ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

27 Σεπτεμβρίου η μνήμη της Αγίας ενδόξου παρθένου και νεομάρτυρος Ακυλίνης , της εκ Ζαγκλιβερίου

0 σχόλια

Η Αγία Ακυλίνα η Ζαγκλιβερινή


Από το ιστολόγιο  ''Διακόνημα'' , του κ.Χαραλάμπους Τσαβδαρίδη 


Μαρτύρησε στις 27 Σεπτεμβρίου 1764
Η παρθενομάρτυς του Χριστού Ακυλίνα ήταν από το Ζακλιβέρι και είχε γονείς ευσεβείς. Το Ζαγκλιβέρι, χωριό της επαρχίας Λαγκαδά του Νομού Θεσσαλονίκης, ήταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μικτό χωριό, κατοικούνταν δηλαδή από Τούρκους και Ρωμιούς.
Κάποια μέρα ο πατέρας της Αγίας μάλωσε με κάποιον Τούρκο και όπως πιάστηκαν στα χέρια και χτυπιόντουσαν σκότωσε τον Τούρκο. Τον συνέλαβαν τότε και τον πήγαν στον πασά της Θεσσαλονίκης. Εκεί λιγοψύχησε μπροστά στο θάνατο και για ν’ αποφύγει τη θανατική καταδίκη έγινε μουσουλμάνος.
Τότε η Ακυλίνα ήταν μωρό. Η μητέρα της παρέμενε Χριστιανή. Δίδασκε καθημερινά την κόρη της τη χριστιανική πίστη και τη συμβούλευε να μένει σταθερή στον Χριστό ακόμα κι αν χρειαζόταν να βασανιστεί και να θανατωθεί.
Όταν μεγάλωσε η Αγία οι Τούρκοι πίεζαν τον πατέρα της να εξισλαμίσει και την κόρη του. Εκείνος τους έλεγε : Όποτε θέλω την τουρκίζω.
Επειδή οι πιέσεις συνεχίζονταν , κάποια μέρα , όταν η Αγία ήταν δεκαοκτώ ετών, την κάλεσε ο πατέρας της και της είπε :
Παιδί μου, επειδή οι άλλοι Τούρκοι κάθε μέρα με ρωτούν πότε θα τουρκέψεις, αφού κάποια μέρα θα γίνει αυτό, κάμε το μια ημέρα αρχίτερα για να μη με ενοχλούν κι εμένα κάθε μέρα.
Η Αγία τότε του με πολλή γενναιότητα του απάντησε : Μήπως είμαι ολιγόπιστη σαν κι εσένα , ν’ αρνηθώ τον Ποιητή και Πλάστη μου , τον Κύριο Ιησού Χριστό , ο οποίος υπέμεινε για μας σταυρό και θάνατο ; Μη γένοιτο. Εγώ είμαι έτοιμη να υπομείνω κάθε βάσανο ακόμα και θάνατο για την αγάπη του Χριστού μου.
Όταν ο πατέρας της τα ανακοίνωσε αυτά στους Τούρκους αμέσως εκείνοι έστειλαν ανθρώπους να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν στο δικαστή.
Η μητέρα μόλις αντιλήφθηκε τους απεσταλμένους κάλεσε την Αγία και της λέει :
Παιδί μου, ήρθε η ώρα για την οποία σε νουθετούσα κάθε μέρα. Κάνε λοιπόν σαν παιδί της υπακοής, να υπομείνεις με ανδρεία τα βάσανα που έχεις να πάθεις και να μην αρνηθείς τον Χριστό.
Και η αγία με δάκρυα της απάντησε :
Μη φοβάσαι , μητέρα μου, κι εγώ αυτόν τον σκοπό έχω, ο Θεός να είναι βοηθός και συ να προσεύχεσαι .
Κι έτσι χωρίστηκαν.
Οι απεσταλμένοι έδεσαν την Αγία και την οδηγούσαν στο δικαστήριο ενώ η μητέρα της ακολουθούσε την αγαπημένη της θυγατέρα . Στο δικαστήριο όμως δεν επέτρεψαν την είσοδο στη μητέρα.
Έφεραν την Ακυλίνα μπροστά στον κριτή που της λέγει :
Μωρή γίνεσαι Τούρκα ;
Η Αγία αποκρίθηκε : Όχι, δεν γίνομαι. Μη γένοιτο ποτέ ν’ αρνηθώ την πίστη μου και τον δεσπότη μου Χριστό.
Τότε ο δικαστής διέταξε να της βγάλουν τα ρούχα και να την αφήσουν με το πουκάμισο – το γυναικείο πουκάμισο έφτανε μέχρι τα γόνατα – να τη δέσουν σ’ ένα στύλο και να τη δέρνουν με ραβδιά. Μετά τον πρώτο ξυλοδαρμό, αφού την έλυσαν , την οδήγησαν μπροστά στον δικαστή. Οι παριστάμενοι Τούρκοι μαζί με τον δικαστή άρχισαν να προσπαθούν με διάφορες κολακείες , υποσχέσεις και δώρα να την εξισλαμίσουν. Βλέποντας τη σταθερότητα της Αγίας ο δικαστής διέταξε να την ραβδίσουν για δεύτερη φορά, για πολλή ώρα, ώστε ξεσχίστηκε και το πουκάμισό της και έμεινε γυμνή. Την οδήγησαν για δεύτερη φορά στο δικαστήριο.
Δεν ντρέπεσαι μωρή να δέρνεσαι γυμνή μπροστά σε τόσους ανθρώπους ; της λέει ο δικαστής. Ή τούρκεψε ή θα σου σπάσω τα κόκαλα ένα – ένα.
Και τι ορέχτηκα από την πίστη σας , του απάντησε η Αγία, να αρνηθώ τον Χριστό μου ή από ποια θαύματα της πίστης σας να πιστέψω ; Εσείς βρωμάτε ακόμα και ζωντανοί.
Τότε ο δικαστής άναψε από τον θυμό και από την καταισχύνη και διέταξε να τη ραβδίσουν άσπλαχνα για τρίτη φορά. Την ράβδισαν τόσο πολύ που έμεινε σαν νεκρή. Η γη κοκκίνισε από το αίμα της και οι σάρκες έπεφταν από πάνω της. Την έλυσαν και τη φόρτωσαν σ’ ένα Χριστιανό που έτυχε να παρευρίσκεται , να την πάει σπίτι της. Εκεί η μητέρα της χύθηκε να την αγκαλιάσει ρωτώντας την : Τι έκανες , παιδί μου ;
Η Αγία μόλις και με πολύ κόπο άνοιξε τα μάτια της , βρισκόταν στα τελευταία της, και της απάντησε:
Όπως είχαμε συμφωνήσει, μητέρα μου, φύλαξα την πίστη.
Η μητέρα σήκωσε τα χέρια και τα μάτια της στον ουρανό και δόξασε τον Θεό και καθώς μιλούσαν η Αγία παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανο.
Το άγιο λείψανό της αμέσως ευωδίασε. Ήταν τόση πολλή η ευωδία ώστε ευωδίαζε όλος ο δρόμος που περνούσαν το άγιο λείψανο για να το ενταφιάσουν. Τη δε νύχτα κατέβηκε το ουράνιο φως πάνω στον τάφο της Αγίας και έλαμπαν όλα τριγύρω , ώστε οι Χριστιανοί να δοξάζουν τον Θεό και να στερεώνονται στην πίστη.

26 Σεπτεμβρίου η Μετάστασις του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού , φίλου , επιστηθίου , παρθένου και ηγαπημένου , Ιωάννου του Θεολόγου

0 σχόλια

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος


Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης που ήταν συγγενής της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Πολύ νωρίς έγινε μαθητής του Ιωάννου Προδρόμου ενώ παράλληλα εργαζόταν και στην τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο.

Κάποια μέρα λοιπόν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάδιζε αργά στις όχθες του Ιορδάνου διδάσκοντας τον λαό την μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη. Μαζί του ήσαν και δύο από τους μαθητές του, ο αδελφός του Πέτρου, και ο Ιωάννης. Καθώς ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τον Ιησούν Χριστόν παράξενα ακούγονται τα λόγια του: «Ίδε ο αμνός του Θεού».

Η καρδιά των δύο μαθητών σκιρτά στο άκουσμα των λόγων αυτών. Μήπως είναι ο Μεσσίας που περιμένουν;...


Μόλις τον βλέπουν ν' απομακρύνεται τον ακολουθούν με κάποια προσμονή και ελπίδα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας τον πόθο τους να τον πλησιάσουν στρέφεται και τους ρωτά:

-Τι ζητείται;

-Ραββί, που μένεις; του απαντούν.

-Έρχεσθε και ίδετε. Ελάτε να διαπιστώσετε μόνοι σας. Ήλθαν λοιπόν και έμειναν κοντά του όλο εκείνο το ευτυχισμένο απόγευμα...

Ύστερα από λίγες μέρες καθώς τακτοποιούσαν και ετοίμαζαν τα δίχτυα ο Ιωάννης με τον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο, βλέπει και πάλι τον Ιησούν να τον πλησιάζη. Η καρδιά του και πάλι σκυρτά στο αντίκρυσμα του θεϊκού εκείνου προσώπου και περιμένει ν' ακούση κάτι πολύ σημαντικό από το στόμα του Διδασκάλου.

Πράγματι, ο λόγος του τους καλεί να τον ακολουθήσουν και οι δύο αδελφοί στον ιερό και ύψιστον έργον του. Και αυτοί, χωρίς να υπολογίσουν τα καΐκια και τα δίχτυα, περιουσία και τον πατέρα που θα άφηναν μόνο του στην εργασία, τα εγκαταλείπουν όλα και τον ακολουθούν.

Από τη μέρα εκείνη ο σύνδεσμος του Ιωάννου με τον Ιησούν γίνεται βαθύς, άρρηκτος, ισόβιος. Εκείνος ο αγαπημένος διδάσκαλος και αυτός ο αγαπημένος, ο κατ' εξοχήν αγαπημένος μαθητής του. Τον ακολουθεί καθ' όλη τη διάρκεια της δημοσίας ζωής του επί τρία χρόνια. Όταν ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να μεταμορθωθή, ανέβηκε μαζί και αυτός ο αγαπημένος μαθητής μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και είδε εκεί την Μεταμόρφωσι του Θεού Λόγου και την φωνή του Θεού Πατρός που έλεγε: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα αυτού ακούετε».

Επίσης κατά τον Μυστικόν Δείπνον εκάθισε κοντά στον αγαπημένο του Διδάσκαλο και όταν έμαθαν οι μαθηταί ότι κάποιος απ' αυτούς θα τον προδώση, αυτός έπεσε πάνω στο στήθος του Ιησού και τον ερώτησε:

- Κύριε, ποιος είναι αυτός που θα σε προδώση;

Όταν πάλι έπιασαν τον Χριστόν οι Ιουδαίοι αυτός τον ακολούθησε και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως σαν γνωστός του και κοντά σ' αυτόν μπήκε και ο Πέτρος.

Όταν τέλος εσταυρώθη ο Κύριος αυτός ήτο παρών κοντά στον Σταυρό εκείνες τις στιγμές, ενώ όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, ο Διδάσκαλος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την μητέρα του απευθυνόμενος στοργικά της λέει: «Γύναι, ιδού ο υιός σου», γυρίζοντας κατόπιν προς τον Ιωάννην του λέγει: «Ιδού η μήτηρ σου». Τι άλλο μπορεί να υπάρξη πιο μεγάλη ευτυχία από τον λόγον αυτόν;

Από την ώρα εκείνη λοιπόν, επήρε, όπως ήταν άξιο και πρέπον, στο σπίτι του την Μητέρα και Παρθένον, αυτός που ήταν κατά το σώμα και την ψυχήν Παρθένος. Και όταν ανεστήθη ο Κύριος, αυτός αφού πρόλαβε τον Κορυφαίον Πέτρον και αφού έσκυψε πρώτος στον τάφο, είδε τα εντάφια και τον Χριστόν που ποθούσε. Δέχεται απ' Αυτόν το ζωογόνον φύσημα και προβάλλεται της Οικουμένης όλης Απόστολος. Αυτός είδε τον Κύριον όταν ανελήφθη.

Αυτός έπειτα εδέχθη την επιφοίτησιν του Παρακλήτου εν είδει πυρίνων γλωσσών μαζί με τους άλλους συμμαθητάς κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Αυτός τέλος και μέχρι την Κοίμησιν της Θεοτόκου έμεινε στα Ιεροσόλυμα, υπηρετώντας αυτήν σ' όλες τις ανάγκες.


ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ύστερα από την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτον, έπεσε ο κλήρος ο Ιωάννης να έλθη στην Μικρά Ασία, που ήταν γεμάτη από είδωλα και ολόκληρη ήταν αφημένη στην ειδωλολατρική πλάνη.

Για το πράγμα αυτό λυπήθηκε ο Απόστολος και επειδή σαν άνθρωπος τον έπιασε αγωνία και δεν ήλπισε καθόλου στην ανίκητη δύναμη του Θεού, έπεσε κατά παραχώρησιν Θεού σε πειρασμό, ώστε να συγχωρεθη με τον πειρασμό το ανθρώπινο σφάλμα του. Διότι οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες στην αρετή πρέπει να φυλάγουν την ακρίβεια και στα μικρότερα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορον την τρικυμία και το ναυάγιο που επρόκειτο να  υποστούν και ότι μόνον ο Ιωάννης επρόκειτο να πειρασθή στην θάλασσα για σαράντα ημέρες.

Αφού λοιπόν έγινε η τρικυμία, όπως το προείπε ο Απόστολος, τα κύματα της θαλάσσης έβγαλαν τον Πρόχορον στην Σελεύκειαν. Εκεί κατασυκοφαντήθηκε ότι είναι μάγος και ότι πήρε χρήματα από το πλοίο που ναυάγησε και τα ξοδεύει. Από την Σελεύκεια επήγε σ' έναν τόπο της Ασίας που λέγεται Μαρμαρεώτης σε διάστημα σαράντα ημερών.

Όταν πήγε ευρήκε τον δάσκαλο του Ιωάννη που τον είχε βγάλει εκεί η θάλασσα. Δόξασαν λοιπόν και οι δύο τον Θεόν που τους εγλύτωσε και τον ευχαρίστησαν.


ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟ.
ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ.

Έπειτα πήγαν και οι δύο στην Έφεσο, όπου συνάντησαν μια γυναίκα με το όνομα Ρωμάνα, που ήταν ξακουστή για την κακία της ως την Ρώμη. Αυτή λοιπόν αφού πήρε τον μέγαν Ιωάννην και τον μαθητήν του Πρόχορον τούς ανάγκασε να δουλεύουν σ' ένα δικό της λουτρό. Επειδή δε ο Ιωάννης, καθώς ήταν άπειρος από τέτοια δουλειά συνέβαινε να κάνει μερικά σφάλματα σε μερικές εργασίες, τούς μεταχειριζόταν εκείνη η κακή γυναίκα με τόση μεγάλη ωμότητα και απανθρωπιά, σαν να τους είχε εξαγορασμένους δούλους. Τον Ιωάννη τον είχε υπηρέτη για να χύνη νερό σ' όσους έκαναν λουτρό.

Μέσα σ' εκείνο το λουτρό κατοικούσε και ένας άγριος Δαίμονας που συνήθιζε τρεις φορές κάθε χρόνο να πνίγη ένα νέον ή μια νέα. Επήρε δε την άδεια και άρχισε να κάνη τέτοιον φόνον ο διάβολος, διότι όταν θεμελιωνόταν εκείνο το λουτρό έπεισε ο σιχαμερός εκείνους που έκτιζαν να χώσουν μέσα στα θεμέλια ένα νέον και μια νέα, με σκοπό τάχα να αντιλαλή και να βγάζη μεγάλον ήχον το λουτρό. Απ' αυτό λοιπόν αφού πήρε αφορμή ο ανθρωποκτόνος διάβολος, έπνιγε εκεί συχνά τους ανθρώπους.


ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΟΜΝΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΟΥ.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΑΥΤΩΝ

Ύστερα από τρεις μήνες λοιπόν, αφ' ότου πήγαν στο λουτρό ο Ιωάννης και ο Πρόχορος, καθώς έμπαινε στο λουτρό για να λουσθή κάποιος Δόμνος, παιδί του Διοσκορίδου του συζύγου της Ρωμάνας, πνίγηκε από τον Δαίμονα. Θρηνούσε λοιπόν η Ρωμάνα απαρηγόρητα για τον θάνατο του Δόμνου.

Ο πατέρας του Διοσκουρίδης όταν έμαθε την ξαφνική είδησι τού θανάτου του επέθανε από την υπερβολική λύπη. Παρακαλούσε λοιπόν η Ρωμάνα την ψευτοθεά Άρτεμιν για να αναστήση τον Δόμνον και έκοβε τις σάρκες της. Όμως μάταια τα έκανε όλα αυτά.

Ο Ιωάννης λοιπόν ρώτησε τον Πρόχορο για ποια αιτία θρηνεί η Ρωμάνα. Εκείνη όταν τους είδε να συνομιλούν έπιασε και άρχισε να τον συκοφαντή ότι είναι μάγος και τέλος να τον φοβερίζη ότι πρόκειται να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε μέσον για να αναστήση τον Δόμνον.

Αφού λοιπόν αναγκάσθηκε έτσι ο Απόστολος έκανε προσευχήν. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως ανεστήθη ο Δόμνος. Αυτό το θαύμα όταν είδε η Ρωμάνα έμεινε εκστατική και άρχισε να αποκαλή τον Ιωάννην Θεόν και υιόν Θεού.

Ύστερα αφού εξωμολογήθηκε ειλικρινά τις αμαρτίες της και αφού ζήτησε συγχώρησι για τις κακοπάθειες που προξένησε στον Απόστολο και τον μαθητή του, επέστρεψε στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Ύστερα δε από τον Δόμνον ο Ιωάννης ανέστησε και τον πατέρα του τον Διοσκουρίδη και τον εβάπτισε. Επίσης εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του και όλους τους άλλους που έτρεξαν εκεί. Έδιωξε δε και τον πονηρό Δαίμονα που κατοικούσε μέσα στο λουτρό.


ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ

Επειδή οι Εφέσιοι ετελούσαν μεγάλη γιορτή στην ψευτοθεά Άρτεμιν, γι' αυτό ο Απόστολος επήγε κατά τον καιρό της γιορτής και ανέβηκε επάνω σ' εκείνο το μέρος, όπου στεκόταν το είδωλον της Αρτέμιδος. Οι όχλοι όμως βλέποντας τον θύμωσαν πολύ και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Όμως οι πέτρες δεν χτύπησαν καθόλου τον Άγιον, αλλά το είδωλον μέχρι που το συνέτριψαν.

Εκείνοι όμως οι ανόητοι δεν θέλησαν να έλθουν σε συναίσθησιν, αλλά βλέποντας τον Απόστολον να τους μιλάη για πίστι, πάλι τον λιθοβολούσαν. Οι πέτρες όμως παράδοξα επέστρεφαν και κτυπούσαν τους ίδιους και τους επλήγωναν. Τότε ο θείος Απόστολος έκανε προσευχή στον Θεό και αμέσως έγινε σεισμός και μεγάλος βρασμός της γής και χάθηκαν απ' αυτόν διακόσιοι άνθρωποι. Βλέποντας αυτό οι υπόλοιποι άνθρωποι μόλις και μετά βίας απαλλάχθηκαν από την μέθη και τον σκοτισμό της πλάνης και παρακαλούσαν θερμά τον Απόστολο να ελεηθούν και οι ίδιοι και να αναστηθούν όσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, αφού προσευχήθηκε ο Απόστολος, αμέσως όλοι αναστήθηκαν. Και επειδή έγινε πάλι βρασμός της γής, γι' αυτό έπεσαν όλοι στα πόδια του Αποστόλου και, αφού πίστεψαν στον Χριστό, βαπτίσθηκαν.

Έπειτα πήγε ο θείος Απόστολος σ' ένα τόπον που ωνομαζόταν Τύχη και εκεί θεράπευσε ένα παράλυτο που ήταν κατάκοιτος δώδεκα ολόκληρα χρόνια.

Επειδή λοιπόν έκανε ο Απόστολος και άλλα πολλά θαύματα και η φήμη τους έτρεχε παντού, βλέποντας αυτά εκείνος ο Δαίμονας, που έμενε και κατοικούσε στον ναόν της Αρτέμιδος, και γνωρίζοντας ότι και ο ίδιος θα διωχθή απ' εκεί απ' τον Ιωάννη μεταμορφώθηκε σε στρατιώτη, κρατώντας στα χέρια χαρτιά και κλαίγοντας ότι δήθεν έφυγαν απ' τα χέρια του δυο μάγοι άριστοι και εξαιρετικοί που του δόθηκαν από την εξουσία να τους φυλάγη. Εξ' αιτίας αυτού τον έβαλαν σε μεγάλον κίνδυνο με τη φυγή τους. Έδειχνε δε στους ανθρώπους εκεί και ένα δέμα φλωριά και υποσχόταν να το δώση σ' αυτούς εάν βρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.

Ακούγοντας λοιπόν αυτά πολλοί κινήθηκαν εναντίον του σπιτιού του Διοσκουρίδου φοβερίζοντας ότι θα το κατακαύσουν μαζί μ' αυτόν, αν δεν παραδώση στα χέρια τους, τους μάγους. Ο ευλαβής όμως και ευγνώμων Διοσκουρίδης προτιμούσε καλύτερα να καή παρά να παραδώση τους Αποστόλους, που του φανήκαν ευεργέτες του. Ο δε μέγας Ιωάννης προγνωρίζοντας με την προορατικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος, ότι αν παραδοθή σ' αυτούς πρόκειται πάλι να κάνη θαύματα και απ' αυτό να επιστρέψη πολλούς στην ζωή της ευσεβείας παρέδωκε τον εαυτό του ο ίδιος μαζί με τον Πρόχορον στους απίστους.


 Αφού λοιπόν σύρθηκαν από τους απίστους οι Απόστολοι του Κυρίου, όταν πήγαν στον ναό της Αρτέμιδος, προσευχήθηκαν στον Θεό να γκρεμισθή ο ναός, αλλά κανένας άνθρωπος να μη πάθη κακό. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως έγινε αυτό. Τότε ο μέγας Απόστολος διατάζει τον Δαίμονα που κατοικούσε εκεί με αυτά τα λόγια:

- Σε σένα ομιλώ τον ακάθαρτο Δαίμονα.


- Τι θέλεις; Αποκρίθηκε η φωνή.

- Θέλω να ομολογήσης φανερά πόσα χρόνια κατοικείς εδώ και αν είσαι συ που ξεσήκωσες τόσον λαόν εναντίον μας, ξανάπε ο Απόστολος.

Πιεζόμενος ο Δαίμονας από την θέλησιν του Αγίου αποκρίθηκε.

- Διακόσια σαράντα εννιά χρόνια κατοικώ σ' αυτόν τον ναό. Πράγματι, εγώ είμαι αυτός που εκίνησα όλους αυτούς εναντίον σας.

- Σου παραγγέλω εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου να μη κατοικήσης πια σ' αυτόν τον τόπον, είπε πάλι ο Απόστολος.

Αμέσως λοιπόν έφυγε ο Δαίμονας από την πόλι της Εφέσου. Οι Έλληνες δε βλέποντας αυτά εφοβήθηκαν και οι περισσότεροι απ' αυτούς τρόμαξαν. Απ' το γεγονός αυτό πίστεψαν πολλοί στον Κύριο Ιησού και βαπτίσθηκαν στο Όνομά Του.

ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ.

 Επειδή λοιπόν έκανε και άλλα πολλά θαύματα ο Ιωάννης, και γύρισε πολύ πλήθος Ελλήνων στην πίστι του Χριστού και έπειτα επειδή η φήμη τους έφθασε στ' αυτιά του τότε βασιλέως Δομιτιανού που εβασίλευε κατά το 82, ο Δομιτιανός έστειλε και έφερε μπροστά του τον μέγαν Ιωάννην μαζί με τον Πρόχορον.

Αφού λοιπόν τους έκανε ερωτήσεις και είδε την σταθερότητα που έδειξαν για την πίστι τους τούς υπέβαλε σε βασανιστήρια. Τους έβαλε να πιούν δηλητήριο και αφού δεν έπαθαν τίποτε τους έριξε σ' ένα πιθάρι μεγάλο με βραστό λάδι. Αφού και απ' εκεί βγήκαν χωρίς να πάθουν το παραμικρό με διαταγή του Δομιτιανού εξορίζονται στην νήσο Πάτμο. Ο Κύριος όμως είχε προλάβει και εφανέρωσε με όραμα στον Ιωάννη για την υπόθεσι αυτή. Δηλαδή ότι πρόκειται να πάθη πολλούς πειρασμούς και ότι θα εξορισθή σ' ένα νησί που έχει μάλιστα πολύ μεγάλη ανάγκη της δικής του παρουσίας.

Πλέοντας λοιπόν στην θάλασσα ο Απόστολος μαζί με τους σωματοφύλακες του βασιλέως ανέστησε ένα στρατιώτη που πέθανε στον δρόμο. Αλλά και την τρικυμία που έγινε ύστερα απ' αυτά στην θάλασσα την μετέβαλε σε γαλήνη. Κατά παράκλησιν του στρατιώτη θεράπευσε και ένα από τους σωματοφύλακες που έπασχε από δυσεντερία και κινδύνευε να πεθάνη ύστερα από λίγο. Βλέποντας λοιπόν αυτά οι σωματοφύλακες επίστεψαν όλοι στον Χριστό και βαπτίσθηκαν.

Αφού λοιπόν έφθασε ο Ιωάννης στην Πάτμο, ελευθέρωσε τον Απολλωνίδη, το παιδί του Μύρωνος από το μαντικό πνεύμα που κατοικούσε σ' αυτόν και το εξώρισε μακρυά απ' το νησί. Απ' το θαύμα αυτό επίστευσαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν όλοι οι άνθρωποι που ευρίσκοντο στο σπίτι του Μύρωνος. Το ίδιο και ο Απολλωνίδης που ελευθερώθηκε και η θυγατέρα του Χρυσίππη με τους ανθρώπους της. Ύστερα δε βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Ανθύπατος, δηλαδή ο άρχοντας της χώρας της Πάτμου.


ΚΥΝΩΨ Ο ΜΑΓΟΣ

Ευρίσκετο στην Πάτμο κάποιος μάγος που ωνομαζόταν Κύνωψ, που κατοικούσε σ' έρημο τόπο από αρκετά χρόνια μαζί με τα ακάθαρτα Δαιμόνια. Αυτόν τον μάγον όλοι όσοι κατοικούσαν στο νησί τον θεωρούσαν σαν θεό, για τις φαντασίες και ενέργειες των Δαιμόνων που εγίνοντο απ' αυτόν. Οι δε ιερείς του ψεύτικου θεού Απόλλωνος καθώς είδαν τον Ιωάννη που εδίδασκε με πολλή παρρησία την πίστη στον Χριστό, έτρεξαν στον Κύνωπα και τον παρακάλεσαν γονατιστοί να κινηθή κατά του Ιωάννου, επειδή αυτός ερήμωσε σχεδόν τον ναόν του Απόλλωνος και απεμάκρυνε όλους από τον σεβασμό και την λατρεία των θεών.

Ο Κύνωψ λοιπόν όταν άκουσε αυτά υπερηφανεύθη και έκρινε ανάξιο της υπολήψεως του το να πάη μόνος στη χώρα. Αφ' ενός μεν διότι για διάστημα πολλών χρόνων βρισκόταν στην έρημο κλεισμένος. Αφ' ετέρου δε επειδή αυτοί που βρίσκονταν στην χώρα της Πάτμου αυτοί πήγαιναν σ' αυτόν και όχι αυτός προς εκείνους. Γι' αυτό υποσχέθηκε στους ιερείς ότι αυτός θα στείλη έναν πονηρόν Άγγελον στο σπίτι του Μύρωνος που πίστεψε, για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου που έμενε εκεί και να την παραδώση σε καταδίκη αιώνια.

Έστειλε λοιπόν ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών Δαιμόνων προς τον Ιωάννη, όπως υποσχέθηκε. Ο Δαίμονας δε αφού πήγε στο σπίτι του Μύρωνος, στάθηκε στο μέρος εκείνο όπου ήτο ο Ιωάννης.

Μόλις όμως τον γνώρισε ο θείος Απόστολος του λέγει:"

- Σου παραγγέλω στο όνομα του Ιησού Χριστού να μη βγης από τον τόπο που στέκεσαι έως ότου μου φανερώσης για ποια αιτία ήλθες σε μένα.

Και αμέσως με τον λόγο του Αποστόλου στάθηκε το Δαιμόνιον δεμένο και απήντησε ως εξής πιεζόμενο από την θεία δύναμι:

-   Οι ιερείς το Απόλλωνος ήλθαν στον Κύνωπα και είπαν πολλά       
εναντίον σου και τον παρακάλεσαν να έλθη εδώ στην χώρα και
να σε θανατώση. Ο Κύνωψ όμως δεν καταδέχθηκε λέγοντας.
Είναι πολλά χρόνια που δεν βγήκα από τον τόπο αυτό και τώρα
για ένα άνθρωπο μικρόν και ασήμαντο να αφήσω την αγαπητή
μου ερημιά και ζωή; Γυρίστε όμως πίσω και αύριο θα στείλω  
Άγγελον πονηρόν για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου και να
την φέρη σ' εμένα για να την παραδώσω σε κρίσιν.

Και ο Ιωάννης του είπε:

- Εστάλης ποτέ από τον Κύνωπα για να πάρης ψυχή ανθρώπου και την πήγες σ' αυτόν;

- Με έστειλε και θανάτωσα μεν άνθρωπον, αλλά ψυχήν ανθρώπου ποτέ δεν παρέδωσα σε κόλασιν, αποκρίθηκε ο Δαίμονας.


- Για ποιόν λόγο υπακούετε στον Κύνωπα; Ρώτησε ο Ιωάννης.

- Όλη η δύναμη του Σατανά κατοικεί μέσα σ' αυτόν. Και έχει συμφωνίαν αυτός μεν να είναι πάντα μαζί μας εμείς δε πάντα μαζί του. Και ο Κύνωψ ακούει εμάς τους Δαίμονες, εμείς δε οι Δαίμονες ακούμε τον Κύνωπα.

- Άκουσε, πνεύμα πονηρό. Σε διατάζει ο Ιωάννης, ο Απόστολος του Υιού του Θεού, άλλη φορά να μην ενοχλήσης άνθρωπον, ούτε να γυρίσης στον τόπο σου. Αλλά να φύγης έξω απ' αυτό το νησί και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί.

Και αμέσως το πνεύμα έφυγε μακρυά απ' το νησί.

Βλέποντας λοιπόν ο Κύνωψ ότι δεν επέστρεψε σ' αυτόν το πρώτο Δαιμόνιον έστειλε και δεύτερο. Αλλά επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, έστειλε ακόμη και άλλα δύο Δαιμόνια από τα αρχοντικά, για να μπη το ένα στο σπίτι όπου έμενε ο Ιωάννης και το άλλο να σταθή έξω και να ιδή αυτά που γίνονται και να γυρίση να τα φανερώση στον Κύνωπα. Επειδή λοιπόν πήγε το ένα Δαιμόνιο και διώχθηκε έξω απ' το νησί όπως διώχθηκαν και τα δύο πρώτα, εκείνο το Δαιμόνιο που στεκόταν έξω γύρισε και φανέρωσε στον Κύνωπα αυτά που έγιναν. Ωργίσθηκε λοιπόν ο Κύνωψ και πήρε μαζί του όλα τα πλήθη των Δαιμόνων και πήγε στην Χώρα. Ηχολόγησε όλη η Χώρα και ταράχθηκε μόλις είδε τον Κύνωπα και όλοι τον προσκυνούσαν. Πρόφθασε δε τον Ιωάννη ο Κύνωψ, την ώρα που δίδασκε τον λαόν, και κυριεύθηκε από θυμόν πολύν και είπε στον λαό.

- Άνθρωποι ανόητοι και τυφλοί, ακούστε. Αν είναι δίκαιος ο Ιωάννης και όσα λέγει αν είναι αλήθεια θα θεραπεύση και σας και μένα. Αν μπορέση να κάνη εκείνο που θα πω σ' αυτόν τότε και εγώ πιστεύω σ' όλα όσα λέγει.

Αφού κράτησε λοιπόν ο Κύνωψ ένα νέον που ήτο εκεί του λέγει:

- Νέε, ζη ο πατέρας σου;
- Ναυάγησε και πνίγηκε στον βυθό της θαλάσσης, απεκρίθηκε ο νέος.

Τότε λέγει ο Κύνωψ στον Ιωάννη:

 - Να, δείξε πράγματι αν είναι αληθινά τα λόγια σου, και αφού ανεβάσης από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου αυτού φέρε τον μπροστά σ' όλους μας ζωντανό και υγιή.

    - Δεν με έστειλε ο Χριστός για να ανασταίνω νεκρούς, αλλά για να διδάσκω πλανεμένους ανθρώπους.

Είπε λοιπόν ο Κύνωψ προς όλον τον λαόν.

- Τώρα λοιπόν να καταλάβετε και να πεισθήτε ότι αυτός είναι πλάνος και σας ξεγελά με μαγικές τέχνες. Κρατήστε τον λοιπόν μέχρι που να φέρω εγώ από την θάλασσα τον πατέρα του νέου και να τον παρουσιάσω ζωντανό.

 Αφού κρατήθηκε ο Ιωάννης, άπλωσε τα χέρια του ο Κύνωψ και τα κτύπησε. Έγινε λοιπόν στην παραλία μεγάλος κρότος, ώστε όλοι φοβήθηκαν. Τότε ο Κύνωψ εξαφανίσθηκε από τα μάτια όλων των ανθρώπων. Αμέσως δε φώναξαν δυνατά και είπαν: «Μεγάλος είσαι Κύνωψ και εκτός από σένα δεν υπάρχει άλλος». Ξαφνικά λοιπόν βγήκε από την θάλασσα ο Κύνωψ έχοντας μαζί του ένα Δαίμονα που φαινόταν να μοιάζη στο πρόσωπο του πνιγμένου πατέρα του νέου, και όλοι εθαύμασαν.

Έπειτα λέγει προς τον νέον:

- Αυτός είναι ο πατέρας σου;

- Ναι, κύριε, απήντησε ο νέος.

Και έτσι όλοι προσκύνησαν τον Κύνωπα και ήθελαν να θανατώσουν τον Ιωάννη. Ο Κύνωψ όμως δεν άφησε να τον θανατώσουν λέγοντας: «Όταν δήτε μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε να τιμωρηθή όπως του αξίζει».

Αφού κάλεσε λοιπόν πάλι άλλον άνθρωπον του είπε:

- Είχες υιόν;
    - Ναι, κύριε, είχα και κάποιος τον εφθόνησε και τον θανάτωσε, απεκρίθη εκείνος.
    - Θα αναστηθή ο υιός σου, του είπε ο Κύνωψ.

Και αμέσως κάλεσε με το άνομα και τον φονιά και τον φονευθέντα. Πράγματι και οι δυο μαζί παρουσιάσθηκαν μπροστά. Είπε λοιπόν ο Κύριος στον άνθρωπο:

- Αυτός είναι ο υιός σου; Και αυτός είναι εκείνος που τον εφόνευσε;

- Ναι, Κύριε, απεκρίθη ο άνθρωπος.

Τότε καυχώμενος ο Κύνωψ είπε στον Ιωάννη.

- Τι θαυμάζεις, Ιωάννη;

- Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου γι' αυτά.

- Όταν δης μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε θα θαυμάσης, είπε ο Κύνωψ.


- Τα θαύματά σου γρήγορα θα διαλυθούν, απήντησε ο Ιωάννης.

Όταν άκουσε αυτόν τον λόγο ο όχλος αμέσως ώρμησε και άρχισε να κτυπά άγρια τον Ιωάννη και ολίγον έλειψε να τον αφήση νεκρόν. Επειδή δε ενόμισε ο Κύνωψ ότι πέθανε ο Ιωάννης είπε προς τον λαόν. Αφήστε τον άταφον για να τον φάγουν τα όρνια. Μόλις πληροφορήθηκαν λοιπόν όλοι ότι πέθανε ο Ιωάννης, έφυγαν απ' εκεί με χαρά και επαίνους για τον Κύνωπα.


ΕΞΑΦΑΝΙΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΝΩΠΟΣ.

Ύστερα απ' αυτά, όταν άκουσε ο Κύνωψ ότι ο Ιωάννης ζη και διδάσκει τον λαό σ' ένα τόπο που ονομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τον Δαίμονα εκείνον που χρησιμοποίησε για τις νεκρομαντείες. Αφού πήγε  λοιπόν στον Ιωάννη του είπε:

- Εγώ επειδή ήθελα να σου προξενήσω περισσότερη ντροπή και καταδίκη γι' αυτό ως τώρα σε άφησα να ζης. Αλλά έλα τώρα να πάμε στον γιαλό κι εκεί θα δης την δύναμί μου και θα ντροπιασθής.

Τον ακολουθούσαν δε και οι τρεις Δαίμονες εκείνοι που νομίσθηκαν ότι αναστήθηκαν εκ νεκρών.

Αφού λοιπόν κτύπησε τα χέρια του κι έκανε κρότον, έγινε άφαντος από τα μάτια των ανθρώπων αφού βυθίστηκε ξαφνικά στον βυθόν της θαλάσσης. Οι όχλοι πάλι φώναζαν: «Είσαι μεγάλος, Κύνωψ, και δεν υπάρχει άλλος όπως συ». Ο Ιωάννης λοιπόν διέταξε τους Δαίμονες, που εστέκοντο μαζί με τον Κύνωπα σε σχήμα ανθρώπων, να μην κινηθούν απ' την θέσι τους. Και αμέσως προσευχήθηκε στον Θεό να μην φανή πλέον ζωντανός ο Κύνωψ.

Όταν λοιπόν βυθίστηκε ο Κύνωψ έγινε μεγάλος θόρυβος στη θάλασσα. Το νερό δε της θαλάσσης στράφηκε στο μέρος που βυθίστηκε ο Κύνωψ και δεν μπόρεσε πλέον ο άθλιος να βγή από την θάλασσα. Οι Δαίμονες δε που ήσαν με το σχήμα των ανθρώπων που αναστήθηκαν διώχθηκαν απ' τον Ιωάννη εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού μακρυά από την Πάτμο και έγιναν άφαντοι.

Επειδή λοιπόν ο λαός στάθηκε τρία ημερόνυχτα περιμένοντας να βγη ο Κύνωψ απ' την θάλασσα, από την νηστεία και τις φωνές που έβγαζαν και από τη ζέστη του ηλίου ξαπλώθηκαν στη γη άφωνοι οι περισσότεροι απ' αυτούς ώστε και τρία παιδιά πέθαναν. Εξ' αιτίας αυτού τους λυπήθηκε ο μέγας Ιωάννης όλους αυτούς και τα μεν παιδιά που πέθαναν τα ανέστησε, τους δε παραλυμένους ανθρώπους τους δυνάμωσε. Και αφού είπε σ' αυτούς πολλά για την πίστι τους έπεισε όλους να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτισθούν, αφού ο άθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πια στην θάλασσα, όπως παλαιά ο Φαραώ.


ΠΕΡΙ ΠΡΟΚΛΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΥ.
  
Κάποια γυναίκα που λεγόταν Προκλιανή κατελήφθη από έρωτα πονηρόν για τον υιόν της που λεγόταν Σωσίπατρος (αλλοίμονον!μέχρι που φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτα!). Επειδή δε δεν πέτυχε την βρωμερή της επιθυμία κατηγόρησε τον γιο της στον Άρχοντα του νησιού ότι την εβίασε.

Ενώ λοιπόν επρόκειτο να τιμωρηθή ο Σωσίπατρος άδικα από τον Άρχοντα, τον εβοήθησε ο Ιωάννης, επειδή δεν ήταν ένοχος, ως εξής: Ξεράθηκε αμέσως το δεξί χέρι τόσο του Άρχοντος όσο και της αισχρής Προκλιανής, αφού προηγουμένως σείσθηκε η γη μ' ένα μεγάλο ήχο και τρίξιμο.

Όταν λοιπόν έπαθαν αυτήν την τόσο μεγάλη θεϊκή τιμωρία, πίστεψαν και οι δυο στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Και έτσι τα χέρια τους γιατρεύθηκαν και η γη σταμάτησε να κλονίζεται.

ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ.

Όταν εβασίλευε ο βασιλιάς Τραϊανός ύστερα από τον Νερουάν κατά το έτος 98, εστάλησαν βασιλικά γράμματα στην Πάτμο που καλούσαν τον θείο Ιωάννη από την εξορία. Ήθελε λοιπόν ο Ιωάννης ν' αναχωρήση από την από την Πάτμο και να πάη στην Έφεσο. Οι Χριστιανοί όμως της Πάτμου θρηνούσαν και έκλαιγαν για τον απόχωρισμό του. Και τι δεν έκαναν για να μη χάσουν τέτοιον καλό Ποιμένα. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να τον εμποδίσουν γι' αυτό πρόβαλαν ένα διπλό ζήτημα στον μέγα Απόστολον

Δηλαδή να αφήση σ' αυτούς αντί για τον εαυτό του τους λόγους του και να γράψη σε βιβλίο το Μυστήριον όλης της Οικονομίας του Χριστού για μας.

 Ο Ιωάννης λοιπόν, επειδή υπάκουσε στην δίκαιη επιθυμία τους αφ' ενός, αφ' ετέρου δε παρεκινήθη από την άνωθεν θεία Πρόνοια, ενήστεψε τρεις μέρες έχοντας και τους άλλους Χριστιανούς να νηστεύουν και να τον βοηθούν με την προσευχήν. Ανέβηκε έπειτα στο βουνό που ήταν εκεί με τον μαθητή του Πρόχορον και ανέβασε όλη του τη σκέψι στον Θεό. Και, ώ του Θαύματος! Αμέσως ακούγονται βροντές και αστραπές φοβερές και σαλεύεται όλο το βουνό, ώστε ο μαθητής του Πρόχορος πέφτει από τον φόβο του με το πρόσωπο στην γη και γίνεται σαν νεκρός.

Ο Ιωάννης όμως δεν φοβάται, αλλά στέκεται όρθιος. Επειδή η τέλεια αγάπη που είχε στον Θεό έδιωχνε τον φόβο απ' την καρδιά του όπως ο ίδιος είπε «η τέλεια αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄Ιωάν. δ΄18). Άκουσε λοιπόν μια βροντερή φωνή που έλεγε αυτά «εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιωάν.α΄1). Αυτήν την φωνή την φανέρωσε ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορο, αφού προηγουμένως τον σήκωσε απ' το χέρι και έδιωξε απ' αυτόν λίγο τον φόβο.

Αφού τέλειωσε λοιπόν όλο το θείον Ευαγγέλιο και το έγραψε με το χέρι του Προχόρου, το παρέδωσε στους Χριστιανούς που το ζήτησαν. Απ' εκεί διαδόθηκε σ' όλα τα πέρατα του κόσμου.



Ο ΝΕΟΣ ΛΗΣΤΗΣ.

Αφού έφυγε από το νησί Πάτμο ο μέγας Απόστολος πήγε σ' ένα τόπο που λεγόταν Αγροικία. Και εκεί αφού γιάτρεψε ένα τυφλόν επήγε σε μια γειτονική πόλι. Εκεί ευρήκε ένα νέον ευγενικό στην ψυχή και ωραίον στο πρόσωπο και τον ωδήγησε στον Χριστό. Έπειτα αφού τον παρεκίνησε να είναι ενάρετος και αφού τον παρέδωκε στα χέρια του Επισκόπου της πόλεως, σαν σε μάρτυρα του Χριστού, για να φροντίζη γι' αυτόν, έφυγε για την Έφεσο. Αφού λοιπόν τακτοποίησε καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα εκεί και κατήρησε όλο το ποίμνιον του Χριστού με την διδασκαλία του, και αφού επισκέφθηκε τις άλλες πόλεις που ήσαν κοντά και χειροτόνησε σ' αυτούς Επισκόπους, τότε πάλι επανήλθε στην πόλι που είπαμε προηγουμένως.

Όταν ζήτησε τον νέον εκείνον που παρέδωσε στον Επίσκοπο, έμαθε ότι έγινε αρχηγός των κλεφτών, διότι επήρε άσχημο δρόμο από τις διασκεδάσεις και τις κακές συναναστροφές των συνομηλίκων του νέων, (διότι είναι εύκολος και κατηφορικός ο δρόμος της κακίας). Λυπήθηκε, λοιπόν πολύ ο Απόστολος του Κυρίου για το κατάντημα του νέου εκείνου.

Ξεκίνησε λοιπόν και πήγε μόνος στον τόπο των κλεφτών και παραδόθηκε σ' αυτούς θεληματικά και μέσω αυτών ωδηγήθηκε και βρήκε τον νέο. Όταν τον συνήντησε, επειδή προσπάθησε εκείνος να φύγη (διότι κατάλαβε ότι είναι ο ευεργέτης του Ιωάννης) τον προσείλκυσε ο Απόστολος κοντά του με τα γλυκά και θελκτικά του λόγια.

Κατώρθωσε να τον πάρη μαζί του με τη Χάρι του Κυρίου και επέστρεψε στην πόλι. Και τόσο τον έκανε να προκόψη στην αρετή με τις συμβουλές του που έσταζαν μέλι και τις ιερές νουθεσίες, ώστε έγινε παράδειγμα αρετής και μετανοίας πολύ λαμπρό και στους άλλους ανθρώπους.


ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ.

Αφού επανήλθε πάλι στην Έφεσο ο επιστήθιος του Χριστού μαθητής, εκεί επέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Ήτο πενήντα εξ ετών όταν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα για το κήρυγμα. Επέρασε δε εννέα χρόνια κηρύττοντας έως ότου εξωρίσθηκε. Στην εξορία στην Πάτμο πέρασε δεκαπέντε χρόνια. Ύστερα δε από την εξορία έζησε άλλα εικοσιέξ χρόνια. Ώστε όλα τα έτη της ζωής του που πέρασε ήσαν εκατόν πέντε και επτά μήνες.

Ετσι έζησε ο Απόστολος του Κυρίου και αγωνίσθηκε για την ευσέβεια μέχρις αίματος. Έκανε πάρα πολλά θαύματα και επέστρεψε αμέτρητα πλήθη απίστων από διάφορα έθνη στην πίστι του Χριστού. Πέρασε αρκετόν χρόνον της ζωής του στο σπίτι του Δόμνου, που ο ίδιος τον ανέστησε μαζί με τους επτά μαθητές του, και τέλος έφυγε μαζί μ' αυτούς από το σπίτι.

Αφού έφθασε σ' ένα τόπο στους μεν μαθητές του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί, αυτός δε αφού προχώρησε μπροστά σε μικρή απόστασι, προσευχήθηκε. Ήταν δε ώρα πρωϊνή.

Έπειτα, αφού επέστρεψε, πρόσταξε τους μαθητές του να σκάψουν τη γη σε σχήμα σταυρού, τόσο μόνον, όσο ήτο το μέτρον του σώματός του. Αφού ξαπλώθηκε λοιπόν μέσα σ' εκείνον τον σκαμμένον τόπον, αποχαιρέτησε τους μαθητές του που έκλαιγαν πικρά και είπε: «Σύρετε το χώμα της γης που είναι μητέρα μου και με αυτό σκεπάστε με». Εκείνοι αφού τον ασπάσθηκαν και τον αποχαιρέτησαν, σκέπασαν το σώμα του μέχρι τα γόνατα. Έπειτα πάλι αφού τον ασπάσθηκαν τον σκέπασαν μέχρι τον λαιμό. Και πάλι αφού για τρίτη φορά τον ασπάσθηκαν έβαλαν πάνω στο ιερό του πρόσωπο ένα μανδήλι. Και έτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν όλο το σώμα του. Τότε ανέτειλε και ο ήλιος.

Αφού έκλαψαν οι μαθηταί, γιατί έμειναν ορφανοί από τον δάσκαλό τους, εγύρισαν στην πόλι διηγούμενοι τα σχετικά με τον Απόστολον. Οι άλλοι αδελφοί όταν τα άκουσαν αυτά επήγαν στον τάφο και αφού έσκαψαν δεν βρήκαν τίποτε. Τότε λοιπόν επέστρεψαν κλαίγοντας θερμώς για τη στέρησι τέτοιου ποιμένος.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος β΄
Απόστολε, Χριστώ τω Θεώ ηγαπημένε, επιτάχυνον, ρύσαι λαόν αναπολόγητον δέχεταί σε προσπίπτοντα, ο επιπεσόνα τω στήθει καταδεξάμενος όν ικέτευε Θεολόγε, και επίμονον νέφος εθνών διασκεδάσαι, αιτούμενος ημίν ειρήνην, και το μέγα έλεος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος β΄Αυτόμελον
Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, τις διηγήσεται; βρύεις γαρ θαύματα και πηγάζεις ιάματα και πρεσβεύεις υπέρ των ψυχών ημών, ως Θεολόγος και φίλος Χριστού.
        

Ιεραποστολικός Σύλλογος "Ο Άγιος Βαρνάβας"    
 

25 Σεπτεμβρίου η μνήμη της Αγίας μάρτυρος Ευφροσύνης

0 σχόλια

Ο βίος της Αγίας Ευφροσύνης από το ιστολόγιο  www.xristianos.gr



Θυγάτηρ Παφνουτίου του Αιγυπτίου
Η Οσία Ευφροσύνη έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του μικρού [περί το 410 μ.Χ.), ήταν μοναχοκόρη και πολύ πλούσια. Ο πατέρας της Παφνούτιος ήταν ο πλουσιότερος της 
Αλεξάνδρειας και μαζί με τη σύζυγο του διακρίνονταν για τη θερμή πίστη τους στο Θεό.
Δώδεκα χρονών η Ευφροσύνη έμεινε ορφανή από μητέρα, και ο πατέρας της αφοσιώθηκε ακόμα πιο φιλόστοργα στην επιμέλεια της κόρης του. Όταν η Ευφροσύνη έφθασε 
στο 18ο έτος της ηλικίας της, ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει με ένα νέο υψηλής κοινωνικής τάξης.
Όμως την ψυχή της Ευφροσύνης είχε καταλάβει ο θείος έρωτας. Ο γάμος και οι κοσμικότητες θα της ήταν εμπόδιο να αφιερωθεί συστηματικά στην ελεημοσύνη και στην υπηρεσία 
του πλησίον.

Η Ευφροσύνη πραγματοποιεί το θέλημα της
Κάποιες μέρες πού απουσίαζε ο πατέρας της, κατά θεία Πρόνοια ήλθε στην Αλεξάνδρεια ένας Πνευματικός ενάρετος από κάποια σκήτη. Αυτόν τον κάλεσε η Ευφροσύνη για να 
εξομολογηθεί. Με την εξομολόγηση είπε και όλον της τον πόθο, να απαρνηθεί τον κόσμο, για την αγάπη του Κυρίου.
Τον ερώτησε ακόμη, και τί πρέπει να κάμει σ’ αυτήν την περίσταση. Ο Καλόγηρος της απάντησε:
- Ξέρεις, κόρη μου, ότι ο Κύριος λέγει στο ιερό Ευαγγέλιο: ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ εστί μου άξιος. Αφού λοιπόν ο φιλόστοργος αυτός Δεσπότης άναψε στην 
καρδιά σου τον ιερόν αυτόν και σωτήριον έρωτα, να σπεύσης όσο μπορείς γρηγορότερα. Άρον τον σταυρόν και ακολούθησε. Αυτόν, πριν ψυχρανθή ο πόθος σου. Μη αφήσης 
να φθείρη την παρθενία σου φθαρτός άνθρωπος. Νυμφεύσου τον ουράνιο Βασιλέα, για να αγάλλεσαι με αυτόν ζωήν αιώνιον.

Η Ευφροσύνη γίνεται Μοναχή
Όταν άκουσε τα θεια αυτά λόγια η Ευφροσύνη, χάρηκε πάρα πολύ, και τον παρακάλεσε να την αξιώσει να γίνει Μοναχή. Αμέσως ο Πνευματικός εξετέλεσε την επιθυμία της. 
Διάβασε την ανάλογη ευχή, την κούρεψε και της φόρεσε το Αγγελικό Σχήμα, με δεήσεις προς τον Θεό να την αξιώσει να τελειώσει τον πόθο της.
Όταν τελείωσε την τελετή αυτή ο Πνευματικός, έφυγε για το ασκητήριό του.
Όταν έμεινε μόνη η Ευφροσύνη σκεπτόταν πώς να κάμη, πού να πάει να κρυφθή να μην την εύρουν οι συγγενείς της και την εμποδίσουν. Συλλογίζονταν αν έμπαινε σε Μοναστήρι 
γυναικών, ήταν ενδεχόμενο να την εύρουν οι συγγενείς της. Γι αυτό, απέβαβαλε τη Μοναχική στολή, έβγαλε μαζί και τον χιτώνα και τη γυναικεία νοοτροπία, και ντύνεται ανδρικά. 
Κατόπιν με προφύλαξη ξεφεύγει από την προσοχή των υπηρετών της και αφήνει σπίτι λαμπρό, χρυσάφι και ασήμι άφθονο, μαργαριτάρια και λοιπά χρυσαφικά. Απαρνιέται πατέρα,
μνηστήρα, συγγενείς. Περιφρονεί τις απολαύσεις του κόσμου, και παίρνει τον Σταυρό τον γλυκύτατο του Χριστού και πηγαίνει σε κείνο το ίδιο το Μοναστήρι, από το όποιο την ίδια 
μέρα έφυγε ο πατέρας της ο Παφνούτιος.

Παρουσιάζεται σαν άνδρας στον Ηγούμενο
Όταν παρουσιάσθηκε στον Ηγούμενο, εκείνος τη ρώτησε κατά την τάξη, από πού είναι και τί ζητούσε. Εκείνη αποκρίθηκε:
Σμάραγδος, ονομάζομαι, Δέσποτα, και είμαι ευνούχος στο παλάτι του Θεοδοσίου. Επειδή δε βαρέθηκα το θόρυβο και τη σύγχυση του βίου, άκουσα δε και την καλή φήμη και τις 
αρετές της αγιοσύνη σας, ήλθα να σας παρακαλέσω να με δεχτείτε στη συνοδεία σας.
Δέχτηκαν τον Σμάραγδο στο Μοναστήρι και τον έστειλαν να γίνει υποτακτικός σε έναν γέροντα. Όμως ο σατανάς που φθονούσε προσπαθούσε να νικήσει την Ευφροσύνη.
Αφού όμως είδε, ότι δεν μπορεί να μείωση τον τόνο της αρετής της, προκαλούσε τους άλλους Μοναχούς με έρωτα του κάλλους της, πού όταν την έβλεπαν σκανδαλίζονταν. Τόσο 
δε επάθαιναν, πού αναγκάσθηκαν να το πουν στον ηγούμενο.

Ο Σμάραγδος απομονώνεται
Όταν έμαθε αυτά ο Ηγούμενος, διέταξε το Σμάραγδο να ησυχάσει σε ένα κελί αναχωρητικό. Δεν του επέτρεψε να πάει αλλού, ούτε να δέχεται κανένα στο κελί του, ούτε να συνομιλεί 
με κανένα. Να διαβάζει μόνος του την ακολουθία του, και ο Αγάπιος να του φέρνει ότι χρειάζεται. Βιβλία για να αναπτύσσεται πνευματικά και τρόφιμα για τη συντήρηση του.
Η μακαρία χάρηκε υπερβολικά, όταν βρέθηκε μόνη και απαλλάχθηκε από κάθε ενόχληση. Με τον τρόπο αυτό αύξανε και ο ζήλος της προς τον Κύριο. Πρόσθεσε νηστεία στη νηστεία 
και με αγρύπνιες και προσευχές αγωνιζόταν περισσότερο ώστε να θαυμάζει ο Αγάπιος και να τα διηγείται στην αδελφότητα με κάθε λεπτομέρεια.

Επιστρέφει ο πατέρας και αναζητεί την κόρη του
Όταν γύρισε ο Παφνούτιος από το Μοναστήρι στο σπίτι του, και δεν βρήκε την θυγατέρα του, άρχισε να ρωτά τους δούλους του και τις θεραπαινίδες της μήπως επήγε σε κανένα 
από τους συγγενείς τους. Άρχισε να θρηνεί ο πατέρας της αλλά και ο μνηστήρας της θρηνούσε περισσότερο ακόμη.
Μη υποφέροντας τη λύπη του ο Παφνούτιος, έρχεται στον αγιώτατο Ηγούμενο του Μοναστηρίου ρκείνου για να του αναγγείλει τη συμφορά του. Είχε την ελπίδα, ότι αφού με τις 
προσευχές του χάρισε ο Θεός την Ευφροσύνη, έτσι πάλι με τις προσευχές του μπορούσε να του φανερώσει τι έγινε.

Ο ηγούμενος προσεύχεται με όλους τους Μοναχούς
Ο Ηγούμενος δάκρυσε. Σπλαχνίστηκε το φίλο του και κάλεσε όλη την αδελφότητα για να μάθουν τη θλίψι του φίλου των. Προτείνει λοιπόν να νηστέψουν όλη την εβδομάδα και να 
προσεύχονται όλοι, έως ότου αποκαλύψει ο Κύριος σε κανένα από αυτούς, σε ποιόν τόπο βρίσκεται η Ευφροσύνη. Οι μοναχοί έκαμαν, όπως τους είπε ο ηγούμενος. Αλλά κανένα 
όνειρο δεν είδαν, διότι η Όσια δεόταν και αυτή να μην την φανερώσει ο Κύριος. Γι αυτό επέτρεψε ο ελεήμων και φιλεύσπλαχνος Κύριος, να βασανίζεται ο Παφνούτιος μάλλον και να 
πένθη κλαίγοντας, παρά να τον παρηγορήσει, και να λυπήσει την ψυχή εκείνη, η οποία τον αγάπησε και για την αγάπη του θυσίασε την πατρική αγάπη και κάθε κοσμική απόλαυση.
Λέγει λοιπόν ο Ηγούμενος στον Παφνούτιο:
Μη λυπάσαι, τέκνον μου, μήτε να οδύρεσαι ανόητα και άσκοπα, καθώς οι άπιστοι, πού δεν έχουν άλλη ελπίδα, παρά μόνο της παρούσης ζωής. Πίστεψέ με, πού είμαι γέροντας, ότι 
η θυγατέρα σου σε καλό και θεάρεστο δρόμο πήγε. Γιατί, αν δεν ήταν άσφαλισμένη για το καλό της, δεν θα μάς καταφρονούσε ο Κύριος, άλλά θα μάς έδειχνε τί έγινε. Λοιπόν για να 
μη εμπόδιση τη σωτηρία της την σκεπάζει. Παρηγορήθηκε κάπως με τα λόγια αυτά ο Παφνούτιος και σε λίγο έφυγε. Άλλα και πάλιν ερχόταν πολλές φορές στη Μονή, για να βλέπει 
τους αγίους Πατέρες και να παίρνει μικρή παρηγοριά από τα λόγια τους.



Βλέπει την κόρη του
Κάποια μέρα, πού είχε πάει πάλι στο Μοναστήρι ο Παφνούτιος, του λέγει ο ηγούμενος:
Θέλεις να δεις ένα αδελφό πού έχουμε, πολύ νεαρό, αλλά πολύ θαυμάσιο στην αρετή. Ονομάζεται Σμάραγδος και είναι από αρχοντικό γένος. Παράτησε πλούτο και δόξα του 
κόσμου, και τόσο αγωνίζεται για τις εντολές του Κυρίου, ώστε δεν είναι άλλος όμοιός του.
Χάρηκε ο Παφνούτιος, όταν άκουσε αυτά, και αφού τον οδήγησε ο Αγάπιος πήγε στο κελί της Ευφροσύνης. Τί απροσδόκητη χαρά για την Ευφροσύνη να δη ξαφνικά τον πατέρα 
της μπροστά της! Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα και έτρεχαν ποταμηδόν. Αλλ' αυτός δεν την γνώρισε. Τόση κακοπάθεια είχε από τη νηστεία, τις αγρυπνίες και τις γονυκλισίες 
και τις ορθοστασίες και τους κόπους! Τέλος έπαυσε να κλαίει η Ευφροσύνη. Έκαμε αμέσως ευχή κατά την συνήθεια και ύστερα λέγει στον Παφνούτιον:
Πίστεψέ με, άνθρωπε, άνθρωπε αν ήταν η θυγατέρα σου στον δρόμο της απώλειας, δεν θα περιφρονούσε ο ελεήμων Θεός τις ευχές και τις ελεημοσύνες και τα δάκρυά σου. Δε 
θα περιφρονούσε τις δεήσεις, πού κάνουμε εμείς οι αμαρτωλοί μαζί με τον καθηγούμενο μας, όλη την ημέρα, από αγάπη προς σένα. Αλλά πιστεύω στον Θεό, ότι διάλεξε την 
αγαθή μερίδα. Αφού είπε αυτά τον άφησε να φύγει. Φεύγοντας ο Παφνούτιος επήγε στον Ηγούμενο και του λέγει:
Σε ευχαριστώ Άγιε Πάτερ, τόσο ευχαριστήθηκα με τα λόγια του Όσιου Σμάραγδου, πού μου φάνηκε πώς είδα το ίδιο το κορίτσι μου.

Πεθαίνει η Ευφροσύνη
Τριάντα οκτώ χρόνια έμεινε αγνώριστη η Ευφροσύνη στο Μοναστήρι και τότε αρρώστησε. Κατά θείαν πρόνοιαν έτυχε να είναι εκεί ο Παφνούτιος. Όταν είδε το Σμάραγδο άρρωστο, 
άρχισε να κλαίει πικρά και να λέγει:
Αλλοίμονο σε μένα τον άθλιο! Ποιος θα με παρηγορήσει στα γηρατειά μου; Τριάντα οκτώ χρόνια είναι πού έχασα το παιδί μου, και μόνο συ, πάτερ Σμάραγδε, με παρηγόρησες. Συ 
μου έδωσες θάρρος και ελπίδα. Τώρα ούτε εκείνο βλέπω, ούτε εσένα έχω πλέον, πού ήσουνα η παρηγοριά της λύπης μου. Τώρα απελπίστηκα και δεν πιστεύω πλέον να δω την 
θυγατέρα μου.
Τότε εκείνη του λέγει:
Γιατί θλίβεσαι τόσο και βασανίζεσαι; Μην χάνεις την ελπίδα σου. Κάμε υπομονή, υπόμενε άλλες τρεις ημέρες, και να δεις του Θεού τα θαυμάσια.
Έμεινε λοιπόν ο Παφνούτιος, νομίζοντας, ότι ο Κύριος αποκάλυψε στο Σμάραγδο αυτό, πού ποθούσε, και γι' αυτό του είπε να μείνει τρεις ήμερες. Όταν έφθασε η τελευταία ημέρα 
της Όσιας κάλεσε τον Παφνούτιο και του λέγει:
Επειδή ο Παντοδύναμος Θεός οικονόμησε τα δικά μου όπως ήθελε, και με αξίωσε να τελειώσω την καλή μου πρόθεση, θέλω να σου αποκαλύψω τώρα πού φεύγω για την αιώνια 
αγαλλίαση, και να σε απαλλάξω από τη φροντίδα. Μάθε λοιπόν, ότι εγώ είμαι η θυγατέρα σου. Για να μη με εμποδίσρις, άλλαξα σχήμα, και με βοήθησε ο Θεός να μη με 
αναγνωρίσεις. Και πάλι τώρα σε έφερε κοντά μου, για να με δεις και παρηγορηθείς και να ενταφιάσεις το σώμα μου. Όταν ήλθα εδώ στη Μονή, υποσχέθηκα στον ηγούμενο επειδή 
είχα πλούτη πολλά, να τα αφιερώσω στη Μονή, αν μπορέσω ως το τέλος να υποφέρω και να μείνω εδώ. Ο Κύριος με αξίωσε. Λοιπόν σε παρακαλώ, ξεπλήρωσε εσύ την υπόσχεση 
αυτή. Δώσε στους Πατέρες όσα ήθελες να δώσεις σε μένα. Είναι πολύ ενάρετοι άνθρωποι.
Αφού είπε αυτά, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Ο Παφνούτιος συντρίβεται
Ο πατέρας της Ευφροσύνης έμεινε κατάπληκτος, για το απροσδόκητο τέλος της κόρης του. Έπεσε στη Γή σαν νεκρός άφωνος και άλαλος. Δεν ήξερε εάν έπρεπε να ευρανθεί που 
την βρήκε ή να θρηνήσει για τον θάνατο της. Αλλά τους θρήνους διαδέχεται η χαρά πού μετατρέπει σε ευχαρίστηση τα δάκρυα.

Ένα θαύμα στον ένταφιασμό της
Ο Αγάπιος από τα λόγια του Παφνούτιου κατάλαβε, ότι ο Σμάραγδος ήταν η θυγατέρα του Παφνούτιου, και έτρεξε και το ανήγγειλε στον Ηγούμενο και σε όλη την αδελφότητα. 
Έτρεξαν αμέσως όλοι και συναγωνίζονταν ποιος να πλησιάσει πιο μπροστά το άγιο λείψανο, για να το ασπασθεί με ευλάβεια. Ένας ασκητής, πού είχε το ένα μάτι τυφλό, όταν 
ασπάστηκε την Αγία ώ του θαύματος! Βρέθηκε με δυο μάτια γερά. Από το μεγάλο αυτό θαύμα κατάλαβαν πόση χάρη επήρε από τον Κύριο. Αμέσως αύξησαν την ευλάβεια προς 
αυτήν και δοξολόγησαν τον Κύριο.
Κατόπιν ενταφίασαν με τιμή το ιερότατο λείψανο και κατά την ταφή, έλαμψε το πρόσωπο της Άγιας, σαν ήλιος.

Ο Παφνούτιος μένει για πάντα στο Μοναστήρι
Μετά την ταφή της Αγίας, ο Παφνούτιος δεν έφυγε. Έμεινε για πάντα στη Μονή. Διαμοίρασε όλα τους τα υπάρχοντα στους φτωχούς, σε σχολεία σε Εκκλησίες και κατοίκησε στη 
Μονή αφού έγινε Μοναχός. Κατοικία του ήταν το κελί της Ευφροσύνης και κοιμόταν στην ίδια ψάθα, πού κοιμόταν και κείνη. Έζησε σαν Μοναχός δέκα έτη με μεγάλη αρετή και 
ευσέβεια.
Όταν πέθανε τον ενταφίασαν στο μνημείο της Ευφροσύνης, εις δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος. Αμήν.




Στίχος
Εικάδα Ευφροσύνη κατά πέμπτην πότμον υπέστη.
Το θήλυ κρύπτεις ανδρικώς, Ευφροσύνη, και κρυπτά τον βλέποντα Δεσπότην βλέπεις.

Ἀπολυτίκιον
Ἐν τῇ ἀσκήσει τὸ θῆλυ ἐκάλυψας, ἐν τῇ κοιμήσει τοὺς πάντας ἐξέπληξας, Εὐφροσύνη ἀνύσασα ἀνδρικῶς, νεᾶνις οὖσα λαμπρά, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς 
τῶν κινδύνων ἀπαλλάττεις τοὺς τιμῶντάς σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς παρθένος φρόνιμη καὶ ἀδιάφθορος, κοτηγγυήθης ὁσίως τῷ Ζωοδότῃ Χριστῷ, καὶ προσκαίρων τὴν χλιδὴν ἐμφρόνως ἔλιπες, ὅθεν ἐν μέσω τῶν ἀνδρῶν, 
ὡς ἀμόλυντος ἀμνάς, ἐξέλαμψας Εὐφροσύνη, καὶ τοῦ Βελίαρ τὰ κέντρα, τὴ πολιτεία σου ἀπήμβλυνας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα• λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, 
παρέρχεται γάρ• ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ• διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Εὐφροσύνη τὸ πνεῦμά σου.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τῆς ἄνω ζωῆς, τυχεῖν ἐπιποθήσασα, τὴν κάτω τρυφήν, σπουδαίως καταλέλοιπας, καὶ σαυτὴν ἀνέμιξας, ἀνάμεσον ἀνδρῶν παναοίδιμε• διὰ Χριστὸν γὰρ 
τὸν νυμφίον σου, μνηστῆρος προσκαίρου κατεφρόνησας.

Κοντάκιον Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον
Εὐφροσύνης πρόξενος, βιοτῆ σου, τοῖς ἐν κόσμω γέγονε, προτυπωθεῖσα ἐναργώς, τή φερωνύμω σου πανσεμνέ, προσηγορία, Εὐφροσύνη ἔνδοξε.

Ὁ Οἶκος
Ἐν εὐφροσύνῃ καὶ θυμηδίᾳ, τάς ψυχὰς εὐφρανθέντες, ἀναστῶμεν σπουδῇ ἀκοῦσαι λόγον παράδοξον• ὑπερβαίνει γὰρ ἔννοιαν πᾶσαν τὸ διήγημα τοῦτο 
καὶ καταπλήττει, ὅτι γυνὴ ἐν μέσῳ ἀνδρῶν καταμένουσα, ἐνίκησε τὸν Βελίαρ, καὶ τὸ πῦρ κατεπάτησε τῶν ἡδονῶν, καὶ οὐκ ἐφλέχθη τὸ σύνολον• τὸν 
Χριστὸν γὰρ ποθοῦσα ἡ ἄσπιλος, μνηστῆρος προσκαίρου κατεφρόνησε.

Μεγαλυνάριον.
Μνήστορα λιποῦσα τὸν γεηρόν, φαιδρῶς ἐνυμφεύθης, τῷ ὡραίῳ κάλλει Χριστῷ, δι’ ἀμέμπτου βίου, Ὁσία Εὐφροσύνη, δι’ οὗ ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

24 Σεπτεμβρίου η ανάμνησις της ευρέσεως της Ιεράς και θαυματουργού εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου , της Μυρτιδιωτίσσης , εν τη νήσω Κυθήρων , η μνήμη της Αγίας Πρωτομάρτυρος Θέκλης και του Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου .

0 σχόλια

Παναγία η Μυρτιδιώτισσα - Αγία Θέκλα - Άγιος Σιλουανός εν Άθω

 (Εορτάζουν 24 Σεπτεμβρίου)


Από το ιστολόγιο  '' ΟΥΡΑΝΙΑ ΙΘΑΚΗ ''








H Παναγία η Μυρτιδιώτισσα είναι εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε στα Κύθηρα κατά τον 14ο αιώνα. Έχει το προσωνύμιο Μυρτιδιώτισσα, γιατί αναφέρεται από την παράδοση ότι τη βρήκε ένας βοσκός σε μια τοποθεσία γεμάτη με μυρτιές.


Ιστορικό ανεύρεσης
Στις 24 Σεπτεμβρίου - 40 ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου - εμφανίστηκε η Παναγία στον βοσκό και του είπε να ψάξει για την εικόνα που είχε έρθει σε εκείνο το μέρος πολλά χρόνια πριν.

Ο βοσκός έπεσε στο έδαφος,γεμάτος δέος,προσευχόμενος προς την Θεοτόκο. Μόλις σηκώθηκε και γύρισε,είδε την εικόνα στα κλαδιά μιας μυρτιάς.Κλαίγοντας από χαρά,έφερε την εικόνα σπίτι του και είπε σε όλους τους φίλους και συγγενείς την ιστορία της ανεύρεσης της εικόνας.

Όταν ξύπνησε την επόμενη ημέρα η εικόνα έλειπε και φοβήθηκε μήπως είχε κλαπεί.Με βαρειά καρδιά γύρισε με τα πρόβατά του στον τόπο της ανεύρεσης,αλλά εκεί είδε πάλι την εικόνα στα κλαδιά της μυρτιάς που την είχε πρωτοβρει.Δοξάζοντας τον Θεό,την πήρε πάλι σπίτι του,αλλά την νύχτα η εικόνα εξαφανίστηκε όπως και την πρώτη φορά.Όταν η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της εικόνας συνέβει και τρίτη φορά,κατάλαβε ότι ήταν θέλημα της Μητέρας του Θεού η εικόνα να παραμείνει εκεί που είχε πρωτοβρεθεί.

Ανέγερση Ναού
Μια μικρή εκκλησία χτίστηκε εκεί που βρέθηκε η εικόνα και ονομάστηκε Μυρτιδιώτισσα.Το κτήριο μεγάλωσε με τα χρόνια και πολλά θαύματα λέγεται πως συνέβησαν εκεί.

Στο τέλος του 16ου αιώνα,ο Θεόδωρος Κουμπριανός,ένας απόγονος του βοσκού που βρήκε την εικόνα,ζούσε στο χωριό Κουσουμάρι.Ήταν παράλυτος,αλλά πίστευε ακράδαντα ότι η Μητέρα του Θεού θα τον θεράπευε.Κάθε χρόνο,στις 24 Σεπτεμβρίου,έστελνε ένα μέλος της οικογένειάς του να ανάψει ένα κερί στην Χάρη της γι'αυτόν.Μια χρονιά ζήτησε να τον πάνε μέχρι την Χάρη της,για να την προσκυνήσει ο ίδιος.Κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας,ακούστηκε έντονος θόρυβος από την κατεύθυνση της θάλασσας.Το εκκλησίασμα έτρεξε να φύγει,πιστεύοντας ότι επιτείθονταν πειρατές.Ο παραλυτικός ζήτησε την βοήθεια της Παναγίας και έξαφνα άκουσε μια φωνή από την εικόνα να του λέει να σηκωθεί και να τρέξει να σωθεί.Σηκώθηκε,περπάτησε και σύντομα άρχισε να τρέχει και πρόφτασε τους συγγενείς του που καταχάρηκαν βλέποντας το θαύμα.Ο θόρυβος δεν προερχόταν από επιδρομή πειρατών και όλοι τότε κατάλαβαν ότι ο θόρυβος ήταν σημείο της Θείας Πρόνοιας,ώστε ο παραλυτικός να μείνει μόνος του στην εκκλησία με την εικόνα.Από τότε η οικογένεια του Κουμπριανού γιόρταζε την ημέρα της γιορτής της Μυρτιδιώτισσας με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε ανάμνηση του θαύματος.

Αλλά και πολλά άλλα θαύματα αποδίδονται στην εικόνα,όπως η προστασία του νησιού από επιδημία πανώλης,η λύση της στειρότητας μιας Εβραίας από την Αλεξάνδρεια και η σωτηριά πολλών ανθρώπων από βέβαιο θάνατο.


Εορτασμός
Οι ευλαβείς προσκυνητές επισκέπονται την Χάρη της την ημέρα της Κοιμήσεως - 15 Αυγούστου - και την ημέρα της εύρεσής της - 24 Σεπτεμβρίου.

Στις 24 Σεπτεμβρίου που γιορτάζεται η ανεύρεση της εικόνας γιορτάζουν την ονομαστική τους εορτή όσες φέρουν το όνομα Μυρτώ ή Μυρσίνη.

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1_%CE%B7_%CE%9C%CF%85%CF%81%CF%84%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1

-------------------------------------------------------------------------------------
-------------------------------------------------------------------------------------


ΑΓΙΑ ΘΕΚΛΑ
Η Aγία Θέκλα υπήρξε μια από τις πρώτες γυναίκες που ασπάστηκαν το χριστιανισμό, μόνασαν, θαυματοποίησαν και αγιοποιήθηκαν. Πληροφορίες για τη ζωή και τη χριστιανική της δράση αντλούμε κυρίως από δύο πηγές, από το Acta Pauli et Theclae, που συντάχθηκε στα τέλη του 2ου αι. μ.Χ., και από τα Θαύματα της Αγίας Θέκλας, ένα κείμενο του 5ου αι. μ.Χ., γραμμένο ίσως από τον επίσκοπο Καισαρείας Βασίλειο. Τα κείμενα, που επεξεργάστηκε και μελέτησε ο Γάλλος βυζαντινολόγος Gilbert Dagron, διασώζουν διαφορετικές εκδοχές για τη ζωή της αγίας, διατηρούν ωστόσο έναν κοινό πυρήνα που μας επιτρέπει να εξαγάγουμε μερικά συμπεράσματα για αυτήν την απόστολο και πρωτομάρτυρα, πρόδρομο του γυναικείου ασκητισμού.1 Επίσης, περιγραφή του μοναστηριού και της λατρείας της αγίας μάς δίνει η προσκυνήτρια του 5ου αιώνα Εγερία, που επισκέφθηκε την περιοχή.

2. Βιογραφικά στοιχεία

Σύμφωνα με τα Acta Pauli et Theclae, η Θέκλα καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Ικονίου. Η μητέρα της ονομαζόταν Θεόκλεια. Την εποχή που ασπάστηκε το χριστιανισμό ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον Θάμυρι, από τους επιφανείς πολίτες του Ικονίου επίσης. Το σπίτι της Θέκλας ήταν γειτονικό με το σπίτι του Ονησίφορου, όπου κήρυξε ο απόστολος Παύλος. Η Θέκλα άκουσε τυχαία, από ένα ανοιχτό παράθυρο, το κήρυγμα του αποστόλου. Για τρεις μέρες έμεινε ακίνητη και αμίλητη μπροστά στο παράθυρο εκείνο, σε βαθιά συλλογή. Στη συνέχεια ανακοίνωσε την απόφασή της να ματαιώσει το γάμο της και να αφιερωθεί στο Θεό για τον οποίο μιλούσε ο άγνωστος άνδρας στο γειτονικό σπίτι. Ο Θάμυρις εξοργίστηκε εναντίον του Παύλου, τον οποίο θεώρησε υπεύθυνο για αυτή τη μεταστροφή της Θέκλας και έπεισε τους κατοίκους του Ικονίου να φυλακίσουν τον απόστολο. Η Θέκλα τον επισκέφθηκε στη φυλακή, αλλά οι φρουροί του την ανακάλυψαν. Ο απόστολος εκδιώχθηκε και η Θέκλα, η οποία παρέμεινε σταθερή στην άρνησή της να νυμφευθεί τον Θάμυρι, καταδικάστηκε σε θάνατο στην πυρά. Την ώρα της εκτέλεσής της συντελέστηκε θαύμα: οι φλόγες τύλιξαν το κορμί της προστατεύοντάς το, αντί να το καίνε, και έσβησαν από μια ξαφνική νεροποντή, που έσωσε την αγία, αλλά προκάλεσε ζημιές στην πόλη. Ακολουθώντας τον Παύλο, η Θέκλα κατέφυγε στην Αντιόχεια.2 Στην πόλη αυτή απέκτησε μια θετή μητέρα, την Τρύφαινα, γόνο επίσης αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία είχε πρόσφατα χάσει την κόρη της, Φαλκονίλλα. Η Τρύφαινα δέχτηκε τη Θέκλα κοντά της και ασπάστηκε το κήρυγμά της για το χριστιανισμό. Ωστόσο, η Θέκλα είχε την ατυχία να την ερωτευθεί ο Αλέξανδρος, ένας τοπικός αξιωματούχος. Στην προσπάθειά της να του ξεφύγει συνελήφθη από Ρωμαίους στρατιώτες και οδηγήθηκε για δεύτερη φορά στο μαρτύριο, αυτή τη φορά στο αμφιθέατρο. Προτού αντιμετωπίσει τα θηρία προσευχήθηκε και αμέσως μια λέαινα, αντί να την κατασπαράξει, την προστάτευσε από τα άλλα άγρια ζώα. Στη συνέχεια έριξαν τη Θέκλα στη λίμνη με τις σαρκοβόρες φώκιες. Πέφτοντας στο νερό, βάπτισε μόνη της τον εαυτό της, και αυτό της έδωσε τη μυστική δύναμη να νικήσει το θάνατο και να ξεφύγει για δεύτερη φορά από το μαρτύριο.

Τελικό καταφύγιο βρήκε η Θέκλα στη Σελεύκεια του Καλύκαδνου (Σελεύκεια Τραχεία), όπου και μόνασε για αρκετά χρόνια μέσα σε ένα σπήλαιο, το οποίο βρισκόταν στην παλαιά νεκρόπολη της πόλης. Το σπήλαιο αυτό βρισκόταν ψηλότερα από τον τάφο του τοπικού ήρωα Σαρπηδόνιου, που λατρευόταν μαζί με τον Απόλλωνα, ιδιαίτερα εξαιτίας των ιαματικών του ιδιοτήτων, αλλά χαμηλότερα από το ιερό της Αθηνάς Κανήτιδος, προστάτιδας της πόλης. Η Θέκλα επιδόθηκε αμέσως στο χριστιανικό κήρυγμα, αλλά και στην ενασχόληση με τη φαρμακολογία, που της επέτρεπε, κάνοντας χρήση βοτάνων και φυτών, να γιατρεύει πολλούς ανθρώπους. Η φήμη της εξαπλώθηκε γρήγορα και άρχισε να συγκεντρώνει γύρω της πλήθη, που ήθελαν να την ακούσουν ή να γιατρευτούν.

3. Λατρεία

Όταν η αγία πέθανε, σύμφωνα με το θρύλο πέφτοντας μέσα στο σπήλαιο που έχαινε κοντά στη σκήτη της, οι κάτοικοι της Σελεύκειας έχτισαν προς τιμήν της εκκλησία. Αναφέρεται ότι σε περιπτώσεις λοιμών ολόκληρη η πόλη πραγματοποιούσε λιτανείες προς τον ιερό τόπο της αγίας. Τον 5ο αιώνα ο αυτοκράτορας Ζήνων, ίσως ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη βοήθεια που του παρέσχε η αγία στον πόλεμό του κατά του σφετεριστή Βασιλίσκου, μεγάλωσε και λάμπρυνε την εκκλησία αυτή, που σήμερα είναι γνωστή με το όνομα Meriamlık, δηλαδή εκκλησία της Μαρίας ή, συνεκδοχικά, της Παρθένου.

4. Η ακτινοβολία της αγίας και η σημασία της λατρείας της

Διαβάζοντας κανείς τα κείμενα για το βίο και τα θαύματα της αγίας, παρατηρεί την έμφαση που δίνεται στη γυναικεία παρουσία. Η Θέκλα, με την άρνησή της να παντρευτεί, επαναστατεί εναντίον της κατεστημένης τάξης, του ανδρικού φύλου, ακόμη και της ίδιας της μητέρας της. Περιφρονεί την ομορφιά της, αρνείται την κοινωνική της θέση, για να κερδίσει τα πνευματικά αγαθά για τα οποία μιλούσε ο απόστολος Παύλος στο κήρυγμά του. Με τη στάση της, προς την οποία αρχικά είναι δύσπιστος και αρνητικός και ο ίδιος ο απόστολος, διεκδικεί μια θέση στον παράδεισο για λογαριασμό του γυναικείου φύλου.

Η λατρεία της Θέκλας στη Σελεύκεια αντικατέστησε τη λατρεία της Αθηνάς Κανήτιδος και του Απόλλωνα Σαρπηδονίου. Καθώς ο χαρακτήρας της λατρείας, ίδιως του τελευταίου, ήταν θεραπευτικός-ιαματικός, η λατρεία της Θέκλας διατήρησε τα ίδια χαρακτηριστικά. Τα θαύματα που διενεργούσε η αγία όσο ζούσε προκάλεσαν ένα κύμα προσκυνητών, το οποίο συνεχίστηκε –και μάλιστα εντάθηκε– και μετά το θάνατό της. Το γυναικείο μοναστήρι που ιδρύθηκε στον τόπο όπου μόνασε η αγία αποτέλεσε πόλο έλξης, τόσο για τους κατοίκους της Σελεύκειας όσο και για πιστούς από όλη την αυτοκρατορία, ιδιαίτερα μετά από την οικοδόμηση του λαμπρού εκκλησιαστικού συγκροτήματος από το Ζήνωνα.

Πηγή: http://www2.egiklopedia.gr/imeportal/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=4477

-------------------------------------------------------------------------------------
-------------------------------------------------------------------------------------


ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣΟ άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (+1938), μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του ορθοδόξου μοναχισμού, έχοντας παραδώσει τον εαυτό του ολοκληρωτικά στον Θεό πολύ σύντομα αξιώθηκε να λάβει το δώρο της ακατάπαυστης ευχής από την Κυρία Θεοτόκο, αλλά και να δει τον ζώντα Χριστό μέσα στον ναό του προφήτη Ηλία. Η θεοφάνεια εκείνη ήταν ο σημαντικότερος σταθμός της ζωής του. Από τότε η οξεία πνευματική αίσθησή του έγινε ακόμα οξύτερη. Η συνάντηση του μακαριστού Γ. Σωφρονίου της Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας με τον άγιο υπήρξε καθοριστική για την ζωή του και τον πνευματικό του αγώνα. Μετά την πρώτη τους επικοινωνία τον επισκεπτόταν αρκετά συχνά και οι συζητήσεις τους ήταν παρατεταμένες. Έτσι έχουμε την τύχη να διασώσει τους αγώνες του και την θεολογία του, η οποία ωφέλησε χιλιάδες ψυχές.


Στην συνέντευξη που ακολουθεί ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος μας μιλάει για τον άγιο Γέροντά του.


Π: Πατέρ Σωφρόνιε, είστε το πνευματικό παιδί, ο προνομιούχος «μάρτυρας» του Γέροντος Σιλουανού. Ολόκληρη η ζωή σας, εδώ και 60 χρόνια, και αυτή της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού που ιδρύσατε στο Έσσεξ, ήταν μια συνέχεια της δικής του ζωής. Με τα βιβλία σας –και κατ’ αρχήν με την έκδοση των δικών του γραπτών– τον κάνατε γνωστό στον κόσμο. Σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο δημοσιοποίησε την πατριαρχική συνοδική απόφαση της συγκαταριθμήσεως με τους αγίους του Γέροντος Σιλουανού. Τι άλλαξε για σας;


Γέροντας Σωφρόνιος: Όπως γράφει ένας Έλληνας θεολόγος, είμαστε συνηθισμένοι να προσευχόμαστε στον Γέροντα Σιλουανό σαν σε άγιο, αλλά αυτή η επίσημη πράξη της Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μας δίνει τώρα την δυνατότητα να το κάνουμε, όχι μόνο με την καρδιά μας και μυστικά, αλλά ανοικτά, δημόσια.


Π: Και ο ναός της Μονής σας είναι αφιερωμένος στον άγιο Σιλουανό;


Γέροντας Σωφρόνιος: Ο πρώτος ναι! (γελάει χαρούμενος). Δεν έχει τελειώσει, αλλά το μεγαλύτερο μέρος έχει ήδη γίνει. Περιμένουμε να στείλει ο Πατριάρχης έναν Μητροπολίτη του Θρόνου για τα εγκαίνια, η ακόμη να έρθει και ο ίδιος ο Πατριάρχης αν θέλει, γιατί αγαπούν πολύ τον Σιλουανό. Σε τέτοιο βαθμό που στο πασχάλιο μήνυμά του ο Πατριάρχης ανέφερε τα λόγια του Γέροντος «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην, και μη απελπίζου!». Τώρα είναι πολύ γνωστός. Αλλά αν αυτός ο ίδιος δεν είχε απαντήσει σε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων που προσεύχονταν σ’ αυτόν, τότε αυτή η συγκαταρίθμηση με τους αγίους δεν θα μπορούσε να είχε γίνει. Συχνά φανερωνόταν ως μεσίτης και πάντα οι άνθρωποι έμεναν έκπληκτοι από την ταχύτητα που εκείνος απαντούσε στις προσευχές τους.


Π: Έχετε παραδείγματα;


Γέροντας Σωφρόνιος: Γνωρίζετε ότι έχουμε πολλά, αλλά με τέτοιο τρόπο που δεν ξέρω πως θα μπορούσαμε να τα καταγράψουμε τώρα. Πρέπει να ζητήσουμε στους ανθρώπους αυτούς να μας γράψουν, διότι αν το κάνουμε εμείς, μπορεί να γράψουμε ιστορίες...


Π: Εσείς όμως έχετε μαρτυρίες της μεσιτείας του αγίου Σιλουανού;


Γέροντας Σωφρόνιος: Εγώ είμαι ένα τίποτα! Ίσως με την έννοια ότι κάτι αδύνατο, όπως η δημιουργία ενός μοναστηριού, έγινε πραγματικότητα. Είναι δυνατόν σήμερα να ιδρύσεις μοναστήρι; Η γη δεν παράγει πια μοναχούς! Οι άνθρωποι δεν είναι τόσο θετικά προδιατεθειμένοι προς αυτόν τον τρόπο ζωής. Δεν ξέρω... Ο αγώνας είναι πολύ μεγάλος... Ήταν δύσκολα... δεν είχαμε σχεδόν τίποτα. Τρώγαμε πατάτες και τσουκνίδες. Και τώρα είμαστε εξαντλημένοι... Δεν είναι παράπονο αυτό, αλλά αυτό το μοναστήρι δεν μας δόθηκε δίχως πολλές δοκιμασίες. Και η βάση αυτού του μοναστηριού ήταν εκείνος, ο Σιλουανός.


Π: Και ο Θεός επέτρεψε να ζείτε μέχρι τώρα για να νιώσετε την χαρά για την αγιοκατάταξη του πνευματικού σας πατρός!


Γέροντας Σωφρόνιος: Σύμφωνα με τους γιατρούς δεν θα έπρεπε να ζω. Εδώ και καιρό το σώμα μου θα έπρεπε να είχε αποσυντεθεί μέσα στη γη... Ξέρετε, η πράξη της συγκαταριθμήσεως με τους αγίους υπογραμμίζει πολύ σημαντικά σημεία: μιλούν για την «αποστολική και προφητική διδασκαλία του»• και έδωσαν εντολή «εν Πνεύματι Αγίω» να του αποδώσουν αυτήν την ιερή τιμή –υπάρχει αυτή η έκφραση– «διακελευόμεθα εν Πνεύματι Αγίω»...


Π: ... να τιμούν την μνήμη του κάθε χρόνο;


Γέροντας Σωφρόνιος: Ναι, χρησιμοποιούν αυτήν την έκφραση στην επίσημη πράξη. Είναι μια πολύ σημαντική έκφραση. Ο πατήρ Μάξιμος Γκιμενέζ, από το Chevetogne, έγραψε στο «Ειρηνικόν» ότι ο λόγος που έδωσε ο Χριστός στον Σιλουανό ωφέλησε πολλούς άνθρώπους με έναν θετικό και σωτηριώδη τρόπο. Το σημειώνει αυτό στην κριτική του για το βιβλίο μου «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι». Σκανδαλιστήκατε η όχι;


Π: Από αυτόν τον τίτλο; Όχι δα!


Γέροντας Σωφρόνιος: Αυτός ο τίτλος δόθηκε από τον π. Συμεών, όχι από μένα. Αλλά το θέμα είναι ότι όλοι μας έχουμε αυτήν την επιθυμία, όπως ο Μωϋσής, να δούμε τον Θεόν καθώς εστί! Είναι απόλυτα φυσιολογικό και σ' αυτό το βιβλίο εκφράζω την άποψη ότι δεν μπορούμε να το κατορθώσουμε παρά μόνο ζώντας σύμφωνα με τις εντολές• γιατί οι εντολές του Χριστού δεν μπορούν να διαφέρουν από την ουσία του ίδιου του Θεού, καταλαβαίνετε; Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο ε του κατά Ματθαίον, γράφει ο ευαγγελιστής: «Ηκούσατε ότι ερρέθη... εγώ δε λέγω υμίν... εγώ δε λέγω υμίν...» «Ηκούσατε ... αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. εγώ δε λέγω υμίν• αγαπάτε τους εχθρούς υμών και προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων υμάς». Και παρακάτω «ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, κ.λπ...» «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν».[1]


Π: Πως είναι δυνατό;

Γέροντας Σωφρόνιος: Αν δεν ήταν δυνατό δεν θα παρουσιαζόταν μέσα στην Αγία Γραφή. Αλλά σ’ αυτό το σημείο καλό είναι να κατανοήσουμε θεολογικά ποιά είναι η διαφορά μεταξύ των θεωμένων ανθρώπων και του ίδιου του Θεού. Είναι σημαντικό! Μέσω της θεώσεως, ο άνθρωπος, το ανθρώπινο πρόσωπο, η ανθρώπινη υπόσταση προσλαμβάνει το περιεχόμενο της ζωής του Θεού, αλλά δια της χάριτος όχι εκ δημιουργίας. Τι σημαίνει δημιουργία; Λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως «Ποιητήν Ουρανού και γης» κ.λπ.... αλλά παρ’ όλα αυτά παραμένουμε δημιουργήματα. Δεν μπορούμε να είμαστε Θεός γιατί δεν είμαστε «δημιουργοί»...


Π: Αλλά θεοί κατά χάριν!


Γέροντας Σωφρόνιος: Κατά χάριν! Δηλαδή ότι η θεία ζωή κοινωνείται και μας μεταδίδεται μέσω της χάριτος, αλλά παραμένουμε κτιστά όντα... δεν γινόμαστε δημιουργοί αυτού του κόσμου. Μετέχουμε της θείας ζωής κατά χάριν και μάλιστα μέχρι ομοιότητος, αλλά όχι εκ δημιουργίας... Ο άγιος Σιλουανός μας άφησε ένα πολύ πλούσιο θεολογικό υλικό. Υπάρχουν θέματα στην θεολογία του Σιλουανού που κανείς δεν είχε διατυπώσει στο παρελθόν με τον ίδιο τρόπο.


Π: Για παράδειγμα;


Γέροντας Σωφρόνιος: Λέει ότι υπάρχουν δύο μορφές ταπείνωσης: η μία είναι η ασκητική ταπείνωση, μέσω της μετανοίας, «είμαι χειρότερος από όλους» και η άλλη η θεία Ταπείνωση του Χριστού. Δηλαδή ότι είναι ίδιον του Θεού εκ της φύσεώς Του που είναι απερίγραπτος. Ποτέ δεν συνάντησα σε άλλους αυτή την διαφοροποίηση μεταξύ της ασκητικής ταπεινώσεως και της ταπεινώσεως που προσιδιάζει στον Θεό ως χαρακτηριστικό του. Ένα άλλο σημείο: Κανείς δεν μπορεί να αγαπά ολόκληρη την κτίση, κ.λπ. και να προσεύχεται για ολόκληρη την κτίση αν αυτό δεν γίνεται εν Αγίω Πνεύματι. Και η προσευχή για τους εχθρούς είναι χαρακτηριστικό αυτών που είναι φορείς του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν τον λόγο λέει ότι αυτός που δεν αγαπά τους εχθρούς δεν έχει γνωρίσει ακόμη τον Θεό όπως πρέπει να τον γνωρίσουμε. Προσέξτε αυτό το σημείο. Γιατί το εκφράζει έτσι; Δεν υπάρχει τίποτε παρόμοιο σε κανένα πατερικό κείμενο...


Π: Είναι σίγουρο ότι ο άγιος Σιλουανός είναι ένας άγιος που συγκαταχωρείται στην χορεία, στην παράδοση των μεγάλων πνευματικών Ορθοδόξων Πατέρων, αλλά έζησε και εξέφρασε αυτό που ζούσε με ένα τρόπο εντελώς πρωτότυπο. Επί πλέον γράφει για πράγματα εξαιρετικά βαθιά με λέξεις πολύ απλές. Αυτό που λέτε σχετικά με το θέμα αυτό είναι πολύ σημαντικό και πολύ διαφωτιστικό.


Γέροντας Σωφρόνιος: Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι μιλάει γι’ αυτό με έναν εντελώς φυσικό τρόπο. Από που προέρχεται αυτό; Από την εμφάνιση του Χριστού στην αρχή της ζωής του!... στην αρχή της μοναστικής ζωής του, όταν μετά την δοκιμασία, έβλεπε την αιώνια απώλειά του, για μια ώρα... πηγαίνει στον ναό και προφέρει αυτά τα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»! Και ο Χριστός του εμφανίστηκε σαν να ήταν Ζων. Ε λοιπόν! Ποτέ δεν αμφισβήτησα στο μυαλό μου την αλήθεια της εμφάνισης του Χριστού στον Σιλουανό. Γιατί; Διότι ήταν απλός –ένας στρατιώτης–έτσι δεν είναι; Αμέσως μόλις τελείωσε την στρατιωτική του θητεία, πήγε στον Άγιον Όρος, και βλέπει αυτό! Αλλά που είναι η απόδειξη ότι αυτό είναι αλήθεια; Στο ότι άρχισε να προσεύχεται για τον κόσμο με όλο του το είναι!... Αν αυτός ο άνθρωπος ο τόσο απλός άρχισε να προσεύχεται με αυτό τον τρόπο, τι σημαίνει αυτό; Ποιά είναι η μαρτυρία ότι προσευχόταν αληθινά; Με κλαυθμούς, με όλο του το είναι, προσευχόταν για την σωτηρία του κόσμου...


Π: Αυτή η αγάπη, αυτή η συμπόνια για τον κόσμο μπορεί να είναι η πιστοποίηση της εμφάνισης του Ζώντος Χριστού;


Γέροντας Σωφρόνιος: Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός του εμφανίσθηκε πραγματικά και ότι τον γνώρισε δια του Αγίου Πνεύματος, όπως περιγράφει και ο ίδιος ότι το Πνεύμα ήταν μέσα σ’ όλο το σώμα του: μέσα στο πνεύμα του, μέσα στον νου του, την διάνοια, ...στην καρδιά και στο σώμα... Γιατί μετά προσεύχεται έτσι: «Κύριε, ας σε γνωρίσει όλος ο κόσμος δια του Αγίου Πνεύματος»; Από που προέρχεται αυτή η προσευχή; Ήταν το αποτέλεσμα, ο καρπός, αυτής της εμφάνισης... Μια στιγμή τόσο δυνατή που, όπως γράφει, αν αυτή παρατεινόταν δεν θα μπορούσε να παραμείνει εν ζωή. Αλλά το πυρ του Αγίου Πνεύματος τον γέμιζε ολοκληρωτικά. Έτσι οι ιδέες του για την ταπείνωση του Χριστού, η προσευχή του για όλον τον κόσμο, ήταν συνέπεια της αυθεντικής εμφάνισης του Χριστού μπροστά του. Μπορούμε να κρίνουμε από το αποτέλεσμα. Θελω να πω επίσης ότι είναι μια εξαιρετική περίπτωση το ότι έχει μιλήσει γι’ αυτά τα πράγματα όπως ένας αποστολικός θεολόγος• όπως μιλούσε ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Η θεολογία ήταν η κατάσταση του είναι του. Όχι από ακαδημαϊκή γνώση. Πάντως, αν αρχίσετε να διαβάζετε προσεκτικά τον «Γέροντα Σιλουανό», θα δείτε ότι είναι ένα θεολογικό βιβλίο με πολύ απλές εκφράσεις. Δεν είχα ποτέ καμμία αμφιβολία ότι είδε τον Χριστό εν Πνεύματι Αγίω, εν τη θεότητί Του, γιατί λέει ότι όταν εμφανίζεται ένα τέτοιο φως δεν μπορούμε να μην Τον αναγνωρίσουμε ως Θεό... Όπως ο απόστολος Παύλος στην οδό προς την Δαμασκό. Σας τα λέω αυτά για να επιστήσω την προσοχή σας πάνω σε μερικά σημεία πραγματικά ουσιαστικά, μιας πολύ βαθιάς σημασίας και μιας θεολογίας αληθινά ευαγγελικής• όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, γράφει με πολύ απλά λόγια. Είναι αυτό που ονομάζω: η θεολογία ως προσευχή, η ως περιεχόμενο της προσευχής και ως κατάσταση των καρδιών μας. Το πλέον εμφανές παράδειγμα αυτής της θεολογίας είναι οι επιστολές του Ιωάννου του Θεολόγου... Η θεολογία ως προσευχή είναι η Αναφορά της Λειτουργίας, ιδίως του Μεγάλου Βασιλείου• μια πολύ σύντομη αναφορά μιας σφαιρικής θεώρησης• και δεν είναι παρά θεολογία, αλλά την παρουσιάζουμε ως μια προσευχή• η προσευχή λαμβάνει αυτήν την μορφή, η θεολογία λαμβάνει αυτή την μορφή.


Π: Μέχρι τέλους, η απλότητα και η ταπείνωση του Σιλουανού απέκρυψαν την αγιότητά του από τα μάτια των περισσοτέρων. Αλλά μερικοί, όπως εσείς το κάνατε για μερικά χρόνια, είχαν επαφές μαζί του, πήγαιναν και τον επισκέπτονταν. Είχε κάποια φήμη από τον καιρό που ζούσε;


Γέροντας Σωφρόνιος: Όχι πολύ μεγάλη. Υπήρχαν πολλοί μοναχοί ανάμεσα στους Σέρβους στο Χιλανδάρι και άλλοι, θεολόγοι, ακόμη και επίσκοποι που τους άρεσε να μιλούν με αυτόν. Διατηρούσε αλληλογραφία, είχε αρκετά γράμματα. Περιγράφω μία-δύο περιπτώσεις στο βιβλίο μου. Και επίσης για την διορατικότητά του για την οποία μιλούν στην πράξη της συγκαταριθμήσεώς του με τους αγίους. Παραθέτω ακόμη και αυτό που ο επίσκοπος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς) ο Σέρβος έγραψε γι’ αυτόν στην νεκρολογία του.


Π: Αυτός ο επίσκοπος Νικόλαος ήταν υποκινητής μιας μεγάλης κίνησης για την πνευματική αφύπνιση της Σερβικής Εκκλησίας, η οποία μέσω του π. Ιουστίνου, συνεχίζεται ακόμη μέχρι σήμερα από ανθρώπους, όπως τον Επίσκοπο Αμφιλόχιο η τον πατέρα Αθανάσιο... Λοιπόν, ο άγιος Σιλουανός είχε τακτικές επαφές με τον Επίσκοπο Νικόλαο;


π. Σωφρόνιος: Δεν ξέρω τι ακριβώς υπήρχε μεταξύ τους. Αλλά του άρεσε του Επισκόπου να έρχεται αρκετά συχνά στο Άγιον Όρος και κάθε φορά πήγαινε να επισκεφθεί τον Γέροντα Σιλουανό. Ξέρετε, ο επίσκοπος Νικόλαος είναι αυτός που με χειροτόνησε διάκονο το 1930, στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, και ο Γέροντας Σιλουανός ήταν παρών... Όταν ήρθα στην Αγγλία, στο Λονδίνο, για πρώτη φορά το 1952, ο επίσκοπος Νικόλαος ήταν εκεί. Πήγα να πάρω την ευλογία του. Του είπα ότι ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Πόποβιτς είχε γράψει σχετικά με το βιβλίο για τον Γέροντα Σιλουανό και τον συνέκρινε με τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Και η αντίδραση του επισκόπου Νικολάου ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Καθόταν σε μια πολυθρόνα, και καθώς του έλεγα ότι ο π. Ιουστίνος είχε κάνει αυτήν την σύγκριση, χτύπησε την γροθιά του στο γραφείο λέγοντας: «Όχι!...Όχι, όχι! Ο Σιλουανός είναι πιο μεγάλος από όλους στην αγάπη του! Όταν διαβάζετε τους άλλους, σας κυκλώνει μια απελπισία, και αυτό ποτέ δεν συμβαίνει με αυτά που έχει γράψει ο Σιλουανός». Και εγώ παρέμενα σιωπηλός, ακούγοντάς τον... Σήμερα ο Σιλουανός είναι πολύ γνωστός... και δεν έχω πια ανάγκη συστάσεων... Ο Φλωρόφσκυ είχε γράψει τον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου στα αγγλικά. Υπογράμμιζε ότι ο Σιλουανός λέει γνωστά πράγματα αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο... Μου λένε: μιλήστε λοιπόν με μια καινούργια γλώσσα στον σύγχρονο κόσμο. Λοιπόν είναι μια καινούργια γλώσσα! Πολλοί άνθρωποι έχουν εκφράσει την χαρά τους και ακόμη ο αρχιεπίσκοπος του Canterbury έγραψε ότι αυτή η πράξη συγκαταριθμήσεως με τους αγίους του Γέροντος Σιλουανού είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός όχι μόνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, όχι μόνο για το Μοναστήρι μας, αλλά γενικά για όλο τον χριστιανικό κόσμο.


Π: Είναι αλήθεια, ότι χάρη στα βιβλία σας, αλλά αναμφίβολα και γιατί αυτό είναι το σχέδιο του Θεού, η ευλάβεια προς τον άγιο Σιλουανό έχει ήδη ξεπεράσει τα «όρια» της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η επιρροή του είναι πολύ μεγάλη. Συγκινεί πολλές καρδιές.


π. Σωφρόνιος: Να ένα παράδειγμα. Υπήρχε τον περασμένο αιώνα ένας διάσημος ζωγράφος στην Ρωσία, δημιουργός των τοιχογραφιών του καθεδρικού ναού του αγίου Βλαδίμηρου στο Κίεβο... Ο γιος του, ένας επιστήμονας μαθηματικός, είχε μεταναστεύσει στην Τσεχοσλοβακία. Όταν έγινε ιερέας μου έγραψε να του στείλω, αν είναι δυνατόν, βιβλία. Αλλά είναι πολύ δύσκολο, εκτός αν μπορεί να τα πάει κάποιος. Έτσι βρέθηκαν δύο η τρία αντίτυπα του βιβλίου μου για τον Γέροντα Σιλουανό στην Τσεχοσλοβακία. Και αυτός ο ιερέας μου γράφει: «Πάτερ Σωφρόνιε, πρέπει να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Για πέντε χρόνια διάβαζα την Φιλοκαλία με πολλή προσοχή και δεν μπορούσα να κατανοήσω πως αυτά εφαρμόζονται στην ζωή, αλλά το βιβλίο σας με έκανε να το καταλάβω με έναν ξεχωριστό τρόπο. Σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει μόνο Φιλοκαλία, και είναι πραγματικά η ζωή».


Π: Και στην Ρωσία, ο άγιος Σιλουανός είναι γνωστός; Πως τον έχουν δεχθεί;


π. Σωφρόνιος: Ποτέ δεν εκφράσθηκε κάποια αμφιβολία ως προς αυτόν. Η ευλάβεια προς τον Γέροντα Σιλουανό ήταν πολύ μεγάλη, σταθερή. Για χρόνια το βιβλίο μου το έδιναν ως βραβείο στους φοιτητές της Θεολογικής Ακαδημίας –δεν είχαμε πολλά βιβλία. Όταν πήγα στην Ρωσία για πρώτη φορά, το 1957, αναζητώντας τους συγγενείς μου, τους αδελφούς και τις αδελφές μου, βρήκα στην αδελφή μου ένα αντίγραφο του βιβλίου γραμμένο στην γραφομηχανή! Και στην Θεολογική Ακαδημία, στο Λένινγκραντ, ένας από τους φοιτητές με πλησίασε και μου είπε: «Πάτερ Σωφρόνιε, έχω το πρωτότυπο του βιβλίου σας!» Τι ήθελε να πει μ’ αυτό; Μετά κατάλαβα ότι μιλούσε για το βιβλίο που είχε εκδοθεί στο Παρίσι και όχι για το αντίτυπο το γραμμένο στην γραφομηχανή σαν αυτό της αδελφής μου. Μου είπαν ότι είχαν γράψει εκατοντάδες αντίτυπα στην γραφομηχανή. Το όνομα του Γέροντος ήταν ευρέως γνωστό στην Ρωσία το 1957. Γνωστός και αναγνωρισμένος ως Άγιος. Η αίσθηση ήταν πολύ βαθιά παντού... Όπως στο Άγιον Όρος που είχαν υποδεχθεί το βιβλίο με πολλή εμπιστοσύνη... Αργότερα, το 1980, μίλησα στο τμήμα των εξωτερικών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, με τον Μητροπολίτη Φιλάρετο του Μίνσκ και τον Αρχιεπίσκοπο Πιτιρίμ (υπεύθυνο των εκδόσεων, του Περιοδικού). Είχαν προωθήσει την ιδέα της συγκαταριθμήσεως με τους αγίους του Γέροντος Σιλουανού. Απάντησα ότι ήταν πολύ σημαντικό για μας, αλλά ότι δεν θέλαμε να αναμειχθούμε, και ότι η θέση μας δεν μας επέτρεπε να ασκήσουμε επιρροή. Κατά το τέλος της δεκαετίας του ’70 –το 1977 η το 1979– ο Μητροπολίτης του Κάρκωβ, κ. Νικόδημος, είχε εκδώσει μία πλήρη ακολουθία για τον άγιο Σιλουανό καθώς και έναν Ακάθιστο Ύμνο• έκτοτε έγινε Μητροπολίτης του Λβοβ και με αυτόν τον τίτλο υποδέχθηκε τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Λβοβ την περασμένη χρονιά, του προσέφερε μια εικόνα του Γέροντος και πρότεινε να προβούν μαζί σε μια κοινή πράξη για την συγκαταρίθμηση με τους αγίους του Γέροντος. Αλλά ο π. Σιλουανός, όντας μοναχός του Αγίου Όρους, ήταν υπό την δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως, και άρα μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ιερά Σύνοδος της Μεγάλης Εκκλησίας θα είχαν το δικαίωμα να προβούν σε αυτή την επίσημη πράξη.


Π: Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για τις σχέσεις σας με τον άγιο Σιλουανό; Πότε και πως άρχισαν;


π. Σωφρόνιος: Είχα συστηματικές επαφές μαζί του για περίπου οκτώ χρόνια, μέχρι τον θάνατό του, το 1938. Πριν, έτρεφα πάντοτε σεβασμό γι’ αυτόν, αλλά δεν τον πλησίαζα• η πρώτη αληθινή συνάντηση έγινε το Πάσχα του 1931. Την δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα δεχθεί στο μικρό μου κελλί στην Μονή τον μοναχό Βλαδίμηρο, έναν μορφωμένο άνθρωπο, μηχανολόγο, που ζούσε στην έρημο. Η συζήτησή μας ήταν εντελώς εύθυμη και να τι μου είπε: «Πάτερ Σωφρόνιε, πείτε μου πως μπορεί κάποιος να σωθεί»; Εκείνη την στιγμή είχα φέρει το ζεστό νερό μέσα στο κελλί μου και του πρόσφερνα τσάϊ σαν να περιποιόμουν έναν πρέσβυ, και του είπα: «Κρατηθείτε στο χείλος της απελπισίας και όταν αυτό σας ξεπερνάει, όταν δεν υπάρχουν πλέον δυνάμεις, αποτραβηχθείτε και πιείτε ένα φλυτζάνι τσάι». Το είχα πει αυτό χωρίς να το καταλάβω πραγματικά. Αλλά αυτός φεύγοντας από μένα πήγε να επισκεφθεί τον Γέροντα Σιλουανό. Δεν ξέρω τι είπαν. Την άλλη μέρα, την Τρίτη του Πάσχα, συνέβη ένα περιστατικό που ήταν η αρχή της σχέσης μου με τον Γέροντα. Κατέβαινα από το μεγάλο κτίριο προς την αυλή της Μονής όταν ο Γέροντας έμπαινε από την πόρτα. Πάντοτε είχα ένα αίσθημα ευλαβείας γι’ αυτόν, και από βαθύ σεβασμό προς αυτόν, του έκανα χώρο να περάσει, αλλά εκείνος ήρθε απ’ ευθείας να με συναντήσει και μου λέει:


«Μήπως ο π. Βλαδίμηρος ήρθε σε σας χθες»;
«Μήπως έσφαλλα σε κάτι»;
«Όχι, αλλά δεν είναι αυτό το επίπεδό του. Ελάτε θα μιλήσουμε γι’ αυτό».


Γιατί είπα αυτό στον π. Βλαδίμηρο; Ζούσα στην Μονή, βυθισμένος στην απόγνωση για τον κόσμο, μετά τον πόλεμο... Είχα φύγει από την Γαλλία (το 1925) με το αίσθημα ότι όλη η Γαλλία ήταν βουτηγμένη σε μια βαθιά απελπισία. Τι ήταν αυτή η βαθιά απελπισία; Οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να πιστέψουν στην Ανάσταση. Επομένως αμφιβάλλουν για τους ίδιους τους εαυτούς τους, για την επιβίωσή τους, γι’ αυτόν τον ανώφελο αγώνα. Και εμένα με βασάνιζε αυτό. Είχα παρατήσει την τέχνη για να γίνω μοναχός στο Άγιον Όρος, αλλά βίωνα αυτήν την μορφή απογνώσεως. Είχα πει αυτόν τον λόγο στον π. Βλαδίμηρο, διότι μόλις αυτή η απελπισία υποχωρούσε μέσα μου, η προσευχή μου έχανε την έντασή της. Μόλις γαλήνευα, δεν βίωνα πλέον αυτή την γαλήνη σαν μία ευτυχισμένη ζωή, αλλά σαν τον θάνατο. Μόλις αυτή η απελπισία ατονούσε μέσα μου έχανα την αίσθηση της υπάρξεως του αιωνίου Είναι. Δεν μπορούσα να βγω από αυτό το παράδοξο. Γι’ αυτόν τον λόγο είχα πει στον π. Βλαδίμηρο: «Κρατηθείτε στο χείλος της απελπισίας». Ήταν ο τρόπος μου να το εκφράσω, αλλά δεν καταλάβαινα το νόημα. Και ο Γέροντας μου το εξήγησε με την ελπίδα ότι κάτι θα καταλάβαινα. Βρήκε μια κάποια αναλογία -όχι ομοιότητα, αλλά αναλογία – με το «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου». Μετά από αυτό τον επισκεπτόμουν αρκετά συχνά και, ανάλογα με το πόσο μας επέτρεπαν τα διακονήματά μας, οι συζητήσεις μας μερικές φορές ήταν παρατεταμένες. Καθώς δεν ήμουν συγγραφέας και για να μην γράφω ιστορίες, δεν κατέγραψα παρά μόνο όσα θυμάμαι με βεβαιότητα.


Π: Μπορεί αυτός ο λόγος «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου» να εφαρμοσθεί απ’ όλον τον κόσμο;


π. Σωφρόνιος: Αυτοί που δεν έχουν εμπειρία ασκητικής ζωής πολύ μακράς! πολύ μακράς! που δεν έχουν ζήσει βαθιά μέσα στον άδη πολλές φορές, δεν μπορούν να βάλουν σε πρακτική αυτήν την φόρμουλα «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην», γιατί δεν το έχουν βιώσει αυτό! Ο άδης του Σιλουανού ήταν απείρως πιο βαθύς από αυτόν που μπορούμε κάπως να φαντασθούμε στην δική μας εποχή! Όταν έγραψε ότι «η αιώνια απώλειά του ήταν μία πραγματικότητα», είχε ζήσει μία ώρα της ζωής του στα εσώτερα του άδη. Και μετά ανταμείφθηκε με την εμπειρία της οράσεως του Χριστού. Τότε άρχισε να προσεύχεται για όλον τον κόσμο όπως για τον ίδιο του τον εαυτό... Αλλά δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε έτσι το παράδειγμά του, να το μιμηθεί ο κάθενας από μας, εκτός ασκήσεως... Ο ασκητικός κόσμος δεν γνωρίζει ανώτερη αρχή από αυτήν που δόθηκε στον Σιλουανό από τον Χριστό. Φτάνοντας σ’ αυτό το σημείο αγγίζουμε στα δύο άκρα: την Βασιλεία και τον άδη. Αλλά ο άδης παύει να έχει κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο, να έχει εξουσία πάνω του. Ο Θεός είναι πανταχού παρών, χωρίς να διαιρείται. Εντούτοις αυτό δεν είναι εφικτό από τους ανθρώπους που δεν έχουν εμπειρία των βασάνων του άδου. Μπορούν να φθάσουν σε μια ανάλογη κατάσταση, αλλά όχι σε εντελώς όμοια.


Τι σημαίνει αυτός ο λόγος: «Το να προσεύχεσαι για όλον το κόσμο είναι να χύνεις το αίμα σου»;


π. Σωφρόνιος: Είναι η καρδιά που υποφέρει, δεν είναι στα λόγια. Το μυστικό είναι εκεί: Όπου είναι η καρδιά, εκεί είναι η χαρά και το φως• έπειτα, ο νους ενώνεται με την καρδιά, αλλά η καρδιά είναι γεμάτη από πόνο, σαν να βγαίνει το αίμα από την καρδιά. Να αυτό που έχω καταλάβει: όταν προσευχόμαστε με αυτόν τον τρόπο για ολόκληρη την ανθρωπότητα, αυτό είναι σημείο ότι έχει δοθεί σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο, σε μια υπόσταση, η χάρις να βιώσει το εξής: Μπορεί να φέρει εντός του και τον Θεό και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και ο Θεός και ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι το περιεχόμενο της ζωής αυτού του προσώπου. Το να ζεις χριστιανικά είναι να πλατύνεις το περιεχόμενο της ζωής σου με έναν τρόπο πρωτοφανή!


Η συναναστροφή για χρόνια με έναν άνθρωπο όπως τον άγιο Σιλουανό που έφερε μέσα του, όπως εσείς το λέτε, «και τον Θεό και την ανθρωπότητα», πρέπει να ανοίγει ασυνήθιστες προοπτικές. Και ορισμένες από τις συναντήσεις μαζί του θα πρέπει να ήταν πολύ διαφωτιστικές.


π. Σωφρόνιος: Υπήρχαν ερωτήματα που με βύθιζαν μέσα σε απορίες και του τις έθεσα και με βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλον να τα απαντήσω. Τρεις φορές την ημέρα ζητάμε στην προσευχή της Εκκλησίας, να αξιώσει ο Θεός «εν τη ημέρα ταύτη -η εν τη νυκτί ταύτη- αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Λοιπόν, τον ρώτησα:


«Πως, ζώντας σ’ αυτόν τον κόσμο, που είναι υπερβολικά δυναμικός και βυθισμένος στην απελπισία μπορούμε να ζούμε δίχως να αμαρτάνουμε; Πως μπορούμε να αποφύγουμε την αμαρτία»; Είχα ακόμη κι άλλες ερωτήσεις, όπως οι εξής:
«Πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το πνεύμα που ενεργεί μέσα μας είναι το Άγιον Πνεύμα που εκπορεύεται εκ του Πατρός»;
«Εφόσον ο άνθρωπος εκλήθη να δημιουργεί, ποιά είναι η ανώτερη μορφή του έργου της δημιουργίας»;
«Ποιά κατάσταση του πνεύματός μας δείχνει ότι είμαστε αληθινά η εικόνα του Ζώντος Θεού»;


Πως απάντησε σε αυτές τις ερωτήσεις;
Δεν τα συγκράτησα όλα, ούτε έκανα πράξη όλα όσα έμαθα από τον Γέροντα και γι’ αυτό δεν έχω το δικαίωμα να πραγματεύομαι αυτά τα θέματα• αλλά με την βοήθεια της προσευχής του θα σας πω λίγα αυτά που με δίδαξε.
Ως προς το πρώτο σημείο «πως να αποφύγουμε την αμαρτία» ο Χριστός αποκάλυψε αυτό το μυστήριο στην αγία ζωή του Γεροντος Σιλουανού με την επιταγή Του: «Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου». Μόλις άκουσα από το στόμα του Γέροντος ότι ο ίδιος ο Χριστός του υπέδειξε πως μπορεί να νικηθεί η αμαρτία, η εκτίμησή μου για αυτόν και η απόλυτη πίστη μου στην αγιότητά του με έπεισαν ότι αυτή η έκφραση είχε πραγματικά προέλθει από τον ίδιο τον Χριστό. Και προσπάθησα να εφαρμόσω αυτήν την αρχή στην δική μου την ζωή.


Το πνεύμα συνέχεται από φόβο όταν θεωρεί την αγιότητα του Θεού και συνειδοτοποιεί την ίδια στιγμή την δική του πλήρη αναξιότητα να ενωθεί κάποτε με έναν τέτοιο Θεό. Η γνώση ότι είμαστε υπό την δουλεία των αμαρτιών μας, μας απελπίζει. Τότε η προσευχή μας γεμίζει από δάκρυα. Όταν καταδικάζουμε έτσι τον εαυτό μας στον άδη, απογυμνωνόμαστε από κάθε τι γήινο και πρόσκαιρο, αφού μόνον η αιωνιότητα εκτείνεται μπροστά μας. Η αμαρτία έχει φυλακισθεί, έχει αναχαιτισθεί. Δεν υπάρχει πια υπερηφανία, ούτε μίσος, ούτε φόβος• ούτε αναζήτηση δόξας, πλούτου η εξουσίας. Μόνον ο κίνδυνος να πέσουμε στην αιώνια απόγνωση. Αλλά, φθάνοντας σ’ αυτό το σημείο σταματούμε: «και μη απελπίζου». Τότε, αν συνεχίσουμε, συναισθανόμενοι την αναξιότητά μας, όντας σε μια κατάσταση του πνεύματός μας που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, επιτρέπουμε στο Πνεύμα της Αληθείας που εκπορεύεται εκ του Πατρός να δημιουργήσει μια σχέση με τις καρδιές μας.


Στη συνέχεια, διαβάζοντας το Ευαγγέλιο με πολλή προσοχή, παρατηρούσα κάποια ομοιότητα μεταξύ της εντολής του Κυρίου προς τον άγιο Σιλουανό και της συμπεριφοράς που Εκείνος υιοθέτησε πάνω στη γη. Ο Χριστός ποτέ δεν αμάρτησε: «ο άρχων του κόσμου τούτου... εν εμοί ουκ έχει ουδέν» αν και δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ Εκείνου και ημών, όμως δίχως αμφιβολία υπάρχει μια αναλογία. Ολόκληρη η ζωή του Χριστού, ως αληθινού Υιού του Ανθρώπου, που είναι καθ’ όλα όμοιος με μας, ακόμα και στο ότι μπορούσε να τον πειράξει ο σατανάς, μας δείχνει πως είναι δυνατόν να υπερνικήσουμε κάθε αμαρτία, («εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι»). Ακολουθώντας την διδασκαλία του και το παράδειγμά του αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε λυτρωμένοι από την ενέργεια των αμαρτωλών παθών μέσα μας - η υπερηφάνια και η απόγνωση εγκαταλείπουν τις καρδιές μας. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τα γραπτά του Γέροντος, ότι όταν έκανε αυτό που τον είχε συμβουλέψει ο Χριστός, το πνεύμα του εισερχόταν μέσα στην σφαίρα της καθαράς προσευχής και το Πνεύμα του Θεού μαρτυρούσε στην καρδιά του την σωτηρία του και του χάριζε την εμπειρία μιας μορφής αναστάσεως.


«Κράτει τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου». Αυτή είναι η κύρια οδός που οδηγεί στον κόσμο της θείας αγιότητος.


Ας έλθουμε τώρα στο δεύτερο ερώτημά μου –πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το πνεύμα που είναι μέσα μας είναι στ’ αλήθεια το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, και όχι κάτι άλλο; Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μας προτρέπει να προσέχουμε: «μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστιν».

Το Άγιο Πνεύμα είναι το Φως της αιωνίου ζωής• η πνοή του Αγίου Πνεύματος μέσα μας είναι η δύναμη της θείας αγάπης που εμπνέει στην ψυχή μια βαθιά συμπόνια για όλους, συμπεριλαμβανομένων και των εχθρών. Και η ψυχή αισθάνεται αυτή την αρχοντική αγάπη γεμάτη συμπόνια για τους εχθρούς δια μέσου της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος ως μια κατάσταση εντελώς φυσική, μέσα στην οποία σβήνει κάθε εσωτερική πάλη και όπου βασιλεύει η θεία αρμονία. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας για τον κάθε ένα από μας. Σύμφωνα με την διδασκαλία του αγίου Σιλουανού, του δόθηκε από το Άγιο Πνεύμα να γνωρίσει την θεότητα του Χριστού• γνώρισε τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι. Το ομοούσιον του Υιού και του Αγίου Πνεύματος γίνεται περισσότερο αντιληπτό από το γεγονός ότι όταν το Πνεύμα, που εκπορεύεται εκ του Πατρός, επισκεφθεί αληθινά την ψυχή, η ψυχή βιώνει το σύνολο του περιεχομένου των εντολών του Χριστού. Γι’ αυτό τον λόγο, αν το πνεύμα που είναι μέσα μας είναι σε πλήρη συμφωνία με τις εντολές του Ευαγγελίου, τότε είναι πραγματικά το Άγιο Πνεύμα. Έτσι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα αμοιβαίως μαρτυρούν ο ένας για τον άλλο.


Όσο ο άνθρωπος διαμένει υποδουλωμένος στον θάνατο, μένει ανίκανος να αγαπήσει αυτούς που βάζουν σε κίνδυνο την ζωή του η την ευημερία του. Συνεπώς, η αγάπη για τους εχθρούς, η αγάπη που μας διδάσκει ο Χριστός, η αγάπη για την οποία μιλάει ο Γέροντας Σιλουανός, είναι ένα πέρασμα από τον θάνατο στην αιώνια ζωή, μέσω του οποίου η ψυχή εξασφαλίζει την τελική νίκη της αγάπης του Χριστού.
Ποικίλει η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Η δημιουργική ικανότητα του ανθρώπου είναι μια διάσταση που εκδηλώνεται μέσα σε διάφορους χώρους και κλάδους της κουλτούρας, του πολιτισμού, της τέχνης, των επιστημών, κ.ο.κ. Αυτή η δημιουργική ικανότητα δεν περιορίζεται εδώ, αλλά συνεχίζει για να υπερβεί το ορατό και το πρόσκαιρο στις προσπάθειές της να φθάσει στην αρχή του παντός –στον Θεό δημιουργό.


Ο Θεός, που δημιούργησε τον άνθρωπο στην αρχή δίχως την συνεργασία του ανθρώπου, έκτοτε δεν έκανε τίποτα για τον άνθρωπο δίχως να ζητάει την συνεργασία του. Ο φυσικός κόσμος είναι έτσι φτιαγμένος ώστε ο άνθρωπος συνεχώς αντιμετωπίζει προβλήματα για τα οποία πρέπει να βρει μια λύση. Αλλά ο άνθρωπος, μέσα στην προοπτική του να συνεργάζεται πραγματικά με τον Θεό για την δημιουργία του κόσμου, πρέπει πάντοτε να ποθεί στον υπέρτατο βαθμό την γνώση του ίδιου του Θεού. Η συνεχής πρόοδος προς όλο και ανώτερη γνώση του Θεού είναι μια πράξη θελκτική αλλά και ιδιαίτερη. Οι συζητήσεις μου με τον Γέροντα Σιλουανό ήταν ασφαλώς συγκεντρωμένες πάνω στην προσευχή και την ζωή σύμφωνα με το θέλημα του Θεού• αλλά η σταδιοδρομία μου στο παρελθόν με προδιέθετε φυσικά να σκεφθώ γενικά πάνω στο έργο δημιουργίας και τη σημασία του. Στα νιάτα μου, μέσω ενός Ρώσου ζωγράφου που αργότερα έγινε διάσημος, με είχε προσελκύσει η ιδέα της γνήσιας δημιουργικότητας, ξεκινώντας με την μορφή της αφηρημένης τέχνης. Αυτό με απορρόφησε για δύο η τρία χρόνια και με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε στον νου μου. Όπως ο κάθε καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται την αντικειμενική πραγματικότητα δια μέσου των μορφών και τρόπων της τέχνης του, έτσι και οι δικές μου ιδέες πάνω στην αφηρημένη τέχνη προέρχονταν από την ζωή γύρω μου. Κοίταζα έναν άνθρωπο, ένα σπίτι, ένα φυτό, ένα περίπλοκο μηχανισμό, παραμορφωμένες φευγαλέες σκιές που οι τρεμάμενες φλόγες κάποιας φωτιάς έριχναν πάνω στους τοίχους η στα ταβάνια, και τις διασκεύαζα σε αφηρημένες εικόνες, δημιουργώντας στην φαντασία μου οπτικά σχήματα διαφορετικά από την καθημερινή πραγματικότητα.

Με αυτό τον τρόπο ερμήνευα την διδασκαλία του καθηγητή μου -όχι αντιγράφοντας τα φυσικά φαινόμενα, αλλά δημιουργώντας εκ νέου εικονογραφικές παραστάσεις. Ευτυχώς, συνειδητοποίησα γρήγορα ότι δεν μου είχε δοθεί εμένα, έναν άνθρωπο, να δημιουργήσω «εκ του μη όντος», όπως μόνον ο Θεός δημιουργεί. Καταλάβαινα ότι κάθε πράγμα που δημιουργούσα προσδιοριζόταν από κάτι άλλο που ήδη υπήρχε. Δεν μπορούσα να ανακαλύψω ένα καινούργιο χρώμα η κάποια γραμμή που δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν κάπου. Μια αφηρημένη εικόνα είναι όπως μία αλληλουχία λέξεων, όμορφες και συντονισμένες από μόνες τους, αλλά χωρίς ποτέ να εκφράζουν μια ολοκληρωμένη σκέψη. Εν συντομία, μία αφηρημένη εικόνα αντιπροσωπεύει μια διάσπαση του είναι, μια πτώση στο κενό, μια επιστροφή στην κατάσταση του μη όντος, απ’ όπου μας κάλεσε ο Θεός με το έργο της δημουργίας Του. Γι’ αυτό εγκατέλειψα τις άκαρπες προσπάθειές μου να επινοήσω κάτι εντελώς καινούργιο, και το πρόβλημα του δημιουργικού έργου από εκείνη την στιγμή συνδέθηκε στενά στον νου με αυτό της γνώσεως του Είναι. Ολόκληρος ο κόσμος, σχεδόν κάθε οπτική παράσταση, έγινε μυστήριο μιας βαθιάς ομορφιάς που ξεπερνούσε τα κοινά μέτρα. Το φως άλλαζε, για να χαϊδέψει και να αγκαλιάσει όλα τα αντικείμενα με ένα φωτοστέφανο, όπως λέμε της δόξης, προσδίνοντάς σ’ αυτά παλμούς ζωτικούς, που ήταν όμως αδύνατον για τον καλλιτέχνη να τους αποτυπώσει με τα μέσα που είχε στην διάθεσή του. Τότε γέμισα με μια λατρεία γεμάτη σεβασμό για τον Πρώτο Καλλιτέχνη, τον Δημιουργό των πάντων, και μια επιθυμία να Τον συναντήσω, να μαθητεύσω σ’ Αυτόν, να μάθω πως δημιουργεί.


Οι συναντήσεις μου με τον Γέροντα εστίασαν την προσοχή μου στο πρόσωπο του Χριστού: πως εκείνος, ο Υιός, ενεργούσε; «Ου δύναται ο υιός ποιείν αφ’ εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον πατέρα ποιούντα• α γαρ αν εκείνος ποιή, ταύτα και ο υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ πατήρ φιλεί τον υιόν και πάντα δείκνυσιν αυτώ α αυτός ποιεί».

Αλλά ο μονογενής Υιός έγινε ο Υιός του Ανθρώπου, έγινε καθ’ όλα όμοιος με μας. Γι’ αυτό ο,τιδήποτε αναφέρει σχετικά με τον Υιό του Ανθρώπου, σ’ Αυτόν τον ίδιο, μπορεί να εφαρμοσθεί στον κάθε έναν από μας. Έτσι, αν ο Πατήρ μας αγαπά, επακόλουθο είναι ότι θα μας δείξει όλα τα πράγματα που κάνει και με ποιόν τρόπο τα κάνει. Αυτό σημαίνει σε τελική ανάλυση ότι έχουμε όλοι κληθεί να συνεργασθούμε στο αιώνιο έργο της δημιουργίας του Πατρός. Είναι ίδιον του ανθρώπου να ποθεί την τελειότητα, να θέλει να εισέλθει στο ζωντανό ρεύμα της θείας αιωνιότητας, εκεί όπου πρώτος ο Χριστός-Άνθρωπος πήγε.


Συνεπώς, σε ο,τι αφορά το δημιουργικό έργο, ο άνθρωπος στην τελική του αναζήτηση εγκαταλείπει σταδιακά ο,τι είναι παροδικό και σχετικό, προκειμένου να φθάσει στην αθάνατη τελειότητα. Σ’αυτη τη γη, είναι σίγουρο ότι η τελειότητα δεν είναι ποτέ απόλυτη. Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να ονομάσουμε τέλειους αυτούς που λένε μόνο αυτό που τους έχει δοθεί από το Πνεύμα, κατά μίμηση του Χριστού, ο οποίος λέει: «απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο πατήρ μου, ταύτα λαλώ».


Το δημιουργικό έργο είναι ανωτέρο απ’ ο,τιδήποτε μπορεί ο άνθρωπος να εκπληρώσει. Ο άνθρωπος τείνει προς αυτό το ιδανικό, όχι παθητικά αλλά με πνεύμα δημιουργικό, ενθυμούμενος πάντα να αποφεύγει κάθε ροπή προς το να δημιουργεί τον Θεό κατά την δική του εικόνα.
Ήμουν επίσης απορροφημένος με αυτό το πρόβλημα: Πως εμείς, τόσο στενοί και περιορισμένοι, μπρούμε να κατανοήσουμε σωστά ότι είμαστε η εικόνα του παντοδύναμου Θεού, του Θεού που περιέχει τα πάντα και υπερβαίνει τα πάντα. Εδώ ο Γέροντας Σιλουανός έγινε η σωτηρία μου. Μου έλεγε ότι αν προσπαθούμε ειλικρινά να φυλάξουμε τις εντολές του Χριστού, η ψυχή θα γεμίσει με την χάρη του Αγίου Πνεύματος∙ και τότε με μια βαθιά αγάπη, γεμάτη συμπόνια, προσευχόμαστε για όλον τον κόσμο όπως για τον ίδιο μας τον εαυτό, και επιθυμούμε πολύ δυνατά την ευημερία του κάθε ανθρώπου περισσότερο από την δική μας. Μας υπέδειξε ότι η προσευχή του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή περιέβαλε το σύνολο του ανθρωπίνου γένους, από τον Αδάμ μέχρι το τελευταίο παιδί που θα γεννηθεί από γυναίκα. Η προσευχή που πρότεινε ο Γέροντας Σιλουανός μπορεί δίχως αμφιβολία να αφομοιωθεί σ’ αυτήν την λυτρωτική προσευχή του Κυρίου, και συνεπώς να υπερβεί τα όρια του ατόμου. Αυτή η προσευχή αποτελεί ένα πέρασμα σε μια άλλη διάσταση –την διάσταση του προσώπου-υπόσταση, καθ’ ομοίωσιν της Υποστάσεως του ενσαρκωμένου Λόγου. Ξέρουμε ότι στα μέτρα που ο άνθρωπος γίνεται όμοιος με τον Χριστό στην γήινη ζωή του, έχει ήδη θεωθεί και έχει γίνει μέτοχος της θείας ζωής.


Συνειδοτοποιώντας από την προσωπική μου εμπειρία ότι κάθε αλλαγή στην κατανόησή μου του θείου Είναι επηρέαζε αναπόφευκτα ολόκληρη την ζωή μου, μου έδειχνε ότι κάθε ομολογία η μορφή μυστικισμού έχει την δική της συγκεκριμένη πνευματικότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ο χαρακτήρας της ασκητικής ζωής του αγίου Σιλουανού ανήκει καθ’ ολοκληρία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Έγραφε ο ίδιος, όταν κάποιος από τους πατέρες κατέληξε ότι όλοι οι αιρετικοί θα αφανισθούν: «Δεν γνωρίζω σχετικά μ’ αυτό το θέμα. Αλλά πιστεύω μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σ’ αυτήν είναι η χαρά της σωτηρίας μέσω της ταπεινώσεως του Χριστού». Η ζωή κάθε χριστιανικής ομολογίας, σε όλα τα επίπεδα, ρυθμίζεται από την κατανόηση της Αγίας Τριάδος. Οι διαφορές στην θεολογική ερμηνεία της Υποστατικής Αρχής εν τω Θείω Είναι αποτελούν διαχωριστική γραμμή, γραμμή οροθεσίας, όχι μόνο μεταξύ των διαφόρων θρησκειών αλλά και μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών. Δυστυχώς, οι περισσότεροι σύγχρονοι θεολόγοι δεν το έχουν ακόμη καταλάβει αυτό, αν και είναι το κατ’ εξοχήν βασικό σημείο που πρέπει να επιλύσουν.


Π: Μας έχει κάνει εντύπωση ο πλούτος και η υπερβολική απλότητα της διδασκαλίας του αγίου Σιλουανού. Έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε και να πάρουμε από αυτόν...


π. Σωφρόνιος: Ο άγιος Σιλουανός ήταν ένας άνθρωπος που είχε μόνον ένα όραμα, εμπνευσμένο από την φανέρωση του Θεού που είχε φωτίσει ολόκληρο το είναι του, χωρίς εκείνος να το ζητήσει. Όταν ο Κύριος του είχε εμφανισθεί, είχε νιώσει ότι ο Θεός ήταν άπειρη αγάπη, οικουμενική αγάπη. Το Άγιο Πνεύμα του είχε αποκαλύψει την Θεότητα του Χριστού. Το Άγιο Πνεύμα του είχε διδάξει την ταπείνωση και μια αγάπη τέτοιας χωρητικότητος που αγκάλιαζε κάθε δημιούργημα. Νύκτα και ημέρα αναζητούσε να βιώσει πάλι αυτήν την εμπειρία της θείας αιωνιότητας.
Η μαρτυρία ενός ανθρώπου σαν τον άγιο Σιλουανό, που ήταν εντελώς άδεια από διανοητικά επινοήματα, η μαρτυρία ενός ανθρώπου που σε ολόκληρη την ζωή του έχυσε το αίμα της καρδιάς του στην προσευχή για όλον τον κόσμο, δεν μπορεί παρά να έχει μια ιδιαίτερη δύναμη και μια ιδιαίτερη σημασία.
Μου φαίνεται ότι ο Γέροντας ήταν τόσο δεκτικός και αυθόρμητος όσο και οι πρώτοι απόστολοι. Το γεγονός ότι μπόρεσε να παραμείνει ανέπαφος από τις πλαστότητες του σύγχρονου πολιτισμού μας τον κάνει ακαταμάχητα πειστικό. Τόσο αυτοί που δεν τον γνώρισαν προσωπικά αλλά που μπορούν να τον κρίνουν από τα γραπτά του, όσο και εκείνοι που τον γνώρισαν και είδαν την γνήσια απλότητα και ταπείνωσή του έχουν πεισθεί ότι ήταν ένας άνθρωπος του Θεού.


Π: Και σήμερα η Εκκλησία πιστοποίησε αυτήν την βεβαιότητα...


π. Σωφρόνιος: Ο Γέροντας Σιλουανός «κρατούσε τον νου του στον Άδη και δεν απελπιζόταν». Αγωνιζόταν ενάντια στο «πνεύμα το μέγα και κραταιόν, τον συσσεισμό και τη φωτιά» του πειρασμού. Και τώρα μας μιλάει μέσα από την «φωνή αύρας λεπτής» του Κυρίου.




Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο Γαλλικό περιοδικό «PAIX», Νο. 54-55, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1988. Μετάφραση από τα γαλλικά από την Κατερίνα Βελώνη.

Πηγή: http://www.egolpio.com/PLOUTOS_ORTHOD/interview_sofronios_silouanos.htm