ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

25 Φεβρουαρίου μνήμη και του Άγίου Μάρτυρος Αλεξάνδρου του ἐν Δριζιπάρῳ της Θράκης

0 σχόλια

Άγιος Αλέξανδρος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐν Δριζιπάρῳ της Θράκης (25 Φεβρουαρίου)

 


 


Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀλέξανδρος καταγόταν ἀπὸ τοὺς Ποτιόλους τῆς Ἰταλίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.) καὶ τοῦ ἡγεμόνος Τιβεριανοῦ. Ἀφοῦ συνελήφθηκε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, καταβλήθηκε προσπάθεια γιὰ νὰ κάνουν τὸν Ἅγιο νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος ὅμως, ἀντὶ νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα, εἶπε πρὸς τὸν ἡγεμόνα: «Καὶ αὐτὰ εἶναι μάταια καὶ ἐσὺ ποὺ πιστεύεις σὲ αὐτὰ εἶσαι ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος». Τότε τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια στὴν ἄκρη καὶ τὸν κρέμασαν, ἀφοῦ στὰ πόδια τοῦ ἔδεσαν βαριὰ πέτρα. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, τὸν ὁδήγησαν στὸν Καρθαγένη, ὅπου ὑπέστη φρικτοὺς βασανισμούς. Ἀφοῦ δὲ τὸν ἔσυραν πάλι στὴ Μαρκιανούπολη τῆς Θρᾴκης, τοῦ ἔκαψαν τὸ πρόσωπο μὲ δᾴδες φωτιᾶς, ἀλλὰ ὁ Μάρτυς ὑπέμενε μὲ γενναῖο τρόπο. Στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν διὰ ξίφους στην πόλη Δριζίπαρον ή Δριζιπάρα , σημερινό BabaEski  της Ανατολικής Θράκης .  Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπέλαβε στεφάνι ἄφθαρτο καὶ ζωὴ αἰώνια ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὸν Θεό μας.

Ἠ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων. ( +Ἰω. Φουντούλη)

0 σχόλια

Ἠ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων. (+Ἰω. Φουντούλη)

theialitourgia
Mποροῦμε νά ὀνομάσουμε χωρίς ὑπερβολή τή Λειτουργία αὐτή, μαζί μέ τά λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», γιατί πραγματικά ἀποτελεῖ τήν πιό χαρακτηριστική ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἀπό τούς χριστιανούς ἀγνοοῦν τελείως τήν ὕπαρξί της, ἤ τήν ξεύρουν μόνο ἀπό τό ὄνομα, ἤ καί ἐλάχιστες φορές τήν ἔχουν παρακολουθήσει. Δέν πρόκειται νά τούς μεμφθοῦμε γι᾿ αὐτό.
Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας τό πρωί τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδή ἐργασίμων, καί γι᾿ αὐτό λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν δεσμεύονται κατά τίς ὧρες αὐτές ἀπό τά ἐπαγγέλματα ἤ τήν ὑπηρεσία των. Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται μιά πολύ ἐπαινετή προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σέ πολλούς ναούς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σέ ὧρες πού πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τή δυνατότητα νά παρευρεθοῦν στήν τέλεσί της.
Τό ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτή τό πῆρε ἀπό τήν ἴδια τή φύση της. Εἶναι στήν κυριολεξία Λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δέν εἶναι δηλαδή λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστές λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στίς ὁποῖες ἔχομε προσφορά καί καθαγιασμό Τιμίων Δώρων. Τά Δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπό ἄλλη Λειτουργία, πού ἐτελέσθη σέ ἄλλη ἡμέρα. Τά προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατά τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιά νά κοινωνήσουν ἀπ᾿ αὐτά καί νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μέ ἄλλα λόγια ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία.
Γιά νά κατανοήσουμε τήν γενεσιουργό αἰτία τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων πρέπει νά ἀνατρέξωμε στήν ἱστορία της. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν ἀρχαιοτάτη πράξη τῆς ‘Εκκλησίας μας. Σήμερα ἔχομε τή συνήθεια νά κοινωνοῦμε κατά ἀραιά χρονικά διαστήματα. Στούς πρώτους ὅμως αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς ‘Εκκλησίας οἱ πιστοί κοινωνοῦσαν σέ κάθε Λειτουργία, καί μόνον ἐκεῖνοι πού εἶχαν ὑποπέσει σέ διάφορα σοβαρά ἁμαρτήματα ἀπεκλείοντο γιά ἕνα ὡρισμένο χρονικό διάστημα ἀπό τήν μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Κοινωνοῦσαν δηλαδή οἱ πιστοί ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή καί κάθε Σάββατο καί ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ὅσες φορές ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία, τακτικῶς ἤ ἐκτάκτως στίς ἑορτές πού ἐτύχαινε νά συμπέσουν ἐντός τῆς ἑβδομάδος. Ὁ Μέγας Βασίλειος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τακτικῶς τέσσερες φορές τήν ἑβδομάδα, δηλαδή τήν Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή (ἐπιστολή 93). Ἄν πάλι δέν ἦτο δυνατόν νά τελεσθῇ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ἡ Θεία Λειτουργία, τότε οἰ πιστοί κρατοῦσαν μερίδες ἀπό τήν θεία κοινωνία τῆς Κυριακῆς καί κοινωνοῦσαν μόνοι τους ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος. Τό ἔθιμο αὐτό τό ἐπιδοκιμάζει καί ὁ Μέγας Βασίλειος.
Στά Μοναστήρια καί ἰδιαίτερα στά ἐρημικά μέρη, ὅπου οἱ μοναχοί δέν εἶχαν τήν δυνατότητα νά παρευρεθοῦν σέ ἄλλες λειτουργίες ἐκτός τῆς Κυριακῆς, ἔκαμαν ὅ,τι καί οἱ κοσμικοί. Κρατοῦσαν δηλαδή ἁγιασμένες μερίδες ἀπό τήν Κυριακή ἤ τό Σάββατο καί κοινωνοῦσαν κατ᾿ ἰδίαν. Οἱ μοναχοί ὅμως ἀποτελοῦσαν μικρές ἤ μεγάλες ὁμάδες καί ὅλοι ἔπρεπε νά προσέλθουν καί νά κοινωνήσουν κατά τίς ἰδιωτικές αὐτές κοινωνίες. Ἔτσι ἀρχίζει νά διαμορφώνεται μία μικρά ἀκολουθία. Ὅλοι μαζί προσηύχοντο πρό τῆς κοινωνίας καί ὅλοι μαζί εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά κοινωνήσουν. Ἄν ὑπῆρχε καί ἱερεύς, αὐτός τούς προσέφερε τήν θεία κοινωνία. Αὐτό ἐγίνετο μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ἤ τῆς Θ’ ὥρας (3 μ.μ.), γιατί οἱ μοναχοί ἔτρωγαν συνήθως μιά φορά τήν ἡμέρα, μετά τόν ἑσπερινό. Σιγά -σιγά θέλησαν νά ἐντάξουν τήν κοινωνία τους αὐτή στά πλαίσια μιᾶς ἀκολουθίας, πού νά ὑπενθυμίζει τήν θεία λειτουργία.
Κατά τόν τρόπο αὐτόν διεμορφώθη ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν (δηλαδή κατά τόν τύπον τῆς Θείας Λειτουργίας), πρός τό τέλος τῆς ὁποίας κοινωνοῦσαν. Αὐτή εἶναι ἡ μητρική μορφή τῆς Προηγιασμένης.
Ἄς ἔλθωμε τώρα στήν Τεσσαρακοστή. Ἡ Θεία Λειτουργία κατά τήν περίοδο αὐτή ἐτελεῖτο μόνον κατά τά Σάββατα καί τίς Κυριακές. Παλαιό ἔθιμο ἐπικυρωμένο ἀπό ἐκκλησιαστικούς κανόνες ἀπηγόρευε τήν τέλεσι τῆς θείας λειτουργίας κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, γιατί αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας καί πένθους. Ἡ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας ἦταν κάτι τό ἀσυμβίβαστο πρός τόν χαρακτῆρα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ Λειτουργία εἶναι πασχάλιο μυστήριο, πού ἔχει ἔντονο τόν πανηγυρικό, τόν χαρμόσυνο, τόν ἐπινίκο χαρακτῆρα. Αὐτό ὅμως γεννοῦσε ἕνα πρόβλημα. Οἱ χριστιανοί ἔπρεπε νά κοινωνήσουν δύο φορές τοὐλάχιστον ἀκόμη κατά τήν ἑβδομάδα, τό ὀλιγώτερο δηλαδή κατά τίς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, πού μνημονεύει καί ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ λύσις ἤδη ὑπῆρχε: Οἱ πιστοί θά κοινωνοῦσαν ἀπό Προηγιασμένα Ἅγια. Οἱ ἡμέρες αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας. Νηστεία τήν ἐποχή ἐκείνη ἐσήμαινε πλήρη ἀποχή τροφῆς μέχρι τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Ἡ κοινωνία λοιπόν θά ἔπρεπε νά κατακλείσῃ τήν νηστεία, νά γίνῃ δηλαδή μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ.
Στό σημεῖο αὐτό συνδέεται ἡ ἱστορία μέ τήν σημερινή πρᾶξι. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι σήμερα ἀκολουθία ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία προστίθεται ἡ παράθεσις τῶν δώρων, οἱ προπαρασκευαστικές εὐχές, ἡ θεία κοινωνία καί ἡ εὐχαριστία ὕστερα ἀπό αὐτήν. Ἡ διαμόρφωσίς της μέσα στό ὅλο πλαίσιο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῆς ἔδωσε ἕνα ἔντονο «πενθηρό»,, κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτῆρα (Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων). Μέ τόν ἑσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ ἁγία τράπεζα καί τά τίμια δῶρα εἶναι σκεπασμένα μέ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχές εἶναι γεμᾶτες ταπείνωσι καί συντριβή. «Μυστικώτερα εἰς πᾶν ἡ τελετή γίνεται», κατά τόν ἴδιο Πατέρα.
Καιρός νά ρίξουμε μιά ματιά σ᾿ αὐτήν τήν ἴδια τήν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, στή μορφή πού ὕστερα ἀπό μακρά ἐξέλιξη ἀποκρυσταλώθηκε καί κατά τήν ὁποία τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας. Ἤδη ἐπισημάναμε τά δύο λειτουργικά στοιχεῖα πού τήν συνθέτουν: τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τήν Θεία Κοινωνία. Τό πρῶτο μέρος της ἀποτελεῖ ὁ συνήθης ἑσπερινός τῆς Τεσσαρακοστῆς μέ μικρές μόνο τροποποιήσεις.
 Ὁ ἱερεύς κατά τήν ψαλμωδία τῆς Θ’ ὥρας ἐνδύεται τήν ἱερατική του στολή καί θυμιᾷ. Ἡ ἔναρξις γίνεται μέ τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» κατά τόν τύπο τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀναγινώσκεται ὁ προοιμιακός, ὁ 103ος δηλαδή ψαλμός, πού περιγράφει τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ· «Eὐλόγει, ἡ ψυχή μου τόν Κύριον Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα…». Εἶναι τό προοίμιο τοῦ ἑσπερινοῦ, ἀλλά καί ὅλης τῆς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου, πού ἀρχίζει, ὡς γνωστό, κατά τόν ἑβραϊκό τρόπο, ἀπό τήν ἑσπέρα· πρῶτο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θεωρεῖται ἡ νύκτα. Ὕστερα ὁ διάκονος, ἤ ἐν ἀπουσίᾳ του ὁ ἱερεύς, θέτει στό στόμα τῶν πιστῶν τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν»,, τά εἰρηνικά. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ΙΗ’ καθίσματος τοῦ Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καί εἰσήκουσέ μου…» (Ψαλμοί 119-133). Εἶναι τό τμῆμα τοῦ Ψαλτηρίου πού ἔχει καθορισθῇ νά ἀναγινώσκεται κατά τούς ἑσπερινούς τῆς Τεσσαρακοστῆς.
 Ὁ ἱερεύς ἐν τῷ μεταξύ ἑτοιμάζει στήν Πρόθεσι τά Προηγιασμένα -ἀπό τήν Λειτουργία τοῦ προηγουμένου Σαββάτου ἤ τῆς Κυριακῆς- Τίμια Δῶρα. Ἀποθέτει τόν Ἅγιο Ἄρτο στό Δισκάριο, κάμνει τήν ἕνωσι τοῦ οἴνου καί τοῦ ὕδατος στό Ἅγιο Ποτήριο καί τά καλύπτει. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται μέ τήν ψαλμῳδία τῶν ψαλμῶν τοῦ λυχνικοῦ καί τῶν κατανυκτικῶν τροπαρίων τῶν ἑκάστοτε ἡμερῶν, πού περιλαμβάνονται στούς τελευταίους στίχους τῶν ψαλμῶν αὐτῶν καί γίνεται ἡ εἴσοδος. Διαβάζονται δύο ἀναγνώσματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἕνα ἀπό τήν Γένεσι καί ἕνα ἀπό τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Θά σταθοῦμε γιά λίγο στήν κατανυκτική ψαλμῳδία τοῦ «Κατευθυνθήτω», τοῦ δευτέρου στίχου τοῦ 140οῦ ψαλμοῦ. Ψάλλεται μετά ἀπό τά ἀναγνώσματα ἕξ φορές, ἀπό τόν ἱερέα καί τούς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερεύς θυμιᾷ τήν Ἁγία Τράπεζα.
«Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου·
ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή»..
Κατόπιν γίνεται ἡ ἐκτενής δέησις ὑπέρ τῶν τάξεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Κατηχουμένων, τῶν ἑτοιμαζομένων διά τό ἅγιον Βάπτισμα, «τῶν πρός τό φώτισμα εὐτρεπιζομένων»,, καί τῶν πιστῶν. Καί μετά τήν ἀπόλυσι τῶν Κατηχουμένων ἔρχεται τό δεύτερο μέρος, ἡ κοινωνία τῶν μυστηρίων.
Τήν μεταφορά τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν Πρόθεσι στό Θυσιαστήριο, πού γίνεται μέ ἄκρα κατάνυξι, ἐνῷ οἱ πιστοί προσπίπτουν «μέχρις ἐδάφους» συνοδεύει ἡ ψαλμῳδία τοῦ ἀρχαίου ὕμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»:
«Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν
σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν·
ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης.
Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται.
Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν,
ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενόμεθα.
Ἀλληλούϊα».
Ἡ προπαρασκευή γιά τήν Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως τήν Κυριακή προσευχή (Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον…», ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία καί μετ᾿ αὐτήν ἡ εὐχαριστία. Καί ἡ Λειτουργία κλείνει μέ τήν κατανυκτική ὀπισθάμβωνο εὐχή. Εἶναι δέησις πού συνδέει τήν τέλεσι τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς Λειτουργίας πρός τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν. Ὁ πνευματικός ἀγών τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι σκληρός, ἀλλά καί ἡ νίκη κατἀ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν εἶναι βεβαία γιά τούς ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα. Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι μακράν. Ἄς τήν διαβάσωμε προσεκτικά. Εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ἐκκλησιαστικά κείμενα:
«Δέσποτα παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τήν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διά τήν ἄφατόν σου πρόνοιαν καί πολλήν ἀγαθότητα ἀγαγών ἡμᾶς εἰς τά πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρός ἐγκράτειαν παθῶν, πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διά τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τά θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καί ἡμῖν, ἀγαθέ, τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνίσασθαι, τόν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τήν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τάς κεφαλάς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καί ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καί τήν ἁγίαν ἀνάστασιν».
Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μία ἀπό τίς ὡραιότερες καί κατανυκτικότερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά συγχρόνως καί μία διαρκής πρόσκλησις γιά τήν συχνή κοινωνία τῶν θείων μυστηρίων. Μιά φωνή ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, ἀπό τήν ἀρχαία ζωντανή παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Φωνή πού λέγει ὅτι ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά ζῇ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἄν δέν ἀνανεώνῃ διαρκῶς τήν ἕνωσί του μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ζωή ἡμῶν» (Κολοσ. 3, 4).
Ἀπό τό βιβλίο,
ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, ἐκδ. Ἀ. Δ
 
 

25 Φεβρουαρίου μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών Ταρασίου πατριάρχου Κων/πόλεως και του Αγίου ιερομάρτυρος Ρηγίνου επισκόπου Σκοπέλου , του Λεβαδέως

0 σχόλια

Ο Άγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 

Ο Άγιος Ταράσιος γεννήθηκε, ανατράφηκε και εκπαιδεύθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς ευσεβείς και ευγενείς, τον Γεώργιο, κριτή και πατρίκιο και την Ευκρατία. Λόγω της μεγάλης του μορφώσεως ανυψώθηκε στο αξίωμα του υπάτου και έγινε πρωτασηκρήτης, δηλ. αρχιγραμματέας του αυτοκράτορα.
Οι εκκλησιαστικές περιστάσεις την εποχή εκείνη ήταν αρκετά σοβαρές. Υπήρχε ακόμα ο πόλεμος των εικονομάχων, η δε θέση των Ορθοδόξων έγινε ακόμη πιο δύσκολη με τη παραίτηση του Πατριάρχου Παύλου Δ’ του Κυπρίου (780-784 μ.Χ.) που πρότεινε ως τον μόνο ικανό και κατάλληλο να τον διαδεχθεί τον Ταράσιο. Η βασίλισσα Ειρήνη η Αθηναία, η οποία επιτρόπευε τον ανήλικο γιο της Κωνσταντίνο ΣΤ’ (780-798 μ.Χ.), κατανόησε, ότι χρειαζόταν εκκλησιαστικός ηγέτης με ευσέβεια, θεολογική κατάρτιση και διοικητική ικανότητα, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις περιστάσεις και τα προβλήματα. Έτσι εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από τους λαϊκούς ο Άγιος Ταράσιος παρά τις επίμονες αρνήσεις του, αφού έλαβε υπόσχεση από τους βασιλείς, ότι θα συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος που θα αντιμετωπίσει τα διάφορα θεολογικά ζητήματα και τα εκκλησιαστικά θέματα. Η χειροτονία του νέου Πατριάρχου έγινε στις 25 Δεκεμβρίου 784 μ.Χ.
Κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του ο Άγιος μερίμνησε για την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Δυτική Εκκλησία επί Πάπα Αδριανού Α’ (771-795 μ.Χ.) και την σύγκλιση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, το έτος 787 μ.Χ., στη Νίκαια, η οποία καταδίκασε τους εικονομάχους και ακύρωσε την εικονομαχική Σύνοδο του έτους 754 μ.Χ. θέτοντας ως βάση του δογματικού καθορισμού τα σχετικά συγγράμματα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Η όγδοη συνεδρία της Συνόδου έγινε στην Κωνσταντινούπολη, στα ανάκτορα, όπου οι βασιλείς Ειρήνη και Κωνσταντίνος υπέγραψαν τους Όρους της Συνόδου.
Στην ευσέβεια και το εκκλησιαστικό ήθος του Αγίου οφείλεται και η μέριμνα που έλαβε η Εκκλησία κατά της σιμωνίας, του χρηματισμού δηλαδή για την απόκτηση εκκλησιαστικών αξιωμάτων και ιδιαίτερα των επισκοπικών θέσεων. Παράλληλα ο Άγιος ανέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική και κοινωνική δράση και διακρίθηκε για την ελεημοσύνη του προς τους φτωχούς ώστε να ονομαστεί «νέος Ιωσήφ». Η αγάπη του προς τον μοναχισμό εκφράστηκε και με την ίδρυση Μονής στο στενό του Βοσπόρου, στην οποία και ενταφιάσθηκε μετά την οσιακή κοίμησή του την Τετάρτη τής Α’ εβδομάδας των Νηστειών, το έτος 806 μ.Χ. Το λάδι της κανδήλας που έκαιγε μπροστά στο τάφο του έκανε πολλά θαύματα.
 Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α’ ο Ραγκαβές (811-813 μ.Χ.) τον Μάρτιο του έτους 813 μ.Χ. ενέδυσε τον τάφο του Αγίου με άργυρο, επιδεικνύοντας έτσι και αυτός και η βασίλισσα Προκοπία τον σεβασμό τους προς την μνήμη του Αγίου. Η Σύναξη του Αγίου Ταρασίου ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.


 Άγιος ιερομάρτυρας Ρηγίνος, Επίσκοπος Σκοπέλου.

Ο Άγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στη Λεβάδεια της Βοιωτίας, στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ. από ευσεβείς και ενάρετους γονείς , οι οποίοι τον βοήθησαν να λάβει τη θύραθεν παιδεία αλλά και την ορθόδοξη αγωγή. Η αγάπη του για τον Κύριο και η πνευματική του πρόοδος τον μεταμόρφωσαν σε σκεύος εκλογής και σε ναό της Αγίας Τριάδος.
Ο Άγιος έζησε την εποχή που βασιλεύσαν οι δύο υιοί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο μεν Κωνστάντιος στην Κωνσταντινούπολη (Ανατολή), ο δε Κώνστας στη Ρώμη (Δύση). Και οι δύο διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου είχαν ανατραφεί με τις αρχές της χριστιανικής πίστεως, αλλά ο μεν Κωνστάντιος είχε συνειδητά αποδεχθεί τον Αρειανισμό, ο δε Κώνστας παρέμεινε πιστός στις δογματικές αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο είχαν ως κοινά χαρακτηριστικά της θρησκευτικής τους πολιτικής, αφ’ ενός μεν την καταπολέμηση της εθνικής θρησκείας, αφ’ ετέρου δε την υπεράσπιση της ενότητας της Εκκλησίας,
Η εκκλησιαστική τους πολιτική είχε ως συνέπεια όχι μόνο τη συντήρηση, αλλά και τη διεύρυνση της εκκλησιαστικής διασπάσεως μεταξύ των οπαδών και των αντιπάλων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Οι συνεχείς παρεμβάσεις, αυθαίρετες ή μη, στα εκκλησιαστικά πράγματα υπήρξαν πηγή εντάσεως στις αρειανικές έριδες του 4ου αιώνα μ.Χ.
Έτσι ο Άγιος απεστάλη στη νήσο Σκόπελο από το θειο του Αχίλλειο ( 15 Μαΐου, πολιούχο της πόλεως Λαρίσης), για να ενισχύσει τους εξόριστους που βρίσκονταν εκεί και να τους στερεώσει στην ορθόδοξη πίστη.
Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες του Συναξαριστή του Αγίου Αχίλλειου, ο Άγιος Ρηγίνος παρακολούθησε τις εργασίες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, το έτος 325 μ.Χ. μαζί με τον Άγιο Αχίλλειο. Όμως, μολονότι καταδικάσθηκε ομόφωνα από τους θεοφόρους Πατέρες η αίρεση του Αρειανισμού, οι οπαδοί του Αρείου δεν εξέλιπαν και συνέχιζαν να διαδίδουν τις αιρετικές δοξασίες τους. Επικράτησε εκ νέου μεγάλη αναταραχή στους κόλπους της Εκκλησίας, κρίση και κατά συνέπεια χωρισμός σε δύο παρατάξεις, κάτι που ανησύχησε ιδιαίτερα τους δύο αυτοκράτορες Κωνστάντιο και Κώνστα. Τελικά οι δύο αυτοκράτορες συμφώνησαν να συγκληθεί μία νέα Σύνοδος στη Σαρδική (Σόφια). Πράγματι, η Σύνοδος συγκλήθηκε στη Σαρδική, το έτος 343 μ.Χ. Στη Σύνοδο έλαβε μέρος και ο Άγιος Ρηγίνος, ο οποίος εξόντωσε όλες τις αιρέσεις με το λόγο του και την τόλμη της γνώμης του.
Μετά τη λήξη της Συνόδου ο Άγιος Ρηγίνος επέστρεψε στη Σκόπελο. Αλλά και πάλι η Εκκλησία του Χριστού κλυδωνίστηκε και ταράχτηκε από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Ιουλιανό τον Παραβάτη (361-363 μ.Χ.), ο οποίος θέλησε να επαναφέρει τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.
Στη διάρκεια των διωγμών που διέταξε ο βασιλέας, έφθασε στη Σκόπελο ο έπαρχος της Ελλάδος και των Σποράδων. Αμέσως κάλεσε τον ποιμενάρχη της Σκοπέλου και του υπέδειξε να αλλάξει πίστη και να ασπασθεί την ειδωλολατρία. Όμως ο Άγιος περιφρόνησε την υπόδειξή του και έμεινε με πνευματική ανδρεία και σταθερότητα στην πατρώα ευσέβεια. Στις 25 Φεβρουαρίου του 362 μ.Χ. οδηγήθηκε για τελευταία φορά ενώπιον του έπαρχου. Στις προτροπές του να αρνηθεί το Χριστό, ο Άγιος δεν έδωσε καμία απάντηση. Έτσι οδηγήθηκε στο στάδιο της νήσου, όπου υπέστη και άλλα φρικτά βασανιστήρια, και ακολούθως στη θέση «Παλαιό γεφύρι», όπου αποκόπηκε από τον δήμιο η τίμια κεφαλή του. Τη νύχτα οι Χριστιανοί παρέλαβαν το τίμιο σκήνωμα του Αγίου και το ενταφίασαν μέσα στο δάσος του υπερκείμενου λόφου, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα ο τάφος του.
( Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Φεβρουάριος).

24 Φεβρουαρίου η Α΄καί Β΄ εὕρεση τῆς Κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

0 σχόλια

Α΄καί Β΄ εὕρεση τῆς Κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου

Ὅταν τό συμπόσιο τοῦ Ἡρώδη ποτίστηκε μέ τό αἷμα τοῦ μεγίστου τῶν Προφητῶν καί Προδρόμου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οἱ μαθητές τοῦ Ἰωάννη πῆγαν νά ἐνταφιάσουν τό σῶμα του (Ματθ. 14, 11), ἐνῶ ἡ δόλια Ἡρωδιάς, ἀφοῦ πῆρε τήν αἱμάσσουσα κεφαλή πού τῆς εἶχαν φέρει «ἐπί πινάκι», διέταξε νά τήν θάψουν βαθιά σέ ἀνάξιο τόπο κοντά στό παλάτι τοῦ Ἡρώδη στήν Μαχαιρούντα.
Πολύ καιρό ἀργότερα, δύο μοναχοί ἀπό τήν Ἀνατολή ἔφθασαν στήν Παλαιστίνη γιά προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος φανερώθηκε σ’ αὐτούς τήν νύχτα, χωριστά στόν καθένα, καί τούς εἶπε: «Πηγαίνετε στό παλάτι τοῦ Ἡρώδη καί θά βρεῖτε ἐκεῖ τήν κεφαλή μου κάτω ἀπό τήν γῆ». Ὁδηγημένοι ἀπό τήν θεία Χάρη, δέν δυσκολεύτηκαν νά βροῦν τό μέρος ὅπου εἶχε θαφτεῖ τό τίμιο λείψανο καί εὐχαριστώντας τόν Θεό τό ἔβαλαν σέ ἕναν σάκκο καί πῆραν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.
Στόν δρόμο συνάντησαν ἕναν κεραμέα ἀπό τήν Ἔμεσα πού ἔχοντας πέσει σέ μεγάλη ἔνδεια εἶχε ἀφήσει τήν πατρίδα του ἀναζητώντας καλύτερη τύχη. Μετά ἀπό νέα ἐμφάνιση τοῦ Προδρόμου, ὁ κεραμέας πῆρε τήν τίμια Κάρα καί ἐπέστρεψε στήν Ἔμεσα, ὅπου ἔκτοτε γνώρισε μεγάλη προκοπή καί εὐημερία.
Ὅταν ὁ κεραμέας ἑτοιμαζόταν νά ἀφήσει τήν ζωή αὐτή, ἔβαλε τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό σέ ἕνα σεντούκι καί τό ἄφησε κληρονομιά στήν ἀδελφή του, συμβουλεύοντάς την νά μήν τό ἀνοίξει δίχως τήν ἐντολή αὐτοῦ πού κρυβόταν ἐκεῖ μέσα κι ὅταν θά ἐρχόταν ἡ ὥρα νά τό παραδώσει σέ κάποιον ἄνθρωπο εὐσεβῆ καί φιλόθεο.
Ἔτσι ἡ κάρα τοῦ Προδρόμου πέρασε ἀπό τόν ἕνα στόν ἄλλο φθάνοντας τελικά σέ ἕναν ἱερομόναχο ὀνόματι Εὐστάθιο, πού ἀσκήτευε σέ σπήλαιο, κοντά στήν Ἔμεσα, ἀλλά πού κρυφά ἦταν αἱρετικός ἀρειανόφρων. Παρασυρόμενος ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἀπέδιδε στόν ἑαυτό του τίς πολλές ἰάσεις πού ἐπιτελοῦνταν γύρω ἀπό τόν πολύτιμο αὐτό θησαυρό καί ἐπωφελοῦνταν ἐπονείδιστα ἀπό τήν θεία Χάρη. Καθώς ἡ αἵρεσή του καί τά ἀνομήματά του ἦλθαν γρήγορα στό φῶς, ἐκδιώχθηκε ἀπό τούς ὀρθοδόξους καί ἡ τιμία Κεφαλή τοῦ Προδρόμου ἔμεινε κρυμμένη στό σπήλαιο μέχρι τήν ἐποχή πού ὁ εὐλαβής Μάρκελλος, ἄνθρωπος φιλόθεος καί φιλάρετος, ὁρίσθηκε ἡγούμενος στήν μονή πού εἶχε ἱδρυθεῖ κοντά στό σπήλαιο, ἐπί βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ (450-457 μ. Χ.) καί ἐπισκοπίας τοῦ ἐπιφανοῦς Οὐρανίου τῆς Ἔμεσης.
Ὁ Τίμιος Πρόδρομος φανερώθηκε τότε πολλές φορές στόν Μάρκελλο καί τοῦ ἔδειξε τήν εὔνοιά του μέ ἕναν στοργικό ἀσπασμό καί προσφέροντάς του ἕνα βάζο γεμάτο μέλι. Ὁδηγημένος, κατόπιν, μέ ἐντολή τοῦ Ἁγίου ἀπό ἕνα ἄστρο πού στάθηκε πάνω ἀπό ἕνα κοίλωμα τοῦ σπηλαίου, ὁ Μάρκελλος ἄρχισε νά σκάβει ἀφοῦ θυμίασε τόν τόπο. Βρῆκε τότε, κάτω ἀπό μιά μαρμάρινη πλάκα, τήν τιμία Κάρα κρυμμένη σέ ἕναν ἀμφορέα καί τό προσκύνησε μέ δάκρυα χαρᾶς. Τό πολύτιμο λείψανο ἀποτέθηκε ἀργότερα (761 μ. Χ.) στόν κύριο ναό τῆς Ἔμεσης καί ἔγινε γιά τήν πόλη πηγή εὐλογιῶν κάθε εἴδους, μέχρι τήν ἐποχή τῆς μετακομιδῆς του στά Κόμανα τῆς Καππαδοκίας, πού ὑπαγορεύθηκε ἀπό τήν ἀπειλή τῶν Ἀράβων (810-820 μ. Χ).
Ἡ Τιμία Κεφαλή τοῦ Προδρόμου παρέμενε ἐκ νέου ἀφανής, μετά τήν ἀνακομιδή της στήν Ἔμεσα, καί ἀνεφάνη σέ ἕναν μοναχό, πολλά χρόνια ἀργότερα, μέσα σέ ἀργυρό ἀγγεῖο θαμμένο στό χῶμα, σέ τόπο Ἱερό, στά Κόμανα τῆς Καππαδοκίας. Ἀπό ἐκεῖ διεκομίσθη μέ μεγάλη ἐπισημότητα στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὁ αὐτοκράτορας καί ὁ πατριάρχης, ἐν μέσῳ σύσσωμου τοῦ λαοῦ, τήν ὑποδέχθηκαν μέ εὐλάβεια καί τήν κατέθεσαν σέ ἱερό τόπο.
Τό γεγονός τῆς Α΄ καί Β΄εὑρέσεως τῆς τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου ἑορτάζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας τήν 24ην Φεβρουαρίου, ἐνῶ τῆς Γ΄ εὑρέσεως τήν 25ην Μαΐου.


ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

0 σχόλια

ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ


 του  π.Στυλιανού Γερασίμου



Σε όλη την πορεία της ζωής του ο Χριστιανός έχει στραμμένη την προσοχή του στον Θεό και καταγίνεται σε μία κοινωνία μαζί Του μέσω της προσευχής. Γι’ αυτό, όπως τονίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: “Μνημονευτέον γαρ Θεού ή αναπνευστέον”.
Η προσευχή είναι το αισθητό εκείνο μέσο όπου ο άνθρωπος αισθάνεται στην καρδιά του τις ενέργειες του Απείρου Θεού να τον επισκέπτονται. Όλη αυτή η προσευχητική κατάσταση του ανθρώπου κορυφώνεται κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Σε αυτό το γεγονός βοηθάει η Εκκλησία με τις συχνές λατρευτικές Ακολουθίες της.
Το πρωΐ ψάλλουμε μια πολύ μακρά ακολουθία που περιλαμβάνει το Μεσονυκτικό, τον Όρθρο, τις Ώρες καθώς και τον Εσπερινό της επομένης ημέρας. Ακόμη το Μέγα Απόδειπνο, την Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων και τον Μέγα Κανόνα. Κάθε Κυριακή πρωΐ τελείται η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, ενώ το απόγευμα ο Κατανυκτικός Εσπερινός. Τέλος, κάθε Παρασκευή ψάλλουμε τους Χαιρετισμούς στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Και βέβαια δεν είναι εφικτό να αναλύσουμε όλες τις λατρευτικές Ακολουθίες σε μία μόνο μελέτη. Γι’ αυτό θα περιοριστούμε στον σχολιασμό του Μεγάλου Αποδείπνου.
Η διάρκεια της νύκτας αποτελούσε πάντοτε μια ευκαιρία σχέσεως και επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος εκείνη τη στιγμή περιέρχεται σε μια δυνατότητα απομάκρυνσης από την γή, ώστε να αναπτύξη την πορεία του στον ουρανό. Και ο ίδιος ο Κύριος πολλές φορές προσευχόταν το βράδυ “καί ήν διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού” (Λουκ.,β.12). Έτσι η Εκκλησία αντιλαμβανομένη αυτήν την ανάγκη του ανθρώπου τοποθέτησε δίπλα στην προσωπική προσευχή μια κοινή προσευχή, που ονομάζεται Απόδειπνο. Ονομάστηκε Απόδειπνο, γιατί καθορίστηκε να τελείται μετά το βραδινό δείπνο.
Μετά τον ΙΔ` αιώνα φάνηκε επιτακτική η ανάγκη συντόμευσης του Αποδείπνου, που με την πάροδο των χρόνων και με την συνεχή προσθήκη ευχών απέκτησε πλέον μεγάλη διάρκεια. Τελικά επικράτησε η Ακολουθία του Μικρού Αποδείπνου, το οποίο διαβάζεται κατά το μεγαλύτερο διάστημα του έτους. Η παλαιότερη και εκτενέστερη Ακολουθία επικράτησε να διαβάζεται κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ονομάζεται Μέγα Απόδειπνο. Και επειδή η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι κατανυκτικότερη, η Ακολουθία αυτή “συνιστά δέηση για την άφεση των αμαρτιών της ημέρας και την ασκανδάλιστη διέλευση της νύχτας”.
Το Μέγα Απόδειπνο αναγινώσκεται το βράδυ της Δευτέρας, Τρίτης, Πέμπτης, στην διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Το απόγευμα της Τετάρτης τελείται η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, ενώ την Παρασκευή το απόγευμα, όπως είπαμε και παραπάνω, ψάλλονται οι Χαιρετισμοί στην Υπεραγία Θεοτόκο. Το βράδυ του Σαββάτου τελείται το Μικρό Απόδειπνο. Στα Μοναστήρια το Μικρό Απόδειπνο διαβάζεται στον νάρθηκα του Καθολικού. Το Μεγάλο Απόδειπνο σε όλη τη διάρκεια διαβάζεται στον κυρίως Ναό.
Ο πιστός με την βοήθεια των Ψαλμών και των ευχών του Μεγάλου Αποδείπνου κάνει κάποιον απολογισμό των γεγονότων της ημέρας που πέρασε. Αυτή η αυτοκριτική θα τον βοηθήση να συντριβή και να μετανοήση για τις πνευματικές του αστοχίες: “Λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω”. (Ψαλμ.στ`)
Στη διάρκεια του Μεγάλου Αποδείπνου ψάλλουμε δύο αρχαίους ύμνους της Εκκλησίας μας: “Μεθ’ ημών ο Θεός γνώτε έθνη και ηττάσθε ότι μεθ’ ημών ο Θεός”, προέρχεται από την ωδή του Ησαΐα, που βρίσκεται στο 9οκεφάλαιο της Παλαιάς Διαθήκης. Ακόμη ψάλλουμε το παρακάτω ποίημα: “Η ασώματος φύσις τα Χερουβείμ, ασιγήτοις σε ύμνοις δοξολογεί..” Πρόκειται για μια δοξολογία προς τον Θεό Πατέρα, η οποία αποτελεί έκφραση της ψυχικής ανάτασης του ανθρώπου στον Θεό. Ο άνθρωπος με αυτό το δοξολογικό ποίημα αισθάνεται πλέον εγκαταλελειμμένος στη χάρη και το έλεος του Θεού.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η άφατος φιλανθρωπία του Θεού επεκτείνεται ακόμη και όταν ο άνθρωπος κοιμάται. Αυτήν την πραγματικότητα τονίζει και η παρακάτω ευχή: “Κύριε, Κύριε, ο ρυσάμενος ημάς από παντός βέλους πετομένου ημέρας....καταξίωσον ημάς και το νυκτερινόν στάδιον αμέμπτως διελθείν”.
Γιατί μόνον ο Θεός μπορεί να εξασφαλίση την πραγματική αρωγή στο πλάσμα του σε όλα τα στάδια και ειδικά όταν δοκιμάζεται. Γιατί ο άνθρωπος δοκιμάζεται και θλίβεται ημέρα και νύκτα, ώστε να προσφωνή: “Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού, άλλον γαρ εκτός Σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν, Κύριε των δυνάμεων ελέησον ημάς”.

Εσπερινός της Συγχωρήσεως

0 σχόλια



Περί συγχωρήσεως 


 
Η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Σαρακοστής είναι γεμάτη από χάρη γιατί η Εκκλησία του Θεού, σε όλη τη γη, κάνει ένα μεγάλο αγώνα για πνευματική ανανέωση. Πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Θεό που και μείς, ως ταπεινά μέλη της μεγάλης Εκκλησίας του Χριστού, μπαίνουμε μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία της χάριτος πού βασιλεύει μέσα στην Εκκλησία Του. Μόνο με τη χάρη του Θεού είναι δυνατό να επιτελέσουμε το έργο της ανακαινίσεως μας, της αναγεννήσεως μας της πνευματικής. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(1), λέει ο Κύριος. Χρειαζόμαστε τη χάρη του Θεού, με την όποια είναι γεμάτη αύτη η περίοδος, για να βρούμε την καρδιά μας, για να ζήσει πάλι η καρδιά μας, και να αισθανθεί τη μεγάλη αγάπη του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η προσέγγιση μας στον Χριστό και η ανανέωση της ζωής μας με την αίσθηση της Παρουσίας Του μέσα στην καρδιά μας, είναι για μας το Πάσχα το αιώνιο.
Για όλα τα μεγάλα που θέλει να κάνει μαζί μας ο Κύριος, για όλη την τιμή που μας κάνει να θέλει να μας θεωρεί Γιους Του, βάζει έναν ορό στη ζωή μας. Αυτόν τον ορό τον επαναλαμβάνουμε κάθε μέρα όταν λέμε την Κυριακή Προσευχή, το Πάτερ ημών: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Για να συγχωρέσει ο Θεός τις αμαρτίες μας, να μας δώσει τη χάρη Του, ώστε να βρούμε τη βαθιά καρδιά μας και να εργαστούμε τη σωτηρία μας, μας βάζει μόνο ένα όρο. Σαν να είμαστε ίσοι λέει: «αν εσείς συγχωρήσετε τους ανθρώπους θα συγχωρήσω και εγώ εσάς». Τι μεγάλη τιμή μας κάνει ο Θεός! Διότι Αυτός είναι ο αιώνιος Θεός, ο Παντοκάτωρ, ο Δημιουργός μας και Σωτήρας μας, ενώ εμείς είμαστε ταπεινά και πεπτωκότα πλάσματα, ξεπεσμένοι άνθρωποι.
Για ν’ ανοίξει η καρδιά μας στη χάρη του Θεού πρέπει να συγχωρήσουμε τους συνανθρώπους μας. Να μην υπάρχει στην καρδιά μας ψυχρότητα για κανένα άνθρωπο. Οπωσδήποτε όταν φταίξουμε σε κάποιον πρέπει να ζητήσουμε συγχώρεση. Αυτό το κάνουν και οι άνθρωποι έξω από την Εκκλησία. Άλλα από μας που θέλουμε να είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, παιδιά του Θεού μέσα στην Εκκλησία, ζητάει κάτι παραπάνω. Όταν, λέει ο Κύριος, ερχόμαστε μπροστά στο θυσιαστήριο Του. στο ναό Του, για να προσφέρουμε δώρα στον Θεό, πρέπει να είμαστε συμφιλιωμένοι με όλους. Και αν κάποιος έχει κάτι εναντίον μας, δηλαδή αν κάποιος έχει μια εχθρότητα και μια ψυχρότητα, πριν να προσφέρουμε το δώρο μας πρέπει να προσπαθήσουμε τουλάχιστον να συμφιλιωθούμε μαζί του. Ακόμα και όταν κάποιος, για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνουμε, έχει μια ψυχρότητα απέναντι μας, ένα παράπονο, πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους να τον αναπαύσουμε. Κάνοντας αυτό ίσως συγκινήσουμε τον αδελφό μας. Θα μαλακώσει και εκείνου η καρδιά, θ’ ανοίξει για τη χάρη του Θεού και θ’ αρχίσει και η δική του πνευματική αναγέννηση. Τότε γίνεται αυτό που θέλει ο Θεός από εμάς. Να γίνουμε συνεργοί Του σ’ αυτό το μεγαλειώδες έργο της σωτηρίας όλων των ανθρώπων. Γι’ αυτό μας έδωσε εντολές, όπως για παράδειγμα: «αν κάποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε δύο μίλια μαζί του», και «αν κάποιος σου ζητήσει τον χιτώνα δώστου και το ιμάτιο»(2). Αν κάνουμε έτσι, οι άλλοι οπωσδήποτε θα συγκινηθούν και, όταν ακούσουν ότι ανήκουμε στον Χριστό, ότι είμαστε δούλοι του Χριστού (δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είμαστε δικοί Του, μέλη της Σαρκός Του), θα ζητήσουν και αυτοί να γνωρίσουν έναν τόσο αγαθό και φιλάνθρωπο Θεό πού μέσα στους δούλους Του δείχνει τέτοια αρετή, τέτοια ανιδιοτελή αγάπη.
Πρέπει να έχουμε τη συνείδηση μας συμφιλιωμένη με όλους τους ανθρώπους όταν ερχόμαστε στον Θεό να προσφέρουμε τα δώρα μας. Όταν ερχόμαστε να επιτελέσουμε τον αγώνα της ανακαινίσεως μας, της αναγεννήσεως μας, της ανανεώσεως μας της πνευματικής. Είμαστε όλοι μέλη του Σώματος του Χριστού. Δεν μπορούμε να ζούμε όπως θέλουμε. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε πολλές φορές αμαρτάνουμε και επιβαρύνουμε όλα τα άλλα μέλη του ίδιου Σώματος. Όταν πάσχει ένα μέλος, λέει ο απόστολος, συμπάσχουν όλα τα άλλα μέλη. Και όταν ένα μέλος έχει υγεία, έχει ευρωστία πνευματική, μεταδίδει αύτη τη δύναμη και στα υπόλοιπα μέλη του Σώματος του Χριστού. Ο απόστολος Παύλος λέει, όταν ερχόμαστε στην Εκκλησία για να απαρτίσουμε και να φανερώσουμε αυτό το θαυμαστό Σώμα του Οποίου κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός, πρέπει ο καθένας από μας να φέρει ότι καλύτερο έχει. Ό,τι καλύτερο δώρο έχει να το προσφέρει στον Θεό και στην υπηρεσία των αδελφών του. Ο καθένας πού έρχεται στην Λειτουργία, στην εκκλησία, πρέπει να έρχεται με την καρδιά του γεμάτη από αγαθές διαθέσεις, από ζωντανή πίστη, όπως την πίστη που είχε ο Αβραάμ. Να έρχεται γεμάτος με ταπείνωση, με διαθέσεις πνευματικές, γεμάτος από αγάπη για τον Θεό και για όλους τους ανθρώπους. Ό,τι καλύτερη διάθεση και αίσθημα υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη ζωή, πρέπει να το φέρει μέσα στην καρδιά του και, να το συνεισφέρει σ’ αυτήν την αγία σύναξη της Λειτουργίας. Όταν ερχόμαστε όλοι με τέτοιες καλές και αγαθές διαθέσεις, με γεμάτη την καρδιά μας από προσευχή, από πίστη, από μετάνοια, τότε θα δημιουργηθεί αυτό που λέει ο απόστολος, ένας παροξυσμός αγάπης για έργα αγαθά. Δηλαδή θα βλέπουμε ο ένας τον άλλο και θα παροξύνουμε, θα προτρέπουμε ο ένας τον άλλο μέσα σ’ ένα πνεύμα αγάπης για έργα πού θα συμβάλλουν για τη σωτηρία μας. Αύτη ήτανε η αποστολική εκκλησία πού περιγράφει ο απόστολος.
Όταν σκεφτούμε αυτό βλέπουμε πόσο πταίστες είμαστε. Πόσες φορές ερχόμαστε στην εκκλησία γεμάτοι από κακές σκέψεις, γεμάτοι από βάρος στην ψυχή μας για τυχόν πράξεις μας πού δεν αρμόζουν στα μέλη του Χριστού. Πόσες φορές ερχόμαστε με το πνεύμα της ακηδίας και αυτό είναι ένα βάρος πού φέρουμε μέσα μας. Ερχόμαστε και αντί να φέρουμε δώρα στον Θεό, φέρουμε σ’ αυτήν την αγία σύναξη τα βάρη των δικών μας πλημμελημάτων και επιβαρύνουμε όλο το Σώμα της Εκκλησίας. Πόσο γινόμαστε πταίστες ο ένας απέναντι όλων! Πταίουμε και αδικούμε τον Θεό, πταίουμε και αδικούμε και όλη την συναγωγή μας, όλη τη σύναξη, όλο το Σώμα του Χριστού.
Τώρα πού βρισκόμαστε στα πρόθυρα της Μεγάλης Σαρακοστής είναι ευκαιρία να ζητήσουμε συγχώρεση ο ένας από τον άλλο και όλοι μαζί να ζητήσουμε συγχώρεση από τον Θεό, για όλα πού έχουμε πταίσει, είτε πού γνωρίζουμε, είτε πού δεν γνωρίζουμε. Είτε πού έχουμε φταίξει ο ένας στον άλλο, είτε πού έχουμε φταίξει γενικά απέναντι σ’ αυτό το θαυμαστό και άγιο και μεγαλειώδες Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Διότι δεν προσέξαμε την παράσταση μας ενώπιον του Θεού μέσα στην Λειτουργία.
Η προετοιμασία θα μας βοηθήσει πρακτικά. Όταν έχουμε σκοπό να παρασταθούμε ενώπιον του Κυρίου την Κυριακή, από το Σαββάτο πρέπει αυτό να μας κατέχει. Ν’ αρχίσουμε τις προσευχές μας, ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με ποιο καλύτερο τρόπο θα παρασταθούμε ενώπιον του Κυρίου, ώστε να ανανεώσει τη ζωή μας και να φύγουμε με χαρά, μεθυσμένοι από την αγία παρηγοριά του Θεού. Πολλές φορές είμαστε γεμάτοι από κοσμικές μέριμνες μέχρι τα μεσάνυχτα, ή και πέρα, του Σαββάτου, ή παρακολουθούμε θεάματα κοσμικά και γεμίζει ο νους και η καρδιά μας με ένα σωρό εντυπώσεις, με ένα σωρό διαθέσεις αρνητικές και την επόμενη ερχόμαστε μ’ αυτό το πνεύμα της ακηδίας στον ναό του Θεού και επιβαρύνουμε όλους τους αδελφούς μας με αυτό πού φέρουμε στην καρδιά μας. Αντί να έρθουμε με τις καλύτερες πνευματικές διαθέσεις και να υπηρετήσουμε και την δική μας σωτηρία και να βοηθήσουμε και τους αδελφούς μας. Βλέπετε πώς μπορούμε να φταίμε μπροστά στον Θεό και μπροστά σ’ αυτό το άγιο Σώμα, πού είμαστε όλοι, του Χριστού; Όταν η παράσταση μας δεν προσφέρει στον Θεό ό,τι καλύτερο μπορούμε να έχουμε μέσα στην καρδιά μας.
Γι’ αυτούς τους λόγους και ίσως και για πολλούς άλλους, πρέπει με μεγάλη ταπείνωση και με μεγάλο φόβο να ζητήσουμε συγχώρεση από τον Θεό, διότι Τον αδικούμε. Έπρεπε να είμαστε καλύτεροι απέναντι Του. Έπρεπε να Του προσφέρουμε ο,τι υπάρχει αγιότερο, σεμνότερο, δικαιότερο, ο,τι υπάρχει καλύτερο, όταν ερχόμαστε να παρασταθούμε ενώπιον Του. Να ζητήσουμε συγχώρεση επίσης από τους αδελφούς μας, διότι τους επιβαρύνουμε με τα δικά μας πλημμελήματα, με τα δικά μας πταίσματα. Αντί να τους μεταδίδουμε χαρά, ζωή και ειρήνη, τους μεταδίδουμε το βαρύ πνεύμα της ακηδίας πού έχουμε μέσα μας, της ραθυμίας της πνευματικής. Έπρεπε η κάθε επαφή μας να είναι ένα άνοιγμα ζωής και από εμάς και από αυτούς, ώστε ο Θεός να το βλέπει αυτό, να ευαρεστείται και να ευλογεί όλη τη συναγωγή Του, να την επισκιάζει με το Πνεύμα Του το Άγιο. Να μην αφήνει κανένα από τους αδελφούς μας πού είναι παρόντες, πού επιτελούν αυτήν την παράσταση, να φύγει από τον ναό του Θεού χωρίς την άφθαρτη παρηγοριά του Πνεύματος Του. Αυτός είναι ο σκοπός της παραστάσεως μας ενώπιον του Θεού.
Τώρα που τη Μεγάλη Σαρακοστή σκοπεύουμε να κάνουμε μια παράσταση ενώπιον του Θεού με την μετάνοια μας, με τις προσευχές μας, με όλη την ένταση της ζωής πού έχει αύτη η περίοδος, ας παρακαλούμε τον Θεό να συγχωρέσει όλες τις αμαρτίες πού κάναμε απέναντι Του και απέναντι στους αδελφούς μας και να μας δώσει αυτήν την περίοδο ό,τι καλύτερο μπορούμε να έχουμε, για να δικαιώσουμε τον ερχομό μας σ’ αυτήν την ζωή και να αισθανθούμε εκείνη την θαυμαστή και άμωμη αγάπη του Χριστού να ζωοποιεί την καρδιά μας. Αυτό θα είναι για μας το Πάσχα του Χριστού, το Πάσχα το αιώνιο.
Αρχίζουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή και να θυμώμαστε ότι ο Θεός μας κάνει μια μεγάλη τιμή, μας δίνει μια μεγάλη ευκαιρία ν’ ανανεώσουμε την ζωή μας, να κάνουμε την παράσταση μας απέναντι Του και να γεμίσει Αυτός την καρδιά μας με την άφθαρτη παρηγοριά του Πνεύματος Του και την θεία και άμωμη αγάπη Του. Αύτη είναι η μόνη πού μπορεί να ζωοποιήσει και να αναστήσει τις ψυχές μας. Αμήν.
1. Ιωάν. 15,5.
2. Βλ. Ματθ. 5,40-41.
Πηγή: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΗΡΥΞ» (Περιοδικό της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας), αρ. τεύχους  256-257, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2010

23 Φεβρουαρίου Καθαρά Δευτέρα , αρχή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και μνήμη του Αγίου ενδόξου ιερομάρτυρος Πολυκάρπου επισκόπου Σμύρνης

0 σχόλια


Άγιος ιερομάρτυρας Πολύκαρπος 

 

  
23 Φεβρουαρίου, η Εκκλησία εορτάζει την ιερή μνήμη του αγίου ιερομάρτυρα Πολυκάρπου επισκόπου Σμύρνης. Ο άγιος Πολύκαρπος μαρτύρησε το 156 μετά Χριστόν, σε ηλικία ενενήντα ετών. Ήταν μαθητής του αποστόλου και ευαγγελιστή Ιωάννη και φίλος του αγίου ιερομάρτυρα Ιγνατίου επισκόπου Αντιοχείας. Όταν ο άγιος Ιγνάτιος περνούσε από τη Σμύρνη, οδηγούμενος στη Ρώμη όπου μαρτύρησε στον ιππόδρομο, ο άγιος Πολύκαρπος ασπάσθηκε τις αλυσίδες, με τις οποίες τον είχαν δεμένο σαν κακούργο και τον αποχαιρέτισε με δάκρυα. Ο άγιος Ειρηναίος, μαθητής του αγίου Πολυκάρπου, λέει για το δάσκαλό του· «Νομίζω πως ακόμα τον ακούω να μας διηγείται πως ωμιλούσε με τον Ιωάννη και τους άλλους αυτόπτες μάρτυρες του Κυρίου»,
Ο άγιος λοιπόν Πολύκαρπος είναι από τους Επισκόπους της Εκκλησίας αμέσως μετά τους αγίους Αποστόλους. Σώζεται το Μαρτύριό του, σε ένα αρχαίο κείμενο, που ομιλεί για το πώς συνελήφθη και δικάστηκε και θανατώθηκε ο Άγιος. Εκεί λοιπόν ο άγιος Πολύκαρπος ονομάζεται «διδάσκαλος αποστολικός και προφητικός, επίσκοπος της εν Σμύρνη καθολικής Εκκλησίας». Το μεταποστολικό αυτό κείμενο πρέπει να γράφτηκε μέσα σε δέκα χρόνια από το θάνατο του αγίου Πολυκάρπου από αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων. Βλέπομε λοιπόν εκεί όχι μόνο τη μαρτυρική τελείωση του αγίου, αλλά και τον τρόπο γενικά, με τον οποίο στους διωγμούς πιάνονταν οι Άγιοι κι έδιναν τη ζωή τους για την πίστη τους.
Σύμφωνα πάντα με το Μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου, σε μια εξέγερση των Εβραίων και των ειδωλολατρών εναντίον των χριστιανών, ο Άγιος κρύφτηκε από τους πιστούς στα περίχωρα της Σμύρνης. Ο εξαγριωμένος όχλος φώναζε· «Αίρε  τους αθέους! Ζητείσθω ο Πολύκαρπος!». Άθεοι ήσαν οι χριστιανοί, κι ο Πολύκαρπος ο υπεύθυνος της Εκκλησίας. Μια νύχτα τότε, ο άγιος Πολύκαρπος είδε όνειρο πως καιγόταν το προσκέφαλό του· προβλέποντας το μαρτυρικό θάνατό του, είπε το πρωί στους χριστιανούς·  «η βουλή τού Θεού είναι να καώ ζωντανός». Οι διώκτες ανακάλυψαν κι έπιασαν τον Άγιο την ώρα που προσευχότανε και, καθώς λέγει το αρχαίο κείμενο, «τον κάθισαν σ’ ένα υποζύγιο και τον έφεραν στην πόλη», κι η ημέρα ήταν Μέγα Σάββατο.
Πολλοί από εκείνους που πήγαν να πιάσουν τον άγιο Πολύκαρπο μετανόησαν, όταν τον είδαν ένα τέτοιο σεβαστό γέροντα να προσεύχεται. Αλλά ο ανακριτής ύστερα προχώρησε στο έργο του. «Τί κακό είναι τάχα», είπε στον Άγιο, «να αποδώσεις τιμή στον Καίσαρα και να θυσιάσεις στους Θεούς για να σωθείς;». Κι ο άγιος Πολύκαρπος με θάρρος και αποφασιστικότητα απάντησε· «δεν θα κάνω αυτό που με συμβουλεύετε». Ο ανακριτής και δικαστής συνέχισε· «Σεβάσου την ηλικία σου. Ορκίσου στο βασιλιά. Ορκίσου και θα σε απολύσω. Βρίσε το Χριστό». Αυτές ήσαν οι στερεότυπες προτροπές και υποσχέσεις σε κάθε ανάκριση και δίκη των χριστιανών.
Σε όλα αυτά ο γέροντας επίσκοπος απάντησε· «Ογδόντα έξη χρόνια υπηρετώ το Χριστό και δεν με αδίκησε σε τίποτε, πώς μπορώ να βλασφημήσω το Σωτήρα μου;». Αμέσως ύστερα ο δημόσιος κήρυκας φώναξε στο λαό· «Ο Πολύκαρπος ομολόγησε πως είναι χριστιανός!». Κι ο λαός, έτοιμος όπως πάντα, έριξε τη ψήφο του· «Αυτός είναι ο διδάσκαλος της Ασίας, ο πατέρας των χριστιανών, που κατάργησε τους θεούς μας, που διδάσκει να μην τους προσκυνούν!». Στο τέλος, αληθεύοντας το όνειρο, η απόφαση ελήφθη· ο Πολύκαρπος να καεί ζωντανός. Όταν πήγαν να τον δέσουν στο στύλο για να βάλουν γύρω του φωτιά, ο Πολύκαρπος είπε· «Αφήστε με, ανάψτε τα ξύλα και πέφτω μόνος μου στη φωτιά». Όταν σε λίγο φούντωσαν οι φλόγες, έκαναν σαν καμάρα επάνω από το γηραλέο σώμα και δεν το έκαιγαν, παρόμοια σαν τους τρεις παίδες στη Βαβυλώνα. Στο τέλος ο δήμιος με το μαχαίρι πήρε το λευκόμαλλο κεφάλι του αγίου επισκόπου.
Ένα Μέγα Σάββατο, που ξημέρωνε στην ημέρα της Ανάστασης, ο αποστολικός διδάσκαλος και επίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος «ετελειώθη δι’ αίματος» και κοιμήθηκε για να εγερθεί «εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα». Όταν έμπαινε στο στάδιο, μια φωνή που την άκουσαν όσοι πιστοί τον συνόδευαν, ήλθε από τον ουρανό. «Ίσχυε Πολύκαρπε, και ανδρίζου!». Ήταν η φωνή εκείνου, που λέγει στην “Αποκάλυψη” «…εγενόμην νεκρός, και ιδού ζων είμι εις τους αιώνας των αιώνων». Η ίδια φωνή, που λέγει και προς τον άγγελο «της εν Σμύρνη Εκκλησίας»· «Γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσοί σοι τον στέφανον της ζωής». Αμήν.
(«Εικόνες έμψυχοι», +Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης)