ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

4 Φεβρουαρίου μνήμη του Οσίου πατρός ημών Ισιδώρου του Πηλουσιώτου

0 σχόλια

 Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης 


Zoom in (real dimensions: 284 x 358)Εικόνα

Η καταγωγή και η μόρφωση του
Ο άγιος Ισίδωρος, ο χαρακτηριζόμενος ως Πηλουσιώτης, γεννήθηκε κατά το 350 μ.Χ. στο Πηλούσιο της Αιγύπτου από γονείς ευγενείς και θεοφιλείς. Εξαιτίας της ευγενικής καταγωγής του, αλλά και του πλούτου των γονέων του ο άγιος κατόρθωσε να αποκτήσει κατά την παιδική και νεανική ηλικία του μία πάρα πολύ μεγάλη μόρφωση, που δεν αναφερόταν μονάχα στην εγκύκλια παιδεία, αλλά και στη θεολογία. Στην απόκτηση της θεολογικής παιδείας άλλωστε βοήθησαν τον άγιο κατά τη νεότητά του δύο παράγοντες, η ακατάπαυστη μελέτη των θείων Γραφών από τη μία πλευρά και η παρακολούθηση των μαθημάτων της Κατηχητικής Σχολής της Αλεξάνδρειας από την άλλη. Περισσότερο από κάθε τι όμως βοήθησε κατά την εποχή αυτή τον άγιο η γνωριμία του με τον Ιερό Χρυσόστομο, τον οποίο θαύμασε και αγάπησε από την πρώτη στιγμή τόσο πολύ, ώστε να εκφράζεται πάντοτε για εκείνον με τον πιο μεγάλο θαυμασμό, που μπορούσε να έχει ένας μαθητής για το διδάσκαλο του.

Κατηχητής και διδάσκαλος της Εκκλησίας
Παρουσιαζόταν όχι μονάχα στα έργα του σπουδαίος, αλλά και στα λόγια του διδακτικός. Γι' αυτό, μετά το τέλος των σπουδών του, ανέλαβε το έργο του Κατηχητού και Διδασκάλου στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Σαν κατηχητής και διδάσκαλος ο άγιος έδειξε ευθύς εξαρχής ένα «κατά Θεόν» ζήλο πάρα πολύ μεγάλο, γιατί πίστευε στο έργο της Κατήχησης, που στην πραγματικότητα δεν εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της ζωής του ποτέ. Για το λόγο αυτό χαρακτηρίζεται ως «ρήτωρ», εφόσον ασκούσε πιθανότατα και το επάγγελμα του ρητοροδιδασκάλου κατά το χρόνο της άσκησης του κατηχητικού έργου του. Συνάντησε όμως και πολλές δυσκολίες, που τον εξανάγκασαν να προσευχηθεί και να μελετήσει περισσότερο, καλλιεργώντας με τον τρόπο αυτό τον εαυτό του βαθύτερα και ανεβαίνοντας καθημερινά στα ύψη των θεοποιών αρετών.

Η αναχώρηση του αγίου από τον κόσμο και η καταφυγή του στο παρακείμενο προς το Πηλούσιο όρος
Φαίνεται, ότι το δύσκολο έργο της κατήχησης και του κηρύγματος κούρασε κάποτε τον άγιο, που ένιωθε την ανάγκη μεγαλυτέρου στηρίγματος. Την κούρασή του αυτήν άλλωστε ομολογεί και ο ίδιος ο άγιος σε μία από τις επιστολές του, στην οποία αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ούτως ημείς κατηχούντες κεκμήκαμεν». Γι' αυτό, όταν έφθασε σε μία ηλικία ωριμότερη, έκρινε ως συμφερότερο για την ψυχή του το «Χριστώ ζήσαι», ώστε να ασκήσει, τρεπόμενος «προς τον μονήρη βίον», προς τον οποίο απέκλινε από παιδί, «την αληθή φιλοσοφίαν», ως «όντως σοφός». Σαν τόπο άσκησής του και διαβίωσης, στον οποίο ο άγιος κατέφυγε «εξ έτι νέου», για να ανεβεί στην υψηλότατη της φιλοσοφίας κορυφή και να σώσει την ψυχή του, διάλεξε το μοναστήρι που βρισκόταν στο Πηλούσιο όρος, κτισμένο επάνω σε λόφο. Στο μοναστήρι εκείνο έζησε στην αρχή με αυστηρότατη άσκηση και εγκράτεια, έχοντας σαν πρότυπο και ύπογραμμό του τον άγιο 'Ιωαννη το Βαπτιστή. Τόσο πολύ, λέπτυνε με τους κόπους τη σάρκα του και τόσο πολύ καταπλούτισε την ψυχή του με τις θείες διδασκαλίες, ώστε να ζήσει στην πραγματικότητα αγγελική ζωή επάνω στη γη, και έτσι να καταστεί ζωντανό παράδειγμα της μοναχικής ζωής, και γενικότερα της ένθεης, πολιτείας για όλους. Μαζί με την αυστηρότατη άσκηση μάλιστα έκανε ταυτόχρονα και τέλεια υπακοή στο γέροντα εκείνο στον οποίο τον παρέδωσε ευθύς εξαρχής ο ηγούμενος. Γι' αυτό πρόκοψε, όπως ήταν επόμενο, σε σύντομο χρονικό διάστημα πάρα πολύ, ώστε να γίνει διαβόητος για τη σοφία και την ενάρετη ζωή του όχι μονάχα στους μοναχούς της περιοχής, αλλά και στους ανθρώπους του κόσμου, που κάθε τόσο επισκέπτονταν το μοναστήρι του για την πνευματική τους οικοδομή. Για τη δική του οικοδομή άλλωστε ο άγιος δεν περιοριζόταν μονάχα στις άσκήσεις, που καθόριζαν στο μοναστήρι του, αλλά κατέφευγε κάθε τόσο και στην έρημο, όπως συνηθιζόταν στην εποχή τους, για αυστηρότερη άσκηση. Για το λόγο αυτό παρουσιάζεται στις επιστολές του άλλοτε ως κοινοβιάτης και άλλοτε ως αναχωρητής η «ερημίτης».

Zoom in (real dimensions: 196 x 347)Εικόνα

Η χειροτονία του σε Πρεσβύτερο και η πρώτη δράση στην Αλεξάνδρεια
Ύστερα από άρκετά χρόνια ασκητικής ζωής όμως, κατά τα οποία όλοι θεωρούσαν τον αγιο ως αυθεντία στην ερμηνεία δύσκολων χωρίων της αγίας Γραφής, οι συμμοναστές του ζήτησαν τη χειροτονία του σε Πρεσβύτερο για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της μονής. Η χειροτονία του αγίου, εγινε πιθανότατα από την επίσκοπο του Πηλουσίου Αμμώνιο, που ήταν φίλος του, η ίσως και από τον ίδιο το Μ. Αθανάσιο, που τον συγκατέλεξε στον Ιερό κλήρο της Αλεξάνδρειας, παρά τους αρχικούς δισταγμούς και τις αντιρρήσεις του.Μετά τη χειροτονία του ο άγιος άρχισε να εργάζεται συστηματικά μεταχειριζόμενος κυρίως δύο ειδών πνευματικά όπλα. Για όσους, δηλαδή, ήταν πλησίον του μεταχειριζόταν τον προφορικό λόγο, με τον οποίο τους βοηθούσε, ώστε να πράττουν «τα δέοντα». Για όλους τους άλλους όμως, που βρίσκονταν μακρυά του, μεταχειριζόταν τις επιστολές, που ημέρα και νύκτα έγραφε ακατάπαυστα. Ένα μονάχα δεν παρέλειπε να δείχνει σε όλες τις εκδηλώσεις και τις επιστολές του, «το κηδεμονικόν ομού και φιλόθεον», δηλαδή τη δικαιοσύνη και ταυτόχρονα την αγάπη, που συντελούσαν, ώστε να συμπεριφέρεται σαν πατέρας πνευματικός των πιστών και ταυτόχρονα αρχηγέτης τους στον καλό αγώνα.

Η εκδίωξη του από την Αλεξάνδρεια από τον πατριάρχη Θεόφιλο
Ενώ όμως ο άγιος εργαζόταν κατά τρόπο υποδειγματικό ως πρεσβύτερος στην Αλεξάνδρεια, παραδίδοντας τον εαυτό του «πόνοις και ίδρώσιν» για τη σωτηρία των αδελφών, σε κάποια στιγμή ο πατριάρχης Θεόφιλος, που διαδέχθηκε το 373 το Μ. Αθανάσιο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, φθόνησε κατά σατανική παρακίνηση, την αρετή του αγίου και στράφηκε, χωρίς κανένα λόγο, εναντίον του. Μη μπορώντας ο Θεόφιλος να κρύψει την απέχθεια, που είχε βάλει ο σατανάς στην καρδιά του εναντίον του αγίου, άρχισε να εκδηλώνει το φθόνο του, αποστρατευόμενος σε κάθε καλό και κοινωφελές έργο, που εκείνος προσπαθούσε με μύριους τρόπους να πραγματοποιήσει. Στην τροπή των πραγμάτων εκείνη όμως «ο θαυμαστός τω όντι Ισίδωρος» δε θέλησε να έλθει σε προστριβές και φιλονικίες με τον επίσκοπο του, αλλά αποφάσισε να ξαναγυρίσει στο όρος που μόναζε. Δε θέλησε να αυξήσει το κρίμα του Θεοφίλου, αλλά να γίνει μιμητής του πράου και ταπεινού Χριστού, μεταβάλλοντας τον πειρασμό του εκείνο σε εφόρμηση τελειότερης ζωής.

Η χαρισματική ζωή και δράση του αγίου στο μοναστήρι της μετάνοιας του και η ανάδειξη του σε ηγούμενο
Στο μοναστήρι της μετάνοιας του ο άγιος ζούσε ειρηνικά, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε τον εαυτό του ακατάπαυστα με τις προσευχές, τις μελέτες και τις ασκήσεις τις πνευματικές ώστε να γίνεται για όλους «κανών και στάθμη αρετής». Η μεγάλη άσκηση και η ταπείνωση του αγίου συνετέλεσαν, ώστε να στολισθεί με τα μεγάλα χαρίσματα της διάκρισης των πνευμάτων, της διδασκαλίας του θείου λόγου, της ερμηνείας της Αγίας Γραφής και προπάντων της θεολογίας και της αγάπης. Τα χαρίσματα ακριβώς αυτά και γενικότερα η ευαγγελική απλότητα της ζωής και των τρόπων και η άδολη εξυπηρετικότητά του έφερναν, όπως ήταν επόμενο, πάρα πολλούς ανθρώπους κοντά του, ενώ ταυτόχρονα ζεσταίνονταν κοντά στον άγιο και έφευγαν πάντοτε ωφελημένοι και οι μοναχοί της μονής. Για το λόγο αυτό ο ηγούμενος ανέθεσε στον άγιο όχι μονάχα την καθοδήγηση των δόκιμων μοναχών, αλλά και την εξομολόγηση των τελειότερων. Με τον τρόπο αυτό το πνευματικό επίπεδο του μοναστηριού τους ανυψώθηκε, όπως επίσης και το κύρος του αγίου, στον οποίο κατέφευγαν πλέον όχι μονάχα οι λαϊκοί από τα γύρω μέρη, αλλά και πολλοί μοναχοί και πρεσβύτεροι από μακρινές περιοχές, για να εκθέσουν στον άγιο τα προβλήματά τους, αναζητώντας τη λύση τους. Εξαιτίας της δράσης του αυτής όμως και γενικότερα του κύρους, που είχε αποκτήσει, πολλοί ερευνητές υποθέτουν ότι αργότερα έγινε και ηγούμενος της μονής εκείνης.

Zoom in (real dimensions: 275 x 489)Εικόνα

Ο έλεγχος ισχυρών εκκλησιαστικών ανδρών από τον άγιο
Λόγω της τεράστιας θεολογικής του κατάρτισης, απέκτησε μεγάλο κύρος και φήμη, ώστε να θεωρείται μοναδικός στις ερμηνείες περίπλοκων γραφικών χωρίων. Κατά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Έφεσο το έτος 431 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού (408 - 450 μ.Χ.), ο Άγιος αναφαίνεται με μεγάλη υπόληψη και σπουδαίο κύρος στην Εκκλησία. Έλεγχε με παρρησία τους αμαρτάνοντες, φώτιζε τους πάντες με τον θείο του λόγο, νουθετούσε τους άρχοντες, υπεστήριζε τους κλονιζόμενους και ήταν η «μούσα της ημετέρας αυλής», όπως αποκαλούσε αυτόν ο ιερός Φώτιος (Επιστολή 2, 44). Συνέγραψε αρκετές πραγματείες, ως και πλήθος επιστολών, από τις οποίες σώζονται 2.012, με τις οποίες νουθετούσε, συμβούλευε και συγχρόνως εξηγούσε τις θείες και σωτήριες Γραφές.

Η κοίμηση του αγίου
Ζώντας κατά τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω ο άγιος έφθασε σε βαθιά γεράματα, χωρίς να σταματήσει όμως ούτε στιγμή την πνευματική εργασία του. Κατά τον τρόπο αυτό όλοι οι μοναχοί και γενικότερα οι κληρικοί θεωρούσαν τον άγιο ως «κανόνα» και «στάθμη» της αρετής και ταυτόχρονα της πνευματικής δράσης. Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του όμως ο άγιος υπέφερε από μία ασθένεια βαριά, για την οποία έκανε στις επιστολές του πολλές φορές λόγο.Από την ασθένεια αυτή που χαρακτηρίζεται από το βιογράφο του ως «βραχεία», ο άγιος έπαιρνε αφορμή, ώστε να ευχαριστεί το Θεό και ταυτόχρονα να παρακαλεί να τον πάρει κοντά Του. Με τον τρόπο αυτό έφθασε μέχρι και τις τελευταίες της ζωής του στιγμές, κατά τις οποίες είχαν συγκεντρωθεί πολλοί, για να του συμπαρασταθούν και να εκζητήσουν τις ευχές του στην αρχή και για να τον προπέμψουν κατόπιν, ψάλλοντας τους εξόδιους ύμνους. Οι τελευταίες του στιγμές ήταν ειρηνικές και αλησμόνητες. Όλοι εκείνοι, που παρευρέθηκαν στην κοίμηση του, ασπάσθηκαν το τίμιο λείψανο του με συγκίνηση και στη συνέχεια το εναπέθεσαν «μετά πολλής δορυφορίας τε και τιμής», με ύμνους εξόδιους, στη γη εκείνη, που για έναν αιώνα περίπου είχε διαποτίσει με τα δάκρυα και τους Ιδρώτες του, στις 4 Φεβρουαρίου του 440 μ.Χ.. Μετά το θάνατο του μάλιστα ο Ισίδωρος τιμήθηκε πολύ σύντομα ως άγιος όχι μονάχα στην Ανατολή, αλλά και στη Δύση, εφόσον το άγιο λείψανο του έγινε «πηγή θαυμάτων τοις προσιούσι πιστών». Τα θαύματα ακριβώς αυτά ήταν η αψευδής απόδειξη της αγιοσύνης του. Γι' αυτό δίκαια η Εκκλησία τον κατέταξε στο χορό των αγίων της, γιορτάζοντας τη μνήμη του στις 4 Φεβρουαρίου ημερομηνία της οσιακής κοιμήσεως του.

Zoom in (real dimensions: 541 x 750)Εικόνα

Στίχος
Πηλουσιῶτα, χαῖρε, πολλὰ μοι, τὸν πηλὸν ἐκδύς, καὶ χαρᾶς τυχὼν ξένης. Ἐν δ' lσίδωρον ἔθεντο τετάρτῃ σήματι λυγρῷ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε
Σοφίᾳ κοσμούμενος, παντοδαπεῖ εὐκλεῶς, τοῖς λόγοις ἐκόσμησας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, Ἰσίδωρε Ὅσιε· σὺ γὰρ δι’ ἐγκρατείας, σεαυτὸν ἐκκαθάρας, πράξει καὶ θεωρίᾳ, διαλάμπεις ἐν κόσμῳ· δι’ ὧν μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ΄.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Ἰσίδωρε τό πνεῦμά σου.

Κοντάκιο. Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον
Ἐωσφόρον ἄλλον σε ἡ Ἐκκλησία, εὑραμένη ἔνδοξε, ταῖς τῶν σῶν λόγων ἀστραπαῖς, λαμπρυνομένη κραυγάζει σοι· χαίροις παμμάκαρ θεόφρον Ἰσίδωρε.

Μεγαλυνάριον
Ἔρωτι σοφίας διαπρεπής, ἀποδεδειγμένος, καταλάμπεις πᾶσαν τὴν γῆν, ἐκ τοῦ Πηλουσίου, τῶν λόγων τὰς ἀκτῖνας, ὥσπερ πυρσὸς ἐκπέμπων, Πάτερ Ἰσίδωρε.
 
 
 

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ Ο συγκεράσας την εν Χριστώ άσκηση με τη ζωντανή θεολογία σοφός διδάσκαλος και πνευματικός καθοδηγητής της Αιγύπτου


Από το ιστολόγιο του ιερού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Καλλιμασιάς , της Ι.Μ.Χίου , Ψαρρών και Οινουσσών 
Ανάμεσα στους φωτεινούς ασκητές, διαπρεπείς πατέρες και πολύτιμους εκκλησιαστικούς συγγραφείς εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος στις 4 Φεβρουαρίου τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Εκκλησία Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο «ἱερατικῆς καί ἀσκητικῆς πολιτείας κανών» κατἀ τον Μέγα Φώτιο, ο «ἀγγελικόν ἄντικρυς μετελθών βίον» κατά τον ιστορικό Ευάγριο. 

Ο Άγιος Ισίδωρος, ο οποίος αναδείχθηκε στύλος και εδραίωμα της Εκκλησίας, γεννήθηκε γύρω στο 350 μ.Χ. στο Πηλούσιο της Αιγύπτου, το οποίο βρισκόταν στο βορειοανατολικό άκρο του δέλτα του Νείλου, κοντά στη σημερινή κωμόπολη Τινέχ και το Πορτ Σάιντ. Μάλιστα η ερειπωμένη πλέον σήμερα πόλη του Πηλουσίου του έδωσε και την προσωνυμία«Πηλουσιώτης». Οι ευσεβείς, ενάρετοι και πλούσιοι γονείς του διέκριναν από πολύ νωρίς τη φιλομάθειά του και επιμελήθηκαν την υψηλή μόρφωση και την εξαιρετική ανατροφή του. Γύρω στο 370 μ.Χ. ο Άγιος Ισίδωρος πήγε στην περιώνυμη πόλη της Αλεξάνδρειας για να σπουδάσει. Εκεί γνωρίσθηκε με τον Μέγα Αθανάσιο και φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή, όπου διευθυντής ήταν ο Δίδυμος ο Τυφλός, ο οποίος υπήρξε και ο διδάσκαλός του. Σπούδασε την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά παράλληλα μελετούσε και τα έργα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ενώ καθημερινά εντρυφούσε μέσα στα χωρία της Αγίας Γραφής. Ο Άγιος Ισίδωρος υπήρξε θαυμαστής και υπέρμαχος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και συστηματικός μελετητής των έργων του. Παράλληλα ήταν και ένθερμος μιμητής του ύφους και των ιδεών του και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε αγωνίσθηκε με θάρρος για την αποκατάσταση και την επαναγραφή του ονόματος του Ιερού Χρυσοστόμου στα δίπτυχα της Αλεξανδρινής Εκκλησίας ύστερα από τη διαμάχη και τη σύγκρουση του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοφίλου με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την εκθρόνιση και την εξορία του Ιερού Πατρός. Ο Μέγας Αθανάσιος διακρίνοντας την αρετή, την ευσέβεια και την ευρεία θεολογική κατάρτιση του Αγίου Ισιδώρου, τον χειροτόνησε ιερέα. Σε όλη τη μετέπειτα ιερατική και μοναχική του πορεία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό, έχοντας ως φωτεινό πρότυπό του τον Τίμιο Πρόδρομο και ως μόνιμο μέλημά του την ανόθευτη διατήρηση της ορθοδόξου πίστεως. Μετά τις σπουδές και την εις πρεσβύτερον χειροτονία του από τον Μέγα Αθανάσιο επέστρεψε στη γενέτειρά του, το Πηλούσιο της Αιγύπτου, όπου ανέπτυξε μεγάλο ιεροκηρυκτικό έργο. Αναδείχθηκε σοφός διδάσκαλος και πνευματικός καθοδηγητής εκατοντάδων ψυχών, οι οποίες κοντά του έβρισκαν την παρηγοριά και την ανακούφιση. Απέκτησε κύρος και πνευματική ακτινοβολία και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί τον θεωρούσαν άνδρα αγιότητος και απαστράπτουσας αρετής. 


Γύρω στο 400 μ.Χ. αποφάσισε να εγκαταλείψει τα «ἐν τῷ κόσμῳ» και να αποσυρθεί σε μοναστήρι της περιοχής. Εκεί υποτάχθηκε σ’ έναν γέροντα και «μόνος πρός μόνον τόν Θεόν γενόμενος» ασκήθηκε στην εγκράτεια, την ακτημοσύνη, την προσευχή, την υπακοή και την περισυλλογή για να γίνει σύντομα «τῶν μοναστῶν τό κλέος». Μελετούσε αδιάλειπτα την Αγία Γραφή, αλλά και τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας και των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και έφτασε σε τέτοιο αγιοπνευματικό επίπεδο και σε τέτοια πνευματική ωριμότητα, ώστε εκατοντάδες πιστοί τον αναζήτησαν και αφού βρήκαν το μοναστήρι, στο οποίο μόναζε, τον επισκέπτονταν για να οικοδομηθούν πνευματικά και να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Στους πολυάριθμους επισκέπτες πρόσφερε μαζί με την ψυχική ανάπαυση και παροιμιώδη φιλοξενία, προέτρεπε δε τους χριστιανούς να είναι φιλόξενοι, γεγονός που επιβεβαιώνεται και σε επιστολή του, στην οποία επιπλήττει δριμύτατα όσους δεν προσφέρουν φιλοξενία σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη. Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης κατέστη με την ασκητική του ζωή και τον ενάρετο βίο του επόπτης όλων των μοναστηριών και των μοναχών της περιοχής, αφού με τις συνεχείς νουθεσίες του στήριζε και καθοδηγούσε πνευματικά τους μοναχούς. Επιπλέον οδήγησε τα μοναστήρια σε τέτοια πνευματική ακμή και λάμψη, ώστε αναδείχθηκαν φωτεινοί φάροι και ισχυροί προμαχώνες της ορθοδόξου πίστεως. Το ολοένα και αυξανόμενο πλήθος των χριστιανών, το οποίο κατέφθανε στο μοναστήρι για να καθοδηγηθεί πνευματικά, τον ανάγκασε να αποσυρθεί σε ερημική τοποθεσία για να επιδοθεί με περισσότερη ησυχία στην προσευχή, τη μελέτη και την άσκηση. Η πνευματική του ωριμότητα με τη συνεχή άσκηση και προσευχή και η πολυμάθειά του τον ανέβασαν σε τέτοιο υψηλό επίπεδο σοφίας και διανόησης, ώστε απέκτησε το χάρισμα να ερμηνεύει και τα πιο δύσκολα χωρία της Αγίας Γραφής, αλλά και να δίνει την απαιτούμενη λύση και απάντηση σε κάθε απορία και σε κάθε πρόβλημα πιστού, αφού ακόμη και στην έρημο τον αναζήτησαν εκατοντάδες ταλαιπωρημένες ψυχές. Μάλιστα αναπτύχθηκε μεταξύ του Αγίου και των χριστιανών μια μοναδική και αξιομνημόνευτη αλληλογραφία, η οποία επιβεβαιώνεται και από τον μεγάλο αριθμό των σωζομένων επιστολών του που ανέρχονται σε 2.000 και διακρίνονται για τη λακωνικότητα, το κομψό ύφος και συχνά τον ποιητικό τους λόγο. Οι πολυάριθμες αυτές επιστολές, οι οποίες αποτελούν ένα άριστο θησαυροφυλάκιο συμβουλευτικής σοφίας και πείρας, πραγματεύονται δογματικά και απολογητικά θέματα, θέματα ερμηνείας της Αγίας Γραφής, καθώς και θέματα με ηθικοθρησκευτικό περιεχόμενο, απευθύνονται δε σε διάφορες τάξεις: σε αυτοκράτορες, επισκόπους, ιερείς, μοναχούς, πλούσιους, φτωχούς και λογίους. Με τον πύρινο λόγο του στις επιστολές έφτασε ο σοφός και ασκητικός Άγιος Ισίδωρος να επιπλήξει και να ελέγξει με αυστηρότητα ακόμη και αυτοκράτορες και ισχυρούς εκκλησιαστικούς άνδρες με σκοπό να τους παροτρύνει να συναισθανθούν τα λάθη τους και να επανορθώσουν, όπως έγινε με τον Πατριάρχη Θεόφιλο, τον Επίσκοπο Πηλουσίου Ευσέβιο και τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Στις επιστολές του απαντούσε πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ψυχής και με οδηγό την ανιδιοτελή αγάπη προς τον συνάνθρωπο, τη βαθειά πίστη και τις αρετές της διάκρισης και της σύνεσης. Παρόλο που ήταν αυστηρός και ανυποχώρητος στην αμαρτία, την αδικία, την πλάνη και την αίρεση, ήταν ταυτόχρονα ευαίσθητος, προσιτός και ανθρώπινος. 

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε για τον χώρο της Εκκλησίας και τους κληρικούς που διακονούν σ’ αυτή, αλλά και δεν δίστασε να καυτηριάσει τους φαύλους κληρικούς της εποχής του, εναντίον των οποίων συνέγραψε ελεγκτικές επιστολές επιδιώκοντας να τους φέρει σε συναίσθηση. Στηλίτευσε με αυστηρότητα τα θλιβερά φαινόμενα της σιμωνίας και της φιλαργυρίας στους κληρικούς όλων των βαθμίδων, φαινόμενα που δυστυχώς ακόμη και σήμερα τραυματίζουν το σώμα της Εκκλησίας, προσβάλλουν την αποστολή και το έργο των αξίων κληρικών και σκανδαλίζουν τους πιστούς. Ενδεικτικός είναι ο μεγάλος αριθμός επιστολών που συνέγραψε ο Άγιος Ισίδωρος για τους μιαρούς, φιλάργυρους, εγωιστές, φλύαρους, πονηρούς, ματαιόδοξους, σιμωνιακούς και απερίσκεπτους κληρικούς, οι οποίοι μόλυναν με τον βίο και τη συμπεριφορά τους το Ιερό Θυσιαστήριο, όπως ο Ζώσιμος, ο Μάρων και ο Μαρτινιανός, ενώ δεν παραλείπει να στιγματίσει και τους υποψήφιους επισκόπους που προσπαθούν να ανέλθουν στον επισκοπικό θρόνο με ανεντιμότητα, διαπράττοντας το φοβερό αμάρτημα της σιμωνίας. Μέσα από τις επιστολές του παρουσιάζει την ιεροσύνη ως θείο αξίωμα και ως ουράνιο αγαθό, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη φύση για να υπηρετεί την πρώτη και να μεταβάλλει προς το ανώτερο τη δεύτερη. Επιπλέον ο υποψήφιος κληρικός πρέπει να έχει ασκηθεί στην υπακοή, την εγκράτεια και την υπομονή και να έχει επιδοθεί ο ίδιος σε πνευματικό αγώνα για να είναι κεκοσμημένος με αρετές και έτσι να μπορέσει ορθά να καθοδηγήσει τις ανθρώπινες ψυχές. Σε μια επιστολή του ο Άγιος αναφέρει τα ακόλουθα για τον ιερέα: «Ἅπτει λύχνον ὁ Θεός Ἱερέα καί τίθησιν αὐτόν ἐπί τήν λυχνίαν τῆς ἑαυτοῦ φωτοφόρου καθέδρας, ἴνα ἐξαστράπτῃ φωτισμόν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ δογμάτων καὶ πράξεων», ενώ για τους ανάξιους κληρικούς, τους οποίους αποκαλεί «επιδρομείς», αναφέρει ότι όταν κάποιος νόθος και ανάξιος εισέλθει με τη βία στο αξίωμα της ιεροσύνης, τότε ο στολισμός του ιερατικού αξιώματος μεταβάλλεται σε απρέπεια. Παράλληλα υπογραμμίζει ότι το να σφάλει και να αμαρτάνει κάποιος λαϊκός είναι φοβερό, το να σφάλει όμως ιερωμένος είναι φοβερότερο, ενώ θεωρεί αναγκαίο το μέτρο σε όλα, ακόμη και στην τροφή, την κατοικία, την ενδυμασία, τη φωνή και το βάδισμα. Έτσι είναι ανούσιο να νηστεύει κανείς από τη μια και να πλουτίζει από την άλλη. Με αυστηρότητα αντιμετώπιζε ο Άγιος Ισίδωρος και αυτούς που φλέγονται από την επιθυμία να γίνουν επίσκοποι χωρίς να έχουν τη συναίσθηση της βαρύτατης πνευματικής αποστολής τους, αλλά και των πολλαπλών υποχρεώσεων και των πολυεύθυνων καθηκόντων του επισκοπικού αξιώματος απέναντι στον λαό που καλούνται να διαποιμάνουν. 

  

Εκτός από τις πολυάριθμες επιστολές ο Άγιος Ισίδωρος έγραψε και δύο θαυμάσιες πραγματείες, η μία με τίτλο: «Λόγος πρός Ἕλληνας», στην οποία υπερασπίζεται τη Θεία Πρόνοια εναντίον εκείνων που την αρνούνται και η δεύτερη με τίτλο «Περί τοῦ μὴ εἶναι εἱμαρμένην», στην οποία αποδεικνύει την ανυπαρξία της μοίρας. Ο πάνσοφος και πανόλβιος Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο «γράμμασι τῆς θείας σοφίας καί τῆς ἔξω ἐξησκημένος»επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο και στην καταπολέμηση των αιρέσεων, όπως της αίρεσης του Νεστορίου. Μάλιστα ζήτησε μέσω επιστολής του από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ να συμμετάσχει ο ίδιος στη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ., ενώ από τον Άγιο Κύριλλο Πατριάρχη Αλεξανδρείας ζήτησε να μετριάσει το μένος του εναντίον του αιρεσιάρχου. Στους λόγους του ο Άγιος Ισίδωρος προβάλλει πάντοτε τη μεγάλη σπουδαιότητα της Αγίας Γραφής και τη διδασκαλία των Μεγάλων Πατέρων και κυρίως του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίο θεωρεί «τῶν ἐν Βυζαντίῳ καί πάσης Ἐκκλησίας ὀφθαλμόν», ενώ θεωρεί την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού ως «τό μέγα μυστήριο τῆς εὐσεβείας». Κάποια στιγμή έφθασε όμως και η ώρα που ο δικαιοκρίτης Κύριος της ζωής και του θανάτου τον κάλεσε κοντά Του. Έτσι στις 4 Φεβρουαρίου του 437 μ.Χ. και έχοντας επιστρέψει στο αγαπημένο του μοναστήρι, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή για να παραμείνει στη συνείδηση των χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης ως ένας ταπεινός, σοφός, ενάρετος και πολυγραφότατος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού. 

  

Η απαστράπτουσα αρετή, ο ασκητικός του βίος και το πολύπλευρο έργο του οδήγησαν και στη διάδοση της τιμής του με την ανέγερση ιερών ναών επ’ ονόματί του. Αξιομνημόνευτος είναι ο ευρισκόμενος στη νοτιοδυτική πλαγιά του ιστορικού λόφου του Λυκαβηττού των Αθηνών γραφικός και κατανυκτικός ναός του Αγίου Ισιδώρου, όπου το Ιερό του Βήμα βρίσκεται μέσα σε σπήλαιο. Ο ιστορικός αυτός ναός των Αθηνών, ο οποίος ανακαινίσθηκε εκ βάθρων το 1931 και ήταν γνωστός στους παλαιούς Αθηναίους ως «Άγιος Σιδερέας», φέρει την προσωνυμία «Άγιοι Ισίδωροι», αφού σε τρεις φορητές εικόνες του ναού συναπεικονίζονται ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης και ο Άγιος Ισίδωρος ο εν Χίω. Γι’ αυτό και ο ναός πανηγυρίζει τόσο στις 4 Φεβρουαρίου επί τη μνήμη του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου όσο και στις 14 Μαΐου επί τη μνήμη του Αγίου Ισιδώρου του εν Χίω. Στις δύο ετήσιες πανηγύρεις του ναού τελούνται οι ιερές ακολουθίες προς τιμήν των δύο εορταζομένων Αγίων, ενώ λιτανεύεται με την πρέπουσα εκκλησιαστική τάξη η παλαιά εφέστια εικόνα των Αγίων Ισιδώρων. Επίσης στο παρακείμενο από τον ναό των Αγίων Ισιδώρων σωζόμενο σπήλαιο του Αγίου Αριστείδου τελείται κατ’ έτος στις 13 Σεπτεμβρίου πανήγυρη επί τη μνήμη του ενδόξου Αθηναίου φιλοσόφου, απολογητού και μάρτυρος του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος σύμφωνα με τον αείμνηστο φιλίστορα Αθηναίο ζωγράφο Αριστείδη Περιστέρη προσερχόταν στο σπήλαιο για να προσευχηθεί και να ενισχυθεί πνευματικά στον αγώνα του υπέρ της υπεράσπισης των διωκομένων χριστιανών. Επ’ ονόματι του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου τιμάται και ο ναός του Β΄ Κοιμητηρίου Αθηνών στην περιοχή των Άνω Πατησίων, ο οποίος ανεγέρθηκε επί των ημερών του Δημάρχου Αθηναίων Αριστείδου Σκληρού εις μνήμην του πατρός του Ισιδώρου. 


Ιδιαίτερη τιμή απολαμβάνει ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης στο παραδοσιακό χωριό της Άνω Κορακιάνας στο καταπράσινο και ευλογημένο νησί της Κέρκυρας, όπου σε μια θαυμάσια εξοχική τοποθεσία με πανοραμική θέα βρίσκεται από τον 17ο αιώνα ένα γραφικό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο. Ο ιστορικός αυτός ναός κτίσθηκε σύμφωνα με το ευρεθέν χειρόγραφο το έτος 1640 από τον ευσεβή γαιοκτήμονα της περιοχής Θεόφιλο Προσαλένδη και έχει μεγάλη θαυματουργική φήμη, αφού άπειρα είναι τα θαύματα που έχει τελέσει ο Άγιος Ισίδωρος με τη χάρη του Θεού και έχουν καταγραφεί τόσο στην προφορική παράδοση της περιοχής όσο και σε παλαιές χειρόγραφες φυλλάδες. Είναι ενδεικτικό ότι σε φυλασσόμενη στον ναό εικόνα του Αγίου, η οποία ιστορήθηκε το 1950 και λιτανεύεται από το 1990 την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου, απεικονίζονται δύο από τα επιτελεσθέντα θαύματα του Αγίου Ισιδώρου, η διάσωση του Ευσταθίου Μεταλληνού το 1875 και η διάσωση του γιου του Επαμεινώνδα από το χωριό Άφρα το 1925. Τα πολυάριθμα θαύματα του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στο χωριό Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας οδήγησαν στην καθιέρωση εκκλησιαστικής πανηγύρεως προς τιμήν του θαυματουργού Αγίου την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου με την αθρόα συμμετοχή του λαού, κατά την οποία λιτανεύεται και η ιερά και θαυματουργή εικόνα του τιμωμένου Αγίου. Γι’ αυτό τον λόγο και εποιήθη το 1993 από τον Ελλογιμώτατο κ. Χαραλάμπη Μπούσια ιερά ακολουθία, η οποία εξυμνεί τα θαύματα του Αγίου στην Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας και η οποία ενεκρίθη το 1996 από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο ίδιος χαρισματικός υμνογράφος έχει ποιήσει Παρακλητικό Κανόνα, Χαιρετιστηρίους Οίκους και Εγκώμια προς τιμήν του Αγίου. 

  

Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης τιμάται με ιδιαίτερη ευλάβεια και τιμή και στον ομώνυμο ιερό ναό στον Κάβο Σίδερο της Κρήτης, ο οποίος είναι το ανατολικότερο σημείο της μεγαλονήσου και βρίσκεται σε απόσταση 32 χιλιομέτρων από τη Σητεία. Ο ναός διαθέτει και κελιά, αφού αποτελούσε παλαιά μονή, βρίσκεται δε σε μια άνυδρη περιοχή άγριας φυσικής ομορφιάς. Σήμερα ο ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στον Κάβο Σίδερο αποτελεί μετόχιο της εντυπωσιακής για τον φρουριακό της χαρακτήρα και ιστορικής Ιεράς Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής Τοπλού, δέχεται δε πολυάριθμους πιστούς κατά την ετήσια πανήγυρή του στις 4 Φεβρουαρίου, όπου τους δίδεται η ευκαιρία να γευθούν παραδοσιακό κρητικό φαγητό, αλλά και να μαζέψουν τις περίφημες αγριοαγκινάρες που αφθονούν στην περιοχή. 

 

Ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου υπάρχει και στην περιοχή Εψιμιά της Ιεράς Νήσου Πάτμου, ο οποίος ανεγέρθηκε με δαπάνη του αοιδίμου Επισκόπου Τράλλεων κυρού Ισιδώρου Κρικρή του Πατμίου (1938-2007), του και διατελέσαντος Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου κατά τα έτη 1975-1982 και 1986-1997. Ο αοίδιμος κτίτωρ του ναού της Πάτμου και ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου Ισίδωρος Κρικρής ενταφιάσθηκε σύμφωνα με την πατμιακή εκκλησιαστική τάξη στον νάρθηκα του ναού του ομωνύμου και προστάτου του αγίου, του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου, τον οποίο τόσο πολύ αγάπησε και είχε ως φωτεινό πρότυπο σε όλη τη διάρκεια της ιερατικής και αρχιερατικής του διακονίας. 


Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης έρχεται στη σημερινή αλλοπρόσαλλη και εγωκεντρική εποχή να μας διδάξει, να μας αφυπνίσει και να μας παραδειγματίσει, αφού ήταν αυτός που συγκέρασε την εν Χριστώ άσκηση με τη ζωντανή θεολογία, διδάσκοντας τους πιστούς να έχουν σωφροσύνη, ανδρεία, ημερότητα, δικαιοσύνη και προ πάντων αγάπη, η οποία είναι ο θησαυρός όλων των αρετών. Μόνο με την αρετή, την προσευχή και την πίστη θα μπορέσει ο χριστιανός σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αγίου να κερδίσει τα ουράνια αγαθά και να γίνει ευάρεστος στον Θεό, Τον οποίο ο θεοφόρος ασκητής και σοφός διδάσκαλος από το Πηλούσιο της Αιγύπτου Άγιος Ισίδωρος χαρακτηρίζει ως υπέρτατο Ον και ως αΐδιο, παντοδύναμο, αγαθό, δίκαιο, μακρόθυμο, φιλάνθρωπο, αναμάρτητο, αναλλοίωτο και δημιουργό των πάντων. 

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Εκπαιδευτικός 

Βιβλιογραφία 

* Δημητρακοπούλου Σοφοκλέους Γ., Ισιδώρου Πηλουσιώτη Επιστολές, Έκδοσις Συλλόγου Διακονίας και Αποπερατώσεως Ιερού Ναού Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού, Αθήνα 1998 

* Ενισλείδου Χρήστου Μ., Οι Άγιοι Ισίδωροι του Λυκαβηττού Αθηνών, Έκδοσις Α΄, Αθήναι 1952 

* Θύμη Κωνσταντίνου Π., Βίος του Οσίου πατρός ημών Ισιδώρου του Πηλουσιώτου, Ιστορικόν του εν Κορακιάνα Ιερού Ναού και Θαύματα από την Τοπική μας Παράδοση, Κέρκυρα 1996 

* Μηλίτση Γεωργίου Θ., Διδασκάλου, Ο Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, Τρίκαλα 2006 

* Φούσκα Κωνσταντίνου Μ., Πρωτοπρεσβυτέρου, Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, Αθήνα 1994 

* Ψιλάκη Νίκου, Βυζαντινές Εκκλησίες και Μοναστήρια της Κρήτης, Εκδόσεις Καρμάνωρ, Ηράκλειο Κρήτης χ.χ.

Εικόνες

1. Φορητή εικόνα του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου από τον ομώνυμο Ιερό Ναό στο χωριό Άνω Κορακιάνα Κερκύρας. Στην εικόνα, η οποία ιστορήθηκε το 1950 και λιτανεύεται την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου, απεικονίζονται ο ναός του Αγίου και δύο από τα επιτελεσθέντα θαύματά του.

2. Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναδείχθηκε πολύτιμος εκκλησιαστικός συγγραφέας και διδάσκαλος της επιστολικής γραμματείας. Μέχρι σήμερα έχουν διασωθεί και μελετηθεί 2000 επιστολές του διαπρεπούς και σοφού αυτού Πατρός της Εκκλησίας μας.

3. Φορητή εικόνα του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στον ομώνυμο Ιερό Ναό της Άνω Κορακιάνας Κερκύρας.

4. Οι Άγιοι Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης και Ισίδωρος ο Μάρτυς ο εν Χίω. Φορητή εικόνα στον επ’ ονόματι των δύο Αγίων ομώνυμο Ιερό Ναό του ιστορικού λόφου του Λυκαβηττού των Αθηνών. Ο ναός είναι γνωστός σήμερα με την προσωνυμία «Άγιοι Ισίδωροι». 

5.  Τοιχογραφία του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου σε παρεκκλήσιο της Ιεράς Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων.

6. Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναδείχθηκε πνευματικός καθοδηγητής εκατοντάδων ψυχών. Εικονογραφική παράσταση του Αγίου από παλαιά φορητή εικόνα στον Ιερό Ναό Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού, όπου συναπεικονίζεται και ο Άγιος Ισίδωρος ο εν Χίω.

7. Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναδείχθηκε «των μοναστών το κλέος» και άνδρας απαστράπτουσας αρετής και αγιότητος. (proskynitis.blogspot.gr)

8. Ο Ιερός Ναός των Αγίων Ισιδώρων στον ιστορικό λόφο του Λυκαβηττού των Αθηνών τιμάται επ’ ονόματι του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου και του Αγίου Ισιδώρου του εν Χίω. Ο ναός ήταν γνωστός στους παλαιούς Αθηναίους ως «Άγιος Σιδερέας». (lycabettous.blogspot.gr)

9. Άποψη από το εσωτερικό του Ιερού Ναού των Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού. (lycabettous.blogspot.gr)

10. Ο ιστορικός Ιερός Ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στην Άνω Κορακιάνα Κερκύρας. Ανεγέρθηκε το 1640 και έχει μεγάλη θαυματουργική φήμη.

11. Η περιοχή Κάβο Σίδερο της Κρήτης εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με την άγρια ομορφιά της. Η ονομασία της περιοχής προέρχεται από τον Ιερό Ναό του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου, ο οποίος αποτελούσε τον 15ο αιώνα ομώνυμη ιερά μονή. Σήμερα ο ναός αποτελεί μετόχιο της Ιεράς Μονής Παναγίας Ακρωτηριανής Τοπλού. (www.cretanbeaches.com)

12. Πανοραμική άποψη του Κάβο Σίδερο με τον Ιερό Ναό του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου. Η περιοχή αποτελεί το ανατολικότερο άκρο της Κρήτης.

13. Ο Ιερός Ναός του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στον Κάβο Σίδερο της Ανατολικής Κρήτης. Εκατοντάδες πιστοί προσέρχονται κάθε χρόνο στις 4 Φεβρουαρίου για να τιμήσουν τον θεοφόρο ασκητή και σοφό διδάσκαλο από το Πηλούσιο της Αιγύπτου.  

14. Στιγμιότυπο από την ετήσια πανήγυρη του Ιερού Ναού Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου στον Κάβο Σίδερο της Κρήτης. Προεξάρχει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σητείας και Ιεραπύτνης κ. Ευγένιος. (www.anatolh.com)
________________________________________

Πρώτη δημοσίευση: syndesmosklchi.blogspot.gr Σύνδεσμος Κληρικών Χίου

3 Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου και δικαίου Συμεών του Θεοδόχου , της Αγίας Άννης της προφήτιδος και των Αγίων Τριών Νεομαρτύρων των εκ Σπετσών

0 σχόλια

Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος-Ο τελευταίος δίκαιος

 Ποιος είναι ό τελευταίος δίκαιος; Το όνομα Συμεών βρίσκεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Αυτός θεωρείται πρώτος και τελευταίος, δηλαδή τελευταίος του ιουδαϊκού νόμου και πρώτος του νόμου της θείας χάρης. Ήταν Ιουδαίος όσον άφορα τη θρησκεία, Χριστιανός όσον άφορα την ευχαριστία του προς τον Θεό. Νομικός όσον άφορα την ανάγνωση του νόμου, άγγελος όμως όσον άφορα την κατανόηση του νόμου. 
 Ο Συμεών, που πριν από λίγο αναφέραμε, αυτός που από τη φαρισαϊκή βλασφημία ξεπετάχθηκε σαν ρόδο μέσα από αγκάθια είναι ο πρώτος που γνωρίζουμε ότι απέκτησε την εύνοια της χάρης του Θεού.    Ο Συμεών, που τόσο πολύ προχώρησε στη δικαιοσύνη, ώστε δέχτηκε προσωπικά θεϊκή προφητεία, που έλεγε πως δεν θα αφήσει την παρούσα πρόσκαιρη ζωή πριν αγκαλιάσει με τα ίδια του τα ανθρώπινα χέρια την αιώνια ζωή, δηλαδή τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. 
 Ο δίκαιος λοιπόν Συμεών επιθύμησε να δει τον Κύριο πριν από την ενανθρώπησή του, όμως κατά την ενανθρώπησή του και τον είδε και τον κατάλαβε και τον αγκάλιασε και παρακάλεσε με το φθαρτό σώμα του να τον πάρει στα χέρια του, και με δουλικό φέρσιμο να φωνάξει δυνατά προς τον Δεσπότη του σύμπαντος, που είχε τη μορφή νηπίου, αυτό που πριν από λίγο ακούσαμε· «Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις τον δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν τον Σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς. Είδα, τώρα μπορώ να πεθάνω, να μη παραμείνω στη γη. Να πεθάνω ειρηνικά, να μη παραμείνω εδώ με οδύνες. Είδα, να πεθάνω, είδα τη δόξα σου Κύριε, τους χορούς των αγγέλων, τη δοξολογία των αρχαγγέλων, την κτίση να σκιρτά από χαρά, τα επουράνια και τα επίγεια να επικοινωνούν. Τώρα να πεθάνω, να μη μείνω στη γη, να μη δω την αυθάδεια των ομοεθνών Ιουδαίων εναντίον σου, να μη δώ το ακάνθινο στεφάνι που έπλεκαν για σένα, να μη δώ τον δούλο να σε ραπίζει, να μη δω να σε τρυπούν με λόγχη, να μη δω τον ήλιο να σκοτίζεται, να μη δω τη σελήνη να χάνει το φως της, να μη δω τα στοιχεία της φύσης να αλλοιώνονται, να μη σε δω σταυρωμένο, να μη δω τις ταφόπετρες να σπάνε, να μη δω το παραπέτασμα του Ναού να σχίζεται στα δύο. Επειδή και τα στοιχεία της φύσης ακόμη δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτήν την ύβρη, πονούσαν μαζί με τον Δεσπότη. “Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις τον δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν τον Σωτήρα, που ετοίμασες για όλους τούς λαούς”».
 Τί λέει σχετικά ο Ευαγγελιστής; «Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Συμεών. Ήταν πιστός και περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ και τον καθοδηγούσε το Πνεύμα το άγιο. Του είχε φανερώσει το άγιο Πνεύμα, ότι δεν θα πεθάνει προτού να δει τον Μεσσία. Τότε το άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στο Ναό». Τί σημαίνει· «Το άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στο Ναό»; Άκουσε προσεχτικά. Ενώ ο Συμεών βρισκόταν στο σπίτι του και προσευχόταν σιωπηλά να πραγματοποιηθεί η προφητεία, ο Ιωσήφ και η Παρθένος από δική τους πρωτοβουλία σκέφτηκαν να πάνε τον μικρό Ιησού στο Ναό, για να εκτελέσουν τα καθιερωμένα για τα νήπια. Εκείνη τη στιγμή το άγιο Πνεύμα δραστηριοποίησε την προφητεία και παρακίνησε τον Συμεών λέγοντας του· «Σήκω, γέροντα, γιατί μένεις άπραγος; Ήλθε η ώρα να πραγματοποιηθεί η προφητεία. Τρέχα γρήγορα. Έφτασε αυτός που θα σε απαλλάξει απ’ αυτήν τη ζωή. Ταρακούνησε τους κενούς τάφους. Προετοίμασε τον τάφο σου. Τακτοποίησε τις υποθέσεις του σπιτιού σου. Ήλθε αυτός που θα σε απαλλάξει απ’ αυτήν τη ζωή. Ήλθε ο Εμμανουήλ. Τρέξε στο Ναό και εκεί προφήτευσε τί θα συμβεί στο ιερό νήπιο».
 Μετά από αυτά ο Συμεών ανανεωμένος με τα γρήγορα φτερά που χαρίζει η επιθυμία, ανακουφισμένος από το άγιο Πνεύμα, πρόφθασε τον Ιωσήφ και την Παρθένο στο Ναό, το παιδί που κρατούσαν όμως στην αγκαλιά δεν το πρόλαβε. Γιατί πώς θα μπορούσε να προλάβει ή πού θα μπορούσε να προλάβει τον πανταχού παρόντα;
Τον Ιωσήφ και την Παρθένο τους πρόλαβε ο Συμεών στο Ναό, όπου στάθηκε κοντά στις θύρες περιμένοντας την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος.
Ενώ βρισκόταν στο Ναό, έβλεπε πολλές μητέρες να εισέρχονται στο ιερό μαζί με τα βρέφη τους, για να τελέσουν τη θυσία του καθαρισμού, και ανάμεσα σ’ αυτές βρισκόταν κι αυτή που κρατούσε το μοναδικό τέκνο. Ο Συμεών στρέφοντας δεξιά κι αριστερά τα μάτια του, καθώς έβλεπε πολλές μητέρες με τη γνωστή ανθρώπινη εμφάνιση και μόνον την Παρθένο περιτριγυρισμένη από άπειρο θεϊκό φως, έτρεξε και αφού προσπέρασε όλες τις υπόλοιπες μητέρες φώναζε δυνατά σ’ όλους· «Ανοίξτε δρόμο για να φτάσω σ’ αυτόν που ποθώ, για να δω αυτόν που με γνωρίζει ήδη. Γιατί οι δούλες συναγωνίζεστε τη Δέσποινα; Γιατί προσφέρετε τα παιδιά σας στο θυσιαστήριο; Φύγετε από δω, να τα προσφέρετε πλέον σ’ αυτό το βρέφος, που είναι αρχαιότερο και από τον Αβραάμ».

Έν τω μεταξύ κρατώντας στην αγκαλιά του ο Συμεών τον Κύριο, που είχε τη μορφή νηπίου, ευλόγησε τον Ιωσήφ και τη Μαρία, τροποποίησε την προφητεία του Κυρίου λέγοντας στην Παρθένο· «Γιατί παρατηρείς Παρθένε αυτό το παιδί που είναι και δεν είναι δικό σου; Παρέμεινες βέβαια όπως ήσουν και πριν γεννήσεις. Γιατί το θηλάζεις συχνά, θέλεις να έχεις εύρωστο παιδί; Δεν χρειάζεται τροφή αυτός που χορήγησε το μάννα. Γιατί το χαϊδεύεις απαλά το μωρό και θέλεις να το κοιμίσεις; Δεν νυστάζει, δεν κοιμάται σύμφωνα με τη θεϊκή υπόσταση που κρύβεται μέσα του. Ο Προφήτης λέγει γι’ αυτό- «Δεν θα νυστάξει, ούτε θα κοιμηθεί ο Κύριος, ο οποίος περιφρουρεί τον Ισραήλ». Γιατί παρατηρείς αυτό το παιδί Παρθένε; Με τη θεϊκή δύναμη που κρύβεται μέσα του άπλωσε τον ουρανό από την μια άκρη του ορίζοντα ως την άλλη σαν πολύτιμο δερμάτινο κάλυμμα σκηνής, κρέμασε τη γη από το τίποτε, το νερό το έβαλε θεμέλιο στη γη. Αυτό το παιδί, έξοχη Παρθένε, κατευθύνει τον ήλιο, καθοδηγεί τη σελήνη, χορηγεί τους ευνοϊκούς για τον άνθρωπο άνεμους. Αυτό το παιδί, Παρθένε, είναι ο Δεσπότης όλων των όντων, γι’ αυτό εσύ που άκουσες ότι έχει τέτοια δύναμη, απ’ αυτό το παιδί μην προσδοκάς κοσμική αλλά πνευματική ευφροσύνη. Γιατί βέβαια «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες. Θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Αυτά είπε πριν από λίγο ο Συμεών στην Παρθένο με την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος για τον Ιησού που φαινόταν σαν νήπιο• «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες». Γιατί να καταστραφούν και γιατί να σωθούν; Είναι αληθινό βέβαια αυτό που λέγεται για τον Κύριο. Γιατί ο Συμεών δεν μίλησε αφ’ εαυτού του, αλλά με την αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος είπε ό,τι είπε για τον Κύριο στην Παρθένο λέγοντας «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες», δηλαδή θα συντελέσει στην καταστροφή των απίστων και στην ανάσταση των πιστών. Στην καταστροφή της Συναγωγής και στην ανάσταση της Εκκλησίας, στην καταστροφή των δαιμόνων και στην ανάσταση των αγίων, όπως, παραδείγματος χάριν, σώζεται ο Ματθίας και καταστρέφεται ο Ιούδας, σώζεται ο ληστής από τα δεξιά του σταυρού και καταστρέφεται αυτός που ήταν στα αριστερά, γιατί ο πρώτος έδειξε ευσέβεια, ενώ ο δεύτερος βλασφήμησε.
«Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, θα είναι σημείο αντιλεγόμενο». Είναι αληθινά αυτά τα λόγια, γιατί έγινε σημείο αντιλεγόμενο ο Κύριος μας με τη γέννα της Παρθένου, επειδή θεωρήθηκε μέγα θαύμα το να γεννήσει παρθένος και να παραμείνει συγχρόνως παρθένος. Το ότι η Παρθένος είναι ένα μεγάλο θαύμα, άκουσε αυτό που είπε ο Ησαΐας στο βιβλίο του, όταν απευθύνθηκε στον Άχαζ· «Ζήτησε από τον Κύριο να γίνει κάποιο θαύμα είτε στα βάθη της γης είτε στα ύψη του ουρανού. Απάντησε ο Άχαζ· Δεν πρόκειται να ζητήσω τέτοιο θαύμα και να θέσω κατά κάποιο τρόπο τον Κύριο σε πειρασμό, γιατί θα σας δώσει ο ίδιος ο Κύριος σημείο, δηλαδή ένα θαύμα». Ποιό είναι αυτό; «Να, η παρθένος θα συλλάβει». Γι’ αυτό το δεσποτικό θαύμα, ότι δηλαδή θα γεννήσει η παρθένος, που επρόκειτο στο μέλλον να αμφισβητηθεί από πολλούς με φιλόνεικη διάθεση, ο Συμεών προφήτευσε στην Παρθένο λέγοντας τί θα συμβεί στο μέλλον «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, ο πόνος
για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
 Εξαιτίας αυτού μερικοί νόμισαν πως η μητέρα του Κυρίου θα έχει μαρτυρικό θάνατο με ξίφος, επειδή ο Συμεών είπε- «Σε σένα ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι». Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί το δίκοπο μαχαίρι που αποτελείται από χαλκό διατρυπά το σώμα, τη ψυχή όμως δεν μπορεί να την διχοτομήσει. 
 Γι’ αυτό μέχρι σήμερα η Παρθένος είναι αθάνατη, αφού αυτός που κατοίκησε μέσα της την μετέφερε σε περιοχές, όπου μόνο με ανάληψη μπορεί να πάει κανείς. Τί λοιπόν θέλει να πει ο Συμεών για τον θάνατο λέγοντας· «Για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι»; Με τη λέξη ρομφαία εδώ ο Συμεών εννοεί την οδύνη της Παρθένου που θα διαπεράσει την ψυχή της και εξαιτίας της οποίας επρόκειτο να πονέσει, αφού θα έβλεπε να χάνεται αυτός που ήλθε να βρει και να σώσει αυτούς που έχασαν τον δρόμο τους. Το ότι ένιωσε οδύνη, επειδή νόμισε ότι είχε χάσει τον καρπό της παρθενικής μήτρας της, δηλαδή το γιό της, το ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, όταν ο ευαγγελιστής Λουκάς είπε:
«Όταν ο Ιησούς έγινε δώδεκα χρονών». Τί συνέβη• «Όταν έγινε δώδεκα χρονών ο Ιησούς»; Η έννοια των λόγων με τη βοήθεια του ίδιου του λόγου ξεκαθαρίζει και η απορία αντιμετωπίζεται με τήν απορία. «Όταν έγινε δώδεκα χρονών». Ποιος είναι αυτός; Ο Θεός Λόγος, ο μονογενής Υιός του Θεού, αυτός που υπάρχει πριν γίνει ο κόσμος, αυτός που δημιούργησε πολύ παλαιά τον χρόνο του ορατού κόσμου, αυτός που γεννήθηκε πριν από τον χρόνο…
(Δ.Τσάμη, «Θεομητορικόν»,τ. Γ΄)πηγή
ΑΝΝΑ Η ΠΡΟΦΗΤΙΔΑ

Η Άννα η Προφήτιδα

Η Προφήτιδα Άννα ήταν θυγατέρα του Φανουήλ και καταγόταν από τη φυλή του Ασήρ, ογδόου γιου του Ιακώβ. Το όνομα Άννα προέρχεται από το εβραϊκό Χάννα και σημαίνει ευμένεια, χάρις (εκείνη, στην οποία επεδείχθη η ευμένεια και η χάρις του Θεού).
Παντρεύτηκε πολύ νέα, και μετά επτά χρόνια έμεινε χήρα. Από κει και πέρα έζησε μόνη της, χωρίς να έλθει πλέον σε νέο γάμο. Παρηγοριά και ευχαρίστηση της ήταν η προσευχή, η νηστεία, η ανάγνωση των Γραφών, η φιλανθρωπία και η συχνή παρουσία της στο Ιερό σ' όλες τις πρωινές και εσπερινές δεήσεις. Για τον τρόπο αυτό της ζωής της, το Άγιο Πνεύμα μετέδωσε στην Άννα το προφητικό χάρισμα. Αξιώθηκε μάλιστα, αν και 84 ετών τότε να υποδεχθεί στο Ναό μαζί με τον δίκαιο Συμεών, το θείο Βρέφος. Κατά τη συνάντηση εκείνη, η καρδιά της Άννας υπερχάρηκε και σκίρτησε. Πλησίασε, προσκύνησε το παιδί και κατόπιν, αφού ευχαρίστησε και δοξολόγησε και αυτή το Θεό, διακήρυττε ότι ήλθε ο Μεσσίας προς όλους, οι όποιοι ζούσαν περιμένοντας με ειλικρινή ευσέβεια τη λύτρωση του Ισραήλ.Η Εκκλησία τιμάει τη μνήμη της στις 3 Φεβρουαρίου μαζί με τον δίκαιο Συμεών. Η μνήμη της Προφήτιδας Άννας επαναλαμβάνεται στις 28 Αυγούστου.

 
ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Κοντάκιον
Ἦχος α’.
Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ' εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὓς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.





Οι Άγιοι αυτάδελφοι Νεομάρτυρες Σταμάτιος, Ιωάννης και Νικόλαος από τις Σπέτσες


Μαρτύρησαν στη Χίο στις 3 Φεβρουαρίου το 1822
Οι άγιοι κατάγονταν από τις Σπέτσες , ήσαν αδέρφια και εργάζονταν ως έμποροι. Η κατάσταση τότε ήταν έκρυθμη λόγω της έκρηξης της επανάστασης του 1821.
Οι τρεις αδελφοί μαζί με άλλους τέσσερις ,πλήρωμα , ταξίδευαν στο Αιγαίο έχοντας φορτωμένο το πλοίο με λάδι. Εξαιτίας κακών καιρικών συνθηκών το πλοίο εξώκειλε στη Μικρασιατική ακτή απέναντι στη Χίο, στην περιοχή του Τσεσμέ ( Κρήνη) . Βγήκαν έξω όπου συνάντησαν κάποιο Χριστιανό στον οποίο αποκάλυψαν την υπόθεσή τους και του έδωσαν γρόσια να τους αγοράσει τρόφιμα και ό,τι χρειαζόταν για την επισκευή του μικρού τους πλοίου. Εκείνος δυστυχώς ,ως άλλος Ιούδας, τους πρόδωσε στον αγά του τόπου και μετά από λίγο εμφανίστηκε με ανθρώπους του αγά. Σκότωσαν δύο από το πλήρωμα ,καθώς εκείνοι προσπαθούσαν να διαφύγουν , άλλοι δύο έπεσαν στη θάλασσα και τους τρεις αδελφούς τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν στον πασά της Χίου. Εκείνος ,αφού τους ανέκρινε , διέταξε τους μεν δύο, τους νεώτερους , τον Σταμάτιο, δεκαοχτώ ετών, και τον Ιωάννη, είκοσι δύο, να τους κλείσουν στην πιο σκοτεινή φυλακή του κάστρου, τον δε μεγαλύτερο, τον Νικόλαο ,να τον βγάλουν έξω από το κάστρο και να τον αποκεφαλίσουν.
Σ’ όλο τον δρόμο παρακινούσαν τον Νικόλαο να αλλαξοπιστήσει για να του χαρίσουν τη ζωή. Εκείνος ο μακάριος του αποκρίθηκε :
-Εγώ τώρα πια θα αρχίσω καινούργια ζωή ;
-Όχι, Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα πεθάνω, δεν αρνούμαι την πίστη μου.
Τον αποκεφάλισαν
Τους δύο νεώτερους ήλπιζε ο πασάς πως θα τους κατάφερνε να εξισλαμισθούν. Έβαλε λοιπόν δύο έμπιστούς του ανθρώπους, ένα Χιώτη κι ένα Λαζό, κάκιστους και παμπόνηρους, να πάνε στη φυλακή και να προσπαθήσουν να τους εξισλαμίσουν , τάζοντάς τους ως αμοιβή πολλά χρήματα.
Προσπάθησαν οι άνθρωποι εκείνοι με ποικίλους τρόπους για μια βδομάδα , άλλοτε με υποσχέσεις άλλοτε με απειλές, αλλά δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Πήγαν τέλος στον πασά και του ζήτησαν την άδεια να τους βασανίσουν, αφού με τα λόγια δεν κατάφερναν τίποτε, μάλιστα με μεγάλη τόλμη οι Άγιοι τους αντέλεγαν. Ο πασάς , αφού σκέφτηκε λίγο, τους είπε , αυτοί οι γκιαούρηδες είναι πεισματάρηδες, ευκολότερα τους κόβει κάποιος το κεφάλι παρά το πείσμα. Αύριο παίρνει τέλος το ζήτημα.
Οι άγιοι, κλεισμένοι στη φυλακή, κατάλαβαν, ως από θεία αποκάλυψη, ότι τελειώνουν τον καλό αγώνα και ζήτησαν κρυφά χαρτί και μελάνι. Έγραψαν την εξομολόγησή τους και ,με μια γυναίκα Φράγκισα , η οποία είχε τον άντρα της στη φυλακή και μπαινόβγαινε ελεύθερα για να τον βλέπει ,την έστειλαν στον Επίσκοπο της Χίου, με την παράκληση να τους στείλει να κοινωνήσουν,. Ο Επίσκοπος τους παράγγειλε με τη γυναίκα να μείνουν σταθεροί στην πίστη, να ετοιμαστούν με προσευχή και να μη δειλιάσουν καθόλου μπροστά στο θάνατο , γιατί τους περιμένει ο Παράδεισος ,όπου θα χαίρονται αιώνια με τους άλλους μάρτυρες.
Οι ευλογημένοι νέοι άκουσαν τις νουθεσίες του Αρχιερέως από το στόμα της γυναίκας, ευχαρίστησαν με δάκρυα τον Κύριο και έμειναν όλη τη νύχτα άγρυπνοι , ψάλλοντας παρακλήσεις στην Θεοτόκο ,να τους χαρίσει δύναμη να μη δειλιάσουν στο θάνατο.
Προς την αυγή αποκοιμήθηκαν για λίγο και ξυπνώντας είπαν στους άλλους Χριστιανούς, εμείς ,αδελφοί, σήμερα τελειώνουμε το ταξίδι της ζωής μας. Σας παρακαλούμε να δεηθείτε, να μας δυναμώσει ο Κύριος.
Όταν ξημέρωσε, ο Επίσκοπος ,με την ίδια γυναίκα (γιατί ιερέας ή άλλος Χριστιανός να μπει στη φυλακή ήταν αδύνατον), τους έστειλε τη Θεία Ευχαριστία και με δάκρυα κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων . Έδωσαν στους άλλους φυλακισμένους ό,τι χρήματα είχαν και από τα ρούχα που φορούσαν όσα δεν τους χρειάζονταν. Με τη γυναίκα εκείνη έστειλαν τις ευχαριστίες τους στον Επίσκοπο και μερικά χρήματα για ελεημοσύνη με την παράκληση να τους ψάλει ,όταν θα έχουν τελειωθεί.
Τους έβγαλαν από τη φυλακή δεμένους πισθάγκωνα και τους έφεραν κάτω από το σαράι. Τους ρώτησαν για τελευταία φορά αν τουρκίζουν. Οι άγιοι με μεγάλη φωνή απάντησαν , Χριστιανοί γεννηθήκαμε και Χριστιανοί θα πεθάνουμε. Δεν αρνούμαστε ποτέ τον Χριστό ακόμα κι αν μας κόψετε κομμάτια. Ό,τι έχετε να κάνετε κάντε το μια ώρα αρχύτερα , μη χάνετε τον χρόνο σας. Εμείς την πίστη μας δεν την αρνούμαστε .
Οπότε εκδόθηκε η θανατική τους καταδίκη.
Τους άρπαξαν οι δήμιοι και τους οδηγούσαν έξω από το κάστρο , παίζοντας με μανία τα σπαθιά μπροστά τους μήπως και δειλιάσουν. Προς στιγμήν πήγε να δειλιάσει ο Ιωάννης και αλλοιώθηκε η όψη του. Βλέποντάς τον ο νεώτερος, ο Σταμάτιος, του είπε : Τι έπαθες , αδελφέ ; Δεν θυμάσαι την απόφασή μας να μη προδώσουμε την πίστη μας ; Παρακάλεσε την Παναγία μας να σου δώσει δύναμη. Αυτά τα λόγια έδωσαν θάρρος στον Ιωάννη.
Όταν έφθασαν στην πεδιάδα Βουνάκι, έξω από το κάστρο ,απέναντι από τα σφαγεία κάτω από την Παλαιά Βρύση ,τους ρώτησαν για τελευταία φορά μήπως και άλλαξαν γνώμη. Με μεγάλη φωνή και οι δύο απάντησαν και μάλιστα το είπαν τρεις φορές :
-Αδελφοί Χριστιανοί , Χριστιανοί είμαστε και για τον Χριστό πεθαίνουμε. Δεν αλλάζουμε πίστη. Μνήσθητι ημών Κύριε εν τη Βασιλεία Σου.
Τους αποκεφάλισαν αμέσως. Τα άγια λείψανά τους έμειναν εκεί στον τόπο της εκτέλεσης περιφρονημένα.
Μετά τις τρεις ημέρες αγγάρεψαν οι Τούρκοι κάποιους Χριστιανούς και τα έβαλαν σε μια βάρκα και τα έριξαν στη θάλασσα. Μετά από τέσσερις ημέρες η θάλασσα τα έβγαλε έξω .Έτσι οι Χριστιανοί με πολλή χαρά και ευλάβεια τα παρέλαβαν και τα ενταφίασαν.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Ἰσαπόστολος



Ὁ Ἅγιος Νικόλαος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε τὴν 1η Αὐγούστου 1836 στὸ χωριὸ Μπεργιοζόβσκυ τοῦ Μπέλκ, κοντὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Σμολένκ. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Δημήτριος καὶ Ξένη καὶ ἦσαν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀγάπησε τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία καὶ ἔκανε τὰ πρῶτα βήματά του μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν βοήθεια τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερεύς. Ὅταν ὁ Ἰωάννης μεγάλωσε, πῆγε στὸ τοπικὸ δημοτικὸ σχολεῖο καὶ μετὰ στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τοῦ Μελίνσκι. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε μεταξὺ τῶν πρώτων, συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, ἀπὸ τὴν ὁποία τελείωσε τὸ ἔτος 1861.
Στὴν Ἰαπωνία, λίγο μετὰ τὴν ἄφιξη τῶν Πορτογάλων Ἰησουϊτῶν στὸ νότιο ἄκρο τὸν 17ο αἰῶνα, οἱ Ὀλλανδοὶ ἔμποροι εἶχαν πείσει τὴν κυβέρνηση πὼς πρέπει ἡ χώρα νὰ προφυλαχθεῖ ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἐπιρροὴ τῶν ξένων. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ κλείσουν τὰ λιμάνια γιὰ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους αὐτούς. Γιὰ διακόσια χρόνια κράτησε ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀπομονωτισμοῦ, ποὺ ἄρχισε σιγὰ – σιγὰ νὰ ὑποχωρεῖ. Ἔτσι δόθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο ἡ εὐκαιρία νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἄπω Ἀνατολή.
Στὸ Χακοντάτε, λιμάνι τῆς βόρειας Ἰαπωνίας, ἐγκαταστάθηκε Ρωσικὴ Πρεσβεία καὶ τὸ προσωπικό της χρειαζόταν ἐφημέριο. Ὁ Ἰωάννης, ποὺ πρὶν τελειώσει τὴν ἀκαδημία εἶχε καρεῖ μοναχός, εἶχε μετονομασθεῖ σὲ Νικόλαο καὶ εἶχε χειροτονηθεῖ Πρεσβύτερος τὸ 1860 ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Νόβγκοροντ καὶ Ἁγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μὲ χαρὰ δέχθηκε νὰ ἐργαστεῖ ἱεραποστολικὰ στὴν Ἰαπωνία. Καὶ ἔτσι τὸ 1861, σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, ὁ νεαρὸς ἱερομόναχος ξεκίνησε χωρὶς συνοδεία καὶ ταξίδεψε στὴν Σιβηρία. Ἔτσι ἔφθασε στὸ Χακοντάτε ὡς ἐφημέριος τοῦ διπλωματικοῦ σώματος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔστειλε γράμμα στὸν Μητροπολίτη τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τὸν πολιτισμό, τὴν εὐγένεια καὶ τὸν λεπτὸ χαρακτῆρα τῶν Ἰαπώνων. Τοὺς θαύμαζε γι’ αὐτὰ καὶ ὅμως συγχρόνως τοὺς λυπόταν, ἐπειδὴ τοὺς ἔλειπε τὸ κυριότερο: ἡ Ὀρθόδοξη πίστη.
Στὸ Χακοντάτε δὲν τὸν εἶχαν ὑποδεχθεῖ θερμὰ οὔτε οἱ Ρώσοι οὔτε οἱ Ἰάπωνες. Εἰδικὰ οἱ τελευταῖοι, ἐξ’ αἰτίας τοῦ χρόνιου ἀπομονωτισμοῦ τους, δὲν εἶχαν τὴν διάθεση νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὸ ἀποθάρρυνε κάπως τὸ Νικόλαο. Στὶς 9 Σεπτεμβρίου τοῦ 1861, ὅμως, δέχθηκε τῆς ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰννοκεντίου, ἱεραποστόλου τῆς Ἀμερικῆς. Ἐκεῖνος τὸν ἐπετίμησε γιὰ τὸν φθίνοντα ἐνθουσιασμό του καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ μάθει τὴν ἰαπωνικὴ γλῶσσα. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔμαθε τὴν γλῶσσα καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττει. Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθὼς μελετοῦσε στὸ κελί του, βλέπει ἕνα σαμουράϊ νὰ ὁρμᾶ στὸ δωμάτιό του μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι. Θὰ τὸν ἔσφαζε, τοῦ εἶπε, ἐὰν δὲν σταματοῦσε νὰ «διαφθείρει» μὲ τὰ κηρύγματά του τοὺς ντόπιους. Ταπεινὰ ὁ Ἅγιος Νικόλαος δέχθηκε νὰ πεθάνει, ἂν ὅμως πρῶτα ὁ ἐπίδοξος δολοφόνος του θὰ μάθαινε τί μελετοῦσε τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ σαμουράϊ ἄφησε τὸ σπαθί του, γιὰ νὰ ἀκούσει τί εἶχε νὰ τοῦ πεῖ ὁ Ἅγιος. Καὶ ἔτσι αὐτὸς ἄρχισε νὰ τοῦ ἐξηγεῖ τὴν δημιουργία τοῦ σύμπαντος ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ πῶς ὁ Χριστὸς ᾖλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν, ὁ παραλίγο δήμιός του νὰ κατηχηθεῖ καὶ νὰ βαπτισθεῖ. Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ σαμουράϊ Τακούμα Σαβάμπε ἔγινε ὁ πατὴρ Παῦλος, ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἰάπωνας ἱερέας. Ἀκολούθησαν χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικῶν βιβλίων καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ἔντονης κατηχητικῆς διακονίας.
Τὸ ἔτος 1880, μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, ἐξελέγη καὶ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἰαπωνικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο ἦταν πολὺ μεγάλο. Κατήχησε καὶ βάπτισε χιλιάδες ἀνθρώπους. Φρόντισε γιὰ τὴν ἀνέγερση ναῶν, τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ τὴν λειτουργικὴ ἀγωγὴ τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου. Ὁ ἴδιος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὁ Ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος ὀφείλει νὰ ἔχει ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες τοῦ σπιτιοῦ του, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν μία προσωπικὴ ἐπικοινωνία καὶ νὰ μεταβαίνει πρόθυμα ὅπου ὑπάρχει δυνατότητα μεταδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου».
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1912.

2 Φεβρουαρίου η Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

0 σχόλια

 Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  





Από το ιστολόγιον της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Καρέα της Ιεράς Μητροπόλεως Καισαριανής , Βύρωνος και Υμμητού


Τεσσαράκοντα ἡμέρες μετὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Θεοτόκος ἀνέβηκαν εἰς τὸν Ναὸν τῶν Ἱεροσολύμων, διὰ νὰ ἐκπληρώσουν δύο ἀπαιτήσεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Ἡ μία ἦτο ὁ ἁγιασμὸς τοῦ Παιδίου καὶ ἡ ἄλλη ὁ καθαρισμὸς τῆς Θεοτόκου.
Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ δεκάτη πληγή τοῦ Φαραώ, πού ἤναγκασε τούς Αἰγυπτίους νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς Ἰσραηλίτες, ἦτο ἡ σφαγὴ τῶν πρωτοτόκων «ἀπὸ πρωτοτόκου Φαραὼ… ἕως πρωτοτόκου παντὸς κτήνους». (Ἐξ. 12, 29). Τὰ πρωτότοκα τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐσώθησαν τότε μὲ τίς ὁδηγίες καὶ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ.
Διὰ νὰ μὴ λησμονήσουν οἱ Ἰσραηλίτες τὴν εὐεργεσίαν αὐτήν τοῦ Θεοῦ, ἔπρεπε νὰ ἁγιάζουν τὰ πρωτότοκα, δηλαδὴ νὰ τὰ θεωροῦν ὡς ἀφιερωμένα εἰς τὸν Θεόν, διότι ἀνήκαν εἰς Αὐτόν. «Ἁγίασόν μοι πᾶν πρωτότοκον πρωτογενὲς διανοῖγον πᾶσαν μήτραν ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους· ἐμοί ἐστιν» (Ἐξ 13, 2. Λουκ. 2, 23). Ὅταν λοιπὸν ἐγεννᾶτο τὸ πρῶτον ἄρρεν τέκνον τῆς οἰκογενείας, οἱ γονεῖς του τεσσαράκοντα ἡμέρες μετὰ τὴν γέννησίν του ἔπρεπε νὰ τὸ παρουσιάσουν εἰς τὸν Ναόν, δηλαδὴ νὰ τὸ προσφέρουν εἰς τὸν Θεόν. Μόνον μὲ τὴν καταβολὴν ἑνός χρηματικοῦ ποσοῦ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ ἐξαγοράσουν.
Ἡ δευτέρα ὑποχρέωσις ἦτο ὁ καθαρισμὸς τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ προσφορὰ τῆς σχετικῆς θυσίας. Ἐπειδὴ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Θεοτόκος ἦσαν πτωχοί, προσέφερον ἕνα ζεῦγος τρυγόνων ἤ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν, πού ἦτο ὡρισμένον ἀπὸ τὸν Νόμον διὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς τάξεώς των.
Ἡ ἀνάβασις τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας εἰς τὸν Ναὸν καὶ ἡ ὑποταγὴ τοῦ Κυρίου εἰς ὅσα ὁ Νόμος διέτασσε διὰ κάθε Ἰσραηλίτην (ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἤδη δεχθῆ τὴν περιτομήν), ἐπιβεβαιώνουν ἐκεῖνο, πού λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διὰ τὴν συγκατάβασιν καὶ ταπείνωσιν τοῦ Κυρίου: «ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γάλ. 4, 4-5). Δηλαδή: Ὁ Θεὸς ἐξαπέστειλε τὸν Υἱόν Του εἰς τὸν κόσμον, ὁ Ὁποῖος ἔγινεν ἄνθρωπος ἀπὸ γυναίκα καὶ συνεμορφώθη πρὸς τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, διὰ νὰ ἐξαγοράση ἐκείνους, πού ἦσαν ὑπὸ τὴν κατάραν τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, διὰ νὰ λὰβωμεν τὴν υἱοθεσίαν πού ὁ Θεὸς μᾶς εἶχεν ὑποσχεθῆ. Ὅπως λέγει ἕνα τροπάριον τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς (2 Φεβρουαρίου), ὁ Νομοθέτης, τόν Ὁποῖον ὁ Μωϋσῆς εἶδεν εἰς τὸ Σινᾶ, γίνεται βρέφος καὶ ὑποτάσσεται εἰς τὸν Νόμον. («…ὅν ὑπὸ τὸν γνόφον Μωςῆς νομοθετοῦντα προεώρα ἐν Σινᾶ, βρέφος γενόμενον, νόμω ὑποταττόμενον» (β’ Στιχηρόν).
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἐξιστορεῖ τί συνέβη εἰς τὸν Ναὸν κατὰ τὴν παρουσίασιν τοῦ Θεανθρώπου εἰς αὐτόν.
«Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν ῾Ιεροσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ ᾿Ισραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ῾Αγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου. καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον ᾿Ιησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου ᾿Ισραήλ. Καὶ ἦν ᾿Ιωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί. Καὶ ἦν ῎Αννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς ᾿Ασήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα ἔτη μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς, καὶ αὐτὴ χήρα ὡς ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν·» (Λουκ. 2, 25-38).
Περιγραφὴ τῆς εἰκόνος
Ὁ ἁγιογράφος τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπαπαντῆς μὲ βάσιν τὸ ἀνωτέρω ὑλικόν τοποθετεῖ τὴν σκηνὴν τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν Συμεὼν εἰς τὸν Ναὸν ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης, σκεπασμένης μὲ κουβούκλιον, διὰ νὰ παρουσιὰση τὸ ἱερόν, ὅπου ἔγινεν ἡ Ὑπαπαντή. Ἡ Θεοτόκος «λυγερόσωμος ὡς νεαρὰ κυπάρισσος» ἁπλώνει τὴν δεξιὰν χεῖρὰ της εἰς στάσιν προσφορᾶς. Ἔχει παραδώσει τὸ τέκνον της εἰς τὸν θεοδόχον Συμεών. Ἐκεῖνος, κυρτωμένος ἀπὸ τὰ χρόνια, κρατεῖ τὸν Χριστὸν μὲ τὰς δύο του χεῖρας, πού εἶναι σκεπασμένοι μὲ τὸ ἱμάτιόν του. Ἡ κάλυψις τῶν χειρῶν εἶναι δεῖγμα σεβασμοῦ. «Ἡ κεφαλὴ του εἶναι μακρόμαλλη καὶ ἀναμαλλιασμένη, μὲ τοὺς πλοκάμους συνεστραμμένους ὡς ὀφίδια, τὸ γένειόν του ἀναταραγμένον, τὸ πρόσωπόν του σεβάσμιον κατὰ πολλὰ καὶ πατριαρχικόν, οἱ πόδες του λυγισμένοι, πατοῦν ἐπάνω εἰς τὸ ὑποπόδιον κλονιζόμενοι. Τὰ ὄμματά του εἶναι ὡσὰν δακρυσμένα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ λέγη· «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, Δέσποτα» (Φ. Κὸντογλου).
Ἄξιον παρατηρήσεως εἶναι, ὅτι ἐνῶ ἡ εἰκὼν παρουσιάζει σκηνὴν τεσσαράκοντα ἡμέρας ἀπὸ τὴν Γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ, δὲν εἰκονίζει τοῦτον ὡς νήπιον ἐσπαργανωμένον. Τοῦτο δὲν γίνεται ἄνευ λόγου. Τὸ Παιδίον εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ, μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός, ὁ Θεάνθρωπος. Εἶναι «ὁ ἄναρχος Λόγος τοῦ Πατρός, ἀρχὴν λαβών χρονικήν, μὴ ἐκστάς τῆς αὐτοῦ Θεότητος», «ὅ ὀχούμενος ἐν ἅρμασι Χερουβὶμ καὶ ὑμνούμενος ἐν ἄσμασι Σεραφίμ», ὅπως λέγουν τὰ τροπάρια τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς.
Ὄπισθεν τῆς Θεοτόκου ἵσταται ἡ προφήτις Ἄννα. Ἡ στάσις της ἐκφράζει τὴν προφητικήν της ἔμπνευσιν. Τό εἰλητάριον πού κρατεῖ, γράφει: «Τοῦτο τὸ βρέφος οὐρανὸν καὶ γῆν ἐστερέωσεν».
Εἰς τὸ ἄκρον ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ μεταφέρει κρατῶν ἐπάνω εἰς τὴν πτυχὴν τοῦ ἐνδύματός του (εἰς ἄλλας εἰκόνας μέσα εἰς κλουβὶ) τὰς δύο τρυγόνας ἤ τὰ δύο περιστεράκια. Τὰ πουλιὰ αὐτά, ὅπως λέγει τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα ἀπὸ ὕμνον τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, συνεβόλιζαν τοὺς ἐξ Ἰουδαίων καὶ ἐξ ἐθνικῶν Χριστιανούς, καθὼς καί τὰς δύο Διαθήκας, τὴν Παλαιὰν καὶ τὴν Καινήν, τῶν ὁποίων ἀρχηγός εἶναι ὁ Χριστός. «Ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος καὶ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφίμ, σήμερον τῷ θεὶῳ ἱερῷ κατὰ νόμον προσφερόμενος, πρεσβυτικαῖς ἐνθρονίζεται ἀγκάλαις· καὶ ὑπὸ Ἰωσὴφ εἰσδέχεται δῶρα θεοπρεπῶς, ὡς ζεῦγος τρυγόνων τὴν ἀμίαντον Ἐκκλησίαν καὶ τῶν ἐθνῶν τὸν νεόλεκτον (=νεοσύλεκτον) λαὸν περιστερῶν δὲ δύο νεοσσούς, ὡς ἀρχηγός Παλαιᾶς τε καὶ Καινῆς…» (Δοξαστικὸν Στιχηρῶν).
Χρήστου Γκότση:“Ὁ Μυστικός Κόσμος τῶν Βυζαντινῶν Εἰκόνων”,Ἔκδόσεις Α.Δ


Απάνθισμα Πατερικής Σοφίας για τη μεγάλη εορτή της Υπαπαντής 





«Νοιῶσε μεγάλη χαρά, θυγατέρα Σιών, διαλάλησε τὴ χαρά σου, θυγατέρα Ἱερουσαλὴμ». Χόρευε, λαὲ τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ. Σκιρτᾶτε οἱ πύλες καὶ τὰ τείχη τῆς Σιών καὶ ὁλόκληρη ἡ γῆ. Φωνάξτε σεῖς τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ σκιρτήσατε πολύ. Τὰ ποτάμια, χειροκροτεῖστε καὶ τὰ πλήθη περικυκλῶστε τήν Σιών, βλέποντας τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα σ’ αὐτήν.
Ἂς ὁμονοήσουν σήμερα τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια καὶ ἂς ἀναπέμπει ὕμνους ἡ ἄνω μαζὶ μὲ τὴν κάτω Ἱερουσαλήμ, γιὰ τὸν Χριστὸ πού βρίσκεται σʼ αὐτήν, τὸν οὐράνιο καὶ τὸν ἐπίγειο. Γύρω ἀπὸ τὸν οὐράνιο χορέψτε οἱ νοερὲς δυνάμεις, καὶ τὸν ἐπίγειο ἀνυμνεῖστε τον οἱ ἄνθρωποι μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους.
Διότι σήμερα ἐμφανίστηκε ὁ Θεὸς τῶν θεῶν στὴ Σιών. Σήμερα εἰπώθηκαν λόγια δόξης γιὰ σένα, πόλη τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ, πόλη τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ. Ἄνοιξε τὶς πύλες πρὸς τιμὴν αὐτοῦ πού ἄνοιξε σὲ ὅλους τὶς πύλες τοῦ παραδείσου, καὶ ἐπίσης ἄνοιξε τὶς πύλες τῶν τάφων πάνω ἀπὸ τὸν Σταυρό, συνέτριψε τὶς πύλες τοῦ ἅδη πού ἦταν γιὰ αἰῶνες κλειστές, καὶ ἔκλεισε κατὰ τρόπο παράδοξο τὶς πύλες τῆς παρθενίας.
Σὴμερα, ἐκεῖνος πού τὰ παλιὰ χρόνια μίλησε μὲ τὸν Μωυςῆ πάνω στὺ ὄρος Σινᾶ κατὰ τρόπον θεοπρεπῆ, ἐκπληρώνει τὸν νόμο, ὑποτασσόμενος στὸν νόμο σὰν δοῦλος. Σήμερα ἔρχεται ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴ θαιμάν στὴ Σιών. Σήμερα ὁ οὐράνιος Νυμφίος, μαζὶ μὲ τὴ Θεομήτορα παστάδα, ἔρχεται στὸν ναό. Θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, βγεῖτε πρὸς προϋπάντησή του. Ἀνᾶψτε γεμάτες χαρὰ τὶς λαμπάδες στὸ ἀληθινὸ φῶς. Περιποιηθεῖτε τοὺς χιτῶνες τῶν ψυχῶν σας γιὰ χάρη τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
Μαζὶ μὲ τὴ Σιών καὶ οἱ λαοὶ τῶν ἐθνῶν, κρατώντας λαμπάδες, ἂς τὸν προϋπαντήσουμε. Ἂς μποῦμε στὸν ναὸ μαζὶ μὲ τὸν ναὸ καὶ Θεὸ καὶ Χριστό. Μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ἂς ψάλουμε δυνατὰ τὸν ὕμνο τῶν ἀγγέλων, «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος ὁ Κύριος Σαβαώθ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ εἶναι γεμάτα ἀπὸ τὴ δόξα του». Εἶναι γεμάτα τὰ πέρατα τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν καλωσύνη του. Εἶναι γεμάτη ὅλη ἡ κτίση ἀπὸ τὴ δοξολογία του. Εἶναι γεμάτη ἡ ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ συγκατάβασή του. Τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια εἶναι γεμάτα ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία του, γεμάτα ἀπὸ τὰ ἐλέη του, γεμάτα ἀπὸ τὶς δωρεές του, γεμάτα ἀπὸ τὶς εὐεργεσίες του.
«Ὅλα λοιπὸν τὰ ἔθνη χειροκροτεῖστε»· ὅλα τὰ πέρατα τῆς γῆς, «ἐλᾶτε καὶ δές τε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ»· καθετί πού ἀναπνέει ἂς αἰνέσει τὸν Κύριο»· «ὅλη ἡ γῆ ἂς προσκυνήσει»· κάθε γλώσσα ἂς τραγουδήσει· κάθε γλώσσα ἂς ψάλλει· κάθε γλώσσα ἂς δοξολογήσει παιδὶ-Θεόν, σαράντα ἡμερῶν καὶ προαιώνιο· παιδὶ μικρὸ καὶ ἡλικιωμένο· παιδὶ πού θηλάζει, καὶ δημιουργὸ τῶν ὅλων.
Βλέπω βρέφος, καὶ ἀναγνωρίζω τὸν Θεό μου· βρέφος πού θηλάζει καὶ διατρέφει τὸν κόσμο· βρέφος πού κλαίει, καὶ χαρίζει στὸν κόσμο ζωὴ καὶ χαρὰ· βρέφος πού σπαργανώνεται, καὶ μὲ λυτρώνει ἀπὸ τὰ σπάργανα τῆς ἁμαρτίας· βρέφος στὴν ἀγκαλιά τῆς μητέρας, μὲ σάρκα πραγματικὰ μέ συνεχή παρουσία πάνω στὴ γῆ, καὶ ταυτόχρονα ὁ ἴδιος καὶ στοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα, πραγματικὰ καὶ συνεχῶς στοὺς οὐρανούς.
Βλέπω βρέφος πού ἀπὸ τὴ Βηθλεὲμ μπαίνει στὴν Ἱερουσαλήμ, χωρὶς ὅμως νʼ ἀποχωρίζεται καθόλου ἀπὸ τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Βλέπω βρέφος πού προσφέρει σύμφωνα μὲ τὸν νόμο στὸ ναὸ θυσία πάνω στὴ γῆ, ἀλλά καὶ τὸ ἴδιο νὰ δέχεται τὶς εὐσεβεῖς θυσίες ὅλων στοὺς οὐρανούς.
Τὸν Ἴδιο νὰ κρατιέται στὶς ἀγκάλες τοῦ γέροντα κατ’ οἰκονομίαν, καὶ τὸν Ἴδιο νὰ κάθεται σὲ θρόνους χερουβικούς, ὅπως ταιριάζει σὲ Θεό.
Τὸν Ἴδιο νὰ προσφέρεται καὶ νὰ ἐξαγνίζεται, καὶ τὸν Ἴδιο νὰ ἐξαγνίζει καὶ νὰ καθαρίζει τὰ πάντα. Νὰ εἶναι ὁ ἴδιος τὸ δῶρο, καὶ ὁ ἴδιος ὁ ναός.
Ὁ Ἴδιος ἀρχιερεύς, καὶ ὁ ἴδιος τὸ θυσιατήριο, ὁ ἴδιος τὸ ἱλαστήριο.
Ὁ ἴδιος νὰ εἶναι αὐτὸς πού προσφέρει θυσὶα, καὶ ὁ ἴδιος νὰ προσφέρεται θυσία ὑπὲρ τοῦ κόσμου, καὶ ὁ ἴδιος νὰ προσκομίζει τὰ ξύλα τῆς ζωῆς καὶ τῆς γνώσεως.
Νὰ εἶναι ὁ ἴδιος τὸ ἀρνί, καὶ ὁ Ἴδιος ἡ φωτιά. Ὁ ἴδιος νὰ εἶναι τὸ ὁλοκαύτωμα, καὶ ὁ ἴδιος ἡ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος. Ὁ ἴδιος ὁ ποιμένας, καὶ ὁ ἴδιος τὸ ἀρνί.
Ὁ ἴδιος νὰ εἶναι ὁ θύτης, καὶ ὁ ἴδιος τὸ θῦμα. Αὐτός Ἐκεῖνος πού προσφέρεται, καὶ ὁ Ἴδιος Ἐκεῖνος πού δέχεται τὴ θυσία. Αὐτός νὰ εἶναι ὁ νόμος καὶ ὁ Ἴδιος τώρα νὰ ὑποτάσσεται στὸν νόμο.
Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων
Λέγει ὁ Συμεὼν πρός τήν Παρθένο: «Ὅσο γιὰ σένα ὁ πόνος γιὰ τὸ παιδί σου θὰ διαπεράσει τὴν καρδιά σου σὰν δίκοπο μαχαίρι».
Ὅταν λέει δίκοπο μαχαίρι νομίζω πώς ἐννοεῖ τὴ λύπη τῆς ἁγίας Παρθένου, πού προῆλθε ἀπὸ τὴ δοκιμασία της γιὰ τὴ σταύρωση τοῦ Κυρίου. Τὴν διαπέρασε πρόσκαιρα χωρὶς νὰ τὴν βλάψει, χωρὶς νὰ τὴν πλήξει. «Γιὰ νὰ φανερωθοῦν οἱ πραγματικὲς διαθέσεις πολλῶν». Γιατί τὸ σωτήριο πάθος τοῦ Κυρίου δοκιμάζοντάς τους ἀποκάλυψε τοὺς λογισμοὺς ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ὅσοι ἦταν γερὰ στερεωμένοι στὴν πίστη, παρόλο πού σὰν ἄνθρωποι κλονίστηκαν, δὲν ἀπελπίστηκαν ὅμως τελείως, γιατί περίμεναν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σωτήρα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ γυναῖκες πού πῆγαν στὸν τάφο του καὶ ὅπως οἱ θεσπέσιοι μαθητές του. Αὐτοί πού ἔχουν πλανεμένη πίστη μοιάζουν μὲ τὸν σπόρο πού ἔπεσε σὲ πετρῶδες ἔδαφος, οἱ ὁποῖοι δὲν μπόρεσαν νὰ ὑποφέρουν τὸν καύσωνα τῶν πειρασμῶν· καὶ ὅποιο μικρὸ ἀπομεινάρι πίστης εἶχαν τὸ ἔχασαν ἐξαιτίας τῆς μικροψυχίας τους.
Συνεχίζει ἡ Γραφὴ: «Ἐκείνη τὴ στιγμὴ παρουσιάστηκε  σώφρων προφήτης Ἄννα,  ποία ἔμενε καὶ λάτρευε τὸν Θεὸ στὸν Ναὸ μὲ νηστεῖες καὶ προσευχές», πού ἦταν γριὰ στὸ σῶμα, ἀλλά νέα στὴν πίστη.
«Δοξολογοῦσε τὸν Θεό», δηλαδὴ τὸν εὐχαριστοῦσε κι’ αὐτή, γιατί ἀξιώθηκε τέτοιας καὶ τόσο μεγάλης χάρης νὰ δεῖ κι αὐτή τὸν Χριστὸ τοῦ Κυρίου. Ἡ Ἄννα κι ἄλλους παρότρυνε σ’ αὐτό. Λέει ἡ Γραφή: «Μιλοῦσε γιὰ τὸ παιδὶ σὲ ὅλους, ὅσοι στὴν Ἱερουσαλὴμ περίμεναν τὴ λὺτρωση». Περίμεναν τὴ λύτρωση, τὴν ὁποία ὁ θεῖος Δαβὶδ διακήρυττε πρὶν ἀπὸ πολὺ χρόνο μὲ τοὺς ψαλμούς του, λέγοντας: «Λύτρωση ἔστειλε ὁ Κύριος στὸν λαό του», καὶ ἀλλοῦ: «Τὸν ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, γιὰ νὰ εἶναι σὰν βασιλικὴ ράβδος τῆς κληρονομιᾶς σου». Ποιὸς εἶναι αὐτός πού μᾶς λύτρωσε καὶ ποιὰ εἶναι ἡ λύτρωση; Εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, διὰ τοῦ Ὁποίου ὅλοι μας λυτρωθήκαμε ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ τὴ φθορά.
Λεόντιος Νεαπόλεως, Λόγος Α’



Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


(†)Αντωνίου Bloom
Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λκ. 2. 29 32)
 Tὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Συμεών σημειώνουν τὸ τέλος μιᾶς μακρᾶς περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν χωρὶς τὸν Θεό· εἶχαν περάσει χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ἀδὰμ εἶχε χύσει τὸ πρῶτο του δάκρυ, ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε θρηνήσει γιὰ πρώτη φορὰ πάνω στὴ γῆ ἐκείνη στὴν ὁποία δὲν εὕρισκες πιὰ τὸν Θεὸ ἀνάμεσα στὰ πλάσματά Του.
Ὁλόκληρη ἡ γῆ, ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποθοῦσε τὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ ἐπιτέλους θὰ συναντοῦσε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸν Θεό του πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Νά λοιπὸν ποὺ ἡ μέρα ἐκείνη εἶχε φτάσει: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος μέσα σὲ μιὰ φάτνη στὴ Βηθλεέμ· ὁ Αἰώνιος μπῆκε μέσα στὸ χρόνο· ὁ Ἀπεριχώρητος καὶ Ἀτελεύτητος ὑπάχθηκε στοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστῆς μας κατάστασης.
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγιότητα μπῆκε στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας τὴ μέρα τοῦ βαπτίσματός Του μὲ τὸ νὰ βυθιστεῖ στὰ φοβερὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποπλύνει τὰ ἁμαρτήματά τους· βυθίστηκε στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ σὰν μέσα στὰ νεκρὰ νερὰ τῆς μυθολογίας καὶ τῶν παραμυθιῶν καὶ βγῆκε φορτισμένος μὲ τὴ νέκρα καὶ τὴ θνητότητα τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους εἶχε ἔλθει νὰ σώσει.
Σήμερα θυμόμαστε τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, τὴ συνάντησή Του μὲ τὸ πρῶτο πρόσωπο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μητέρα Του, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Τὸν εἶχε διαισθανθεῖ ὡς Θεό. Ἡ τραγωδία τῆς ἀποστέρησης τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία βρίσκουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο ἔχει τελειώσει· ὁ Κύριος εἶναι μαζὶ μὲ τὸ λαό Του· ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας κατοικεῖ πάνω στὴ γῆ αὐτή.
Μιὰ νέα ὅμως τραγωδία ἀρχίζει, ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τὸ Σταυρό. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε στὴ χώρα τοῦ θανάτου καὶ μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει. Γεννήθηκε μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει γιὰ χάρη μας. Ἂν προσέξατε τὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ ὁποῖα διαβάζονται γιὰ τὴ γιορτὴ αὐτὴ εἶναι πιθανὸ νὰ καταλάβατε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους θεσπίστηκε.
Στὸ δέκατο τρίτο κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸ Μωυσῆ τὴν καθιέρωση τοῦ κάθε πρωτότοκου ἀγοριοῦ, τὴν προσφορὰ τοῦ παιδιοῦ σὰν μιὰ θυσία σὲ μνήμη τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Ἰσραὴλ σώθηκε ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων μέσῳ τοῦ θανάτου ὅλων τῶν πρωτοτόκων τῆς Αἰγύπτου.
Ἡ παρουσίαση αὐτὴ τοῦ κάθε πρωτότοκου βρέφους στὸ Ναὸ δὲ σήμαινε μιὰ πλήρη ἀφιέρωση στὸν Θεό: τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἐπέστρεφαν στὴ συνέχεια πίσω στὴν καθημερινὴ κοσμικὴ ζωή. Ἡ παρουσία σήμαινε τὴν ἄφεσή τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σήμαινε ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε πάνω τους δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ γονεῖς πλήρωναν γιὰ τὸ παιδὶ σὰν λύτρα ἕνα ἀμνὸ ἢ ἕνα ζεῦγος περιστεριῶν.
Ὁ πρωτότοκος ἦταν πραγματικὰ μιὰ αἱματηρὴ θυσία ἡ ὁποία ἀναβαλλόταν ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα μέχρι τὴ μέρα ποὺ ὁδηγήθηκε στὸ ναὸ ὁ Μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε γίνει Γιὸς τῆς Παρθένου, ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Καὶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ἡ αἱματηρὴ αὐτὴ θυσία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἀντικατάστατο τῆς θυσίας εἶχε προσφερθεῖ, αὐτὴ τὴ μοναδικὴ φορὰ ὁ Θεὸς Πατέρας δέχτηκε καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο τοῦ Βρέφους.
Ἡ θυσία ἔπρεπε νὰ περιμένει τὸν καιρό της· πέρασαν κάπου τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴν παρουσίαση τοῦ βρέφους μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ὥριμου Ἰησοῦ· ἡ θυσία ὅμως εἶχε γίνει δεκτὴ καί, ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, τὸ βρέφος ποὺ εἶχε προσφερθεῖ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία πέθανε στὸ Γολγοθὰ πάνω σ’ ἕνα σταυρό.
Ἐνῷ ὁ Ἅγιος Συμεὼν διακήρυττε τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴ μακραίωνη ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸν Θεὸ ἔδινε ταυτόχρονα καὶ στὴ Θεομήτορα τὴ φοβερὴ προειδοποίηση ὅτι μιὰ ρομφαία θὰ διαπερνοῦσε καὶ τὴ δική της τὴν καρδιά, ὅτι ἡ θυσία ποὺ ἀναστελλόταν γιὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη θὰ φανερωνόταν κάποια μέρα σὰν θεϊκὴ βουλὴ καὶ θὰ ἀποτελοῦσε ἕνα τραγικὸ μονοπάτι γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ ἐκείνη (Λκ. 2. 34, 35).
Ὁ Χριστὸς ἀκολούθησε πραγματικὰ τὸ τραγικὸ αὐτὸ μονοπάτι, τὸ μονοπάτι τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς Θείας ἐγκατάλειψης, τὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Γολγοθᾶ. Ὁ θάνατός Του ἦταν μιὰ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἐφ’ ὅσον ἀναστήθηκε ζωντανὸς ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ἔπειτα ἀναλήφθηκε μὲ δόξα καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα καὶ ὅμως οὔτε καὶ τότε δὲν ἐξαλείφεται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἡ τραγωδία τοῦ κόσμου δὲ φτάνει στὸ τέλος της.
Ὁ ἐγερθεὶς Χριστὸς ἔχει στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά, στὴν πλευρὰ τὴν οὐλὴ ἀπὸ τὴ λόγχη καὶ στὸ μέτωπό Του τὰ σημάδια ἀπὸ τὴν κορώνα τὴν ὁποία Τοῦ εἶχαν φορέσει κοροϊδευτικά, τὸ στεφάνι ποὺ ἀντὶ νὰ εἶναι βασιλικὸ εἶχε γίνει ἀπὸ ἀγκάθια.
Γινόμαστε κι ἐμεῖς μέτοχοι τῆς σταυρικῆς αὐτῆς ὁδοῦ: ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς παρουσιάστηκε στὴν ἐκκλησία ὕστερα ἀπὸ τὸ Βάπτισμά του· τότε διαβάστηκαν προσευχὲς γιὰ τὶς μητέρες μας καὶ γιὰ μᾶς καὶ ἡ ἐκκλησία ἐπικαλέστηκε τὸν Κύριο, τὸν Προστάτη τῶν νηπίων ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος κρατηθεῖ στὶς ἀγκάλες τοῦ Ἁγ. Συμεών, ζητώντας ἔλεος καὶ συμπαράσταση.
Αὐτὸ ἔγινε κατ’ εἰκόνα τῆς παρουσίασης τοῦ Χριστοῦ· πρὶν ἀπὸ αὐτὸ εἴχαμε βαπτιστεῖ καὶ τὸ Βάπτισμα σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπ. Παῦλο (Ρωμ. 6. 3 11) καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιὰ καταβύθιση στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὥστε νὰ τὸν κάνει δικό μας θάνατο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ Ἀνάστασή Του γίνεται δική μας ἀνάσταση.
Ἐμεῖς λοιπὸν ποὺ ἔχουμε πεθάνει μὲ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐγερθεῖ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁδηγούμαστε στὸ ναὸ ὅπως εἶχε ὁδηγηθεῖ κι Ἐκεῖνος, αἰώνιοι καὶ ἐν τούτοις ὑποκείμενοι στὴν τραγωδία τοῦ χρόνου, ζωντανοὶ ἀλλὰ προορισμένοι γιὰ τὸ θάνατο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανὸς στὴν αἰώνια θεότητά Του καὶ τὴν ἀθάνατη ἀνθρώπινη σάρκα Του, ὅμως δέχτηκε τὸ θάνατο τῆς σάρκας Του γιὰ νὰ κοινωνήσει σὲ ὅλα μὲ τὴ δική μας ἁμαρτωλὴ σάρκα. Μὲ παρόμοιο τρόπο ὕστερα ἀπὸ τὴ συνανάστασή μας μαζί Του ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποστέλλει –ὅπως προηγουμένως ὁ Πατέρας εἶχε στείλει Ἐκεῖνον– στὴ σφαίρα τῆς ἁμαρτίας γιὰ νὰ σηκώσουμε στὰ σώματα, τὶς ψυχὲς καὶ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας τὸ σταυρὸ τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἔχει πέσει καὶ ἐξαγοραστεῖ ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀπολυτρωθεῖ ἀκόμα.
Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου καλούμαστε νὰ ἀνταναπληρώσουμε στὰ σώματά μας τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ (Κολ. 1. 24)  κι ἐπειδὴ εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἴμαστε ἕνα μαζί Του, ἡ τραγωδία τὴν ὁποία ὁ ἐρχομός Του ἀπάλειψε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν κόσμο τῆς ἀρχαιότητας καὶ ἡ ὁποία ἔγινε κατόπιν ἡ δική Του τραγωδία συνεχίζεται μέσα σ’ ἐμᾶς σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.
Ὁ Πατριάρχης Ἀλέξιος (1877 1970. Ἔγινε Πατριάρχης Μόσχας τὸ 1945) εἶχε πεῖ μιὰ φορὰ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο, ἐνῷ συνεχῶς οἱ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν, σταυρώνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς εἶναι ὁ δικός μας ὁ δρόμος, αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τὸ ὁποῖο μᾶς φέρνει ἡ ἔνδοξη μὰ τρομακτικὴ αὐτὴ γιορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ δίκαιο Συμεών.
Πλησιάζουμε στὶς ἑβδομάδες ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες μᾶς προπαρασκευάζουν γιὰ τὴν Τεσσαρακοστή, τὴν Ἁγία Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση· εἴμαστε ἤδη κοινωνοὶ τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅμως ὀφείλουμε ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ μονοπάτι·αὐτὸ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὸ κάνουμε τρόπο ζωῆς μας πάντοτε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπου καὶ ἂν συμβεῖ νὰ βρεθοῦμε: εἴμαστε τὸ σταυρωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο προσφέρεται ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ ὁποῖο πέρα κι ἀπ’ αὐτό, καθ’ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ, προσφέρει τὸ ἴδιο τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡμέρα Κυρίου», ἐκδ. Ἀκρίτας