ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

Κυριακή 7 Ιουλίου : η μνήμη της Αγίας μεγαλομάρτυρος Κυριακής και η σύναξις πάντων των εν τω Αγίω Όρει του Άθω διαλαμψάντων Αγίων ( Κυριακή των Αγιορειτών Πατέρων )

0 σχόλια

 

 

Αγία Μεγαλομάρτυς Κυριακή

 

Στο τέλος του 3ου αιώνος επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού στα μέρη της Μ. Ασίας ζούσε ένα αντρόγυνο χριστιανών, ο Δωρόθεος και η Ευσεβία. Διακρίνονταν για τη βαθιά και συνειδητή πίστη στον ένα και αληθινό Θεό, για τα έργα της φιλανθρωπίας, για τη συνετή ζωή τους. Το ανδρόγυνο αυτό βίωνε έναν κρυφό πόνο. Δεν είχαν αξιωθεί να αποκτήσουν παιδί που θα τους έδινε μεγάλη ευτυχία και θα κληρονομούσε και τα πλούτη τους. Ο πόνος εντούτοις δεν τους απογοήτευσε. Δεν τους παρέσυρε στο να βλασφημήσουν κατά του Θεού. Αντίθετα. Λαμβάνοντας υπόψη τους τόσα αγιογραφικά περιστατικά γονέων που δεν είχαν τέκνα και απέκτησαν μετά από θερμή προσευχή, κατέφυγαν σ’ αυτό το ισχυρό όπλο. Ο δε Κύριος άκουσε τις θερμές προσευχές του Δωροθέου και της Ευσεβίας και τους αξίωσε να αποκτήσουν ένα κοριτσάκι το όποιο βάπτισαν Κυριακή, επειδή γεννήθηκε την ημέρα αναστάσεως του Χριστού.
Ευγνώμονες τώρα προς τον Θεό, οι ευτυχείς γονείς αφοσιώθηκαν στην ανατροφή της μοναχοκόρης τους Κυριακής, με βάση την υπόδειξη του αποστόλου των εθνών Παύλου: «Να ανατρέφετε τα παιδιά σας δίνοντάς τους αγωγή και συμβουλές που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο» (Εφεσ. 6, 4). Της δίδαξαν την υπακοή, τη σεμνότητα, την αφοσίωση στον Θεό, την αγνότητα σώματος και ψυχής, την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Κυρίου, την αγάπη προς τους εμπερίστατους, την έμπρακτη βίωση της χριστιανικής πίστεως. Και η Κυριακή δεν τους απογοήτευε. Διότι από την τρυφερή ακόμα ηλικία της είχε δώσει δείγματα για το ποιά επρόκειτο να γίνει καθώς μεγάλωνε. Όταν μάλιστα έφτασε σε ηλικία γάμου ήταν στολισμένη όχι μόνο με σύνεση και σωφροσύνη, με μόρφωση και ήθος, αλλά και με σπάνιο σωματικό κάλλος, που εντυπωσίαζε τους πάντες.
Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, οι γονείς της ονειρεύονταν και προσδοκούσαν έναν καλό γάμο για τη μοναχοκόρη τους.
Ενώ όμως έτσι σκέπτονταν οι γονείς της Κυριακής και αυτά ονειρεύονταν οι οικογένειες των υποψήφιων γαμπρών, η ίδια άλλα είχε αποφασισμένα με το νου και την καρδιά της. «Δέν μετεχειρίζετο τό κάλλος τῆς εἰς ἔρωτας νέων ἀτάκτων…, οὔτε παρέκυπτεν ἀπό τά παράθυρα διά νά ἀγρεύη τάς ψυχᾶς τῶν ἀνδρῶν», όπως επισημαίνει ο Συναξαριστής.
Αντίθετα, επιδιδόταν με ιδιαίτερο ζήλο στο να στολίζει την ψυχή της με προσευχή, με εγκράτεια, με σιωπή και με νηστείες. Διότι, θέλοντας να μιμηθεί την Υπεραγία Θεοτόκο, επέλεξε την οδό της παρθενίας, επηρεασμένη και από τα θεόπνευστα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους, τα σχετικά με τον γάμο και την αγαμία (παρθενία). Η φράση μάλιστα του Παύλου «Κι αυτός που προχωρεί σε γάμο κάνει καλά, κι αυτός που δεν προχωρεί θα κάνει ακόμα καλύτερα» (Α΄ Κορ. 7, 38), την ώθησε να λάβει την οριστική της απόφαση. Έτσι, όταν οι ευσεβείς γονείς της πρότειναν να ασχοληθεί και με το θέμα της αποκαταστάσεώς της διά του γάμου, την άκουσαν να τους λέει ότι δεν επιθυμεί κάτι παρόμοιο και τους παρακάλεσε να μην επανέλθουν στο ζήτημα αυτό, επειδή διακαώς ποθούσε να αφιερώσει σώμα και ψυχή στον Κύριο και την αειπάρθενη Μητέρα του. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, όντας πιστοί χριστιανοί, εκτίμησαν την παράκληση της μοναχοκόρης τους και δόξασαν τον Θεό που όχι μόνο τους χάρισε την Κυριακή, αλλά και διότι ήταν τόσο ευλογημένη ψυχή.
Ένας πλούσιος αξιωματούχος της περιοχής, ειδωλολάτρης, όταν πληροφορήθηκε για την Κυριακή, την ομορφιά, το ήθος και την οικονομική κατάσταση των γονιών της, έσπευσε να τη ζητήσει για νύφη του και σύζυγο του μοναχογιού του. Καθώς έμαθε τα καθέκαστα η Κυριακή, χωρίς περιστροφές αλλά με ήρεμη παρρησία είπε τα εξής: «Εγώ επέλεξα να είμαι νύμφη του Χριστού μου, και όχι μόνον αυτόν που είναι ειδωλολάτρης δεν θέλω για άντρα μου, αλλά και χριστιανός να ήταν δεν θα τον έπαιρνα, διότι έδωσα υπόσχεση ενώπιον του Κυρίου να ζήσω και να πεθάνω παρθένος». Η απάντηση της Κυριακής, όπως ήταν επόμενο, όχι μόνο δεν άρεσε στον ειδωλολάτρη αξιωματούχο, αλλά και τον εξόργισε. Έσπευσε και παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Κατήγγειλε ότι ο Δωρόθεος, η γυναίκα του Ευσεβία και η κόρη τους Κυριακή είναι χριστιανοί.
Ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να συλληφθούν και οι τρεις και να οδηγηθούν ενώπιον του. Όταν αυτό πραγματοποιήθηκε, κλήθηκαν να προσφέρουν θυμίαμα στα είδωλα. Ο Δωρόθεος, χωρίς να φοβηθεί τον εξοργισμένο αυτοκράτορα, ομολόγησε με παρρησία τη χριστιανική τους πίστη. Ο Διοκλητιανός, αφού πρώτα βασάνισε τον Δωρόθεο, έδωσε εντολή: Να μεταφέρουν τον μεν Δωρόθεο και τη γυναίκα του Ευσεβία στην πόλη Μελιτινή της Μ. Ασίας, προκειμένου να τιμωρηθούν εκεί σκληρά μήπως και αρνηθούν την πίστη τους στον Ιησού Χριστό, άλλως να τους επιβληθεί η θανατική ποινή για ασέβεια προς τους κρατικούς θεούς, την δε Κυριακή έστειλε στον γαμπρό του, τον καίσαρα Μαξιμιανό Γαλέριο, που βρισκόταν στη Νικομήδεια, για να την «συνετίσει», πείθοντάς την να θυσιάσει στα είδωλα. Ο τοπικός άρχοντας της Μελιτινής, γνωστός για τη βαναυσότητά του, μόλις διαπίστωσε κατά την συνοπτική ανάκριση ότι ο Δωρόθεος και η Ευσεβία εμμένουν στη χριστιανική τους πίστη και αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα, τους υπέβαλε αρχικά σε σκληρά βασανιστήρια και στη συνέχεια διέταξε το θάνατο τους με αποκεφαλισμό. Έτσι τα μεν σώματα των ευσεβών γονέων έπεφταν καταγής, η δε αγία ψυχή τους ανέβαινε στον ουρανό.
Όταν η Κυριακή οδηγήθηκε ενώπιον του καίσαρα Μαξιμιανού Γαλέριου, εκείνος αρχικά προσπάθησε να την δελεάσει με κολακείες και υποσχέσεις, προκειμένου να την πείσει για να θυσιάσει στα είδωλα. Στις υποδείξεις, τις κολακείες και τις προτροπές η Κυριακή απάντησε με παρρησία ότι δεν την ενδιαφέρει τίποτε από αυτά, διότι είναι αφιερωμένη στον Σωτήρα και Λυτρωτή της Ιησού Χριστό και δεν πρόκειται να θυσιάσει στους ψεύτικους θεούς. «Μετά τινά βασανιστήρια» ο καίσαρας παραιτήθηκε από την προσπάθεια να πείσει την Κυριακή. Και έδωσε εντολή να την οδηγήσουν στον αιμοβόρο διοικητή της Βιθυνίας, που λεγόταν Ιλαριανός.
Ο Ιλαριανός έδωσε εντολή να την υποβάλουν σε ένα από τα πιο φρικτά και επώδυνα μαρτύρια: Την κρέμασαν από τα μαλλιά της κεφαλής, την έγδυσαν και έκαιγαν το σώμα της με αναμμένες λαμπάδες! Η μεγαλομάρτυς Κυριακή, έχοντας νου και ψυχή ανυψωμένα τον ουρανό, υπέμεινε με καρτερία τον πόνο, χωρίς γογγυσμό, προσευχόμενη και ζητώντας την ενίσχυση του Κυρίου.
 Ο Ιλαριανός, εντυπωσιασμένος μεν από την καρτερία της, αλλά και εξοργισμένος από την αποτυχία της προσπάθειάς του, διέταξε να ρίξουν στη φυλακή τη νεαρή χριστιανή, προκειμένου να συνεχίσει την άλλη μέρα τα βασανιστήρια. Εκεί λοιπόν στη σκοτεινή φυλακή εμφανίστηκε στη μεγαλομάρτυρα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο όποιος της είπε: «Μη φοβάσαι, Κυριακή, τα βασανιστήρια, διότι η χάρη μου θα είναι μαζί σου και θα σε προστατεύει από κάθε πειρασμό». Αφού δε θεράπευσε τις πληγές της έφυγε στους ουρανούς.
Η εμφάνιση αυτή του Κυρίου και η θεραπεία των πληγών της τόνωσαν το φρόνημα της μεγαλομάρτυρος. Έτσι, όταν την επομένη την οδήγησαν και πάλι ενώπιον του τοπικού διοικητή Ιλαριανού, ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει με θάρρος οτιδήποτε θα μηχανευόταν ο τύραννος. Αυτός, βλέποντας ότι οι πληγές από τα χθεσινά βασανιστήρια είχαν τελείως θεραπευθεί, απευθυνόμενος στην Κυριακή της είπε: Είδες ότι οι θεοί μας σε θεράπευσαν; Έλα λοιπόν στο ναό τους για να τους προσφέρεις ευχαριστήρια θυσία. Η χριστιανή νέα του απάντησε με παρρησία: Δεν με θεράπευσαν οι ψεύτικοι θεοί σου, αλλά ο μόνος αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός. Αφού όμως με προσκαλείς, θα έρθω στο ναό των ειδώλων.
Με τη συνοδεία και άλλων αξιωματούχων ο Ιλαριανός, η μεγαλομάρτυς Κυριακή και πλήθος λαού πήγαν στον ειδωλολατρικό ναό. Όταν μπήκαν στο ναό, η μεγαλομάρτυς Κυριακή, αφήνοντας όλους άφωνους, προσευχήθηκε μεγαλόφωνα στον Κύριο και Θεό της, τον Ιησού Χριστό. Τού ζήτησε να λάμψει η Αλήθεια και να διαλυθεί το σκότος της ειδωλολατρίας. Και, ώ του θαύματος! Ξαφνικά, τα είδωλα των θεοτήτων που βρίσκονταν μες στο ναό γκρεμίστηκαν σε συντρίμμια, ενώ «σεισμός μέγας μέ ἀνεμοστρόβιλον φοβερόν» τα διασκόρπισε σε μεγάλη απόσταση. Έντρομοι όλοι οι παρευρισκόμενοι διαπίστωσαν με έκπληξη τη δύναμη της χριστιανικής Πίστεως, αρκετοί δε από αυτούς παραδέχθηκαν ότι ο Θεός των χριστιανών είναι αληθινός. Αστραπή από τον ουρανό χτύπησε στο πρόσωπο τον Ιλαριανό «καί εὐθέως πεσῶν εἰς τήν γῆν ἀπέθανεν», γράφει ο Συναξαριστής.
Ο νέος διοικητής της επαρχίας της Βιθυνίας, που λεγόταν Απολλώνιος μόλις έμαθε ότι η Κυριακή διαδίδει, μετά τον θάνατο του Ιλαριανού, την Χριστιανική πίστη, έδωσε εντολή να την συλλάβουν. Ο Απολλώνιος διέταξε να ανάψουν μεγάλη φωτιά και να ρίξουν μες στις φλόγες της τη μεγαλομάρτυρα Κυριακή. Πράγμα που έγινε. Όμως, τι το θαυμαστό ήταν
αυτό που συνέβη μπροστά στα μάτια όλων; Αντί να κατακαεί η νεαρή χριστιανή, ο Θεός άκουσε τη σύντομη θερμή προσευχή της και την προφύλαξε. Χωρίς να υπάρχουν στον ουρανό σύννεφα, δυνατή βροχή έπεσε «καί ἔσβεσε παρευθύς τήν φλόγα ἐκείνην», με αποτέλεσμα η μεγαλομάρτυς να μη πάθει απολύτως τίποτα. Αμέσως την έριξε σε πεινασμένα λιοντάρια και τα άφησαν για να κατασπαράξουν την Κυριακή. Και πάλι όμως ο κραταιός Θεός σκέπασε με την παντοδύναμη χάρη του την μεγαλομάρτυρα. Τα θηρία έγιναν αρνάκια και κάθισαν κοντά της και έγλειφαν τα πόδια της. Τότε αρκετοί από τους παρευρισκόμενους εθνικούς ομολόγησαν πίστη στον Ιησού Χριστό και απαρνήθηκαν τα εθνικά είδωλα.
Ο διοικητής της Βιθυνίας Απολλώνιος έκανε μια ύστατη προσπάθεια για να μεταπείσει τη νεαρή χριστιανή, κολακεύοντάς την. Αυτά κι άλλα παρόμοια της έλεγε ο Απολλώνιος, νομίζοντας ότι κάτι θα επιτύχει. Εκείνη όμως, αφού τον κοίταξε με παρρησία, αναστέναξε βαθιά και του είπε: «Υιέ του διαβόλου και εχθρέ κάθε δικαιοσύνης! Με τόσο φθηνές κολακείες θέλεις να με πείσεις; Με τέτοια ψέματα προσπαθείς να με χωρίσεις από το γλυκύτατο Νυμφίο μου Χριστό; Μάθε λοιπόν, ασεβέστατε, ότι δεν πρόκειται να με χωρίσει από την αγάπη του ούτε ο πλούτος ή η φτώχεια, ούτε τα μαρτύρια και οι βασανισμοί, ούτε η ζωή ή ο θάνατος. Επομένως, μη κουράζεσαι ελπίζοντας πώς θα απαρνηθώ τον Κύριο και Θεό μου και θα επιστρέψω στα ξόανα και τα είδωλα της πλανεμένης θρησκείας σου. Ακόμα κι αν με ξαναρίξεις στη φωτιά ή με παραδώσεις στα άγρια θηρία, κι αν με πετάξεις στη θάλασσα ή με αποκεφαλίσεις με το ξίφος του δημίου, δεν θα καταφέρεις να αλλάξεις τη χριστιανική μου πίστη. Γιατί λοιπόν με φοβερίζεις με έναν πρόσκαιρο θάνατο, που στην πραγματικότητα είναι για μένα η πραγματική ζωή; Γιατί μου υπόσχεσαι τιμές οι όποιες για μένα είναι ατιμία; Για μένα ζωή, τιμή, ανάπαυση και χαρά είναι ο θάνατος για το όνομα του Κυρίου και Θεού μου. Γι’ αυτό και τις τιμές που μου τάζεις, τις δόξες και τον πλούτο, τις θεωρώ τόσης άξιας όση έχει και ο πηλός της γης». Στο σημείο αυτό η υπομονή του έπαρχου της Βιθυνίας εξαντλήθηκε, έδωσε εντολή για τον αποκεφαλισμό της.
Οι δήμιοι, πήραν την Κυριακή και την οδήγησαν έξω από την πόλη, προκειμένου να την αποκεφαλίσουν. Φτάνοντας στον ορισμένο τόπο, η μεγαλομάρτυς τους παρακάλεσε να της επιτρέψουν για λίγη ώρα να προσευχηθεί. Οι δήμιοι δεν της το αρνήθηκαν. Τότε εκείνη γονάτισε και υψώνοντας τα χέρια της στον ουρανό, την δε ψυχή της στον παντοδύναμο Θεό και Πατέρα, είπε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Πατρός, ἐσύ πού μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀνυμνεῖσαι ἀπό τίς οὐράνιες δυνάμεις, Ἐσύ ὁ ὅποιος δεν εἶσαι ὁρατός ἀπό κανέναν ἄνθρωπο κατά τή θεότητα, εὐαρεστήθηκες ὅμως νά κατεβεῖς στή γῆ καί νά φανεῖς κατά σάρκα στούς ἀνθρώπους, Ἐσύ πού ἐνδυνάμωσες κι ἐμένα την ταπεινή καί ἀνάξια δούλη σου νά ὁμολογήσω τό ἅγιο Ὄνομά σου μπροστά σέ βασιλιάδες καί τυράννους, Ἐσύ πού μέ προστάτεψες ὥστε νά μείνω μέχρι σήμερα ἁγνή παρθένος. Ἐσύ πού εἶσαι Κύριος του οὐρανοῦ καί τῆς γής, Ἐσύ πού ἐξουσιάζεις τήν ζωή καί τόν θάνατο, Ἐσύ πού εἶσαι δημιουργός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων, παράλαβε καί τή δική μου ψυχή καί κατάταξε τήν μαζί μέ τίς φρόνιμες παρθένες [πρβλ. Μάτθ. 25, 1-13]. Διότι δέν ἔσβησα τό λυχνάρι τῆς παρθενίας ὅπως οἱ μωρές παρθένες, δέν νύσταξε ἡ ψυχή μου ἀπό ἀμέλεια καί ὀκνηρία στήν πορεία τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Πίσω σου ἔτρεξα καί Ἐσένα ἀκολούθησα. Πορεύτηκα τό δρόμο τῶν ἐντολῶν σου. Δέξου λοιπόν τό πνεῦμα μου στά χέρια σου καί ἀνάπαυσε τό ἐκεῖ πού βρίσκεται ἡ κατοικία ὅλων ἐκείνων οἱ ὅποιοι εὐφραίνονται κοντά σου. Κατάταξε μέ στήν αἰώνια μακαριότητα μαζί μέ τούς γονεῖς μου πού μαρτύρησαν πρίν ἀπό μένα γιά χάρη τοῦ ὀνόματός σου. Θυμήσου καί ὅσους ἐπικαλοῦνται τό ἅγιο Ὄνομά σου ὅταν θλίβονται, ἐξαιτίας ἐμοῦ τῆς δούλης σου. Θυμήσου ἐκείνους πού θά ἐπιτελοῦν τήν μνήμη τοῦ μαρτυρικοῦ μου θανάτου. Ἀντάμειψέ τους μέ τίς πλούσιες δωρεές τῶν χαρισμάτων σου. Ἄκουσε τήν προσευχή τούς ὅταν καθημερινά ἀπευθύνονται σέ Σένα. Ἱκανοποίησε τά αἰτήματά τους πού ἀποβλέπουν στή δική τους σωτηρία, ὥστε καί γί αὐτούς νά δοξαστεῖ τό ἅγιο Ὄνομά σου, διότι εἶσαι εὐλογητός στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
Ο Συναξαριστής αναφέρει ότι μόλις η μεγαλομάρτυς και νύμφη του Χριστού Κυριακή τελείωσε την προσευχή της, άγγελοι του Θεού παρέλαβαν την αγία ψυχή της και δεν χρειάστηκε οι δήμιοι να κάνουν χρήση του ξίφους τους για να την αποκεφαλίσουν. Έπειτα οι δήμιοι και οι λοιποί ανάμεσα στους όποιους και χριστιανοί επέστρεφαν στην πόλη προκειμένου να ενημερώσουν και τον τοπικό διοικητή Απολλώνιο για τα πεπραγμένα, ακούστηκε μια υπερκόσμια φωνή που τους έλεγε: 
«Πηγαίνετε και διηγηθείτε σε όλους τα μεγαλεία του Θεού. Έτσι οι χριστιανοί έμειναν στον τόπο της τελειώσεως της μεγαλομάρτυρος αγίας Κυριακής, πήραν την σορό της και την ενταφίασαν με τιμές, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Κύριο και Θεό τους, που ανέδειξε ανάμεσά τους μία ακόμα αγιασμένη ψυχή».
Η αγία Κυριακή όχι μόνον υπέστη φρικτά μαρτύρια, αλλά και οδηγήθηκε έξω από την πόλη για να αποκεφαλιστεί, πράγμα που είχε αποδεχτεί εσωτερικά και με την προαίρεσή της ποθούσε, ανεξάρτητα αν ο Κύριος πήρε την ψυχή της και δεν επέτρεψε τον διά του ξίφους θάνατο της. Δίκαια λοιπόν καλείται μεγαλομάρτυς η αγία Κυριακή.
 Η μνήμη της γιορτάζεται στις 7 Ιουλίου .



 

Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ




Την Β’ Κυριακή του Ματθαίου κάθε έτους, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, όπου ακούμε στις εκκλησίες την ευαγγελική περικοπή για την κλήση των πρώτων Μαθητών από τον Χριστό, εορτάζουμε την μνήμη πάντων των εν Αγίω Όρει διαλαμψάντων Οσίων Πατέρων. Οι Αγιορείτες Άγιοι αντιλήφθηκαν την κλήση αυτή από τον Θεό και έφθασαν σε ύψη αρετής. Σύμφωνα με το βιβλίο του λόγιου μοναχού Μωυσή του Αγιορείτου, αριθμούνται οι Άγιοι Πατέρες του Άθω σε 450, ενώ χιλιάδες είναι οι αφανείς και άγνωστοι άγιοι ασκητές, οι οποίοι αγίασαν τα χώματα του Άθω και έγιναν η αιτία για να ονομαστεί το Όρος Άγιον.
Η κοινή εορτή όλων των Αγιορειτών Αγίων καθιερώθηκε μετά την σύνθεση της ακολουθίας και των εγκωμίων από τον πολυγραφότατο και ιερώτατο Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη κατά τον 19ο αιώνα. Στον Άγιο Νικόδημο οφείλουμε το απολυτίκιο των Αγιορειτών Αγίων : ‘’Τους του Άθω Πατέρας και Αγγέλους εν σώματι, Ομολογητάς και Οσίους, Ιεράρχας και Μάρτυρας, τιμήσωμεν εν ύμνοις και ωδαίς, μιμούμενοι Αυτών τας αρετάς. Η του Όρους πληθύς πάσα των μοναστών κραυγάζοντες ομοφώνως, δόξα τω στεφανώσαντι υμάς, δόξα τω αγιάσαντι, δόξα τω εν κινδύνοις ημών, προστάτας δείξαντι’’.
Από τον ασκητή Όσιο Πέτρο και τον ιδρυτή Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη ως τους γέροντες των ημερών μας είναι πολλές οι άγιες μορφές του Αγίου Όρους που έζησαν σαν άγγελοι, όπως αναφέρει και το απολυτίκιο τους. Η μεγαλύτερη προσφορά του Αγιορειτών Αγίων είναι η προστασία του Ορθόδοξου δόγματος σε όλες τις Ορθόδοξες χώρες και της πνευματικής κληρονομιάς της Ορθοδοξίας. Ας δούμε τι αναφέρει ο Γέροντας Μωυσής για ένα μέρος των Αγίων του Αγίου Όρους.
Ο κτήτορας της Αθωνικής μονής Χιλανδαρίου Άγιος Σάββας Ο οσιομάρτυς Ιωάννης Δοχειαρίτης (1275), για την υποστήριξή των ορθών δογμάτων έναντι των Λατίνων στη Θεσσαλονίκη δέχθηκε διωγμούς, τους οποίους υπέμεινε άριστα. Για την ομολογία του υπέστη μαρτυρικό θάνατο από προδότη φιλενωτικό και λατινόφρονα μαθητή του. Το αυτό και ο μαθητής του Γρηγόριος Δοχειαρίτης (1275), ο οποίος έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου υπερασπιζόμενος απτόητα τα ορθόδοξα δόγματα.
Ο άγιος Ιωαννίκιος ο Α' (1279), αρχιεπίσκοπος των Σέρβων, από ηγούμενος του Χιλανδαρίου, ποίμανε βάσει των ιερών Κανόνων το ποίμνιό του. Διαφύλαξε αλώβητη την ορθόδοξη πίστη. Δεν συμμετείχε στην κίνηση για την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Καθολικισμό, που ενεργούσε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος.
Ο Οσιομάρτυς Κοσμάς, Πρώτος του Αγίου ΌρουςΟ όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής (13ος αιώνας) καταγόταν από την Ιταλία και άνηκε στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Τον εγκατέλειψε χάριν της φιλτάτης Ορθοδοξίας και μέσω Βυζαντίου ήλθε στο Άγιον Όρος. Επειδή αντιτάχθηκε στην ένωση των Εκκλησιών, εξορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο, ο νηπτικός ομολογητής, Αγιορείτης όσιος.
Ο όσιος Γεράσιμος ο Σιναΐτης (1320), μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου (1346), μετά την έξοδό του από τον Άθωνα, περιήλθε την Ελλάδα ενισχύοντας τους πιστούς, βοηθώντας πολλούς να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Το αυτό πράττουν οι συμμαθητές του Ιωσήφ «ο ορθοδοξότατος» και Νικόλαος «ο ομολογητής», που δέχθηκε για την πίστη του φυλακίσεις και εξορίες.
Ο άγιος Νικόδημος αρχιεπίσκοπος Πεκίου (1325), αγωνίσθηκε ακούραστα για την εκρίζωση των αιρέσεων των Βογομίλων και την στερέωση της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως. Το αυτό έργο εποίησε ο άγιος Δανιήλ ο Β', αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (1338).
Ο άγιος Θεόκλητος μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1324/6) μεταβαίνοντας από τον Άθωνα στην Κωνσταντινούπολη ήλεγξε για την εκκλησιαστική του πολιτική τον αυτοκράτορα Μιχαήλ η' τον Παλαιολόγο, με αποτέλεσμα να ριχθεί στη φυλακή. Ο επίσκοπος συνέχισε την ορθόδοξη διδασκαλία του σε όλη του τη ζωή απτόητα.
Ο άγιος Ισίδωρος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1350) διδασκάλους στον Άθωνα είχε τους αγίους Γρηγόριο Σιναΐτη και Γρηγόριο Παλαμά. Στη Θεσσαλονίκη, όπου στέλνεται να εργασθεί ιεραποστολικά, στέκεται στο πλευρό του αγίου Παλαμά και είναι ένας από τους πρώτους που πολεμά τον αιρετικό Βαρλαάμ. Ως πατριάρχης αποκατέστησε τον συνοδοιπόρο του στους αντιαιρετικούς αγώνες άγιο Παλαμά, τον οποίο χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.
Ο όσιος Νείλος ο Εριχιώτης (1355/6) υπήρξε ομολογητής αγιορείτης και πολλές υπέστη από τους κακοδόξους εξορίες και θλίψεις για την ακρίβεια της πίστεώς του.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) υπήρξε μέγας θεολόγος. Υποστήριξε το ορθόδοξο δόγμα με γνώση, πίστη και επιμονή. Κατατρόπωσε με τους υπέροχους λόγους του τους αιρετικούς Βαρλαάμ, Ακίνδυνο και Γρηγορά. Για το σθένος του υπέμεινε διωγμούς φυλακίσεις κι εξορίες. Αν δεν είχαμε τον άγιο Γρηγόριο, σήμερα θα είμασταν τουλάχιστον Ουνίτες. Γι' αυτό τον μισούν οι Λατίνοι μέχρι σήμερα.
Ο όσιος Θεοδόσιος Τυρνόβου (1362/3) μετά την παραμονή του στον ιερό Άθωνα επιστρέφει στην πατρίδα του Βουλγαρία κι εγκαθίσταται στην μονή Κελιφάρεβα. Η μονή αποτέλεσε φάρο Ορθοδοξίας, κέντρο αντιαιρετικό, όπου ακτινοβολούσε στη Σερβία, Ουγγαρία και Βλαχία. Ο άγιος συχνά άφηνε την ησυχία, για να υπερασπίσει τα ορθόδοξα δόγματα, που κινδύνευαν από τους ακόλουθους των αιρετικών Βαρλαάμ και Ακινδύνου, τους Αδαμιστές, τους Βογομίλους και τους Εβραίους. Στη σύνοδο του 1359 της Βουλγαρίας πρωτοστάτησε κατά των αιρετικών κι έδωσε μεγάλη χαρά στους πιστούς για την νίκη της Ορθοδοξίας κατά της πλάνης και του ψεύδους των αιρέσεων.
Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (1379) πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Έγραψε λόγους κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη σύνοδο του 1351 για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον τόμο των πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά. Υπήρξε βαθύς θεολόγος και υπεράσπισε με ακαταμάχητο σθένος την Ορθοδοξία. Εξουδετέρωσε τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των Λατίνων. Τιμάται την Ε' Κυριακή των Νηστειών ως φύλακας της Ορθοδοξίας.
Ο άγιος Μακάριος ο Μακρής (1431) μόνασε στη μονή Βατοπεδίου. Διά του γέροντός του Δαυίδ σχετίσθηκε με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β' τον Παλαιολόγο. Ως ηγούμενος της μονής Παντοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως εστάλη από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η' τον Παλαιολόγο στην Ρώμη ως αντιπρόσωπός και διακρίθηκε για την άκαμπτη στάση του και το γνήσιο ορθόδοξο φρόνημά του. Έγραψε λόγο κατά της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπου τονίζει τις σοβαρές μεγάλες διαφορές μεταξύ ορθοδόξων και Λατίνων.
Ο Διονυσιάτης άγιος Νήφων ο Β' και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1508), μετά την εκθρόνισή του και κατά την παραμονή του στη Βλαχία, έσωσε την ρουμάνικη Εκκλησία από την έντονη παπική προπαγάνδα, τις διάφορες αιρέσεις, δεισιδαιμονίες και ηθοφθορίες. Παρόμοιο έργο επιτέλεσε στην Ρωσία ο Βατοπεδινός μοναχός όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1556).
Ο άγιος Βασίλειος Όστρογκ ο θαυματουργός (1671) έζησε αρκετά στο Άγιος Όρος. Ως επίσκοπος στην πατρίδα του Σερβία προφύλαξε σθεναρά το ποίμνιό του από τους Ιησουΐτες, τη λατινική προπαγάνδα και την Ουνία.
Ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (1745) δεν δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, που δίδασκε «αλλόκοτα δόγματα και άθεα μαθήματα» της αιρέσεως του Μολίνου. Παραβρέθηκε και σε σύνοδο, για να στηλιτεύσει την «πανσπερμία των αιρέσεων» του Μεθοδίου. Σε όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν την ορθόδοξη παράδοση και δογματική.
Ο ιερομάρτυς και εθνομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (1779), ο γνωστότατος διδαχός και ιδρυτής ναών και σχολείων, ο ακάματος Φιλοθεΐτης ιερομόναχος, δεν έπαυσε με αυστηρότητα να στηλιτεύει τα λάθη των Λατίνων στα πύρινα κηρύγματά του. Μαρτύρησε από το μίσος των Εβραίων και των Οθωμανών. Είναι σημαντικό το ιεραποστολικό του έργο για την αναγέννηση του Ελληνισμού στην δύσκολη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ανάλογο έργο, ως πρόδρομοι του Αγίου Κοσμά, είχαν και οι επίσης Φιλοθεΐτες Άγιοι, Διονύσιος εν Ολύμπω, Δαμιανός εν Κισσάβω και Συμεών ο ανυπόδητος.
Οι άγιοι Κολλυβάδες Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1794), Μακάριος Νοταράς (1805), Νικόδημος Αγιορείτης (1809), Νήφων ο Χίος (1809) και Αθανάσιος ο Πάριος (1813) στους λόγους τους, στις συγγραφές και στα έργα τους υποστηρίζουν με σθένος και βαθειά γνώση την Ιερά παράδοση, τους Ιερούς Κανόνες, τα απαράβατα δόγματα της Εκκλησίας μας. Στιγματίζουν τις πλάνες τις εκτροπές, τα σχίσματα, τις αιρέσεις, τους άθεους.
Οι ένδοξοι νεομάρτυρες, οσιομάρτυρες και ιερομάρτυρες Αγιορείτες υπογράφουν με το αίμα τους την ακέραιη πίστη τους στο ορθόδοξο δόγμα. Το κίνημα των Νεομαρτύρων αποτέλεσε παράδειγμα υπομονής και αντίστασης για τους υπόδουλους Έλληνες.
Μεταξύ αυτών διακρίνονται: Παχώµιος ο Νεοσκητιώτης (+ 1730), Κωνσταντίνος ο Ρώσος (+ 1742), Δαµασκηνός ο Θεσσαλός (+ 1771), Κοσµάς ο Αιτωλός (+ 1779), Λουκάς ο Σταυρονικητιανός (+ 1802), Γεράσιµος ο Κουτλουµουσιανοσκητιώτης (+ 1812), Ευθύµιος ο Ιβηροσκητιώτης (+ 1814), Γεδεών ο Καρακαλληνός ο εν Τυρνάβω τελειωθείς (+ 1818), Αγαθάγγελος ο Εσφιγµενίτης (+ 1819), Γρηγόριος ο Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 1821), Παύλος ο Κωνσταµονίτης (+ 1824) και τελευταίος γνωστός Αθανάσιος ο Λήµνιος (+ 1846).
Ας έχουμε τις πρεσβείες όλων των Αγιορειτών Αγίων Πατέρων. 


Κυριακή των Αγιορειτών Πατέρων. Οι Άγιοι και οι μαθητές τους στο πέρασμα των αιώνων.

 

undefined

Το Άγιον Όρος παρουσιάζει ιστορία πολύπτυχη, αξιοθαύμαστη και αξιοσέβαστη. Μια από τις ωραιότερες πτυχές του, αναμφίβολα, είναι ο αγιολογικός πλούτος του. Η αθωνική αγιολογία δίκαια αποτελεί τη βασική δόξα και τον μεγαλύτερο έπαινο ενός υπερχιλιόχρονου μοναχισμού.
Οι άγιοι του Αγίου Όρους είναι οι φιλόστοργοι πατέρες των Αγιορειτών. Η αγάπη μας προς αυτούς προέρχεται από χρέος και ευγνωμοσύνη για τις δωρεές τους. Είναι αγάπη τέκνων προς κηδεμόνες, μαθητών προς διδασκάλους. Αυτοί μετέβαλαν την αγριότητα του Όρους σε ημερότητα, τον ακατοίκητο τόπο τον έκαναν κατοικήσιμο, την έρημο τη μετέτρεψαν σε πολιτεία. Έγιναν κτήτορες μονών και σύναξαν πλησίον τους πλήθη μοναχών. Όσο ζούσαν ήταν σύμβουλοι και μετά την τελευτή τους έγιναν πρεσβευτές για όλους. Μοναχοί από διαφόρους τόπους συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο και πήραν ένα όνομα. Ακόλουθοι του πρώτου ησυχαστή Πέτρου, που του είπε η Θεοτόκος τη χαροποιό επαγγελία, περί συνεχούς προστασίας του Όρους. Και έγινε πράγματι η Θεοτόκος μόνιμη σκέπη, φρουρός και ιατρός όχι μόνο των άγιων, αλλά και όλων των μοναχών.
Οι άγιοι του Αγίου Όρους δόθηκαν ολοκληρωτικά στον Θεό. Με πολυχρόνιους σκληρούς αγώνες καθάρισαν τον εαυτό τους και έγιναν δοχεία καθαρά να δεχθούν ουράνια χαρίσματα. Την προς τους αδελφούς τους αγάπη απέδειξαν με το ν’ αφήσουν τη φίλη τους ησυχία και κατόπιν θεοσημειών να πορευθούν προς ίδρυση μονών, σκητών και κελλιών. Με κόπους πολλούς, έξοδα και πειρασμούς έκτισαν οικήματα για να είναι, κατά τον άγιο Νικόδημο, «σχολεία πάσης αρετής, εντολών του Θεού φυλακτήρια, πόνων ασκητικών φροντιστήρια, αγγελικής πολιτείας εργαστήρια, παλαιών και αγίων Κοινοβίων μιμητήρια, των ξένων καταγώγια, των πτωχών καταφύγια, λιμένες σωτηριώδεις και ακύμαντοι».
Από τους αγίους του ονομάσθηκε το όρος του Άθω άγιον. Αυτοί είναι η ωραιότητα του Όρους, το μεγαλείο του και η ακτινοβόλος θερμότητα που αναπαύει τους πιστούς. Άγιον Όρος, κατά τον άγιο Νικόδημο, σημαίνει «τόπος άγιότητος· τόπος καθαρότητος· τόπος όπου επάτηοαν τόσων αγίων πόδες. Τόπος, όστις έχει εζυμωμένα τα χώματα από τα αίματα, από τους ιδρώτας, και από τα δάκρυα εκατοντάδων και χιλιάδων οσίων Πατέρων εν ενί λόγω, το Άγιον Όρος είναι τόπος αρετής και αγαθοεργίας».
Οι άγιοι του Αγίου Όρους ανέδειξαν το Όρος και το έκαναν θαυμαστό όπως το Σινά, τα όρη της Παλαιστίνης, το Πηλούσιο, το Γαλήσιο, τον Λάτρο, τον Όλυμπο της Βιθυνίας. Οι άγιοι και οι μαθητές τους στο πέρασμα των αιώνων, ως όσιοι και μάρτυρες, ησυχαστές και κοινοβιάτες, έγκλειστοι και ιεραπόστολοι, αναδείχθηκαν λαμπροί συνεχιστές της γνήσιας Ορθόδοξης μοναχικής παραδόσεως, που τη φύλαξαν όπως γεννήθηκε στα λίκνα του Ανατολικού Μοναχισμού με αγρυπνίες και θυσίες…
Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥΣ.
Ο κοινός εορτασμός των αγίων του Αγίου Όρους αρχίζει με τη σύνθεση της ακολουθίας και του εγκωμίου τους από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που είναι και ο τελευταίος συναξαριογράφος… Ο άγιος Νικόδημος ξεκίνησε την εργασία του αυτή «προτροπή και αξιώσει της Ιεράς και κοινής Συνάξεως πάντων των Μοναστηριακών του Αγίου Όρους Πατέρων». Ακολουθία και εγκώμιο τυπώθηκαν στην Ερμούπολη της Σύρου το 1847, «διά συνδρομής της Σεβάσμιας ομηγύρεως των εν Άθω Πατέρων», οι οποίοι προεγράφησαν για πεντακόσια περίπου αντίτυπα, και προς «κοινήν των Μοναχών, και πάντων των Ορθοδόξων Λαϊκών Χριστιανών ωφέλειαν». Ο ακριβής χρόνος της συγγραφής δεν είναι γνωστός.
Η πρώτη χρονολογημένη εικόνα της Συνάξεως των Αθωνιτών Πατέρων αγιογραφήθηκε το 1796 και βρίσκεται στο αντιπροσωπείο της ιεράς μονής Κωνσταμονίτου στις Καρυές. Πιθανώς το 1796 να γράφτηκε η ακολουθία και μέχρι της εκδόσεως της να κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα, όπως συνηθιζόταν. Περί το 1800 αγιογραφήθηκε η εικόνα των Αγιορειτών Αγίων, που βρίσκεται στην αίθουσα των Συνάξεων της Ιεράς Κοινότητος, ενώ παλαιότερα βρισκόταν στο τέμπλο του ιερού ναού του Πρωτάτου Καρυών Αγίου Όρους.
Ο άγιος Νικόδημος στο γλαφυρό του εγκώμιο πρός τους οσίους αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στην «καινή και κοινή μνήμη πάντων των του Όρους άγιων Πατέρων».
Γιατί «κοινοί προστάται και ευεργέται όλου κοινώς του αγίου Όρους» φάνηκαν. Αυτοί οι οποίοι «έγιναν εις ημάς μυρίων αγαθών πρόξενοι» άξιο είναι να εορτάζονται μαζί. Παλαιά συνήθεια της Εκκλησιάς ο κοινός εορτασμός αγίων, όπως των «εν Σινά και Ραϊθω αναίρεθέντων Οσίων», των «εν τω Σαββάτω της Τυρινης Οσίων Πατέρων», των «εν τη Λιβύη και Αιγύπτω και Θηβαΐδι ασκησάντων» και άλλων πολλών αγίων εόρτιες συνάξεις κατά χώρες, τόπους και μονές. Συνεχίζοντας ο άγιος Νικόδημος γράφει πως, με την κοινή πανήγυρη των Αγιορειτών Οσίων, «όσοι Πατέρες του Όρους, είτε από τους ονομαστούς, είτε από τους ανωνύμους, έμειναν έως τώρα ανεγκωμίαστοι, διότι δεν έχουσιν ιδίαν ασματικήν ακολουθίαν, διά της κοινής ταύτης ακολουθίας και εορτής, και αυτοί» καθίσταται δυνατόν πλέον να «τιμώνται και εορτάζωνται». Ακόμη «ίνα μη ως αχάριστα τέκνα φανώμεν, μη τιμήσαντες κοινώς τους πνευματικούς ημών Πατέρας τούτους και διδασκάλους και ευεργέτας και οδηγούς, των οποίων και τα Μοναστήρια κατοικούμεν, και τας διδασκαλίας εντρυφώμεν, και τον άρτον αυτών τρώγομεν». Και ακόμη «ίνα η κοινή αύτη των αγίων Πατέρων εορτή, γένηται παρακίνησις προς μίμησιν της αρετής, και του ζήλου αυτών εις ημάς τους μοναχούς του νυν καιρού».
Η πλήρης ασματική ακολουθία των οσίων είναι γραμμένη με όλη τη χάρη και την αγάπη του θείου Νικόδημου. Ο μεγάλος του σεβασμός προς τους τιμωμένους αγίους τον κάνει εκστατικό, θαυμαστό και εμπνευσμένο συνθέτη. Στους κανόνες του Όρθρου αναφέρονται ονομαστικά οι άγιοι, αλλά λείπουν αρκετά ονόματα. Οι κόποι του αγίου Νικόδημου και το σκύψιμο του στις αρχαίες του Όρους βιβλιοθήκες δεν του έδωσαν όλα τα ακριβά μυστικά τους. Προσπάθεια συμπληρώσεως της ακολουθίας έκανε ο σύγχρονος και ήδη μακαριστός υμνογράφος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, αλλά και από εδώ απουσιάζουν ονόματα αγίων, που η έρευνα στις ημέρες μας έφερε στο φως.
Η ακολουθία των οσίων ψάλλεται πανηγυρικά, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, τη Δεύτερη Κυριακή του Ματθαίου, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, σε όλες τις αγιορείτικες μονές και σκήτες και ιδιαίτερα στους προς τιμή των οσίων ναούς και το Πρωτάτο…
Η τιμή των Αγιορειτών Οσίων, παρότι επικεντρώνεται στον τόπο που έζησαν, δεν άργησε να λάβει και ευρύτερες διαστάσεις. Έτσι τιμώνται κι εορτάζονται στις γενέτειρες τους και στις περιοχές που έδρασαν ή που κατέχουν εικόνες και τίμια λείψανα τους…
(Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, Εκδ. Μυγδονία 2008, σ. 25-26,115-119 αποσπάσματα)

6 Ιουλίου η μνήμη του Οσίου Σισώη του Μεγάλου και του Αγίου Οσιομάρτυρος Κυρίλλου του Θεσσαλονικέως .

0 σχόλια

Ο Άγιος Σισώης (6 Ιουλίου)

05ΙΟΥΛ

 
Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του οσίου ασκητή Σισώη.
Ο άγιος Σισώης έχει τον τίτλο του μεγάλου, όπως ο άγιος Αντώνιος, και γιατί πραγματικά υπήρξε μεγάλος ασκητής, αλλά και για να ξεχωρίζει από άλλους δύο στην ίδια εποχή, που είχαν κι εκείνοι το ίδιο όνομα. Ο άγιος Σισώης στο άνθος της ηλικίας του παράτησε τα εγκόσμια κι έφυγε στην έρημο της Αιγύπτου, εκεί που πριν λίγα χρόνια είχε ασκητέψει ο άγιος Αντώνιος. Δεν τον τράβηξε προς τα εκεί μόνο ο τόπος, αλλά και το παράδειγμα του αγίου Αντωνίου, που προσπαθούσε να τον μιμηθεί στις αρετές του.
Το πρώτο που φρόντιζε ο άγιος Σισώης ήτανε να παραμένει άγνωστος, αλλά οι μαθητές του αγίου Αντωνίου, θαυμάζοντας την αγιότητά του, έτρεχαν και γίνονταν δικοί του μαθητές. Γιατί η αρετή, όσο και να θέλει να κρυφτεί, δεν κρύβεται· είναι, όπως λέγει ο Ιησούς Χριστός, «πόλις επάνω όρους κειμένη»· σαν μια πόλη, που είναι χτισμένη επάνω στο βουνό και φαίνεται από παντού. Ο άγιος Σισώης ήταν τόσο απελευθερωμένος κι ανεξάρτητος από τις υλικές ανάγκες, που πολλές φορές ξεχνούσε και να φάει. Τότε ένας μαθητής του, που τον έλεγαν Αβραάμ, του το υπενθύμιζε και του έλεγε, σαν που οι μαθητές έλεγαν στον Ιησού Χριστό· «Ραββί, φάγε». Ο άγιος Σισώης ήταν άνθρωπος της θερμής προσευχής. Όταν προσευχότανε, η καρδιά του ήταν, σαν και να την έκαιε φωτιά. Γι’ αυτό οι μαθητές του τον άκουαν, που συχνά αναστέναζε βαθειά. Η αληθινή προσευχή είναι μια αιματηρή αγωνία, τέτοια σαν εκείνη του Ιησού Χριστού μετά το μυστικό δείπνο, τότε που προσευχότανε στον κήπο της Γεθσημανή.
Ο άγιος Σισώης ήταν επίσης άνθρωπος της ταπεινοφροσύνης. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πρώτη αρετή κάθε πιστού. Γι’ αυτό ο άγιος Σισώης πριν απ’ όλα φοβόταν να τον επαινούν. Του άρεσε να προσεύχεται με σταυρωμένα τα χέρια, κι όμως απέφευγε να τα σταυρώνει, για να μην τον βλέπουν πως προσεύχεται. Ένας μοναχός μια μέρα του είπε· «Αισθάνομαι πως πάντα είμαι κάτω από το βλέμμα του Θεού». Κι ο άγιος Σισώης του απάντησε· «Δεν φτάνει, πρέπει να αισθάνεσαι πως είσαι και παρακάτω απ’ όλους τους αδελφούς σου».
Παρ’ όλη την ασκητικότητά του, ο άγιος Σισώης παραπονιόταν στον εαυτό του πως ήταν ανάξιος μοναχός και ασκητής. Κάποτε ένας συνασκητής αδελφός παραπονιόταν κι αυτός πως δεν είχε ακόμα τη θερμότητα της ψυχής του αγίου Αντωνίου. Τότε ο άγιος Σισώης του είπε· «Εγώ, αν είχα κι ένα μόνο από τα αισθήματα του αγίου Αντωνίου, θα αισθανόμουν τον εαυτό μου να καίεται από θεϊκή αγάπη». Ήθελε να πει ο άγιος και μεγάλος ασκητής ότι η αγιοσύνη δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά δωρεά και χάρη του Θεού, ανάλογη με την προαίρεση του ανθρώπου.
Ο άγιος Σισώης φοβόταν τα πολλά λόγια, γι’ αυτό απέφευγε να ομιλεί, κι όταν μιλούσε ήταν πάρα πολύ σύντομος. Τριάντα χρόνια έλεγε πάντα την προσευχή· «Κύριε Ιησού Χριστέ, μην αφήσεις να αμαρτήσω σήμερα με τη γλώσσα μου». Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος γράφει στην επιστολή του· «Ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ». Κι ο άγιος Σισώης ήθελε πολύ να αποκτήσει αυτή την τελειότητα. Η τελευτή του βίου του αγίου Σισώη ήταν ειρηνική τελείωση ενός αγίου. Ξαπλωμένος στο ξυλοκρέββατό του, έλεγε· «Ο άγιος Αντώνιος μαζί με τους Προφήτες και τους Αγγέ­λους έρχονται να παραλάβουν την ψυχή μου». Κι εκεί που έβλεπε κι έλεγε αυτά, έκλεισε τα μάτια του στο φως του αισθητού ηλίου και «μεταβέβηκεν εκ του θανά­του εις την ζωήν». Αμήν.
(Επισκ. Σερβίων και Κοζάνης, Διονυσίου, «Εικόνες έμψυχοι», σ. 240-242)



                                             
    Άγιος   Οσιομάρτυς Κύριλλος ο Θεσσαλονικεύς .          
                                                                                                                Μοναδική πηγή πού διασώζει το Μαρτύριο και τη χασματώδη και κολοβή Ακολουθία του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου είναι το αθωνικό χειρόγραφο 347 της μονής Διονυσίου. Πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο σε λόγια γλώσσα και κατά πάσα πιθανότητα αυτόγραφο έργο του ανωνύμου συντάκτη του Μαρτυρίου, χρονολογούμενο μεταξύ τού τέλους του 17ου και των αρχών του 18ου αιώνος. 
Σύμφωνα με το Μαρτύριό του ὁ Κύριλλος ,το κοσμικό όνομα του οποίου ήταν Κυριακός, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1544, κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέιος, καταγόταν από την επαρχία Πελαγονίας και διέμενε με την οικογένεια του στην περιοχή της ακροπόλεως της Θεσσαλονίκης. 
Σε ηλικία δέκα ετών ο Κυριακὸς έμεινε ορφανός, με αποτέλεσμα να αναλάβουν την κηδεμονία του δύο θειοι του, συγγενείς της μητέρας του, εκ των οποίων ο ένας ήταν μωαμεθανός. Τελικά ο μωαμεθανός θειος του ανέλαβε αποκλειστικά την κηδεμονία του και τον έστειλε σε κάποιον επίσης μωαμεθανό βυρσοδέψη για να μάθει κοντά του να εξασκεί αυτό το επάγγελμα. 
Ωστόσο ο Κυριακός, ακλουθώντας τις συμβουλές του άλλου θείου του, ὁ οποίος ήταν ευσεβής χριστιανός, αποφάσισε να εγκαταλείψει κρυφά το μωαμεθανό κηδεμόνα του και να ακολουθήσει κάποιους αγιορείτες μοναχούς, που κατά αγαθή συγκυρία βρίσκονταν εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη. Σε ηλικία 14 ετών ὁ Κυριακός έφθασε στο Άγιο Όρος και εκάρη μοναχός στη μονή Χελανδαρίου, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Κύριλλος. 
Ο Κύριλλος ασκήτευσε επί οκτώ έτη σε κάποιο χελανδαρινὸ μετόχι και σε ηλικία 22 ετών ταξίδεψε μαζί με άλλους δύο χελανδαρινοὺς μοναχούς στη Θεσσαλονίκη, όπου συνάντησε το χριστιανό θειο του. Κατερχόμενος από την περιοχή της Ακροπόλεως προς το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μαζί με τον εξάδελφό του -γιο του χριστιανού θείου του-, συνάντησε τυχαία το μωαμεθανό κηδεμόνα του, ο οποίος παρά την παρέλευση πολλών ετών, αναγνώρισε τον Κύριλλο. Φώναξε αμέσως και άλλους μουσουλμάνους για να συλλάβουν τον Κύριλλο με την κατηγορία ότι, ενώ πριν είχε ασπαστεί το μωαμεθανισμό, στη συνέχεια τον αρνήθηκε και εξόμωσε. 
Ο Κύριλλος οδηγήθηκε αμέσως στον Τούρκο δικαστή της Θεσσαλονίκης, ο οποίος επιχείρησε να τον πείσει να εγκαταλείψει τη χριστιανική πίστη και να ασπαστεί το μωαμεθανισμό. Όταν διαπίστωσε πως η προσπάθειά του δεν Επέφερε κανένα αποτέλεσμα, διέταξε να τον οδηγήσουν στη φυλακή σκοπεύοντας να εκφέρει την απόφαση του την επόμενη μέρα. 
Την άλλη ημέρα ο Κύριλλος οδηγήθηκε και πάλι στο δικαστή, ο οποίος προσπάθησε για δεύτερη φορά να τον μεταπείσει με υποσχέσεις ή με απειλές, αλλά όταν διαπίστωσε ότι η προσπάθειά του ήταν μάταιη, τον καταδίκασε σε θάνατο δια πυρός. Ο Κύριλλος οδηγήθηκε από το εξαγριωμένο πλήθος των φανατισμένων τούρκων και των δημίων του στον τόπο της καταδίκης του, στο παλαιό βυζαντινό Ιπποδρόμιο της πόλεως, κοντά στο ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο οποίος μνημονεύεται στο συναξάριο της Ακολουθίας του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου για πρώτη φορά. 
Ο Τούρκος ύπαρχος επιχείρησε για τελευταία φορά, όπως συνηθιζόταν, να μεταπείσει τον Κύριλλο, προσφέροντάς του υλικές ανέσεις και απολαύσεις, αλλά ο Κύριλλος της αρνήθηκε, λέγοντας πως για αυτόν μοναδικός πλούτος ήταν ο Χριστός. Κατόπιν τούτων ο έπαρχος έδωσε εντολή στους δημίους να ρίψουν τον Κύριλλο στην πυρά, η οποία αποτέφρωσε το σώμα του στις 6 Ιουλίου του 1566. 
Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η τελευταία πληροφορία που παρέχει το Συναξάριο του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου: 
“᾿Επεὶ γὰρ ἤμελλε τῇ φλογὶ δαπανηθῆναι τὸ σύνολον, κυνῶν ὀστᾆ τεθνηκότων ἐγείραντες, ἔστι δὲ καὶ ους θνησιμαίους, τῇ πυρᾷ ἐναπέρριψαν ἔνθεν τοι τὸ μὲν τοῦ μάρτυρος σῶμα τῷ πυρὶ καταναλωθέν, ὡσεὶ σποδὸς ἐγένετο...”.
Τη μαρτυρία αυτή επιβεβαίωσε η ανακάλυψη μίας πήλινης λάρνακας, η οποία περιείχε υπολείμματα οστών και υφάσματος αναμειγμένα με τέφρα, και βρέθηκε στα θεμέλια του παλαιού ναού του Αγίου Κωνσταντίνου το 1972, μετά την κατεδάφισή του για την ανέγερση του νέου ναού στη θέση του. Ο συνδυασμός του σημαντικού αυτού ευρήματος με τη μαρτυρία του Συναξαρίου, συγκλίνει καθοριστικά στην απόδοσή του στον Οσιομάρτυρα Κύριλλο το Θεσσαλονικέα. 
Στη μνήμη του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου, που εορτάζεται στις 6 Ιουλίου, τιμάται το δεξιό παρεκκλήσιο που υπάρχει στη νότια πλευρά του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου.




5 Ioυλίου η μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος Κυπριανού του Νέου , του εξ Ευρυτανίας και εν τη Ι.Μ.Κουτλουμουσίου ασκήσαντος

0 σχόλια

῾Ο ἅγιος ἱερομάρτυς Κυπριανός †5 ᾿Ιουλίου


Ο μάρτυς γεννήθηκε στό χωριό Κλειστό ἤ Κλειτσός τοῦ τέως δήμου Κτημενίων.
Οἱ γονεῖς του τόν ἀνέθρεψαν καλῶς, τόν ἔμαθαν γράμματα, τόσον τά ἑλληνικά ὅσον καί τά ἱερά. ᾿Ενωρίς ἔγινε μοναχός καί ἀξιώθηκε τῆς ἱερωσύνης. Πῆγε ἀκολούθως στόν ῞Αγιο ῎Ορος καί ἔμεινε στό κελλί τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου κοντά στό μοναστήρι Κουτλουμουσίου.
᾿Εκεῖ ἐργαζόμενος τίς ἀρετές, ἔγινε τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλους τούς ἁγιορεῖτες μοναχούς. Φλεγόταν ὅμως ἡ καρδιά του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί διψοῦσε τό μαρτύριο. Οἱ πατέρες, στούς ὁποίους φανέρωσε τόν σκοπό καί τόν πόθο του, τόν ἐμπόδιζαν. Φοβοῦνταν τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, μήπως δειλιάσει καί δέν τά βγάλει πέρα, ἐκεῖνος ὅμως δέν ἔλεγε νά ἀλλάξει στόχο.
῎Εφυγε λοιπόν ἀπ’ τό ῞Αγιο ῎Ορος καί ἐπῆγε στήν Θεσσαλονίκη. ᾿Εκεῖ παρουσιάσθηκε στόν τοῦρκο δικαστή κι ὁμολόγησε τήν πίστη του στό Χριστό καί τόνισε τό πλάνον καί τήν ἀπάτη τοῦ μωαμεθανισμοῦ. ῾Ο δικαστής τόν θεώρησε τρελό καί τόν ἐξεδίωξε.
Μετά τήν ἀποτυχία του νά ὁδηγηθεῖ στό μαρτύριο, ἔρχεται στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά ἐπιτύχει ἐκεῖ τό ποθούμενο. ᾿Εκεῖ ἀντιμετώπισε πάλι δυσκολίες στήν προσέγγιση τοῦ στόχου του. Τελικά ὅμως ἔφτασε στόν βεζίρη ἀπ’ τόν ὁποῖον κατέληξε στόν μουφτή γιά νά καταδικασθεῖ μετά ἀπό ἐπάλληλες θαρραλέες ὁμολογίες στόν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατον.
῎Ελαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του καί ἔδειχνε ὅτι πήγαινε σέ γάμο ἤ σέ πανηγύρι κι ὄχι πρός τό θάνατο. Περνώντας ἀπ’ τήν ἐκκλησία τοῦ Πατριαρχείου ἔκανε τό σταυρό του κι εὐχαρίστησε τόν Θεό πού τόν ἀξίωσε νά συγκαταριθμηθεῖ μέ τούς μάρτυρες.
῏Ηταν Σάββατο, 5 ᾿Ιουλίου τοῦ 1679, ὅταν ὁ ἅγιος Κυπριανός ἔφυγε χαίρων γιά τόν οὐρανό.
᾿Απολυτίκιον
Εἰς ἦχον γ´ «Τὴν ἐν σαρκὶ ζωήν...»
Τὸν θεῖον ἔρωτα τὸν τοῦ Κυρίου σου καὶ τὴν ἐκζήτησιν τοῦ μαρτυρίου σου ᾿Αγγέλων δῆμοι καὶ πιστοὶ ἐθαύμασαν, πανεύφημε· διά τῆς ἀσκήσεως καὶ πολλῆς παῤῥησίας σου ἐν ὁμολογίᾳ τε καὶ φοινίξει αἱμάτων σου, Κυπριανὲ ἀθλοφόρε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον
Τέκνον τῆς Κορίτσης τὸ ἐκλεκτόν, σχολῶν τῶν ᾿Αγράφων θρέμμα τίμιον καὶ σεπτόν, μονῆς Κουτλουμουσίου σέμνωμα τὸ θεῖον, Κυπριανὸν τὸν νέον, ἀεὶ γεραίρομεν.
Κοντάκιον
Τῆς Κορίτσης βλάστημα Εὐρυτανίας τὸ θεῖον, τοῦ Κλειστοῦ τὸ στήριγμα, Κουτλουμουσίου τὸ κλέος, Κυπριανὸν μακαρίσωμεν, Μαρτύρων νέων καὶ νέον ἀγλάϊσμα.

5 Ιουλίου η μνήμη του Οσίου πατρός ημών Αθανασίου του εν εν τω Άθω

0 σχόλια

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΕΝ ΑΘΩ

Βίος του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη, του οποίου η Εκκλησίας μας τιμά την μνήμη στις 05 Ιουλίου

 Ο πνευματικός αυτός αστέρας, ισάξιος των μεγάλων ασκητών των παλαιών χρόνων, γεννήθηκε στην Τραπεζούντα από ευγενείς και ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον ανέθρεψαν χριστιανικά.

Νεαρός ακόμα, είχε κλίση στην μοναχική ζωή και αναζητούσε πάντα την πνευματική τελειότητα. Κατέφυγε, λοιπόν, σε ένα ψηλό βουνό του Κυμινά, κοντά στον περιβόητο ασκητή Μιχαήλ Μαλεϊνό, άνδρα με αρετή και αγιότητα ζωής. Αυτός τον έκηρε μοναχό και τον μετονόμασε από Αβράμιο - που τον έλεγαν - σε Αθανάσιο. Εκεί, λοιπόν, ο Αθανάσιος εκγυμνάστηκε πολύ καλά στην ασκητική ζωή και τελειοποίησε σε μεγάλο βαθμό τις αρετές του.

Επιζητώντας, όμως το τελειότερο, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν» (Ματθ. 5: 48), να γίνεσθε δηλαδή, τέλειοι, καθώς είναι τέλειος και ο ουράνιος Πατέρας σας, πήγε στο Άγιο Όρος (Άθως) , και με την πλούσια επιχορήγηση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννη Τζιμισκή, ίδρυσε την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας (963 μ.Χ.), που σώζεται μέχρι σήμερα.


Εκεί κατέφυγε πλήθος μοναχών, και με την καθοδήγηση του Αθανασίου, προόδευαν όλοι μαζί στην τελειότητα της πνευματικής ζωής, που τόσο επεδίωκε ο Αθανάσιος μέχρι την κοίμησή του.

2 Ιουλίου η κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου εν τω ιερώ ναώ των Βλαχερνών εν Κωνσταντινουπόλει

0 σχόλια

O Nαός της Παναγίας των Βλαχερνών της Πόλης και οι Βλαχέρνες της Ελλάδος.

01ΙΟΥΛ
Ο Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών στην Πόλη.
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ή Βλαχερνίτισσας είναι από τα γνωστότερα ιερά της Παναγίας και ένα από τα σημαντικότερα Ορθόδοξα προσκυνήματα της Πόλης. Βρίσκεται στις Βλαχέρνες, στην περίφημη αυτή συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εκτός του ναού υπήρχε και βασιλικό παλάτι.
Ο Ναός έγινε γνωστός από την παλαιότατη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών που παριστάνει την Θεοτόκο όρθια δεομένη με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, έχοντας στο στήθος της εγκόλπιο με τον Ιησού. Είναι η υπέρμαχος Στρατηγός, που σε ανάμνηση της βοηθείας της Θεοτόκου προς τους υπερασπιστές του Βυζαντίου εναντίον των Περσών και Ρώσων, γράφηκε ο γνωστός σε όλους Ακάθιστος Ύμνος. Από Βυζαντινούς συγγραφείς μαθαίνουμε για το απαράμιλλο κάλλος του Ναού, καθώς και τα άπειρα θαύματα της Παναγίας.
Το ιερό των Βλαχερνών το αποτελούσαν τρία κτίρια: Η κεντρική εκκλησία, το παρεκκλήσιο των λειψάνων και το «λοῦσμα». Η εκκλησία είχε το σχήμα της ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικής.
Το παρεκκλήσιο των λειψάνων ή παρεκκλήσιο της Αγίας σορού ήταν κυκλικό κτίσμα με νάρθηκα, που βρισκόταν στα νότια του ιερού του ναού. Φιλοξενούσε, εκτός από τα λείψανα, το ωμοφόριο της Θεοτόκου, το πέπλο της και την Τιμία Ζώνη.

Τὸ «λοῦσμα» επικοινωνούσε με το παρεκκλήσιο. Τὸ λοῦσμα στεγαζόταν με θόλο και οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με εικόνες. Σε ειδική κόγχη βρισκόταν η εικόνα της Παναγίας. Στη δεξαμενή κατέβαινε κάθε Παρασκευή ο αυτοκράτωρ και λουζόταν.

Ιστορία της Εκκλησίας
Ο Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Πουλχερία και το σύζυγό της Μαρκιανό μεταξύ 450-453. Επί Λέοντος Α’ του Θρακός (457-474) ο ναός ολοκληρώθηκε και απέκτησε λάμψηιδιαίτερα με τη δημιουργία του «αγίου λούσματος» και του αγιάσματος. Τότε χτίστηκε κα το παρεκκλήσιο της Αγίας σορού για να δεχτεί το ωμοφόριο και την Τίμια Ζώνη της Θεοτόκου, που μεταφέρθηκαν από την Παλαιστίνη το 473,  με αποτέλεσμα ο ναός να γίνει το κυριότερο προσκυνηματικό κέντρο της Θεοτόκου στην Πόλη. Το ίδιο συνέβη και με την Αχειροποίητο εικόνα του Σωτήρος (το γνωστό Άγιο Μανδήλιο), το οποίο μετεφέρθη στην Κωνσταντινούπολη από τον Ρωμανό τον Πρεσβύτερο από την Έδεσσα της Συρίας. Την ίδια περίοδο αφιερώθηκαν στο ναό σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, κυρίως κτήματα.
Ο Ιουστινιανός επί της βασιλείας του θείου του Ιουστίνου Α’ (518-527) τροποποίησε και τελειοποίησε το αρχικό οικοδόμημα. Στον τύπο της βασιλικής υψώθηκε τρούλος, στηριγμένος σε ημικύκλιο που σχημάτιζαν οι κίονες. Στα υπόγεια του Ναού υπήρχε το Άγιο Λούμα, σημερινό Αγίασμα. Κατά μία παλιά συνήθεια πήγαιναν οι Αυτοκράτορες την Παρασκευή της Γ’ των Νηστειών και λούζονταν στο Άγιο Λούμα. Ο Ιουστίνος ο Β’ (565-578) είχε προσθέσει δύο αψίδας, ενισχύοντας το σχήμα του σταυρού.
Πολλοί αυτοκράτορες, κατά καιρούς, από προσωπικό ενδιαφέρον βοήθησαν στην αναδιοργάνωση των Βλαχερνών με διάφορες δωρεές. Το μέγεθος των λειτουργικών αναγκών του ναού αποκαλύπτεται από Νεαρά του Ηρακλείου, η οποία ορίζει το ιερατείο και το προσωπικό το οποίο ανερχόταν 
συνολικά σε 74 άτομα, 12 πρεσβύτεροι, 18 διάκονοι, 6 διακόνισσες, 8 υποδιάκονοι, 20 αναγνώστες, 4 ψάλτες και 6 θυρωροί.
Το γνωστότερο και σπουδαιότερο γεγονός είναι η σωτηρία της Πόλης κατά το 626 όταν πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα των Αβάρων. Η εικόνα της Βλαχερνίτισσας λιτανεύτηκε στις επάλξεις από το γιο του απουσιάζοντος Ηρακλείου, τον πατριάρχη Σέργιο (610-638) και το λαό. Η πολιορκία λύθηκε, η Πόλη σώθηκε και η σωτηρία αποδόθηκε στην Παναγία. Σύσσωμος ο λαός οδηγήθηκε με την εικόνα στον ιστορικό ναό όπου αγρύπνησε ψάλλοντας τον Ακάθιστο Ύμνο.
Στη διάρκεια της Εικονομαχίας επί Κωνσταντίνου Ε’ επειδή ήταν το λατρευτικό κέντρο των Ορθοδόξων, παράλληλο με την Αγία Σοφία (π.χ. κάθε Παρασκευή γινόταν ολονύχτιες αγρυπνίες των πιστών αφιερωμένες στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας) το εικονογραφικό πρόγραμμα καταστράφηκε. Όπως μας πληροφορεί «ο Βίος του Αγίου Στεφάνου του Νέου», που γράφτηκε το 808, οι εικονομάχοι αντικατέστησαν τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων με παραστάσεις δέντρων, πτηνών και θηρίων. Τότε εξαφανίστηκε και η ξύλινη, αργυρόχρυση και ιστορική εικόνα της Παναγίας, η οποία ξαναβρέθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, το 1030 κρυμμένη στον τοίχο κατά τις εργασίες ανακαίνισης που έγιναν επί Ρωμανού Γ’ Αργυρού.
Το 843, με τη λήξη της Εικονομαχίας, από το ναό των Βλαχερνών ξεκίνησε η γιορτή της Ορθοδοξίας, που καθιερώθηκε για το θρίαμβο των εικόνων. Κατά την παράδοση εξάλλου το 944 τοποθετήθηκαν στο παρεκκλήσιο του ναού η εικόνα του Χριστού και η επιστολή του βασιλέα Αβγάρου, που έφεραν από την Έδεσσα.
Σε κάποια νεώτερη φάση ο Ρωμανός Γ’ Αργυρός (1028-1034) διακόσμησε με χρυσό και ασήμι τα εσωράχια των τοξοστοιχιών. Το 1070 η εκκλησία καταστράφηκε από πυρκαγιά και ανακαινίστηκε από τους αυτοκράτορες Ρωμανό Δ’Διογένη (1067-1071) και Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-1078). Ξανακαταστάφηκε και ανοικοδομήθηκε από τον Ανδρόνικο Κομνηνό το 1184. Μετά το 1204 καταλαμβάνουν το ναό των Βλαχερνών οι Λατίνοι μέχρις ότου ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης (1222-1254) τον εξαγόρασε από τους Καθολικούς, όπως και πολλά μοναστήρια της Πόλης. Το 1348 Γενουάτες πειρατές με τις πολιορκητικές τους μηχανές προκάλεσαν ζημιές στο ιερό.
Από τις μαρτυρίες που σώθηκαν ο ναός των Βλαχερνών ήταν δίπλα στον Κεράτιο, έξω από τα τείχη. Για να προστατευτεί ο Ηράκλειος περιτείχισε το χώρο. Όταν αργότερα ιδρύθηκε το Παλάτι των Βλαχερνών, πιο πάνω από το ναό στη πλαγιά του λόφου, Παλάτι και ναός επικοινωνούσαν με σκάλα και εδική θύρα. Οι αυτοκράτορες συχνά παρακολουθούσαν τις λειτουργίες και ανάλογο ήταν και το ενδιαφέρον τους για το ναό της Παναγίας για τον οποίο εξεδήλωναν με κάθε τρόπο το σεβασμό και την πίστη τους. Είναι γνωστό πως στις εκστρατείες έφεραν μαζί τους μία εικόνα της Βλαχερνίτισσας.
Κατά τον Φραντζή ο Ιερός Ναός κάηκε από κάποια αρχοντόπουλα που προσπαθούσαν να πιάσουν περιστέρια το 1434, λίγο πριν την άλωση, ενώ σώθηκε μόνο ο χώρος του αγιάσματος.
Ύστερα από την πυρκαγιά του 1434 και την Άλωση, τα πάντα ερειπώθηκαν και ερημώθηκαν. Η φήμη και ο πλούτος του ιερού εξαφανίστηκαν. Η περιοχή περιήλθε με την Άλωση στους Οθωμανούς μέχρι το 1858. Τη χρονιά αυτή η περιοχή του αγιάσματος αγοράστηκε από την Ορθόδοξη συντεχνία των γουναράδων. Ακόμη η συντεχνία αγόρασε διάφορα οικόπεδα γύρω από το αγίασμα, προκειμένου να είναι εύκολη η επέκταση του ναϊδρίου που υπήρχε πάνω από το αγίασμα. Παράλληλα από το 1856 μέχρι το 1866 το ναΐδριο σταδιακά επεκτάθηκε, με ευθύνη της συντεχνίας. Το έτος αυτό (1866) ο Πατριάρχης Σωφρόνιος αποφάσισε να κατασχέσει το αγίασμα με το ναό και να τα θέσει υπό την ευθύνη του Πατριαρχείου.
Κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών ο τουρκικός όχλος κατέστρεψε το νάρθηκα και όλα τα ξύλινα μέρη του ναού. Υπό την ευθύνη του τότε πατριάρχη Αθηναγόρα ο ναός ανοικοδομήθηκε στη σημερινή του μορφή και εγκαινιάστηκε στις 26 Ιουνίου 1960. Η εκκλησία αγιογραφήθηκε το 1964, με θέματα από την ιστορία του ναού. Μελλοντικές ανασκαφές στον ευρύτερο χώρο της Παναγίας των Βλαχερνών πιθανόν να αποκαλύψουν τα ερείπια του μεγάλου βυζαντινού ναού.

Η εικόνα
Παναγία η Βλαχερνίτισσα είναι ο χαρακτηρισμός της παλαιοτάτης και θαυματουργής εικόνας της Θεοτόκου στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα παριστάνει την Θεοτόκο όρθια, μετωπική, σε στάση δεομένης, με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, φέροντας στο στήθος της εγκόλπιο με τον Ιησού. Είναι η υπέρμαχος Στρατηγός, που κατά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Αβάρους το 626 η εικόνα της Θεοτόκου της Βλαχερνίτισσας, έσωσε την πόλη από τον κίνδυνο και κατόπιν εψάλη στο ναό ο Ακάθιστος Ύμνος.
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την περίοδο της Εικονομαχίας καλύφτηκε η εικόνα μέσα στον νότιο τοίχο του ναού της Παναγίας των Βλαχερνών από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ (741-775) για να εξουδετερωθεί η προς εκείνη αποδιδόμενη τιμή από τους Βυζαντινούς, όμως αποκαλύφθηκε με θαυμαστό τρόπο κατά την περίοδο της βασιλείας του Ρωμανού Γ’ Αργυρού (11ος αιώνας).
Με την εικόνα της Βλαχερνίτισσας συνδέεται και το θαύμα του πέπλου που ανασηκωνόταν από το πρόσωπο της Θεοτόκου ανάλογα με την περίπτωση, όπως μαρτυρεί η Άννα η Κομνηνή.

Α.Παναγία η Βλαχέρνα της Αρτας

Ιδρύθηκε στο τέλος του 11ου αιώνα ως τρίκλιτη θολωτή βασιλική και μετασκευάστηκε σε τρουλλαίο στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄ Δούκα Κομνηνό. Πήρε το όνομά της από την Παναγία των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη .
Βορειοανατολικά της Άρτας στην απέναντι όχθη του Αράχθου ποταμού και σε μικρή απόσταση από αυτή, βρίσκεται το μικρό γραφικό χωριό Βλαχέρνα, χτισμένο στους πρόποδες της λοφοσειράς της Κουκουναριάς και οφείλει την ονομασία του στον περίφημο βυζαντινό ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη.
Το ναό της Παναγίας των Βλαχερνών ιδρύθηκε στο τέλος του 11ου αιώνα ως τρίκλιτη θολωτή βασιλική και μετασκευάστηκε σε τρουλλαίο στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄ Δούκα Κομνηνό. Συμερα παρά τις φθορές και τις αλλοιώσεις που του έχει προκαλέσει ο χρόνος ασκεί μια ξεχωριστή γοητεία, όχι τόσο για την πρωτότυπη αρχιτεκτονική του, όσο για το μεγάλο όνομα και την ιστορία που κουβαλάει
Ο χρόνος μα και οι ατυχείς επεμβάσεις των ανθρώπων άφησαν παντού τα σημάδια τους, με αποτέλεσμα να έχει χάσει ο ναός σημαντικό μέρος απ’ την παλιά εσωτερική του λαμπρότητα..Το τέμπλο του ναού είναι ξύλινο και αντικατέστησε το μαρμάρινο, που καταστράφηκε επί Τουρκοκρατίας., αποτελείται από πολλά κομμάτια διαφορετικά μεταξύ τους και χωρίς συνοχή, το μεγάλο ύψος του εμποδίζει τη θέα της Πλατυτέρας και των άλλων τοιχογραφιών στην κόγχη του Ιερού.
Ο φωτισμός του ναού γίνεται κυρίως από τα παράθυρα του τρούλλου στο μεσαίο κλίτος και από αυτά των περιμετρικών πλευρών. Έτσι δημιουργείται ένας ήπιος φωτισμός, όπως αρμόζει σε καθολικό μονής.
Ο Κεντρικός Τρούλλος του ναού
Ο Σταυρός πάνω από την Ωραία Πύλη
Απ’ το παλιό μαρμάρινο δάπεδο σώθηκαν ακέραια μερικά ορθογώνια ή τετράγωνα πλαίσια γεμισμένα με μικρά ποικιλόχρωμα φυτευτά μάρμαρα. Το εντυπωσιακότερο απ’ αυτά είναι το ψηφιδωτό ομφάλιο στο μεσαίο κλίτος: Είναι στολισμένο με πέντε συμπλεκόμενους κύκλους (συμβολική απεικόνιση των πέντε άρτων) απ’ τους οποίους οι τέσσερις ακραίοι περιέχουν ψηφιδωτή διακόσμηση με διάφορα θέματα (φυτικά, γεωμετρικά) ο δε κεντρικός περιέχει δικέφαλο αετό, του οποίου μόνο τα πόδια και η ουρά είναι απ’ την αρχική σύνθεση, ενώ τα υπόλοιπα μέρη συμπληρώθηκαν αργότερα και μάλιστα κακότεχνα.
Στη δυτική πλευρά του κυρίως ναού στο βόρειο και νότιο τοίχο υπάρχουν δύο ορθογώνιοι τάφοι, οι οποίοι ανήκουν σε μέλη της οικογένειας των Κομνηνοδουκάδων. Δυστυχώς οι τυμβωρύχοι κατέστρεψαν την αρχική γλυπτική διακόσμηση των τάφων. Διασώθηκε μόνο η οριζόντια ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα του βορείου τάφου και σκόρπια κομμάτια που φυλάσσονται στο μουσείο. Ο νότιος τάφος, που είναι περισσότερο ογκώδης, διατηρούσε ανάγλυφη διακόσμηση σ’ όλες τις πλευρές του. Δυστυχώς έχουν αποκολληθεί οι μαρμάρινες αυτές γλυπτές παραστάσεις και έχουν αντικατασταθεί με τσιμεντένια επένδυση.
Ο Τάφος του Μιχαήλ Άγγελου Δούκα Κομνηνού
Απ’ το παλιό μοναστήρι μόνο ο ναός σώζεται ακέραιος, ενώ τα γύρω εγκαταλειμμένα κελλιά, ο περιβολότοιχος και ο πυλώνας είναι κτίσματα του περασμένου αιώνα (συγκεκριμένα ο ωραίος τοξωτός πυλώνας κτίστηκε το 1833). Μέχρι το 1814 ο ναός τιμόνταν στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου, από τότε όμως τιμάται στη μνήμη της κατάθεσης της Τίμιας Εσθήτας της Παρθένου και πανηγυρίζει στις 2 Ιουλίου. Σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός ναός του χωριού, στο οποίο έδωσε και την επωνυμία του. Τα κελιά της Παναγίας των Βλαχερνών
.
Η είσοδος στον κυρίως ναό γίνεται από μια χαμηλή πόρτα στη δυτική πλευρά δια μέσου του νάρθηκα. Πάνω από τη είσοδο υπάρχει μία μαρμάρινη πλάκα που αναπαριστάνει τον άγγελο Γαβριήλ.
Οι τάφοι
Κοντά στις δυτικές γωνίες του κυρίως ναού υπάρχουν δύο απέριττοι κιβωτιόσχημοι τάφοι, που αποτελούν το ιδιαίτερο γνώρισμα του μνημείου και που παλιά λάμπρυναν το εσωτερικό του. Δυστυχώς η αρπακτικότητα των κατά καιρούς τυμβωρύχων κατέστρεψε την αρχική γλυπτή διακόσμηση των τάφων. μόνο η οριζόντια ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα του βόρειου τάφου σώθηκε στη θέση της και σκόρπια κομμάτια τα οποία φυλάσσονται στο μουσείο. Ο νότιος τάφος διατηρούσε μέχρι το 1936 εντειχισμένη ανάγλυφη διακόσμηση σ’ όλες τις πλευρές του, όμως τα κομμάτια που την αποτελούσαν ήταν τόσο ανόργανα τοποθετημένα, ώστε εύκολα καταλάβαινε κανείς ότι δεν ήταν η αρχική,  αλλά προερχόταν από κάποια μεταγενέστερη ανασύνθεση του τάφου. Τέτοια ανασύνθεση έγινε το 1896, όταν ο μητροπολίτης Πρέβεζας άνοιξε τον τάφο για έρευνα. Το 1936 ο Ορλάνδος ξανάνοιξε τον τάφο και βρήκε μέσα πολλά σπασμένα κομμάτια της παλιάς διακόσμησης, απ’ τα οποία σημαντικότερο είναι ένα που φέρει παράσταση δικέφαλου αετού -ένδειξη ότι πρόκειται για βασιλικό τάφο, αφού γνωρίζουμε ότι ο δικέφαλος αετός ήταν το έμβλημα των δεσποτών της Ηπείρου. Κατά τη διάλυση του τάφου βρέθηκαν κτισμένα και ενεπίγραφα κομμάτια (θραύσματα), γεγονός που οδήγησε τον ερευνητή στην υπόθεση ότι αρχικά και αυτός ο τάφος καλυπτόταν από ενεπίγραφη πλάκα, η οποία αντικαταστάθηκε το 1896 απ’ την επίσης παλιά ανάγλυφη πλάκα που βλέπουμε και σήμερα. Απ’ το κείμενο των σωσμένων κομματιών δεν βγαίνει ολοκληρωμένο νόημα.
Η επιγραφή του βόρειου τάφου είναι ένα έμμετρο ελεγειακό επίγραμμα, χαραγμένο σε δύο στήλες, απ’ τις οποίες μόνο η μία σώζεται ακέραιη, και οι 32 στίχοι τους δε διαβάζονται κανονικά αλλά εναλλάξ (δηλαδή ένας στίχος απ’ την αριστερή και ένας απ’ τη δεξιά στήλη, στο σχήμα α.β )  Το κείμενο έχει ως εξής:
γ.δ
“Αδελφεόν το χρήμα τούτο του τάφου
……………..53
η ψαλμική κέκραγε του ΔΑΔ (=Δαυίδ) λύρα
…………….
5.   πλην ουκ απεικός ου [δε] τη φύσει ξένον
……………..
καν πικροδακρύφυρτος εστίν αιτία
………………
μήτηρ γαρ ημίν μία και νηδύς μία
10. εις φως πα[ρήξε]…..
η βασίλισσα Δούκαινα Θεοδώρα
……………..
εν φιλότητι γνησιοστοργουμένη.
………………
15. Γη και τάφος χωρεί με διπλώ τω μόρω
……………..
αρχαίς αναλογούντος ημίν του τέλους
…………….
και κατάλληλον του Θεανθρώπου φέρω
20. σ……………
ενός γένους δήλωσις, αγνείας μίας
η…………….
το ψαλμικόν πρόασμα του Δα(υί)δ μέλος
ως……………..
25. ως ταυτοκοιτάσαιμι τη τάφου κλίνη
ζω……………..
κατά μόνας οικήσομεν των πνευμάτων
σω…………….
ανεσπέρου, γης κοιλία της πανδόχου
30. Εω……………
φαεινόμορφος τω προς αέρα δρόμω
ηξ…………….
Απ’ την ανάγνωση της επιγραφής συμπεραίνεται ότι στο βόρειο τάφο θάφτηκαν οι δύο γνήσιοι γιοι του δεσπότη Μιχαήλ Β΄ και της βασίλισσας Θεοδώρας, Ιωάννης και Μιχαήλ, οι οποίοι εικάζεται ότι αλληλοσκοτώθηκαν για προσωπικούς λόγους.
Απ’ τα κείμενα των 11 σωσμένων μικρών κομματιών του νότιου τάφου και την ανάγλυφη παράσταση δικέφαλου αετού που βρέθηκε στο εσωτερικό του, εικάζεται ότι εκεί ήταν θαμμένος ο ίδιος ο δεσπότης Μιχαήλ Β΄ Δούκας Κομνηνός. Έτσι η μονή της Βλαχέρνας αναδεικνύεται σε μαυσωλείο των δεσποτών της Ηπείρου του 13ου αιώνα. Μέσα στους κόλπους της παίχθηκε η τελευταία πράξη μιας μακράς και λαμπρής δεσποτείας που έδωσε στη βυζαντινή Άρτα την πολιτιστική της φυσιογνωμία, αν κρίνουμε απ’ τα τόσα αξιόλογα μνημεία που μας κληροδότησε.
Σήμερα ο ναός, παρά τις φθορές και τις αλλοιώσεις που του έχει προκαλέσει ο χρόνος, κρατά τον επισκέπτη σε μια ευλαβική προσήλωση και τον κάνει να αναρριγά όταν βρίσκεται μπροστά στις σαρκοφάγους των εργατών της δόξας του Δεσποτάτου, της οποίας εξαίρετο δείγμα αποτελεί και ο περικαλλής ναός της Παναγίας της Βλαχερνιτίσσης, ή της Παναγίας της Βλαχιόρινας, όπως επικράτησε να τον λένε οι Αρτινοί.
(Κείμενα και εικόνες από το βιβλίο του Κων/νου Θ. Γιαννέλου «Τα Βυζαντινά Μνημεία της Άρτας»)
Β.Ιερά Μονή Βλαχερνών Καστανιάς Αρκαδίας.

(Απόσπασμα από το βιβλίο ΤΟ «ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ» ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ, «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ» του Δημητρίου Β. Δρακόπουλου-1994)
ΠΑΛΑΙΑ ΜΟΝΗ
Εις το «Μοναστηράκι» αυτό της Καστανιάς, εντός κοίλου σπηλαίου εις υψόμετρον 1200μ. ασκήτευσεν ο ιδρυτής του, ιερομόναχος Λεόντιος το όνομα, από την Στεμνίτσαν της Γορτυνίας, της οικογένειας των Πασομεναίων. Πότε ακριβώς ασκήτευσε δεν είναι γνωστόν. Ουδέν λείψανον και σχετικόν στοιχείον της παλαιάς Μονής υπάρχει, πλην του τάφου του, που ευρίσκεται εις το μέσο του σημερινού Ναού και της Αγίας Εικόνος.
ΝΕΑ ΜΟΝΗ
Το έτος 1902 εκτίσθη ο Ναός της Νέας Μονής, επ΄ ονόματι της «Καταθέσεως της τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου εν Βλαχέρνοις», ως «Παναγία η Βλαχέρνα» και της «Ζωοδόχου Πηγής». Άνω της εισόδου του Ναού είναι εντοιχισμένη από της κτίσεως μαρμάρινη πλάκα, που φέρει χαραγμένον σταυρόν, την χρονολογία 1902-έτος κτήσεως- και τα γράμματα Β.Δ., αρχικά του ονοματεπώνυμου του κτίτορος Βασιλείου Δρακοπούλου του Αναστασίου. Ούτως εγεννήθη το 1866 εν Μπεζενίκω (Βλαχέρνα σήμερον) από γονείς γεωργοποιμένας, των οποίων ακολούθησε το επάγγελμα. Από την νεότητα του ασχολείτο εις το όρος Καστανιά με το ποίμνιό του και με την καλλιέργειαν και βελτίωσιν των αγρών του, που είχεν εις το όρος και άλλας περιοχάς του χωρίου του.
Η Μοναχή Μαγδαληνή.
Το έτος 1933 εκτίσθη το κελλί με προσωπικήν εργασίαν του Βασιλείου Αν. Δρακοπούλου, του Παναγιώτου Γ. Δρακοπούλου και μελών των οικογενειών των και με χρηματικήν συνδρομήν από έρανον, τον οποίον έκαμεν η τότε μονάζουσα Μαγδαληνή, με την βοήθειαν της Αικατερίνης χήρας Βασ. Καρούντζου. Η μοναχή Μαγδαληνή, κατά κόσμον Κατίνα Λαμπρινοπούλου, κατήγετο από την Βυτίναν και έμεινεν εις την Μονήν επί δύο περίπου έτη.

 Γ.Παναγία η Βλαχέραινα στα Κορνάτα της Κέρκυρας.

Μία μικρή αλλά γραφική εκκλησία, στα όμορφα Κορνάτα στην Κέρκυρα. Το όνομα «Βλαχέραινα» κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη όπου εκεί υπήρχε μεγάλο ονομαστό μοναστήρι. Ο τύπος της εικόνας αυτής φέρνει το προσωνύμιο «Παναγιά Βλαχέραινα» γιατί αντιγράφει παλιότερο πρότυπο εικόνας, που υπήρχε στην εκεί Μονή.
Η  τιμή της «Παναγίας της Βλαχέραινας» είναι αρκετά διαδομένη στην Κέρκυρα. Η ύπαρξη πληθώρας ναών αφιερωμένων στην Παναγία τη Βλαχέραινα σημασιοδοτεί μία παλαιότατη παράδοση για το νησί που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους!
Στις 2 Ιουλίου γιορτάζει πάντα, η Παναγιά η Βλαχέραινα που βρίσκεται στα όμορφα Κορνάτα, στο παλιό χωριό Σταυρός, που η ίδρυση του ανάγεται πριν τον 15ο αιώνα, ενώ οι πρώτοι οικιστές του, πιστεύεται ότι κατάγονται από τους ακόμα παλαιότερους Βυζαντινούς χρόνους των Kομνηνών όπου και εγκατέστησαν στρατιώτες στην περιοχή. Έτσι δικαιολογείται και η διάσωση της παλιάς «Aυτοκρατορικής» λατρείας, της «Βυζαντινής Παναγιάς των Βλαχερνών» στα Κορνάτα.
 
Αν και δεν είναι σίγουρο ότι η Παναγιά η Βλαχέραινα εικονίζονταν με ένα συγκεκριμένο εικονογραφικό τύπο διασώζονται κάποιες εικόνες που παρουσιάζουν την Παναγία να φέρει στο κέντρο στην αγκαλιά της (ή σαν σε «μετάλλιο») το βρέφος Ιησού (Σινά 600 μ.Χ.). Άλλοι πάλι μελετητές θεωρούν ότι η «Βλαχερνιώτισσα» μάλλον ήταν μία «Oδηγήτρια». Στα μετά βυζαντινά χρόνια, ως «Βλαχερνιώτισσα», εκτός από «Οδηγήτριες» βρίσκουμε και άλλου τύπου εικονογραφικού τύπου εικόνες, όπως… «Καρδιώτισσες», «Γλυκοφιλούσες» κλπ. Προφανώς η προσωνυμία «Βλαχερνιώτισσα», από τα βυζαντινά χρόνια, χαρακτηρίζει περισσότερο «τόπο προέλευσης και λατρείας»… παρά εικονογραφικό τύπο εικόνας.