὡς Θεός· ὅθεν Ἰουδαίων, ἐξέστησαν οἱ δῆμοι, τῆς δόξης σου Σωτήρ μου, τὸ μεγαλούργημα.
 
 
 

Ιερομάρτυς Νικήτας ο εν Σέρραις αθλήσας      († 1808)


.
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Νικήτας  γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1760 – 1770 και καταγόταν από την Ήπειρο. Άλλοι συγγραφείς θεωρούν, ότι ο Άγιος καταγόταν από την Τραπεζούντα του Πόντου και μάλιστα από την περιοχή των Λαζών. Την εκδοχή αυτή στηρίζουν κυρίως στην Ακολουθία των Αγιαννανιτών, που γράφηκε το 1840 – 1850 από τον μοναχό Ιάκωβο της Νέας Σκήτης και στην οποία αναφέρεται, ότι ο Άγιος καταγόταν από την περιοχή των Λαζών του Πόντου, καθώς και στην λειψανοθήκη του Αγίου επί της οποίας αναγράφεται· «Του Αγίου Ιερομάρτυρος Νικήτα του Λαζού». Για τους γονείς και συγγενείς του Αγίου δεν γνωρίζουμε τίποτα το σπουδαίο. Ξέρουμε μόνο, ότι ήταν κρυπτοχριστιανοί.
Από το κείμενο του μαρτυρίου του δεν μας είναι γνωστό, αν αρνήθηκε στην αρχή του βίου του τον Χριστό και έγινε Μωαμεθανός στις Σέρρες. Πάντως, γίνεται λόγος για την περιτομή, την οποία υπέστη ο Άγιος.
Ο Άγιος έγινε μοναχός στην Σκήτη της Αγίας Άννης στο Άγιον Όρος. Εκεί άρχισε τους πνευματικούς αγώνες ζώντας με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος στην μονή του Αγίου Παντελεήμονος, την καλούμενη Ρωσική. Καταληφθείς από τον πόθο του μαρτυρίου περιερχόταν τα περίχωρα των Σερρών και της Δράμας και κήρυττε ενώπιον των Τούρκων τον Χριστό ως αληθινό Θεό. Η απόφασί του ήταν να χύση το αίμα του για την αγάπη του γλυκύτατου Ιησού.
Ο Άγιος Νικήτας εξωμολογήθηκε στον προηγούμενο ιερομόναχο Κωνσταντίνο του μετοχίου της Παναγίας της Ηλιοκάλλεως και μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Αφού πέρασε από το ναό του Αγίου Γεωργίου, πήγε ύστερα στο τζαμί του Αχμέτ Πασά. Στο τζαμί αυτό έμενε ένας ιεροδιδάσκαλος των Τούρκων μαζί με τους ιεροσπουδαστές του. Ένας από τους μαθητές αυτούς ήταν χωλός και στα δύο πόδια. Ο Άγιος Νικήτας του είπε, ότι θα θεραπευθή, εάν πιστέψη στον Χριστό.
Ο νεαρός Τούρκος ανέφερε αμέσως στον διδάσκαλό του τον λόγο, που του είπε ο Άγιος. Έτσι ο Άγιος συνελήφθη και ωδηγήθηκε στον βοεβόδα των Σερρών, ο οποίος έδωσε εντολή να τον φυλακίσουν. Κατά τον χρόνο της φυλακίσεώς του υπέστη πολλά και φρικώδη βασανιστήρια, όπως όσφρησι φωτιάς από τη μύτη, ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, καλαμένιες ακίδες στα νύχια του και κάψιμο στα απόκρυφα μέλη του. Το βράδυ του Μεγ. Σαββάτου του έτους 1808 ο Ισούχ μπέης διέταξε να εκτελεσθή η απόφασι του θανάτου του Αγίου Νικήτα, τον οποίο κρέμασαν στην τοποθεσία Τζεριάχ – Παζάρ. Κοντά στον τόπο του μαρτυρίου του ήταν ο ναός του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Την ίδια νύχτα του μαρτυρίου ο διάκονος του ναού βγήκε από το κελλί του και είδε ένα μεγάλο φως να λάμπη σε όλη την γύρω περιοχή. Το λείψανο του Μάρτυρα έμεινε κρεμασμένο στην αγχόνη τρεις ημέρες. Την Τρίτη της Διακαινησίμου, το βράδυ, δόθηκε στους Χριστιανούς η άδεια να κατεβάσουν το ιερό λείψανο και να το ενταφιάσουν στο ναό του Αγ. Νικολάου των Σερρών.
Ο Άγιος στον τόπο του μαρτυρίου του, στις Σέρρες, τιμάται ως Πολιούχος. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Απριλίου και την Κυριακή του Θωμά.
Στην Μονή του Αγ. Παντελεήμονος, εκτός από την εικόνα και την ιδιαίτερη ακολουθία του ιερομάρτυρα, σώζεται φυλλάδα, που στάλθηκε από τον Ιερομόναχο Κωνσταντίνο από τις Σέρρες, Προηγούμενο της Ιεράς Μονής Ηλιοκάλεως Σερρών, στις 19. 2. 1809, όπου αναφέρεται το μαρτυρικό τέλος του ιερομάρτυρα.

3 Aπριλίου μνήμη του Οσίου Ιωσήφ του υμνογράφου και των Αγίων εκ Πατρών νεομαρτύρων Αναστασίας και Χριστοδούλου

0 σχόλια


Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος

Ένας από τους πιο γνωστούς ποιητάς της Εκκλησίας είναι ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, του οποίου η μνήμη γιορτάζεται σήμερα. Η Εκκλησία από την αρχή και περισσότερο από τα χρόνια του Αρείου, για να παρακινήση τους χριστιανούς σε προσευχή και για να τους διδάσκη με ευχάριστο τρόπο τις θείες αλήθειες, χρησιμοποιεί σαν άριστο παιδαγωγό μέσο στή θεία Λατρεία την ποίηση και τη μουσική. Η ιερά υμνογραφία της Εκκλησίας είν' ένα μεγάλο και σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής φιλολογίας. Ιεροί άνδρες, όπως ο άγιος Ιωσήφ, εσύνθεσαν ύμνους στον Χριστό, στην Θεοτόκο και στους Αγίους και τους ετόνισαν σε μουσική, ώστε το Υμνολόγιο της Εκκλησίας μας να αποτελή ένα μεγάλο και πολύτιμο θησαυρό της χριστιανοσύνης. Η ψαλμωδία είναι από τις πνευματικώτερες εκδηλώσεις της ευσεβείας και της πίστεως· "λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις...", γράφει ο Απόστολος.

Ζῶντος Θεοῦ σὺ θεῖος ὑμνητὴς Πάτερ,
Ἐγὼ δὲ σοῦ θανόντος ὑμνητὴς νέος.

Βιογραφία
Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.

Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (τιμάται 20 Νοεμβρίου), ασκώντας το έργο του οξυγράφου.

Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους. Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.

Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.

Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο. Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του. Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.

Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.

Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.

Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.

Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.





Οι άγιοι Νεομάρτυρες Αναστασία και Χριστόδουλος


Μαρτύρησαν στην Πάτρα στις 3 Απριλίου 1821 Κυριακή των Βαΐων
Με την έναρξη της επανάστασης του 1821 δημιουργήθηκε και στην Πάτρα έκρυθμη κατάσταση. Μια μητέρα με τις δυο θυγατέρες της και τον γιο της, εύπορη οικογένεια, προσπαθούσαν να καταφύγουν στη Γαλλική Πρεσβεία, για να σωθούν. Δεν το κατόρθωσαν .Συνελήφθησαν από τους Τούρκους και οδηγήθηκαν μπροστά στον Γιουσούφ πασά. Παρακαλούν, γονατίζουν, εκλιπαρούν, ο πασάς είναι ανένδοτος. Η μόνη λύση για να αποφύγουν τον θάνατο είναι η εξώμοση. Κλαίουν, θρηνούν, απειλούνται, τρέμουν τον θάνατο. Τελικά αρνούνται τον Χριστό και εντάσσονται στο χαρέμι του πασά.
Η υπηρέτριά τους, η Αναστασία, μια ταπεινή κοπέλα, προτρέπεται κι αυτή στην άρνηση, ανθίσταται όμως ,και στις προτάσεις του πασά απαντά :
- Ο Θεός μου είναι Θεός του ψεύτικου προφήτη σου. Μπορείς ν’ απειλείς , ο κεραυνός του αντηχεί δυνατότερα από τις κραυγές της λύσσας των φρουρών σου. Κοίταξε τον ουρανό, δυστυχή άπιστε, εκεί κατοικεί η Παρθένος. Μου απλώνει τα χέρια. Την βλέπω. Πόσο γλυκό είναι το χαμόγελό της, με προσκαλεί, Έλα, περιστέρα μου. Χαίρε , βασίλισσα των αγγέλων. Χαίρε άστρο της πρωίας. Δέξου την ταπεινή δούλη σου, Αναστασία.
Βαφτίσου, Βεζύρη, αρνήσου την πλάνη. Το αισθάνομαι , ο Σωτήρας μου με καλεί κοντά του…
Λέγοντας αυτά παραδίδει την ψυχή της , πριν προλάβουν οι δήμιοι να την μολύνουν και να την θανατώσουν.
- Μου ξέφυγες ! φωνάζει ο Γιουσούφ πασάς και πλησιάζοντας ένα νεαρό παιδί δεκατεσσάρων ετών, γιο ιερέως, τον Χριστόδουλο, του λέει :
Ο προφήτης μου την χτύπησε ήδη, όπως και συ ο ίδιος τα παρατήρησες, αυτή τη δυστυχή που δεν φοβήθηκε να βλαστημήσει το όνομά του. Τρέμε μήπως και εσύ έχεις την ίδια τύχη με αυτή. Λέγε ό,τι λέω κι εγώ « Θεός είναι ο Θεός μου, ο δε Μωάμεθ είναι ο προφήτης του. »
Αντί άλλης απαντήσεως ο παιδομάρτυρας φωνάζει :
- Χριστός Ανέστη !
- Ο Μωάμεθ είναι καλύτερος.
- Μόνο ο Χριστός Ανέστη!
- Θα σε σφάξω σαν τραγί!
- Χριστός Ανέστη! …
Τότε οι παρευρισκόμενοι στρατιώτες όρμησαν με μανία εναντίον του. Ο πασάς διατάζει να τον λυπηθούν , τον καταδικάζει όμως σε ποινή πεντακοσίων ραβδισμών, τους οποίους θα υφίστατο κατανεμημένους στο χρονικό διάστημα των δεκατεσσάρων ημερών. Αμέσως δέχεται τους πρώτους ραβδισμούς , ενώ τον παροτρύνουν να αρνηθεί τον Χριστό αλλά εκείνος δοξάζει τον Χριστό. Το μαρτύριο επαναλαμβάνεται για τις δεκατέσσερις επόμενες ημέρες. Στις προτροπές για άρνηση ο άγιος επαναλαμβάνει :
- Το σώμα μου ανήκει σε σας αλλά η ψυχή μου στον Θεό, τον οποίο ουδέποτε θα εγκαταλείψω, ούτε και την Παρθένο Μαρία.
Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος και η ποινή ο Γιουσούφ τον έδιωξε με περιφρόνηση λέγοντας στους στρατιώτες του :
- Ο Μωάμεθ δεν τον θέλει αυτόν τον σκύλο τον Χριστιανό. Η αντίστασή του είναι ικανή απόδειξη. Ας τον αφήσουμε να φύγει.
Έφυγε ο μάρτυρας του Χριστού και μετά από λίγο παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του αθλοθέτου Κυρίου Του, για να λάβει της αθλήσεως τον στέφανο.
Τα αιματοβαμμένα και καταξεσκισμένα ρούχα του έγιναν για τους Χριστιανούς πολύτιμα , θαυματουργά φυλακτήρια.
Η μνήμη του εορτάζεται στη Πάτρα την Τρίτη της Διακαινησίμου.

2 Απριλίου μνήμη του Οσίου πατρός ημών Τίτου

0 σχόλια

Όσιος Τίτος ο Θαυματουργός


OsiosTitosThaumatourgos01 
Τὶ τοῦτο, Τίτε; καὶ σὺ λείπεις ἐκ βίου;
Λείπω μεταστάς, δόξαν οὕτω Κυρίῳ.
Δευτερίῃ Τίτοιο ἀπὸ ψυχὴν Νόες ἦραν.
Βιογραφία
Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον.
Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ’ 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο.
Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.
Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια.
Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων. “Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.
Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀνατεθεῖς ἀπὸ παιδὸς τῷ Κυρίῳ, ἀγγελικῶς ἐπολιτεύσω ἐν κόσμῳ, καὶ τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν χάριν ἐκ Θεοῦ, ὅθεν ἐχρημάτισας, Μοναζόντων ἀλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, καὶ σοφὸς οἰκονόμος. Ἄλλα μὴ παύση Πάτερ ἐκτενῶς, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, Θεὸν ἰλεούμενος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Τίτε τό πνεῦμά σου.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐγκρατείας ἄνθραξι, σαυτόν καθάρας, ἀρετῶν ἐξήστραψας, φωτοειδεῖς μαρμαρυγάς, καταφαιδρύνων τούς ψάλλοντας· Χαίροις ὦ Τίτε, Πατέρων ἀγλάϊσμα.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸν τοῦ βίου τάραχον, ἐγκαταλείψας, καὶ ἡσύχως ἅπαντα, ζήσας τὸν βίον σου σοφέ, πρὸς τὸν Θεὸν μεταβέβηκας, θαυματοφόρε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε.