ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

31 Οκτωβρίου μνήμη των Αγίων αποστόλων εκ των Εβδομήκοντα Στάχυος , Απελλού και Αριστοβούλου

0 σχόλια

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΣΤΑΧΥΣ, ΑΠΕΛΛΗΣ, ΑΜΠΛΙΑΣ, ΟΥΡΒΑΝΟΣ, ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ

 

«Από αυτούς, ο μεν άγιος Στάχυς προχειρίζεται επίσκοπος του Βυζαντίου από τον απόστολο Ανδρέα. Οικοδόμησε δε και Εκκλησία στην Αργυρούπολη, στην οποία συναθροίζονταν πλήθη Χριστιανών όχι λίγα, και τους δίδασκε. Κι αφού έζησε έτσι επί δεκαέξι χρόνια, εκοιμήθη εν ειρήνη. Ο  Απελλής έγινε επίσκοπος Ηρακλείας. Κι αφού οδήγησε πολλούς στον Χριστό, είχε τέλος μακάριο. Οι  άγιοι Αμπλίας και Ουρβανός, αφού έγιναν και αυτοί επίσκοποι από τον ίδιο απόστολο Ανδρέα, ο μεν Αμπλίας της Οδυσσούπολης, ο δε Ουρβανός της Μακεδονίας, φονεύτηκαν από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες λόγω της ομολογίας τους για τον Χριστό και της καταστροφής των ειδώλων. Έτσι παρέδωσαν τις μακάριες ψυχές τους στον Θεό. Ο Νάρκισσος καταστάθηκε επίσκοπος των Αθηνών. Βασανίστηκε με διαφόρους τρόπους για την πίστη του και παρέδωσε κι αυτός την ψυχή του στον Θεό, για τον Οποίο έχυσε το αίμα του με προθυμία. Ο Αριστόβουλος, αφού χειροτονήθηκε και αυτός ποιμένας λογικών προβάτων, κήρυσσε τον Χριστό σε όλους, οπότε έλαβε μισθό αντάξιο των κόπων του».
Οι άγιοι αυτοί απόστολοι, ανήκοντας στον κύκλο των εβδομήκοντα μαθητών του Κυρίου, είχαν τη μοναδική και εξαίρετη ευλογία να είναι  και αυτοί κοντά στον Διδάσκαλό τους και να έχουν λάβει τη χάρη της Πεντηκοστής. Δεν βρίσκονται βεβαίως στο ύψος των δώδεκα αποστόλων, μέσα στο στερέωμα της Εκκλησίας μας, αλλά, έστω σε δεύτερο «πλάνο», λειτουργώντας εν  υπακοή των εντολών του ίδιου του Κυρίου, άρα ακολουθώντας τα ίχνη Του, αποτελούν καθηγητές των πιστών για να ζουν με την ορθή πίστη. Όπως το σημειώνει ο άγιος υμνογράφος: «Ίχνεσιν επόμενοι Χριστού, του σαρκωθέντος δι’ οίκτον Πανόλβιοι, τούτου τε προστάξεσι, θεαρχικαίς καθυπουργούντες ώφθητε, πάντων πλανωμένων, καθηγηταί προς ευσέβειαν». (Ακολουθώντας τα ίχνη του Χριστού, που σαρκώθηκε για εμάς από αγάπη, μακάριοι, και υπακούοντας στις θεϊκές Του προσταγές, φανήκατε καθηγητές όλων των πλανωμένων για την αληθινή πίστη).
 Έτσι και οι απόστολοι αυτοί έγιναν μάρτυρες Κυρίου, που απεστάλησαν από Αυτόν στον κόσμο, για να «θρέψουν» τους ανθρώπους με την τροφή του λόγου του Θεού, σε εποχή μάλιστα που αυτοί λιμοκτονούσαν από την έλλειψη της ορθής πίστεως. «Ωράθης λόγω γνώσεως, τους τω λιμώ τακέντας της πίστεως, εκτρέφων, Στάχυ θεομακάριστε, και τροφής της κρείττονος κοινωνούς εν χάριτι, εργαζόμενος σθένει του Πνεύματος». (Φάνηκες να εκτρέφεις, Στάχυ θεομακάριστε, με τον λόγο της γνώσης του Θεού, αυτούς που έλιωσαν από την πείνα της πίστης, και να τους κάνεις, με τη δύναμη και τη χάρη του Θεού, κοινωνούς της ανώτερης τροφής). Πράγματι, ο λόγος του Θεού συνιστά τροφή για τον άνθρωπο, ενώ η έλλειψή της οδηγεί σε πνευματική λιμοκτονία, κάτι που ήδη από την Παλαιά Διαθήκη είχε εξαγγελθεί διά στόματος των Προφητών: «λιμός του ακούσαι τω Κυρίω», μαρτυρήθηκε δε έντονα και από τον ίδιο τον Κύριο, κατά τον πρώτο πειρασμό που δέχτηκε μετά τη Βάπτισή Του στη έρημο από τον διάβολο: «ουκ επ’  άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’  επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».  Πόσο άραγε έχουμε συνειδητοποιήσει την αλήθεια αυτή και εμείς οι θεωρούμενοι πιστοί χριστιανοί; Πόσο με άλλα λόγια μελετούμε το Ευαγγέλιο, μελετούμε τα λόγια δηλαδή του Κυρίου και των αγίων Του αποστόλων, μελετούμε το «ενσαρκωμένο» ευαγγέλιο -  τους βίους των αγίων της Εκκλησίας μας - μελετούμε εκείνους που  ερμήνευσαν με φωτισμό του Θεού την Αγία Γραφή -  τους Πατέρες μας; Δεν  είναι κρίμα μάλιστα σε εποχή που σπείρεται πλούσια ο λόγος του Θεού, να υπάρχουν εν Χριστώ αδελφοί μας, οι οποίοι κυριολεκτικά λιμοκτονούν πνευματικά;
Οι άγιοι απόστολοι αυτοί λοιπόν σήμερα μας υπενθυμίζουν αυτήν τη μεγάλη αλήθεια. Κι ο άγιος υμνογράφος την επιτείνει ακόμη περισσότερο: οι άγιοι είναι σαν το σωτηριώδες ρεύμα  ενός ποταμού, που γλιτώνει από τα «βρωμόνερα» της πλάνης και ποτίζει τους πιστούς με τη χάρη του Θεού. «Καθάπερ ρεύμα, Ουρβανέ, σωτηριώδες, τα πικρά και άποτα νάματα αποσοβών, και καταρδεύων εν χάριτι των ευσεβούντων το πλήρωμα». Μία εικόνα που παραπέμπει στον άθλο του Ηρακλή, όταν καθάρισε τους κόπρους του Αυγεία. Που σημαίνει: κάθε φορά που εμβαπτιζόμαστε στη διδασκαλία των αγίων αποστόλων, πρέπει να έχουμε αυτήν την πεποίθηση, η οποία στον καλοπροαίρετο άνθρωπο γίνεται βεβαιότητα πνευματικής αίσθησης: ότι μπαίνουμε σε ένα λουτρό, για να καθαριστούμε και να ανανεωθούμε. Ή: ότι αλατιζόμαστε με εκείνο το πνευματικό αλάτι, ώστε να μη φτάνουμε στο σημείο της σαπίλας της πλάνης. «Τω νοστίμω άλατι των σων, Αμπλία, διδαγμάτων, της πλάνης σηπεδόνα απεκάθηρας»

 

0 σχόλια


30 Οκτωβρίου μνήμη των Αγίων αυταδέλφων μαρτύρων Ζηνοβίου και Ζηνοβίας

0 σχόλια

Άγιοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία τα αδέλφια

Άγιοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία τα αδέλφια
Άγιοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία τα αδέλφια



Βιογραφία

Οι Άγιοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία έζησαν και μαρτύρησαν την εποχή του Διοκλητιανού. Τα δύο αδέρφια κατάγονταν από τις Αίγες της Κιλικίας και προέρχονταν από οικογένεια πλούσια και ευσεβή. Ο Ζηνόβιος ήταν ιατρός και εξασκούσε την επιστήμη του αφιλοκερδώς. Τα δύο αδέρφια ασκούσαν μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και αυτό προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών και συγκεκριμένα του ηγεμόνα Λυσία, ο οποίος διέταξε τη σύλληψη του Ζηνόβιου. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του προσήλθε οικειοθελώς στις αρχές και η αδερφή του η Ζηνοβία με την επιθυμία να συμμαρτυρήσει με τον αδελφό της. Και οι δύο θανατώθηκαν με αποκεφαλισμό κατόπιν βασανιστηρίων το 285 μ.Χ.

Σημείωση: Κατ' άλλη εκδοχή ο Ζηνόβιος μαρτύρησε επί Διοκλητιανού. Γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς τον Ζηνόδοτο και τη Θέκλα, και πως, όταν μεγάλωσε έγινε επίσκοπος Αιγών, επιτελώντας πολλά θαύματα.

Απολυτίκιον 
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείοι αυτάδελφοι ομονοούντες καλώς, Ζηνόβιε ένδοξε και Ζηνοβία σεμνή, συμφώνως ηθλήσατε• όθεν και των στεφανών των αφθάρτων τυχόντες, δόξης ακαταλύτου ηξιώθητε, άμα εκλάμποντες τοις εν κόσμω χάριν ιάσεων.

 Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’. Ως απαρχάς.
Τους αληθείας Μάρτυρας, και ευσεβείας κήρυκας, των αδελφών την δυάδα τιμήσωμεν, εν θεοπνεύστοις άσμασι, τον Zηvόβιοv άμα τη σεπτή Zηνοβία, ομού βιώσαντας, και δια μαρτυρίου τευξαμένους στέφος άφθαρτον.

Ο Οίκος
Τον γενναίον και μέγαν Ζηνόβιον, εν ασμάτων ωδαίς ευφημήσωμεν, και συν αυτώ την παρθένον και άσπιλον Ζηνοβίαν• υπάρχει γαρ σύναθλος. Ούτοι καθείλον εχθρού φρυάγματα, την δε πίστιν Χριστού κατετράνωσαν• διο περιφανώς εκομίσαντο, ουρανόθεν αξίως παρά Θεού, στέφος άφθαρτον.

29 Oκτωβρίου μνήμη της Αγίας Οσιοάθλου Παρθενομάρτυρος Αναστασίας της Ρωμαίας

0 σχόλια

Αγία Αναστασία η Ρωμαία


 Αγία Αναστασία η Ρωμαία - Καζακίδου Μαρία© (byzantineartkazakidou. blogspot.com) Πηγή:saint.gr

Αγία Αναστασία η Ρωμαία – Καζακίδου Μαρία© (byzantineartkazakidou. blogspot.com) Πηγή:saint.gr
 
 
Συμεών του Μεταφραστού, μαρτύριον της αγίας ενδόξου οσιοπαρθενομάρτυρος Αναστασίας της Ρωμαίας

Δύο Αναστασίες βρίσκουμε στους βίους των Αγίων, που ήσαν και οι δύο επιφανείς και ξακουστές για την φήμη του γένους τους και για την ομολογία της πίστεώς τους, ήσαν δε και οι δύο από την περιφανή Ρώμη.
Η πρώτη παντρεύτηκε διά της βίας από τους γονείς της, και δεν συνευρέθηκε με τον άνδρα της, ούτε καν κοιμήθηκε μαζί του, γιατί ήταν ειδωλολάτρης, με την πρόφασι πως ήταν τάχα άρρωστη. Έτσι φύλαξε άφθαρτη την παρθενία της, διότι λίγες ημέρες αργότερα πέθανε ο άνδρας της. Ως εκ τούτου, πέρασε όλη τη ζωή της ασκητικά, με σωφροσύνη και με όλες τις αρετές, δίνοντας όλο το βιός της ελεημοσύνη στους φτωχούς. Επισκεπτόταν στα δεσμωτήρια τους άγιους μάρτυρες, τους παρακινούσε να υπομένουν τα βάσανα για τον Κύριο, τους νουθετούσε και τους βοηθούσε στις βιωτικές ανάγκες τους.
Όταν πλέον τους εφόνευαν οι τύραννοι, έκλεβε τα ιερά τους λείψανα και τα ενταφίαζε με ευλάβεια κι αγάπη. Ενώ έκανε αυτή την καθημερινή εργασία, τόμαθαν οι ασεβείς, και τελειώθηκε διά πυρός, ανεβαίνοντας προς τον Κύριο ως οσμή ευωδίας. Επιτελούμε τη μνήμη της στις 22 Δεκεμβρίου.

Η δεύτερη αγία Αναστασία δεν παντρεύτηκε καθόλου, ούτε αγάπησε τους κοσμικούς θορύβους. Τον Χριστό επόθησε από μικρή, και σήκωσε τον χρηστό και γλυκύτατο ζυγό Του, και βάσταξε το ελαφρό φορτίο Του, δηλαδή έγινε μοναχή. Ύστερα πάλι αξιώθηκε να μαρτυρήση, και υπέμεινε διάφορα και πάνδεινα βασανιστήρια με πολλή ανδρεία και γενναιότητα για χάρη του ουρανίου Νυμφίου. Γιαυτό και δοξάστηκε πολύ από Αυτόν με τριπλό στεφάνι: ένα για την παρθενία της, δεύτερο για την άσκησί της, και τρίτο για το μαρτύριό της, καθώς θα διηγηθούμε λεπτομερώς στη συνέχεια.
Αυτή η αξιέπαινη κόρη, που φέρει το όνομα της Αναστάσεως του Θεού και Σωτήρα μας Χριστού, απαρνήθηκε πατέρα, μητέρα και συγγενείς, μίσησε πλούτο, δόξα και κάθε σωματική ηδυπάθεια, εγκατέλειψε όλα τα φθαρτά και πρόσκαιρα αγαθά, για να απολαύση τα μόνιμα και αιώνια. Είκοσι χρόνων μπήκε σε μοναστήρι, και την έκειρε μοναχή μια ενάρετη και γραμματισμένη μοναχή ονόματι Σοφία, η οποία την δίδασκε και την νουθετούσε με επιμέλεια στη μοναχική πολιτεία. Η Αναστασία πλέον, γνωστική και συνετή όντας, προέκοπτε διαρκώς με τις νουθεσίες της διδασκάλισσας και έδειχνε πολλή αρετή. Η Σοφία πάλι, βλέποντας την πνευματική της κόρη να προκόβη στον ένθεο έρωτα, δόξαζε τον Κύριο.
Ο κοινός μας εχθρός όμως φθόνησε τη γενναιότητα της κόρης, και της έδωσε μεγάλο και σφοδρότατο σαρκικό πόλεμο, για να την κάνη, όσο του ήταν δυνατό, να μισήση τη μοναχική πολιτεία, ή έστω να γίνη αμελής στην άσκησι. Αλλά η Αγία δεν χαλάρωσε διόλου στους πνευματικούς αγώνες, μάλιστα γινόταν όλο και πιο πρόθυμη. Όσο λοιπόν έβλεπε τον εχθρό και επίβουλο να την πολεμά δυνατά, τόσο πιο ανδρεία κι αυτή ανταγωνιζόταν. Έτσι νικούσε και ντρόπιαζε ολοσχερώς τον πειρασμό.
Σαν είδε αυτός πως με τέτοιο τρόπο δεν μπόρεσε να τη νικήση, βάζει ο τρισάθλιος άλλη πανουργία. Την γνωστοποίησε στους υπηρέτες του και εργάτες της ασεβείας, που είχαν τον καιρό εκείνο πολύ πόθο και φροντίδα να βασανίζουν τους χριστιανούς με ποικίλα βασανιστήρια. Τότε βασίλευε ο ασεβής Διοκλητιανός[1]. Έσπευσαν λοιπόν οι υπηρέτες και ανήγγειλαν στον ηγεμόνα Πρόβο πως η Αναστασία δεν προσκυνούσε τους θεούς τους, ούτε σεβόταν τους βασιλείς, αλλά εκήρυττε τον Χριστό ως αληθινό Θεό και Δημιουργό όλης της κτίσεως. Τότε ο Πρόβος σύναξε πολλούς ανθρώπους στο θέατρο και πρόσταξε να φέρουν τη μακαρία μπροστά του. Έτρεξαν αμέσως ασυγκράτητοι οι υπηρέτες, έσπασαν την πύλη της μονής, μπήκαν με αναισχυντία και ζήτησαν κάποια που λεγόταν Αναστασία.
Σαν είδε η διδασκάλισσα Σοφία ξαφνικά τους ορμητικούς στρατιώτες, κατάλαβε το λόγο, και τους παρακάλεσε να περιμένουν λίγη ώρα. Πήρε τότε την Αναστασία, και με δάκρυα στα μάτια πήγε κρυφά στο Ιερό θυσιαστήριο. Την έφερε μπροστά στην αγία εικόνα του Δεσπότου και της είπε:
—Κόρη μου αγαπημένη, από την ώρα που σε αναδέχθηκα για πνευματικό μου τέκνο, δεν αμέλησα καθόλου να σε διδάσκω την κατά Θεόν πολιτεία, ώσπου έφτασες πιά στην ηλικία του πληρώματος του Χριστού. Πήγαινε λοιπόν σ’ Αυτόν με αγαλλίασι. Μ’ Αυτόν σε νυμφεύω σήμερα. Σ’ Αυτόν σε προσφέρω, σ’ Αυτόν σε παραδίδω, να σε δεχθή ως άφθαρτη νύμφη Του. Ο νυμφώνας στολισμένος, ο Νυμφίος αψευδής. Άγιοι Άγγελοι παραστέκουν, να σε πάνε ως νύμφη Χριστού στους ουρανίους θαλάμους. Εκεί θα αγάλλεσαι και θα ευφραίνεσαι, μαζί Του πάντα, σ’ εκείνη την ανεκλάλητη ευφροσύνη. Βάδισε τη στενή και τεθλιμμένη οδό του μαρτυρίου. Μέσα απ’ αυτήν θα φτάση η ψυχή σου στην αιώνια άνεσι και αναψυχή. Είναι σωστό και δίκαιο, όχι μόνο να υπομείνουμε τα φοβερώτερα βασανιστήρια για την αγάπη του Χριστού, αλλά να λάβουμε και αυτόν τον θάνατο με αγαλλίασι. Αν ο ίδιος ο Κύριος και Δεσπότης μας πέθανε για χάρη μας, πως κι εμείς να μη μιμηθούμε πρόθυμα το θάνατό Του για τη σωτηρία μας; Ναί, κόρη μου αγαπημένη, δεν λογίζεται θάνατος το να πεθάνης για τον Χριστό. Είναι χαρά, ηδονή, ευφροσύνη, αγαλλίασις, λαμπρότητα, φως πιο γλυκό και πιο ωραίο από αυτό το φως. Είναι διάβασις, μετάστασις από τα φθαρτά και πρόσκαιρα στα άφθαρτα και αιώνια, από τα λυπηρά και κοπιαστικά στα ωραία και χαρμόσυνα. Τώρα πηγαίνεις στα σταθερά και μόνιμα, στα διαρκή και ατελείωτα, κόρη μου πολυαγαπημένη, να συνευφραίνεσαι με τις φρόνιμες παρθένες σ’ εκείνη την άρρητη ηδονή, την άφραστη αγαλλίασι, που διαρκεί αιωνίως και πάντοτε. Μη δειλιάσης την αυστηρότητα των τυράννων, την δριμύτητα των κολάσεων. Ο ίδιος ο Νυμφίος σου, ο Δεσπότης Χριστός, θα σου συμπαρασταθή, θα ελαφρύνη τους πόνους. Κι αν σ’ αφήση λίγο να κακοπαθήσης, για να φανή η υπομονή σου, να δοκιμασθή η πίστις σου, και να θαυμάσουν οι θεατές την ανδρεία και την προθυμία σου, πάλι δεν θα σ’ εγκαταλείψη ως το τέλος. Όταν κουραστής, θα σβήση η δριμύτητα των πόνων και των πληγών σου, θα ανατείλη φως και παρηγοριά, και δόξα Κυρίου θα σε κυκλώση.
Σαν είπε όλα αυτά η πάνσοφη Σοφία προς την Αναστασία, της απάντησε η παρθένος:
—Κάνε δέησι και ικεσία προς τον Δεσπότη μας, Μητέρα μου, για να μου στείλη εξ ύψους δύναμι και βοήθεια, ώστε να μή δειλιάσω τους βαναύσους τυράννους. Το μέν πνεύμα πρόθυμο, μα η σάρκα ασθενική, και χωρίς θεία βοήθεια δεν κατορθώνεται το αγαθό. Προσευχήσου θερμά για χάρη μου, και ανδρειωμένη με τη θεία δύναμι, θα φροντίσω να φυλάξω απαρασάλευτες όλες τις υποσχέσεις.
Αυτά είπε η παρθένος προς την διδασκάλισσα, και τότε έτρεξαν οι στρατιώτες, άρπαξαν την Αγία σαν αρνί από την μητέρα της και την πήγαν στο κριτήριο αλυσοδεμένη, αλλά και χαρούμενη. Όταν είδαν τόση ευκοσμία και ωραιότητα πάνω της οι παρευρισκόμενοι, έμειναν έκθαμβοι.
Τότε ο Πρόβος την ρώτησε:
—Πως ονομάζεσαι;
Κι εκείνη αποκρίθηκε:
—Αναστασία καλούμαι, γιατί μ’ ανέστησε ο Κύριος, για να ντροπιάσω σήμερα εσένα και τον πατέρα σου Διάβολο.
Όταν άκουσε ο Πρόβος τέτοια απότομη απόκρισι, θέλησε να μαλακώση την αυστηρότητα και την τραχύτητά της με κολακείες. Μα δεν ήξερε ο ανόητος την δυνατή πίστι στην ψυχή της, που ήταν πιο σκληρή κι απ’ το διαμάντι. Της έλεγε λοιπόν:
—Ακουσέ με, Κόρη, που σε συμβουλεύω για το συμφέρον σου. Θυσίασε στους μεγάλους θεούς, κι εγώ θα σε παντρέψω μ’ ένα πλουσιώτατο άρχοντα, θα σου δώσω χρυσάφι και ασήμι πολύ, ρούχα πολυτελή, πλήθος δούλων και υπηρετών, και θα γίνης μονομιάς ευγενής και περίδοξη. Κατάλαβε λοιπόν το καλό σου, σκέψου όπως αρμόζει στην ωραιότητα και στην ψυχική σου ευγένεια. Μή θέλης να δοκιμάσης το θυμό μου, και να μάθης πόσο κακό είναι η ασέβειά σου. Εγώ -οι θεοί το ξέρουν- λυπάμαι το κάλλος σου, και σαν πατέρας φροντίζω για το όφελος σου, σε συμβουλεύω για το συμφέρον σου. Αν όμως δεν μ’ ακούσης, θα δοκιμάσης αναγκαστικά την αγριότητα και το θυμό μου, όπως είδες τώρα την ημερότητα και την ευμένειά μου, και τότε θα μετανοιώσης ανώφελα.
Μόλις άκουσε η Μάρτυς τούτα τα λόγια, θυμήθηκε τις μητρικές παραινέσεις της σοφής διδασκάλισσας Σοφίας, και του αποκρίθηκε ταπεινά:
—Για μένα, ηγεμόνα, πλούτος και ζωή και Νυμφίος είναι ο γλυκύτατος Δεσπότης μου Χριστός. Ο θάνατος για χάρη Του μου είναι πιο πολύτιμος κι απ’ αυτή τη ζωή. Γι’ Αυτόν περιφρόνησα όλα τα ευχάριστα και απολαυστικά πράγματα της γής, χρυσάφι, ασήμι, πολυτίμους λίθους, κι όλα όσα τιμούν οι φιλόσαρκοι τα θεωρώ σαν χώμα. Φωτιά, σπαθί, κοντάρι, διαμελισμό, πληγές και μάστιγες, κι ό,τι άλλο νομίζετε για τιμωρία, εγώ τα έχω για ευχαρίστησι και αγαλλίασι, ατενίζοντας προς τον Δεσπότη Χριστό και Σωτήρα μου. Γιά την αγάπη Του επιθυμώ όχι μόνο να πάθω τέτοια δεινά, αλλά και να πεθάνω μύριες φορές για χάρη Του. Μήν υποκρίνεσαι λοιπόν πως τάχα λυπάσαι την ομορφιά μου που μαραίνεται σαν τα άνθη του αγρού, αλλά κάνε ό,τι είναι στην εξουσία σου. Μή χάνης άσκοπα τον καιρό σου. Εγώ ξύλινους και πέτρινους θεούς δεν θα προσκυνήσω ποτέ.
Σαν ακούσε όλα αυτά ο ηγεμόνας, άναψε άπ’ το θυμό του. Προστάζει λοιπόν πρώτα να τη δείρουν ανελέητα στο πρόσωπο. Κατόπιν να τη γδύσουν τελείως, να τη δή όλο το θέατρο, για να καταισχυνθή. Έτσι λοιπόν εγύμνωσαν εκείνο το πάγκαλλο σώμα, που το σέβονται και οι Άγγελοι, και το παρουσίασαν χωρίς κανένα ρούχο, για να την καταφρονήσουν όλοι. Τότε της λέγει ο άρχοντας:
—Για την υπερηφάνειά σου, έτσι σου ταιριάζει, να εξευτελίζεσαι μπροστά σε τόσα μάτια ανδρών. Μα έστω και τώρα, έλα στην ευμένεια των θεών. Μή θέλης να δής να μαραίνεται πρόωρα τέτοια ομορφιά, να χαθής πολύ άθλια. Σε βεβαιώνω πως αν δεν κάνης το θέλημά μου, κανείς δεν σε γλιτώνει από το χέρια μου. Θα σε κόψω σε λεπτά κομμάτια, και θα σε ρίξω τροφή στα άγρια θηρία.
Η Αγία τότε απάντησε:
—Ηγεμόνα, αυτή μου τη γύμνωσι δεν την έχω για ντροπή, αλλά για περίλαμπρο και ευπρεπέστατο στολισμό, γιατί γδύθηκα τον παλαιό άνθρωπο, και ντύθηκα τον καινούργιο, με δικαιοσύνη και αλήθεια. Είμαι έτοιμη να λάβω κι αυτόν τον θάνατο, καθώς με φοβέρισες. Τον επιθυμώ υπερβολικά. Μα κι αν και τα μέλη μου κατακόψης, βάναυσε δικαστή, και ξερριζώσης τη γλώσσα μου, τα δόντια και τα νύχια μου, τότε θα με ευεργετήσης ακόμη περισσότερο. Όλο τον εαυτό μου τον χρεωστώ στον Δημιουργό και Σωτήρα μου. Ποθώ Αυτός να δοξασθή σε όλα μου τα μέλη. Θα του τα παραστήσω σαν κοσμήματα, με το στολισμό της ομολογίας.
Αυτά κι άλλα παρόμοια έλεγε η Αγία, για να θυμώση ο δικαστής, να μή την λυπηθή, να μή την αφήση ατιμώρητη, και στερηθή τα στεφάνια της αθλήσεως. Έκπληκτος ο άρχοντας και όλο το θέατρο μπροστά σ’ αυτήν την ελευθεροστομία της παρθένου, άφησε κατά μέρος τις κολακείες, και αποφασίζει ν’ αρχίση τις τιμωρίες και τα βασανιστήρια.
Προστάζει λοιπόν να καρφώσουν στη γή τέσσερις πασσάλους, επάνω στους οποίους τέντωσαν την Μάρτυρα, και την έδεσαν μπρούμυτα. Από κάτω άναψαν φωτιά με λάδι, πίσσα και θειάφι, και άλλα εύφλεκτα, άπ’ όπου καταφλέγονταν το στήθος, η κοιλιά και τα σπλάγχνα της. Από πάνω την χτυπούσαν στην πλάτη με ξύλα οι άσπλαγχνοι. Έτσι έπασχε και βασανιζόταν η αείμνηστη ώρα πολλή, και ήταν η ράχη και όλα τα οπίσθια καταξεσχισμένα από τα ραβδίσματα. Από μπροστά πάλι καταφλέγονταν οι σάρκες, οι φλέβες και το αίμα, και είχε τόση πολλή οδύνη και πόνους, που μόνο και να τ’ ακούη κανείς, δειλιάζει και απορεί. Πραγματικά, τι γενναία ψυχή για τον Χριστό, ανώτερη από την ανάγκη της φύσεως! Μόνο με την προσευχή της σαν δροσιά, έσβηνε τη σφοδρότητα της φωτιάς, γιατί θυμόταν τα παλαιά θαύματα του Θεού, όπως στη βαβυλωνιακή κάμινο. Είχε βέβαια πολλή σύνεσι, σοφία και γνώσι των θείων Γραφών, κι έτσι ελάφραινε τους πόνους.
Μόλις ειδε πιά εκείνο το άγριο και απάνθρωπο θηρίο ότι η Μάρτυς δεν εδείλιασε με τέτοια βάσανα, προστάζει να τη δέσουν σ’ ένα τροχό. Αμέσως ο λόγος έγινε έργο, και στο γύρισμα του τροχού με κάποια μηχανή, συντρίφτηκαν όλα τα κόκκαλα της Αγίας, τεντώθηκαν τα νεύρα και οι αρμοί του σώματος, μετατοπίστηκε η σωματική διάπλασις από τη φυσική της αρμονία, κι απόμεινε ελεεινό θέαμα.
Αλλά η Μάρτυς και πάλι επικαλέστηκε Εκείνον που μπορεί να τη βοηθήση σε καιρό θλίψεως, και να τη λυτρώση από τα χέρια των εχθρών της, λέγοντας τα εξής:
—Θεέ θεών και Κύριε των δυνάμεων, ο Θεός της σωτηρίας μου, η υπομονή, η καταφυγή μου και δύναμις, η ελπίδα της ψυχής μου και σωτηρία μου, μην απομακρυνθής από μένα, διότι εξαντλήθηκα από τους πόνους, κόλλησε στη γή η κοιλιά μου και τα οστά μου σαν φρύγανα φλογίστηκαν. Δός μου βοήθεια στη θλίψι μου, Θεέ μου, που με περιζώνεις με δύναμι.
Με τέτοια προσευχή -τι γρήγορη φροντίδα! Τί ταχύτατη λύτρωσις!- αμέσως η Μάρτυς βρέθηκε ελευθερωμένη από εκείνο το φοβερό μηχάνημα, και στάθηκε υγιής και ολόσωμη, χωρίς κανένα σημάδι πληγής ή έγκαυμα στη σάρκα της. Μα ο τυφλωμένος τύραννος δεν μπόρεσε να καταλάβη τη θαυματουργία της θείας δυνάμεως, μεθυσμένος και σκοτισμένος στην ασέβεια και μανία του. Γι’ αυτό πάλι την κρέμασε σε ξύλο, κι έβαλε να την καταξεσχίσουν με σιδερένια νύχια. Όμως η Αγία προσευχόταν, και πάλι ήλθε εξ ύψους βοήθεια, και οι δήμιοι ατόνησαν, κι αυτή στεκόταν χωρίς καμμία οδύνη.
Γεμάτος απορία, οργή και θυμό ο ηγεμόνας σηκώθηκε πολλές φορές από το θρόνο του, μή ξέροντας τι να κάνη. Μα ο Διάβολος που τον συμβούλευε κατ’ ιδίαν, του έβαλε στο νού να κόψη τους μαστούς της Αγίας. Αυτή η τιμωρία είναι η πιο φοβερή και επώδυνη, διότι στο μέρος αυτό είναι ενθρονισμένη και ριζωμένη η καρδιά. Αλλά η Μάρτυς είχε μεγαλύτερο πάθος στην καρδιά για τον έρωτα του Χριστού, και γιαυτό καταφρόνησε το μικρό και κατώτερο.
Ο τύραννος πάλι, βλέποντας πως η Οσία υπέμεινε και αυτό το φοβερώτατο βάσανο, φιλοδοξούσε να νικήση την υπερβολική καρτερία της με τα υπερβολικά βασανιστήρια. Γιαυτό της ξερρίζωσε όλα τα δόντια και τα νύχια. Και πάλι η Αγία, σαν να μην αισθανόταν κανένα πόνο, ευχαριστούσε πιο θερμά τον Κύριο, που αξιώθηκε να γίνη συγκοινωνός και συμμέτοχος στα πάθη Του. Συγχρόνως έβριζε τους θεούς του τυράννου, αποκαλώντας τους σκοτεινούς, πλάνους, δαίμονες και απώλεια ψυχής.
Μή υποφέροντας να ακούη τέτοια λόγια ο δικαστής, αφού το γλυκό φως είναι μισητό στους ασθενικούς οφθαλμούς, διατάζει να της ξερριζώσουν και τη γλώσσα από τον φάρυγγα. Αλλά και πάλι η Οσία δεν δείλιασε μ’ αυτή την τιμωρία, μόνο ζήτησε λίγη διορία, για να αποδώση την πρέπουσα προσευχή και να δοξάση τον Κύριο με το όργανο της φωνής. Αφού λοιπόν Τον ευχαρίστησε, Τον παρακάλεσε να την αξιώση να τελειώση καλώς το μαρτύριο, και όσοι άρρωστοι την επικαλεσθούν σε βοήθεια, να τους θεραπεύη ως ιατρός κάθε αρρώστειας. Την ώρα που η Αγία είπε την προσευχή, ακούστηκε φωνή απ’ τον ουρανό που μαρτυρούσε την πραγματοποίησι των αιτημάτων, δηλαδή να γίνη το θέλημά της, όπως το ζήτησε.
Χάρηκε σαν άκουσε τη θεία φωνή η Μάρτυς, και λέγει στον δήμιο να εκτελέση το πρόσταγμα. Έτσι κι έγινε. Της έκοψε με ξίφος τη θεολογική της γλώσσα, που έλεγε τα θεία λόγια. Έτρεχαν τα αίματα, κοκκίνησαν τα ρούχα της άμωμης νύμφης του Χριστού, που απ’ τον πόνο λιγοψύχησε, και ζήτησε λίγο νερό.
Τότε βρέθηκε κάποιος ευσεβής και ενάρετος χριστιανός ονόματι Κύριλλος, ο οποίος μ’ αυτή τη μικρή καλωσύνη του ψυχρού ποτηριού απολαμβάνει ως ανταμοιβή από τον Θεό το στεφάνι της αθλήσεως. Διότι μαθαίνοντας ο Πρόβος ότι λυπήθηκε την Αγία και την πότισε νερό, πρόσταξε να κόψουν τα κεφάλια και των δύο. Έτσι τελείωσαν κι οι δύο το δρόμο του μαρτυρίου.
Το λείψανο της Όσίας έμεινε λίγες ημέρες ριγμένο στο χώμα, χωρίς διόλου να το αγγίξη πουλί, ή θηρίο, κατόπιν θείας νεύσεως και βουλής. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και θείος Άγγελος εστάλη από τους ουρανούς, για να δώση το άγιο λείψανο στη διδασκάλισσά της Σοφία.
Πράγματι η Σοφία εκείνη, από τη στιγμή που άρπαξαν μέσα από την αγκαλιά της την Αναστασία, προσευχόταν ασταμάτητα και παρακαλούσε τον Κύριο να τη δυναμώση έως τέλους, να μη νικηθή από τις κολακείες, να μή δειλιάση από τις τιμωρίες, και ζημιωθή τα στεφάνια. Ενώ λοιπόν προσευχόταν ολόψυχα με ολόθερμα δάκρυα, άγιος Άγγελος φανερώνεται, και της αναγγέλλει το πολυπόθητο άκουσμα και γλυκύτατο μήνυμα: Η Μάρτυς ετελειώθη, και ανήλθε στον ουράνιο θάλαμο, για την αιώνια αγαλλίασι. Συνάμα την οδηγεί και της παραδίδει το παμπόθητο και σεβάσμιο λείψανο της Μάρτυρος.
Τότε η Σοφία έπεσε πάνω του, το αγκάλιαζε και το φιλούσε συνέχεια, λέγοντας τα εξής με δάκρυα και πολλή αγαλλίασι:
—Ποθητό και πολυαγαπητό μου τέκνο, που σε ανέθρεψα καλώς με πολύ κόπο, με ησυχία και με άσκησι, σ’ ευχαριστώ, που δεν καταφρόνησες τις επαγγελίες, δεν παρήκουσες τις νουθεσίες, δεν παρέβλεψες τις εντολές. Φύλαξες τις υποσχέσεις, και τώρα παραστέκεις δίπλα στον Χριστό τον Νυμφίο σου, περιβεβλημένη με ιμάτιο παρθενίας, πεποικιλμένη με στίγματα μαρτυρίου, και στολισμένη με στεφάνι από λίθους πολυτίμους. Τώρα κατοικείς σε τόπο σκηνής θαυμαστής, στον οίκο της δόξης Κυρίου, και με τους Αγγέλους ευφραίνεσαι. Γιαυτό σε παρακαλώ, πολυαγαπημένη μου κόρη και πνευματική μου μητέρα, γίνε μου καλή γηροκόμος σ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή, και μεσίτρια και πρέσβυς προς τον Δεσπότη μας, να αξιώση και μένα να εισέλθω στη βασιλεία Του.
Με τέτοια και παρόμοια λόγια, η φιλότεκνη και φιλόθεη γερόντισσα αγκάλιαζε και καταφιλούσε το τίμιο λείψανο, μα δεν μπορούσε απ’ τα γηρατειά να το σηκώση. Την ώρα που συλλογιζόταν τι να κάνη, ξάφνου παρουσιάστηκαν δύο μεγαλοπρεπείς και αξιοσέβαστοι άνδρες, οι οποίοι σήκωσαν εκείνο το σεβάσμιο και ιερώτατο λείψανο και το μετέφεραν με την Σοφία μέσα στη Ρώμη, και το απέθεσαν στον τάφο λαμπρά και τιμητικά, προς δόξαν Θεού Πατρός, και Κυρίου Ιησού Χριστού, μετά του οποίου πρέπει τιμή και κράτος και προς το Άγιον Πνεύμα, νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πηγή:saint.gr
Πηγή:saint.gr
Πηγή:saint.gr
Πηγή:saint.gr
1. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η Αγία Αναστασία η Ρωμαία εμαρτύρησε επί Δεκίου. Φαίνεται ότι συγχέεται με άλλη Αγία Αναστασία, η οποία εορτάζει στις 12 Οκτωβρίου.

Πηγή: Αγία Αναστασία η Ρωμαία σελ. 11-22, έκδοσης Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 1998

28 Οκτωβρίου εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου επί τω έθνει των Ελλήνων , κατά το έτος 1940 .

0 σχόλια

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου





Γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου την εορτή της αγίας Σκέπης. Και για την γιορτή αυτή συμβαίνει αυτό που λέγει ο άγιος Χρυσόστομος για τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, ότι πολλοί γιορτάζουν τις μεγάλες γιορτές, ξέρουν το όνομά τους, δεν ξέρουν όμως το βαθύτερο νόημά τους, ούτε το μήνυμα που θέλει να εξαγγείλει η Εκκλησία μας μέσω των εορτών αυτών. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι, λέγει ο ιερός πατήρ, έρχονται στην Εκκλησία από συνήθεια και όχι από ευσέβεια. Γι’ αυτό ας ασχοληθούμε σήμερα με την υπόθεση της γιορτής καθώς και για το μήνυμά της προς το λαό του Θεού.
 
 
Πως καθιερώθηκε η γιορτή της αγίας Σκέπης.
Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν εν ταπεινώσει και αφανεία. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι παρθένοι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.
Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.
Μα θα μου πείτε, είναι τόσο μεγάλο το γεγονός που η Παναγία μας προσεύχεται για μας, ώστε η Εκκλησία μας να έχει ιδιαίτερη γιορτή γι’ αυτό το γεγονός; Ναι μάλιστα είναι μεγάλο και σπουδαίο και ζωτικής σημασίας. Λέγει κάπου ο ιερός Χρυσόστομος ότι πάντοτε έχουμε την ανάγκη των προσευχών των άλλων όσο και ενάρετοι και ευσεβείς κι αν είμαστε.
Παράδειγμα χαρακτηριστικό γι’ αυτό είναι ο απόστολος Παύλος, αυτός που ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού κι άκουσε άρρητα ρήματα, αυτός που ονομάσθηκε στόμα Χριστού, αυτός που είχε «νουν Χριστού», αυτός που «αναπλήρωνε τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού στο σώμα του», αυτός λοιπόν ο γίγας της αρετής και της ευσέβειας, πάντα ζητούσε τις προσευχές των χριστιανών. Αν και αυτοί που θα προσευχότανε για τον Παύλο δεν ήταν ούτε ανώτεροι του ούτε ισάξιοί του. Μοιάζει το γεγονός σαν ένας στρατιώτης να μιλά στον πρόεδρο της δημοκρατίας για τον στρατηγό. Κι όμως ο Παύλος όχι μόνο δεν αρνήθηκε τις προσευχές των χριστιανών, αλλά αντίθετα τους προέτρεψε και τους παρακαλούσε να προσεύχονται για κείνον.
Στην προς Ρωμαίους (15,30) γράφει· «Παρακαλώ δε υμάς αδελφοί μου … συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν». Στους Εφεσίους (6,18-19) συνιστά δέηση περί «πάντων των αγίων» και περί εαυτού. Τους Κολοσσαείς (4,2-3) παροτρύνει «τη προσευχή προσκαρτερείτε … προσευχόμενοι άμα και περί ημών». Τους Θεσσαλονικείς (Α΄ Θεσ. 5,25 · Β΄ Θεσ. 3,1) παρακαλεί «αδελφοί προσεύχεσθε υπέρ ημών».
Όχι δε μόνο ζητά να προσεύχονται γι’ αυτόν και για τους συνεργάτες του, αλλά και πιστεύει ότι ήδη το κάνουν και στις προσευχές τους οφείλει την υγεία του και τη σωτηρία από μεγάλους κινδύνους (πρβλ. Φιλημ. 22 · Β΄ Κορ. 1,10-11).
Αλλά και ο Πέτρος δεν είπε τι μου χρειάζεται η προσευχή των άλλων αφού είμαι απόστολος, αφού ομολόγησα το θεανθρώπινο του Χριστού, αφού πάνω στην ομολογία μου στηρίχθηκε η Εκκλησία. Έτσι όταν ήταν στη φυλακή από τον Ηρώδη τον Αγρίππα τον Α΄, οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων προσευχόταν γι’ αυτόν με αποτέλεσμα να τον ελευθερώσει άγγελος Κυρίου κατά θαυμαστόν τρόπο.
Λοιπόν κι αν είσαι Παύλος κι αν είσαι Πέτρος έχεις ανάγκη των προσευχών των άλλων και μάλιστα των αγίων και μάλιστα της Παναγίας. Βέβαια οι αιρετικοί διαφωνούν στο σημείο αυτό και λένε να προσευχόμαστε κατ’ ευθείαν στο Θεό και όχι να επιζητούμε τις δεήσεις των αγίων. Ήδη τα παραδείγματα που αναφέραμε δίδουν την απάντηση, γιατί, αν μας χρειάζονται οι προσευχές των ζώντων και μη τελειωθέντων αδελφών μας, πόσο περισσότερο ωφέλιμες είναι οι προσευχές των αγίων. Ας αναφέρουμε όμως κι ένα χωρίο που είναι χαρακτηριστικό για το πόσο αναγκαία είναι η δέηση των δικαίων ζώντων και τεθνεώτων. Στον Αβιμέλεχ ένα βασιλιά της Αιγύπτου, που είχε υποπέσει σ’ ένα σοβαρό παράπτωμα, ο Θεός του είπε να προσφύγει στον Αβραάμ, που ήταν τότε στην Αίγυπτο, και να ζητήσει την προσευχή του. «Προφήτης εστί και προσεύξεται περί σου και ζήση» (Γεν. 20,7).
 
 
Πως είναι ωφέλιμη η προσευχή των αγίων.
Αλλά ενώ η προσευχή έχει τεράστια δύναμη, ενώ είναι αναγκαία όσο ενάρετοι κι αν είμαστε, χρειάζεται μια προϋπόθεση για να καρποφορήσει. Και η προϋπόθεση είναι να προσπαθούμε κι εμείς· ν’ αγωνιζόμαστε· να μετανοούμε για τις αμαρτίες μας· να βιάζουμε τον εαυτό μας προς εξάσκηση της αρετής. Μη περιμένουμε τα πάντα από την προσευχή των αγίων, ενώ εμείς οι ίδιοι οκνεύουμε και τεμπελιάζουμε. Η αγιότητα δεν μεταδίδεται κατά μαγικό τρόπο· απαιτεί και ενεργό προσπάθεια εκ μέρους μας.
Έτσι ενώ ο Ιερεμίας προσευχήθηκε τρεις φορές για τους Εβραίους και στις τρεις φορές άκουσε το Θεό να λέγει· «Μη προσεύχου, μηδέ αξίου περί του λαού τούτου ότι ουκ εισακούσομαί σου» (7,16). Και ο Ιεζεκιήλ άκουσε το εξής· «και εάν ώσιν (είναι) οι τρεις ούτοι εν μέσω αυτής, Νώε και Δανιήλ και Ιώβ, αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών σωθήσονται … η δε γη έσται εις όλεθρον» (14, 14-16). Και στον Ιερεμία είπε ο Θεός· «εάν στη (σταθεί) Μωσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς» (15,1). Και τα λέγει αυτά ο Θεός στον Ιερεμία και στον Ιεζεκιήλ για να τους δείξει όχι ότι δεν δέχεται την ικεσία τους και τους περιφρονεί, αλλά δεν αξίζουν οι Ιουδαίοι για να τους βοηθήσει. Γι’ αυτό και αναφέρει τα ονόματα του Νώε, του Δανιήλ, του Ιώβ, του Μωϋσή, και του Σαμουήλ, που είχαν καθιερωθεί ως άγιοι μεγάλου βεληνεκούς, θεοπρόβλητοι και θεάρεστοι. Είναι σαν να λέγει ο Θεός σήμερα· «Ακόμη και η Παναγία και οι απόστολοι και ο Χρυσόστομος και ο Αθανάσιος να προσευχηθούν για σας, δεν σας βοηθώ. Η κακία σας είναι απροσμέτρητη και φοβερή.
Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της.
Την έχουμε αυτή τη σχέση; Πηγαίνουμε στην Εκκλησία, κοινωνούμε, εξομολογούμαστε, αγρυπνούμε, νηστεύουμε, ελεούμε, συγχωρούμε, προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές; Ο καθένας ας ρωτήσει τον εαυτό του και ας δώσει προσωπικά και υπεύθυνα την απάντηση.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

27 Οκτωβρίου μνήμη του Αγίου μάρτυρος Νέστορος του Θεσσαλονικέως

0 σχόλια



Ο  Άγιος  Νέστωρ



Άγιος Νέστωρ
Και η σημερινή εορτή είναι σαν συνέχεια της χθεσινής, όπου εορτάσαμε την ιερή μνήμη του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου του μυροβλύτη. Θα μπορούσαν κι οι δυo μάρτυρες να εορτάζονται μαζί την ίδια μέρα, γιατί μαζί άθλησαν και μαζί στεφανώθηκαν με το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου. Η Εκκλησία όμως, για να τους τιμήσει περισσότερο, τους εορτάζει χωριστά, αφιερώνοντας μια ήμερα για τον καθένα. Όσα λοιπόν θα πούμε σήμερα είναι σχεδόν τα ίδια που θα λέγαμε και χθες.
Ο άγιος Νέστορας είναι κι αυτός από τα ιερά θύματα του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού στα 296. Ήταν δεν ήταν είκοσι ετών, ένας νέος ωραίος με πίστη και ιερό ενθουσιασμό. Ήταν γνωστός και φίλος του αγίου Δημητρίου, ο οποίος τώρα βρισκότανε στη φυλακή. Άκουσε λοιπόν ο Νέστορας τον βάρβαρο παλαιστή Λυαίο να καυχιέται στο στάδιο, να υβρίζει και να προκαλεί τους πάντες και δεν το άντεξε. Έτρεξε τότε στη φυλακή και ζήτησε την ευχή και την ενίσχυση του αγίου Δημητρίου, για να βγει και να ταπεινώσει τον υβριστή και βλάσφημο Λυαίο.
Ο άγιος Δημήτριος σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το Νέστορα και του είπε· «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και για το Χριστό θα μαρτυρήσεις». Αλλ’ αυτός ο λόγος δεν ήταν μόνο για το Νέστορα, αλλά και για τον ίδιο τον άγιο Δημήτριο, γιατί κι οι δυό ύστερα μαρτύρησαν για το Χριστό. Ο Νέστορας, καταλαβαίνοντας μέσα του δύναμη Θεού, έτρεξε στο στάδιο και όρμησε για να παλέψει με το Λυαίο, κάνοντας αυτή την προσευχή· «Ο Θεός Δημητρίου, βοήθει μοι». Και μ’ ένα καινούριο κτύπημα ξάπλωσε κάτω νεκρό τον μέχρι τότε αήττητο βάρβαρο και βλάσφημο παλαιστή Λυαίο.
Αλλά ο Νέστορας δεν σκότωσε μόνο το Λυαίο, μα και τραυμάτισε βαριά τον Μαξιμιανό, που ήταν συμβασιλέας του Διοκλητιανού στην Ανατολή και παρακολουθούσε τώρα τον αγώνα στο στάδιο Θεσσαλονίκης. Ήταν ο προστάτης του Λυαίου, που τον έφερνε μαζί του, για να παλεύει στο στάδιο, να σκοτώνει αθώους ανθρώπους και να διασκεδάζει ο λαός. Ήταν η εποχή εκείνη, που οι άνθρωποι ήσαν ευχαριστημένοι όταν είχαν «άρτον και θεάματα». Πολλοί χριστιανοί τότε κατασπαράχθηκαν στα στάδια από τα θηρία, κι οι εξαγριωμένοι όχλοι διασκέδαζαν αλαλάζοντας. Τόσο φτηνή ήταν η ζωή των ανθρώπων.
Ο Μαξιμιανός, μετά τη νίκη του Νέστορα και τη δίκαιη τιμωρία του Λυαίου, έβγαλε απόφαση κι έδωκε διαταγή ο Δημήτριος κι ο Νέστορας να θανατωθούν. Τότε ο Δημήτριος στη φυλακή κατατρυπήθηκε με τις στρατιωτικές λόγχες κι ο Νέστορας αποκεφαλίσθηκε, κι έτσι, με το μαρτυρικό τους θάνατο, έλαβαν κι οι δυό μαζί το στεφάνι της νίκης. Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζομε και το ακούμε στον Εσπερινό, όταν είναι εορτή αγίων Μαρτύρων· «Έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι, οι δε εισίν εν ειρήνη», φάνηκαν στα μάτια των ανόητων πως πέθαναν, όμως αυτοί έχουν ειρήνη· εκείνη την ειρήνη, που αισθάνονται όλοι που πεθαίνουν επάνω στο χρέος των, για να ζήσουν αιώνια μαζί με το Θεό.
Η μονομαχία του αγίου Νέστορα με το γίγαντα παλαιστή Λυαίο ομοιάζει πολύ με τη μονομαχία του Δαβίδ με τον πάνοπλο Γολιάθ, για την οποία διαβάζομε στο 17 κεφάλαιο της πρώτης Βασιλειών στην Παλαιά Διαθήκη. Έτσι και τότε· ο Γολιάθ καυχιότανε και απειλούσε γη και ουρανό, και το τσοπανόπουλο ο Δαβίδ τον έριξε κάτω με μια σφενδόνα. Το ίδιο και τώρα· ο αγέρωχος υβριστής Λυαίος προκαλούσε και φοβέριζε όλο τον κόσμο, κι ο Νέστορας τον νίκησε με το σημείο του Σταυρού. Μεγάλα θαύματα κάνει ο Θεός διά μέσου των Αγίων και δείχνει τη δύναμη του στον κόσμο, καθώς το λέγει ο Ψαλμός, ότι «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού». Αμήν.
(+Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονίας σ.141)

26 Οκτωβρίου μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου , πολιούχου και προστάτου της πόλεως Θεσσαλονίκης

0 σχόλια

Βίος του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου 







Εικόνα

Νεανική ηλικία – Υπατικό αξίωμα
Ο Άγιος ήλθε στον κόσμο γύρω στο 280 μ.Χ. στην Μεγάλη Θεσσαλονίκη από γονείς επισήμους, οι οποίοι κατάγονταν από τις πιο επιφανείς οικογένειες των Μακεδόνων.
Η σημαντικότατη τότε πόλη της Θεσσαλονίκης βρισκόταν ακόμη στο σκότος της ειδωλολατρίας. Είχε δεχθεί στο εύφορο έδαφος της τον σπόρο του Ευαγγελικού Κηρύγματος
από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο, περίμενε όμως να στείλει ο Θεός την μεγαλειώδη μορφή του διδασκάλου και μάρτυρος Του Δημητρίου, για να καρποφορήσει όχι πλέον
«εν τριάκοντα», αλλά «εν εκατόν» (Μάρκ. δ' 8), και να ετοιμαστεί για να αναδειχθεί σε λίγο «η πρώτη μετά την πρώτη», την Κωνσταντινούπολη.
Οι γονείς του ήταν θαυμαστοί για την αρετή της ψυχής τους. Η δε παιδεία του συνταιριασμένη με την ψυχική ευγένεια, την ωραιότητα του σώματος και το άσπιλο της ψυχής,
καθιστούσε τον Δημήτριο επάξιο κατοικητήριο του Θεού, ναό αγιασμένο του Υψίστου. Και στην μεν παιδική και την εφηβική ηλικία υπερίσχυσε από όλους τους συνομηλίκους
του και δεν υπήρχε κανένα αληθινό αγαθό στο οποίο να μη διέφερε πολύ από τους άλλους.

Όταν δε έφθασε στην ανδρική ηλικία, έδειχνε την φυσική του δύναμη εξασκώντας την ανδρεία και την ρωμαλεότητα και μαθαίνοντας την τέχνη του πολέμου· είχε όμως και άριστο
ήθος, ήταν ντροπαλός και γινόταν πιο συμπαθής με την σεμνότητά του.
Το πιο αξιοθαύμαστο και ανθρωπίνως ανέφικτο ήταν ότι η παρθενία του, την οποία ασπάστηκε από την νεότητά του, δεν περιοριζόταν στο σώμα, αλλά βασίλευε και στην ψυχή
του.
Αυτά τον έκαναν περιβόητο σε όλους τόσο, πού και ο ίδιος ο βασιλέας εζήτησε να τον γνωρίσει. Καταλαβαίνοντας λοιπόν τον μεγαλοφυή χαρακτήρα του Δημητρίου ο βασιλέας,
τον ανεβάζει από την αρχή σε μεγάλη δόξα αναγορεύοντας τον πρώτα συγκλητικό της Θεσσαλονίκης και μετά ανθύπατο και αυθέντη της Ελλάδος, φορώντας του την κατάλληλη
στρατιωτική στολή, το δακτυλίδι στο χέρι, καθώς και τον επίσημο ωρατίωνα (τήβεννο) του υπάτου. Όταν ο βασιλέας τον κόσμησε με όλα τα υπατικά διάσημα και του έδωσε στα
χέρια τόσο μεγάλη εξουσία, φρόντιζε όλα τα κοινά και διοικούσε τα πάντα νομίμως.
Είναι χαρακτηριστική η πληροφορία πού μας έχει διασώσει η παράδοση σχετικά με την προσωπική του ζωή, ότι δηλαδή την εποχή της υπατείας του είχε ορίσει κάποιον από
τους έμπιστους του ανθρώπους να τον ξυπνά συχνά τις νυκτερινές ώρες, ώστε να «προσκαρτερή τη προσευχή και τη δεήσει» (Πράξ. α΄ 14).

Zoom in (real dimensions: 423 x 536)Εικόνα

«Ως ωραίοι οι πόδες των Ευαγγελιζομένων...»
Ο θεόσταλτος αυτός προστάτης, σύντροφος και διδάσκαλος των Θεσσαλονικέων, γέμιζε την πόλη από ορθοδοξία και κατατρόπωνε όσους είχαν διαφορετικό φρόνημα. Έλεγαν
οι παλαιοί, ότι εκείνοι πού εμβάθυναν στα θεια ζητούσαν να εξακριβώσουν ποιος είναι ο λόγος, για τον οποίο η φήμη του μάρτυρος αυτού, πού έστεψε ο Θεός φύλακα της
Θεσσαλονίκης, απλώθηκε τόσο πολύ• και βεβαιώθηκαν ότι αυτό συνέβη όχι τόσο εξαιτίας των σωματικών θεραπειών πού γίνονταν από την προσευχή του, όσο για την κάθαρση
των ψυχών πού γινόταν με την διδαχή του.
Έτσι λοιπόν πολλοί απολαμβάνοντας την γλυκύτατη διδασκαλία του μάρτυρος απομακρύνθηκαν από το πικρό σκοτάδι της απάτης και ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό μπαίνοντας
στον χώρο πού λάμπει το γλυκό φώς της αληθείας.

Μπροστά στον τύραννο

Επειδή ο Δημήτριος, δεν ζούσε κρυφά την χριστιανική ζωή ούτε ήταν νυκτερινός μαθητής του Χριστού, αλλά μάλλον διδάσκαλος της αληθείας, ο οποίος άφοβα και φανερά
ομολογούσε την ευσέβεια, ανακαλύπτεται εύκολα απ' αυτούς, πρώτα αποκαλύπτουν τα σχετικά μ' αυτόν στον βασιλέα, ότι δηλαδή είναι Χριστιανός και καταφρονεί τους θεούς
τους.
Ακούγοντάς τα λοιπόν αυτά ο βασιλέας κυριεύτηκε συγχρόνως από έκπληξη, ανία, δέος και οργή. Αλλά επειδή δεν ήθελε να το πιστέψει αυτό μόνο από την ακοή και δεν
υπέφερε να χάση τέτοιον άνδρα, προτίμησε να το διαπίστωση με τα ίδια του τα μάτια. Διατάζει λοιπόν να φέρουν τον άνδρα μπροστά του.
Όταν αυτός παρουσιάστηκε μπροστά του, δεν έφριξε από το μέγεθος της εξουσίας ούτε δείλιασε μπροστά στις τιμωρίες πού τον περίμεναν ούτε και φοβήθηκε την αγριότητα
του δικαστού. Αλλά βλέποντας αυτή την ωμότητα σαν αφορμή για να φανεί καλύτερα ο πόθος πού είχε προς τον Θεό, μπαίνει αμέσως σαν λιοντάρι στον αγώνα.

Ο Μαξιμιανός προσπάθησε με ήπιο ύφος να πείσει τον Άγιο να πιστέψει στα είδωλα όμως ο Άγιος του είπε τα εξής:
—Αύτη η πίστη μου στον αληθινό Θεό μού έχει χαρίσει και θα μού χαρίσει στο μέλλον αγαθά άφθαρτα, αναλλοίωτα, αιώνια. Τον Χριστό από μικρό παιδί λατρεύω και δέχομαι ως
Προνοητή, Δεσπότη και Θεό μου. Αυτόν μού προτείνεις τώρα να αρνηθώ και να προτιμήσω τα φαύλα; Διότι τί άλλο είναι τα χάλκινα και χρυσά κατασκευάσματα, οι θεοί σου;
Και αν το κάνω αυτό, ποιος φρόνιμος άνθρωπος δεν θα με θεωρήσει ανόητο και απερίσκεπτο;
Ο Μαξιμιανός άρχισε τότε να εξοργίζεται και να τον απειλεί. Αλλά ο Άγιος έμεινε σταθερός στην πίστη ομολογώντας τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Χολώθηκε ο Μαξιμιανός και σκέφθηκε ευθύς να επιβάλει την μεγαλύτερη τιμωρία στον Δημήτριο. Συγκράτησε όμως την ορμή του, επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει την
απώλεια τέτοιου ανδρός. Άκουσε όλα αυτά να τα λέγει ο Άγιος με φρόνημα σταθερό, γενναίο παράστημα και ελεύθερο στόμα, κι εκείνη την στιγμή ανέβαλε την τιμωρία, και
τον έστειλε στην φυλακή.

Zoom in (real dimensions: 284 x 437)Εικόνα
Στην φυλακή με τον Άγιο Νέστορα

Στην φυλακή

Και ενώ ο άγιος προσευχόταν χαρούμενος μέσα στο δεσμωτήριο, ο σατανάς σπεύδει να τον βγάλει από την καλή αυτή ασχολία• στήνει ενέδρα, ξεσηκώνεται δόλια εναντίον του.
Βλέπει λοιπόν ο αθλητής του Χρίστου έναν σκορπιό να έρπει στην γη με το κεντρί σηκωμένο και έτοιμο να τον χτυπήσει στο πόδι• και σφραγίζοντάς τον με τον σταυρό
επικαλέστηκε αυτόν πού έδωσε εξουσία στο πλάσμα του να πατά επάνω σε φίδια και σκορπιούς, και τον θανάτωσε αμέσως και αυτόν και τον νοητό σκορπιό πού κρυβόταν
μέσα του. Εκείνη ακριβώς την στιγμή εμφανίζεται θειος άγγελος και του βάζει ένα στεφάνι στο κεφάλι λέγοντας «ειρήνη σοι, αθλητά του Χριστού, ίσχυε και ανδρίζου». Έτσι ο
Κύριος πού γρήγορα παρηγορεί «τούς φοβουμένους αυτόν», από την πρώτη στιγμή πού κλείστηκε στην φυλακή, τον βοηθά με αυτό το θαυμάσιο σημείο να είναι ήρεμος και
για το μέλλον τον γεμίζει με προθυμία.
Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας, ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη
μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο. Όμως
προκάλεσε την οργή του αυτοκράτορα ο οποίος τον κάλεσε μπροστά του και τον κατηγόρησε ότι με μαγεία κατάφερε να νικήσει τον Λυαίο. Όμως ο Νέστορας ομολόγησε τον
Χριστό και του είπε ότι ο Θεός στον οποίο πιστεύει ο Δημήτριος έκανε αυτός τον βοήθησε. Τότε ο τύραννος έδωσε εντολή να αποκεφαλίσουν τον Νέστορα.

Zoom in (real dimensions: 455 x 768)Εικόνα
Zoom in (real dimensions: 709 x 670)Εικόνα

Το μαρτύριο – Αρχή θαυμάτων
Από εδώ αρχίζουν να διαβάλλουν επίμονα τον Δημήτριο ψιθυρίζοντας ότι αυτός είναι ο αίτιος της σφαγής του Λυαίου. Διατάζει λοιπόν να θανατωθεί ο Άγιος με λόγχες μέσα στα
καμίνια του λουτρού πού ήταν φυλακισμένος. Έτσι κι έγινε.
Σπεύδουν οι στρατιώτες στην φυλακή, για να λογχεύσουν τον Άγιο και να υπερασπιστούν έτσι τον βασιλέα και την ειδωλολατρία. Και ο γνήσιος μαθητής του Χριστού ανοίγει τις
αγκάλες του, για να τον κτυπήσουν στα καίρια μέρη. Σηκώνει το δεξί του χέρι για να τον λογχίσουν στην πλευρά σαν τον Χριστό. Δέχεται κατόπιν πολλές πληγές με τα κοντάρια,
πού πέρασαν τις σάρκες του τρυπώντας και τις απέναντι πλευρές από την εσωτερική μεριά και πολλαπλασιάζοντας έτσι το πάθος της ζωηφόρου πλευράς του Κυρίου του, πού
λογχεύθηκε επάνω στον Σταυρό. Γέμισε το σώμα του πληγές και το στόμα του ύμνους στον Θεό.

Η σάρκα σου σπαράχθηκε για τον Θεό, και το αίμα σου χύθηκε σαν νερό στην γη αρδεύοντας μαζί με τον ιδρώτα σου την Θεσσαλονίκη και καθιστώντας την γη της εύφορη και
εκλεκτή, ώστε να καρποφορήσει σωτήρια συγκομιδή.
Έτσι έγιναν όλα αυτά, στις 26 Οκτωβρίου του σωτηρίου έτους 304, και το νεκρό σώμα του μάρτυρος ο Μαξιμιανός διέταξε να το ρίξουν σε ένα πηγάδι πού υπήρχε εκεί. Αλλά
δεν ήταν δυνατόν ο Θεός, για τον οποίο θυσιάστηκε εκείνο το σώμα, να το παραβλέψει. Αλλά κάποιοι από τους φιλοχρίστους με την προτροπή Εκείνου ήλθαν την νύκτα και
βρίσκοντάς το ριγμένο εκεί χωρίς καμία τιμή, αυτό πού ήταν τόσο πολύτιμο, το έβγαλαν και το περιποιήθηκαν με ευλάβεια. Ύστερα οι φίλοι του Θεού τον θάπτουν και τον
σκεπάζουν με χώμα στο σημείο όπου μαρτύρησε.

Κάποιος δε από τους υπηρέτες του άγιου πού βρισκόταν εκεί μπροστά την ώρα του μακαρίου του τέλους, έβγαλε την ματωμένη χλαμύδα την ποτισμένη με το θειο εκείνο αίμα
του μάρτυρος και βούτηξε το δακτυλίδι πού φορούσε στο μαρτυρικό αίμα, έκανε δε μ' αυτό πολυάριθμα θαύματα. Και δεν υπήρχε αρρώστια ούτε πονηρό πνεύμα πού
δοκιμάζοντας την δύναμη του να μη νικήθηκαν αμέσως και να μην τράπηκαν σε φυγή, τόσο ώστε να γεμίσει από αυτή την φήμη των θαυμάτων όλη η πόλη της Θεσσαλονίκης.
Και ήταν φυσικό να μην ξεφύγει αυτό από τον φθόνο του Μαξιμιανού. Γι' αυτό συλλαμβάνεται αμέσως και ο υπηρέτης πού προκάλεσε αυτό το αγαθό και αποκεφαλίζεται. Το
όνομα της περιοχής πού έγινε η σφαγή του είναι «τριβουνάλιο», πού σημαίνει βήμα του στρατηγού, και το όνομα του καλού υπηρέτη Λούππος. Η μνήμη του εορτάζεται μαζί
με του Αγίου Νέστορος στις 27 Οκτωβρίου.

Αλλά και η Θεσσαλονίκη συμφιλιώθηκε όλη με τον Θεό διά μέσου του θανάτου του Δημητρίου. Από τότε πολλοί μεγάλοι και περικαλλείς ναοί στόλισαν την Μεγαλόπολη αυτή
της αυτοκρατορίας και αργότερα συμπρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπως και του σημερινού Ελληνικού κράτους, πού και με την θέα τους μάς ενισχύουν στην πίστη. Όλη η πόλη
διακηρύττει με παρρησία την ευσέβεια και καυχάται να ονομάζεται «πόλη του Άγιου Δημητρίου». Κι ενώ ο μάρτυρας ευρίσκεται στον ουρανό, διαμένει με το σώμα του και με τα
θαύματά του στην πόλη όπου υπέστη τον βίαιο θάνατο, επιδεικνύοντας με πολλούς τρόπους την κηδεμονία του και ευεργετεί αυτήν και όλη την οικουμένη παντοειδώς με τις
αδιάλειπτες προς τον Θεό πρεσβείες του.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο
του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.
Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου
του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.
Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.


Zoom in (real dimensions: 380 x 709)Εικόνα
Zoom in (real dimensions: 358 x 480)Εικόνα

Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’.
Μέγαν εὕρατο ἐv τοῖς κιvδύvοις, σὲ ὑπέρμαχοv, ἡ οἰκουμένη, Ἀθλοφόρε τὰ ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τὴν ἔπαρσιν, ἐν τῷ σταδίῳ θαῤῥύvας τὸν Νέστορα,
οὕτως Ἅγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Αὐτόμελον.

Τοῖς τῶv ἰαμάτωv σου ῥείθροις Δημήτριε, τὴv Ἐκκλησίαν Θεὸς ἐπορφύρωσεv, ὁ δούς σοι τὸ κράτος ἀήττητοv, καὶ περιέπωv τὴν πόλιv σου ἄτρωτοv· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχεις
τὸ στήριγμα.

Κάθισμα

Βασιλεῖ τῶν αἰώνων εὐαρεστῶν, βασιλέως ἀνόμου πᾶσαν βουλήν, ἐξέκλινας Ἔνδοξε, καὶ γλυπτοῖς οὐκ ἐπέθυσας· διὰ τοῦτο θῦμα, σαυτὸν προσενήνοχας, τῷ τυθέντι
Λόγῳ ἀθλήσας στερρότατα· ὅθεν καὶ τῇ λόγχῃ, τὴν πλευρὰν ἐξωρύχθης, τὰ πάθη ἰώμενος, τῶν πιστῶς προσιόντων σοι, Ἀθλοφόρε Δημήτριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λογον.

Εὐσεβείας τοῖς τρόποις καταπλουτῶν, ἀσεβείας τὴν πλάνην καταβαλών, Μάρτυς κατεπάτησας, τῶν τυράννων τὰ θράση, καὶ τῷ θείῳ πόθῳ, τὸν νοῦν πυρπολούμενος,
τῶν εἰδώλων τὴν πλάνην, εἰς χάος ἐβύθισας· ὅθεν ἐπαξίως, ἀμοιβὴν τῶν ἀγώνων, ἐδέξω τὰ θαύματα, καὶ πηγάζεις ἰάματα, Ἀθλοφόρε Δημήτριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον

Φύλαττε τοὺς δούλους σου ἀθλητά, μάρτυς μυροβλύτα τοὺς ὑμνοῦντάς σε εὐσεβῶς, καὶ ρῦσαι κινδύνων καὶ πάσης ἄλλης βλάβης, Δημήτριε τρισμάκαρ ταῖς ἱκεσίαις σου.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τὸν μέγαν ὁπλίτην καὶ ἀθλητήν, τὸν στεφανηφόρον, καὶ ἐν μάρτυσι θαυμαστόν, τὸν λόγχῃ τρωθέντα, πλευρὰν ὡς ὁ δεσπότης, Δημήτριον τὸν θεῖον ὕμνοις τιμήσωμεν.

Zoom in (real dimensions: 297 x 422)Εικόνα