ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

25 Iουλίου η Κοίμησις της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης , η μνήμη της Οσίας Ολυμπιάδος της Διακόνου και της Οσίας Ευπραξίας .

0 σχόλια

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

Πρωτοπρ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Η Αγία Άννα, η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ήταν από τη φυλή του Λευί, κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευε επί της βασιλείας Κλεοπάτρας και Σαπώρου ή Σαβωρίου, βασιλιά των Περσών, και της βασιλείας Ηρώδου του Αντιπάτρου. Ο Ματθάν είχε τρεις κόρες, τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα. Παντρεύτηκε η πρώτη στη Βηθλεέμ και γέννησε τη Σαλώμη, τη μαία. Παντρεύτηκε η δεύτερη, κι αυτή στη Βηθλεέμ, και γέννησε την Ελισάβετ (τη μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου). Παντρεύτηκε δε και η Τρίτη, η Άννα, στη γη της Γαλιλαίας, και γέννησε Μαρία τη Θεοτόκο, που σημαίνει ότι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η αγία Μαρία η Θεοτόκος, ήσαν κόρες τριών αδελφών και μεταξύ τους πρωτεξαδέλφες. Αυτή λοιπόν η Άννα, αφού γέννησε τη σωτηρία όλου του κόσμου, την Παναγία, και την απογαλάκτισε, την ανάθεσε στον Ναό, ως άμωμο δώρο στον παντοκράτορα Θεό, και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της, μέχρις ότου εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο, με νηστείες και ευεργεσίες προς αυτούς που είχαν ανάγκη. Τελείται δε η αυτής Σύναξις εν τω Δευτέρω».
Όλη η ακολουθία της ημέρας, εσπερινού και όρθρου, υπέρλαμπρη και φωτοφόρος, είναι γεμάτη από ωραιότατα εγκώμια προς την Αγία Άννα, στα οποία καλείται να μετάσχει «εν κυμβάλοις ψαλμικοίς», κατά το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού, «πάσα η κτίσις». «Μετ’ εγκωμίων εκτελείται η ένδοξος μνήμη σου…Άννα θεόκλητε». Ο εγκωμιασμός όμως δεν είναι μόνον για την αγία Άννα. Μετέχει σ’ αυτόν και ο σύζυγός της, ο δίκαιος Ιωακείμ, γιατί αυτός είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο ήλιος, που ενώθηκε με τη σελήνη, την αγία Άννα, για να προέλθει η ακτίνα της Παρθενίας, η Παναγία Μαριάμ, η κόρη τους. «Ήλιος ώσπερ τη σελήνη τη Άννη ενούμενος, ο κλεινός Ιωακείμ, της παρθενίας ακτίνα γεννά». «Ω, μακαρία δυάς, υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε…» Μακάρια δυάδα, που ξεπεράσατε όλους τους γονείς. Αιτία βεβαίως για τον πλούτο των εγκωμίων είναι αυτό που ο καθένας κατανοεί: από τον Ιωακείμ και την Άννα, γεννήθηκε η Παναγία, η οποία έφερε στον κόσμο, μέσα στο βάθος του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία αυτού, τον ίδιο τον Θεό εν σαρκί, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Δια της Παναγίας, της Θεότητος αυγή επέλαμψε». Με την Παναγία έλαμψε στον κόσμο το φως της Θεότητος. Και βεβαίως έτσι τιμώνται ο παππούς και η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας. «Μνήμην τελούντες Δικαίων, των Προπατόρων Χριστού…».
Η αιτιολόγηση αυτή της φωτοφόρου εορτής της Κοιμήσεως της αγίας Άννης δεν συνιστά μία απλή αναφορά της όλης εορτής. Αποτελεί το κέντρο, την αδιάκοπα ανακυκλούμενη έννοια, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι όλη η ακολουθία δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να προβάλλει τον ερχομό του Χριστού διά της Παναγίας Μητέρας Του, και αυτό να το παρουσιάζει με διαφορετικές λέξεις και πολλαπλά λογοτεχνικά σχήματα, με εικόνες και με προτυπώσεις ακόμη από την Παλαιά Διαθήκη. Σαν να έχουμε το πολυτιμότερο διαμάντι στον κόσμο, και να το προβάλλουμε με όλων των ειδών τα φώτα και τους χρωματισμούς. «Οι εξ ακάρπων λαγόνων, ράβδον αγίαν την Θεοτόκον βλαστήσαντες, εξ ης η σωτηρία τω κόσμω ανέτειλε, Χριστός ο Θεός». «Της μητρός του Δεσπότου και Ποιητού, μήτηρ γέγονας Άννα πανευκλεής…» Έτσι η κοίμηση της αγίας Άννης, και μαζί με αυτήν του αγίου Ιωακείμ, λειτουργεί παραπεμπτικά και αναγωγικά: δι’ αυτών τιμάται και εγκωμιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός. «Μνήμην Δικαίων τελούντες, σε ανυμνούμεν, Χριστέ». Κι είναι φυσικό: αν ένας άνθρωπος έχει κάποια αξία είναι γιατί ο ίδιος ο Θεός τον έχει χαριτώσει και τον έχει υπερυψώσει. Κι αν αυτό ισχύει για όλους τους αγίους, πόσο μάλλον για τους κατά σάρκα προπάτορές Του, τον παππού Του και τη γιαγιά Του;
Η τιμή ασφαλώς για την αγία Άννα και τον άγιο Ιωακείμ δεν είναι μία εύνοια του Θεού χωρίς λόγο. Για να χαριτωθούν με αυτόν τον τρόπο – να γεννήσουν το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, την Παναγία Θεοτόκο – συνήργησαν και οι ίδιοι, με την αγιασμένη ζωή τους, γεγονός που προβάλλει εξίσου πολλαπλώς η ακολουθία της ημέρας. «…Η νοητή χελιδών (η Αννα)…αμέμπτως εν σωφροσύνη βιωσαμένη καλώς». Με σωφροσύνη και με άμεμπτο τρόπο έζησε η αγία Άννα. «Τας νόμου εντολάς, θεαρέστως τηρούσα, μητέρας Ισραήλ, υπερήρας απάσας…αγιόλεκτε Άννα, προμήτορ Κυρίου». Τήρησες τις εντολές του νόμου του Θεού, με θεάρεστο τρόπο, αγιόλεκτε Άννα, και ξεπέρασες όλες τις μητέρες του Ισραήλ. Με την προϋπόθεση αυτή, να τηρεί δηλαδή πάντοτε το θέλημα του Θεού, αναδείχτηκε η Άννα σ’ αυτό το υψηλό σημείο, να γίνει Μητέρα της Μητέρας του Θεού, γι’ αυτό και οι ύμνοι στη συνέχεια δεν παύουν να μιλούν για το τελικό αποτέλεσμα: να μετατεθεί στους κόλπους του Θεού και να είναι συνόμιλος των αγγέλων. Ο Χριστός «σε μεταθέμενος προς τα επουράνια, μετά δόξης, Άννα ένδοξε». «Σήμερον εκ της προσκαίρου μεταστάσα ζωής, εν τοις επουρανίοις μετά χαράς την πορείαν ποιουμένη αγάλλεται». Το ένδοξο τέλος της αγίας Άννης, τηρουμένων των αναλογιών, περιμένει βεβαίως και εμάς, εφόσον αγωνιζόμαστε στη ζωή αυτή να τηρούμε τις άγιες εντολές του Χριστού. Ο Θεός μας, μη ξεχνάμε, δεν είναι προσωπολήπτης.




Από τον βίο της οσίας Ολυμπιάδος

Η οσία Ολυμπιάδα, η διακόνισσαΤα ολόλευκα αvθοστέφαvα της γης, τα γιορτινά και γαμήλια, δεν τα χάρηκε για πολύ. «Νύμφη γεγοvέvαι πρός ὀλίγας ἡμέρας Νεβριδίου τoῦ ἐπάρχου, σύµβιος γεγονυῖα τoῦ θείου λόγου».
Η ευγενής Ολυµπιάς. Κόρη του κόμητα Σελεύκου, «κεκοσμημέvn καί γέvει καί πλούτῳ καί παιδείᾳ μαθημάτων πολυτελών καί εὐφυΐᾳ φύσεως καί ἄvθους ὥρᾳ».
Στη δροσιά της νιότης «ἄωρος-πρόωρη-χήρα», «παρθεvεύουσα τῷ Xριστῷ». Βίος ανθόσπαρτος και πλούτος αμύθητος και όλες της γης οι χαρές δεν τη ξιπάζουν. «Απαρνήθηκα τελείως την κενοδοξία που μπορούσε να προέλθει από τον πλούτο της κληρονομιάς, για να μην παραμελήσω τον πλούτο των φυσικών αρετών στρεφομένη γύρω από την ύλη» θα απαντήσει απολογουμένη στον βασιλιά Θεοδόσιο, που την παρακινούσε-εξεβίαζε προς γάμο με συγγενή του. Και ξέφυγε γρήγορα, αφού υπερπήδησε την παγίδα του δεύτερου γάμου τρέχουσα σαν «δορκάς». Εκείνη τα στέφανα του νυμφίου Χριστού ποθεί. Και για v’ αρέσει σ’ Εκείνον βάλθηκε να στολιστεί της αρετής τ’ αvθοστέφαvα. Έτσι μπαίνει ολόχαρη στων αρετών το στάδιο:
Αφού διαμοίρασε στους φτωχούς και στα έργα της Εκκλησίας από τον «άπειρο και αμέτρητο πλούτο της», αναζωογόνησε τη φλόγα του θείου έρωτα μέσα της. Πατέρας, οδηγός και αλείπτης στους αγώνες της ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Χρυσόστομος. Σε ηλικία είκοσι πέντε ετών χειροτονείται διακόνισσα και κτίζει μοναστήρι. Στην αγία εκείνη μάνδρα συγκέντρωσε 250 συμμονάστριες, «τῆς παρθενίας τῷ στεφάvῷ κεκοσμημένας», αφού πρόσφερε στην Εκκλησία, «διά τοῦ ἁγιοτάτου Πατριάρχου Ἰωάννου» και όλες τις άλλες ακίνητες κτήσεις της. Αφοσιωμένη πλήρως στο πολύπλευρο  φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο του Χρυσοστόμου τον υπηρετεί, όπως οι μαθήτριες διακονούσαν τον Κύριο από τα υπάρχοντά τους. Και όταν εκείνος διώκεται και χωρίζεται αδίκως από το ποίμνιό του και εξορίζεται, η οσία Ολυμπιάς γίνεται κοινωνός των θλίψεων και των αναγκών του.
Αγωνίζεται με άφθονα δάκρυα ημέρα και νύκτα υπέρ της αληθείας, όταν το σκάφος της Εκκλησίας κλυδωνίζεται και καταποντίζεται μέσα στο πέλαγος των πειρασμών. Αγωνίζεται, αλλά μάταια, να φέρει τον Χρυσόστομο πλησιέστερα από τη µακρινή εξορία του και φροντίζει για τις όποιες ανάγκες του. Εξόριστη εξ αιτίας του στη Νικομήδεια, συκοφαντούμενη, βυθισμένη σε ποικίλες θλίψεις και δοκιμασίες, αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της πίστεως και της υπομονής. Από εκεί και ξεγλύστρισε από την τρικυμία των ανθρωπίνων, στο λιμάνι του ποθητού Νυμφίου της, λελαμπρυσμένη με τα στέφανα των πολύπονων αγώνων της αρετής.
Αγώνες για την αρετή
«Όσο και αν διηγηθώ τους άθλους και τις αρετές της πυρωμένης αυτής ψυχής, οι λόγοι θα φανούν φλύαροι και ταπεινοί μπροστά στα έργα της», ομολογεί ο βιογράφος της. «Ήταν γεμάτη με όλη την ευλάβεια· φρόντιζε τις χήρες, ανέτρεφε τα ορφανά, υπεράσπιζε τους γέροντες, οδηγούσε τους πλανημένους, ελεούσε τους πάντας. Αφού ελευθέρωσε το πλήθος των υπηρετών της, τους κατέστησε ισότιμους με την ευγένειά της ή καλύτερα ευγενέστερους απ’ αυτήν στην εμφάνισή τους. Διότι δεν μπορούσε να βρεθεί τίποτε ευτελέστερο από τα ενδύματά της, αφού ήταν ανάξια και των κουρελήδων ακόμη. Με ηπιότητα «υπετάσσετο σε κάθε άνθρωπο διά τον Κύριον», μιμουμένη στην αρετή τον Πατριάρχη Ιωάννη. «Ακενόδοξος βίος, άπλαστος χαρακτήρας, άυπνη αγρυπνία, άυλο σώμα, αμέτρητη αγάπη, συνεχείς ελπίδες στον Θεό, εγκαλλώπισμα όλων των ταπεινών… Όλη η αβίωτη ζωή της κυλούσε με κατάνυξη κι άφθονη ροή δακρύων από τους οφθαλμούς της, που έβλεπαν πάντοτε αμετεώριστοι τον Χριστό»(2).
Εγκώμια του Ιωάννου Χρυσοστόμου
Αλλά για τις χρυσές αρετές της Ολυμπιάδος έχει πολλά να πει και η χρυσή γλώσσα του ιερού Χρυσοστόμου. Από την εξορία του με 17 επιστολές «προς την δέσποινά του, την αιδεσιμωτάτη και θεοφιλεστάτη διακόνισσα», προσπαθεί να διασκορπίσει τα βαριά νέφη της αθυμίας που τη συντρίβουν και να σπογγίσει τους κρουνούς των δακρύων της για τις άδικες συμφορές και διωγμούς στον ίδιο και την Εκκλησία. Την βεβαιώνει ότι ήγγισε την αψίδα των ουρανών με τις αρετές της:
«Ασύλητος ο θησαυρός των αρετών σου. Η ελεημοσύνη, της οποίας κατέχεις τα σκήπτρα και ντύθηκες από παλαιά το στεφάνι της, είναι μεγαλύτερη από την παρθενία. Της αγάπης σου το πέλαγος τόσο πολύ το άνοιξες, ώστε να φθάσει με ορμή έως τα πέρατα της οικουμένης. Ποιο σίδερο και ποιο διαμάντι δεν θα νικηθεί από την πολύτροπη υπομονή σου στα τόσα παθήματα. Ενώ έλαβες απαλή και τρυφερή σάρκα με κάθε είδος τρυφής, τώρα είναι νεκρωμένη από σένα την ιδία. Με εγκράτεια στην τράπεζα, στον ύπνο, έσβησες τις επιθυμίες της σάρκας και τώρα είσαι τελείως απαθής βιάζουσα τη φύση. Η απερίγραπτη ευτέλεια της ενδυμασίας σου ξεπερνά και τους ζητιάνους ακόμη. Κατεπάτησες τους γεώδεις λογισμούς της κοσμικής φαντασίας και με την αρετή σου πυγμάχησες με τους δαίμονες και κέρδισες μύριες νίκες, για τις οποίες ψάλλει όλη η οικουμένη. Διότι βαδίζοντας τη στενή και τεθλιμμένη οδό γυμνάστηκες σε όλα ως προς την υπομονή με το ασθενέστερο από τον ιστό της αράχνης σώμα σου»(3).
Στέφανοι για την αρετή
«Σκεπτομένη, λοιπόν, πόσο είναι το κέρδος του επίμοχθου βίου, να χαίρεσαι και να ευφραίνεσαι που από τη νεότητά σου βάδισες την κερδοφόρα και γεμάτη μύρα λαμπρά και ανθισμένα στεφάνια οδό. Μεγάλες προσδόκα τις αμοιβές, πολλά τα βραβεία, άφατες τις αντιδόσεις. Αναλογίσου τη χορεία με τις παρθένες, τις ιερές παστάδες, τον νυμφώνα των ουρανών, τη θαυμαστή εκείνη λαμπαδηφορία, τη διαμονή με τους αγγέλους, την με τον Νυμφίο Χριστό, τα αγαθά τα και λόγον και νουν υπερβαίνοντα…»(3).
Και η μακαρία Ολυµπιάς τελευτήσασα στους κατά Θεόν αγώνες για την αρετή «μακάριον ἤρατο (κέρδισε) κλέος, ἐν τῷ ἀπεράντῳ αἰῶνι στεφανηφοροῦσα».
Και για τα ύψη των αρετών, το ύψος των στεφάνων, η αγιότης:
Τῇ ΚΕ΄ μηνός Ιουλίου μνήμη της οσίας Ολυμπιάδος της διακόνου.
«Εἰ δέ μέγας ὁ τῆς ἀρετῆς ἀγών, καί ὁ στέφανος μείζων».

Η Οσία Ευπραξία.


Η Αγία αυτή ήταν κόρη του συγκλητικού Αντίγονου και της Ευπραξίας (η Άγια είχε το ίδιο όνομα με τη μητέρα της),που ήταν συγγενής του Θεοδοσίου του Μεγάλου (379-395). Μετά τον θάνατο του Αντιγόνου,η μητέρα της την παρέδωσε στον βασιλιά Θεοδόσιο για να την αποκαταστήσει.Αυτός την αρραβώνιασε πολύ μικρή με κάποιον συγκλητικό.Άλλα κατά τη διάρκεια κάποιας περιήγησης της στην Αίγυπτο, με τη συνοδεία της μητέρας της,η Ευπραξία επισκέφθηκε κάποια γυναικεία Μονή στη Θήβα της Άνω Αιγύπτου (όπου ηγουμένη ήταν μια αγία γυναίκα,που λεγόταν Μαρίνα) και τόσο της άρεσε η ζωή των εκεί ασκουμένων,ώστε αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της μαζί μ' αυτές.Η δε μητέρα της δεν έφερε αντίρρηση,επέστρεψε στην Ανατολή,πούλησε την κτηματική της περιουσία και επανήλθε στη Μονή.Εκεί αφού κατέθεσε όλα τα χρήματα από την πώληση της περιουσίας της,απεβίωσε ειρηνικά.Η δε κόρη της Ευπραξία,μοίρασε τα χρήματα αυτά στις εκκλησίες και στους φτωχούς και επιδόθηκε σε αυστηρότατη άσκηση για 45 ολόκληρα χρόνια.Έτσι ασκητικά και άγια αφού έζησε,παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα της στον Θεό, επιτελώντας πολλά θαύματα.

24 Ιουλίου η μνήμη της Αγίας παρθενομάρτυρος Χριστίνης

0 σχόλια

ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΙΝΗΣ 



Η Αγία Χριστίνα έζησε στους χρόνους του βασιλέως Σεβήρου, περί το έτος 200 μ..Χ. στη Τύρο, πόλη της Συρίας. Οι γονείς της ήσαν πλούσιοι στο χρήμα, πάμπτωχοι όμως στην
ψυχή, γιατί ήσαν ειδωλολάτρες. Ο πατέρας της ήταν στρατηλάτης. Βλέποντας όμως την υπέροχη ομορφιά της κόρης του και φοβούμενος τους κακούς ανθρώπους έκτισε ένα
υψηλό πύργο όπως συνήθιζαν τότε. Μέσα σ’ αυτόν έκλεισε τη Χριστίνα με πολλές υπηρέτριες δια να την υπηρετούν και αρκετά ειδωλολατρικά, είδωλα χρυσά και αργυρά, για να
προσεύχεται σ’ αυτά. Επίσης εκεί της είχε και όλα όσα χρειαζότανε για να μη βγαίνει καθόλου έξω και την βλέπουν άνθρωποι. Αυτά της έκανε ο κατά σάρκα πατέρας της,
Ουρβανός ονόματι.
Ο Χρίστος την φώτισε δε με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος και την οδήγησε στη Θεογνωσία. Ήταν πολύ συνετή. Βλέποντας την ομορφιά του ουρανού και της γης και της
θάλασσας και όλα τα δημιουργήματα του Θεού συλλογιζόταν, ποιος άραγε να τα έκανε όλα αυτά. Ποθούσε να μάθει τον ποιητή και κυβερνήτη της Δημιουργίας. Και ο Καλός Θεός
σαν Πανάγαθος και γνωρίζοντας την καλή της προαίρεση, της έστειλε άνθρωπο και την δίδαξε όλα, όσα λαχταρούσε να μάθει. Αφού λοιπόν φωτίσθηκε, η μακαρία, σεβότανε τον
αληθινό Θεό και αφιερωνόταν σε προσευχές και νηστείες.

«Λέγομαι Χριστίνα»
Κάποια ημέρα, που ανεβήκανε οι γονείς της στον πύργο να την χαιρετήσουν, την προσκαλέσανε να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Η Χριστίνα όμως δεν τους άκουσε καν, ούτε και
φοβήθηκε τις φοβέρες τους και τις συνέπειες. Ο πατέρας της μάλιστα θύμωσε πολύ και έφυγε να σκεφθεί τις τιμωρίες, που θα της έκανε. Η μητέρα της όμως στενοχωρήθηκε πολύ
και προσπαθούσε με λόγια να πείσει την Χριστίνα να προσφέρει θυσία στους θεούς. Η Αγία όμως της απάντησε:
- Μη με συμβουλεύεις, απάντησε, μητέρα μου, να προτιμήσω το σκοτάδι από το φως. Οι θεοί σας είναι δαιμόνια, ο δε. Κύριος δημιούργησε τους ουρανούς και όσα υπάρχουν
πάνω στη γη. Εγώ είμαι δούλη του Χριστού. Γι αυτό πήρα τώρα και το όνομά του. Λέγομαι Χριστίνα. Επομένως δεν πείθομαι στα ψεύτικα και φαρμακερά λόγια σας, για να
προσκυνήσω τα αναίσθητα ξόανα.

Άρτον Αγγέλων έφαγε
Η Αγία φόρεσε το άσπιλο φόρεμα που είχε παραγγείλει από τον πατέρα της, ένιψε τα χέρια της και το πρόσωπο και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Έπειτα, θύμιασε τον αληθινό Θεό
και προσευχήθηκε λέγοντας:
Ο Θεός ο ουράνιος, ο Δεσπότης και ποιητής του κόσμου, που καταδέχθηκες να φορέσεις σώμα ανθρώπινο και να υπομένεις πάθος εκούσιο για την σωτηρία μας, παρακαλώ την
Βασιλεία σου, άκουσέ με και μη μ’ εγκαταλείπεις, γιατί αμάρτησα πολύ, προσκυνώντας εν αγνοία μου τα ακάθαρτα είδωλα. Σβήσε, σαν αγαθός και ελεήμων Θεός, τας αμαρτίας
μου και στάσου κοντά μου στα μαρτύρια, που με περιμένουν, για την ομολογία μου και δώσε μου δύναμη να νικήσω τους εχθρούς μας προς Δόξαν του φοβερού και Αγίου
Ονόματός Σου.
Όταν έλεγε αυτά η Αγία, ήλθε Άγγελος από τον ουρανό και της είπε:
- Χαίρε, νύμφη και συνονόματη του Δεσπότου Χριστού Χριστίνα αμόλυντη. Ο Κύριος άκουσε την δέηση σου. Λοιπόν, πάρε δύναμη και ενίσχυση στην καρδιά σου, διότι θα
παρουσιασθείς με τρεις άρχοντες, για να δοξασθεί ο Θεός με σένα.
- Δώσε μου, του λέγει η Αγία, την σφραγίδα του Σωτήρος, μου, για να μη φοβηθώ τους εχθρούς του.
Ο Άγγελος έκαμε ευχή, της έδωσε την εν Χριστώ σφραγίδα, δηλαδή την σταύρωσε, την ευλόγησε και της έδωκε να φάγει ψωμί ουράνιο. Η Αγία έφαγε και ευχαρίστησε τον Κύριο.



Καταστρέφει τα είδωλα
Την νύκτα κατέστρεψε με τσεκούρι τα χρυσά και τα ασημένια είδωλα των θεών, κατέβηκε από τον πύργο, τα μοίρασε στους φτωχούς και πάλι ανέβηκε. Το πρωί ανέβηκε ο
πατέρας της να προσκυνήσει τα είδωλα και δεν τα βρήκε. Με πολύ θυμό ρώτησε τις υπηρέτριες τι έγιναν και πήρε την απόκριση, ότι η κόρη του τα κομμάτιασε και τα πέταξε
από το παράθυρο. Αυτός έγινε θηρίο και πρόσταξε να τις αποκεφαλίσουν και την κόρη του να την δείρουν, χωρίς λύπη, μέχρι να κουρασθούν. Στα αλήθεια την έδειραν ωσότου
κουράσθηκαν. Η Αγία όμως, με την χάρι του Θεού, μάλλον δυνάμωνε και έλεγε στον πατέρα της αυτά τα λόγια:
- Γιατί πατέρα είσαι τυφλωμένος; Δεν βλέπεις, ότι εκείνοι, που με βασανίζουν έπεσαν κάτω; Ας έλθουν οι θεοί σας να τους βοηθήσουν, αν μπορούν!
Τότε ο Ουρβανός θύμωσε τόσο πολύ, ώστε την έδεσε με αλυσίδα από τον λαιμό και την φυλάκισε. Η γυναίκα του όμως, που άκουσε τα βάσανα της Αγίας, πήγε με κλάματα στη
φυλακή, έπεσε στα πόδια της κόρης της και την παρακαλούσε να ξαναγυρίσει στην ειδωλολατρία. Όμως η Αγία έμενε ακλόνητη στην ομολογία της.

Σκληρά βασανιστήρια από τον πατέρα της
Όταν ο πατέρας της έμαθε, ότι είναι σταθερή στην απόφαση της, έστειλε στρατιώτες το πρωί και φέρανε την Αγία στο πραιτώριο όπου και της λέγει:
- Λυπούμαι, Χριστίνα, γιατί δεν έχω άλλο παιδί και σε παρακαλώ να προσκυνήσεις τους θεούς, γιατί αλλοιώς δεν θα σε λυπηθώ και θα σε βασανίσω τόσο πολύ, που θα λυώσω
τα κρέατα σου.
- Μου δίδεις μεγάλη χαρά, του αποκρίθηκε, να μη μ' έχεις πια παιδί σου, γιατί συ με τη διαγωγή σου είσαι υιός του διαβόλου και συνήγορος των άλλων δαιμόνων.
Τότε ο πατέρας γίνηκε αιμοβόρο θηρίο και διέταξε. να την κρεμάσουν και να ξεσχίζουν τις σάρκες της. Εκείνη όμως η μακάρια χαιρόταν με τα βασανιστήρια και έλεγε:
- Σε ευχαριστώ, Θεέ μου επουράνιε, γιατί με αξίωσες να καθαρισθώ, με αυτά τα βασανιστήρια από τον ρύπο της ειδωλολατρίας.
Πολλές φορές, έπαιρνε ένα κομμάτι από τις σάρκες της, το πετούσε στο πρόσωπο του πατέρα, της, λέγοντας:
- Επεθύμησες, δύστυχε, να φας τις σάρκες του παιδιού σου. Φάγε να χορτάσεις.
Τότε ο τύραννος πρόσταζε να φέρουν ένα τροχό και την έδεσαν επάνω. Άναψαν κατόπιν από κάτω φωτιά, τις χύνανε λάδι καυτό για να την βασανίζουν χειρότερα. Η Μάρτυς όμως
σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και έλεγε:
- Κύριε, Ιησού, Χρίστε, που βοηθάς αυτούς, που σε φοβούνται, μη μ’ αφήνεις τη δούλη, σου, αλλά δείξε και τώρα το θαύμα σου, για να μη χαρούν οι ασεβείς τύραννοι! Αμέσως
σκορπίστηκε η φωτιά και κατέκαψε πολλούς από τους ειδωλολάτρες. Η Αγία βγήκε από τον τροχό. Τότε την ρώτησε ο ανόητος τύραννος:
- Δεν μου λες, ποιος σ’ έμαθε αυτές τις μαγείες και δεν σε καίει η φωτιά;
Τότε η Μάρτυς τον ελεεινολόγησε και πάλι διότι δεν μπορούσε να δη την αλήθεια. Βλέποντας δε αυτός, ότι δεν μπορούσε να την νικήσει, την φυλάκισε, χωρίς να της δώσει καμιά
τροφή για να πεθάνει από την πείνα. Ο Ουράνιος όμως Πατέρας, σαν φιλόστοργος, δεν την άφησε χωρίς φροντίδα, αλλά έστειλε τρεις Αγγέλους και της φέρανε τροφή σωτήρια
και ακόμη γιατρέψανε και το κατακομματιασμένο σώμα της. Η δε Αγία, ευχαριστούσε τον Θεό όλη την ημέρα και προσευχόταν.

Σώζεται από τη θάλασσα
Όταν νύχτωσε, ο πατέρας της έστειλε πέντε δούλους, δέσανε μια μεγάλη πέτρα στο λαιμό της και την ρίξανε στο πέλαγος. Οι Άγιοι Άγγελοι τη δεχθήκανε και περιπατούσε με
χαρά πάνω στο πέλαγος, γιατί η πέτρα λύθηκε Θαυματουργικά και βούλιαξε. Αυτή δε δόξαζε το Θεό με τούτα τα λόγια:
- Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου Παντοδύναμε, και σε παρακαλώ σήμερα να μου δώσεις και αυτή τη χάρη: να πάρω τώρα το Άγιον βάπτισμα σ’ αυτά τα νερά και να συγχωρήσουν οι
αμαρτίες μου.
Μόλις τελείωσε αυτά, ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό:
- Άκουσα την δέηση σου.
Μαζί δε με τη φωνή, παρουσιάστηκε και νεφέλη φωτεινή. Βλέπει τότε μπροστά της τον Δεσπότη Χριστό με βασιλική πορφύρα και στεφάνι. Γύρω του στέκονταν Άγιοι Άγγελοι,
με ύμνους και ευωδία θυμιαμάτων εξαιρετική. Μόλις δε η Αγία αντίκρυσε τον Κύριο, φοβήθηκε και έπεσε μπρούμυτα. Ο Σωτήρ όμως την σήκωσε και είπε:
- Εγώ είμαι ο Χριστός, Χριστίνα, που φωτίζω όλους που μ’ επικαλούνται και ήλθα να σε γλυτώσω απ’ την πλάνην των ειδώλων, όπως ζήτησες.
Τότε την κατέδυσε στην θάλασσα λέγοντας:
- Σε βαπτίζω, Χριστίνα εις το όνομα του Πατρός και εις εμέ τον Υιόν Του και εις το Πνεύμα το Άγιον.
Όταν είπε αυτά ο Δεσπότης την παρέδωσε στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ, λέγοντας:
- Δώσε της την σφραγίδα μου, κάμε την λαμπροφόρο και οδήγησέ την στην, ξηρά.
Έτσι ο μεν Κύριος επέστρεψε στα ουράνια, η δε Αγία βρέθηκε στη πόλι της, κοντά στο πατρικό της σπίτι.



Ο τύραννος πατέρας της πεθαίνει
Όταν, λοιπόν, ξημέρωσε, την είδε να προσεύχεται ο τύραννος πατέρας της και νομίζοντας, ότι οι δούλοι του δεν την ρίξανε στη θάλασσα, θέλησε να τους θανατώσει ο κακούργος,
άδικα. Εκείνοι, όμως, ομολογήσανε το θαύμα και ο πατέρας της την ρώτησε:
- Πες μου, Χριστίνα, με ποιες μαγείες νίκησες την θάλασσα;
- Δεν βλέπεις, δύστυχε, αποκρίθηκε η Χριστίνα, ότι πήρα χαρά από τον Χριστό μου και ξαναγεννήθηκα. Τότε διέταξε να την φυλακίσουν πάλι, για να την αποκεφαλίσει την άλλη
ημέρα. Η Αγία, προσευχόταν όλη τη νύχτα. Ο αμετανόητος πατέρας της βασανίσθηκε όλη την νύκτα πάρα πολύ και το πρωί απέθανε. Η Χριστίνα έμεινε λίγο καιρό ήσυχη,
ευχαριστώντας τον Κύριο, γιατί την γλύτωσε από τον τύραννο πατέρα της.

Την βράζουν στη πίσσα
Έπειτα από λίγες ημέρες, επήρε την θέση του πατέρα της, καινούργιος άρχοντας, που λεγόταν Δίων. Αυτός διάβασε όλα τα έγγραφα της Χριστίνας και πρόσταξε να την φέρουν
στο Κριτήριο. Βλέποντας την ομορφιά του προσώπου της, άρχισε τις κολακείες και ύστερα με φοβέρες προσπάθησε να πείσει την Αγία να γυρίσει στην πλάνη των ειδώλων. 
Αφού όμως ο τύραννος είδε ότι η Αγία δεν αλλάζει διέταξε να την δείρουν, χωρίς λύπη. Υπέμενε όμως η Αγία με καρτερία τα βασανιστήρια κι έλεγε στον τύραννο της:
- Μ’ αυτά νομίζεις ότι θα με νικήσεις, αδύνατε; Βασάνισε με περισσότερο, γιατί αυτά μου φαίνονται παιχνίδια.
Τότε διέταξε ε τύραννος, και φέρανε μια σκάφη σιδερένια γεμάτη πίσσα, ρετσίνι και λάδι. Βάλανε δυνατή φωτιά από κάτω και βάλανε μέσα την Αγία. Τη βράζανε!!! πολλή ώρα,
γυρίζοντας την με σιδερένιες σούβλες! για να ψήσουν και διαλύσουν τις σάρκες της. Η Μάρτυς υπέμενε με γαλήνη και αυτό το φοβερό μαρτύριο, ευχαριστώντας τον Κύριο διότι
τη διαφύλαξε αβλαβή. Το θαύμα ήταν ολοφάνερο. Τότε πάλι ο τύραννος τη συμβούλευσε:
- Βλέπεις, Χριστίνα, ότι οι θεοί σε λυπούνται και σου ελαφρύνουν τη παίδευσιν; Αναγνώρισε την ευεργεσία των και θυσίασε σ’ αυτούς.
- Τη δύναμη του Χριστού μου, του λέγει, αποδίδεις στους σιχαμερούς θεούς σου, αφρονέστατε και αναίσθητε; Πως μπορούν να βοηθήσουν τους ζωντανούς οι τυφλοί και άλαλοι;
Τότε ο τύραννος γίνηκε τρελός από το θυμό και διέταξε να ξυρίσουνε το κεφάλι της, να την παιδέψουν γυμνή και έτσι να την περιφέρουν σ’ όλη την πόλι, για περιφρόνηση. Αφού
γίνανε όλα αυτά την φυλακίσανε.
Την άλλη ημέρα την ξαναφέρανε στο κριτήριο και ο τύραννος της είπε:
- Ας πάμε στο ναό να προσκυνήσεις τον ουράνιο θεό Απόλλωνα.
- Καλά είπες, του είπε η Αγία, να προσκυνήσω το Θεό τον ουράνιο.
Ο άρχοντας χάρηκε, γιατί νόμισε, ότι θα προσκυνήσει το είδωλο... Την οδηγήσανε, λοιπόν, στο ναό με αφάνταστη τιμή. Η Αγία απευθύνθηκε στο άγαλμα του Απόλλωνα και είπε
το εξής:
- Σε διατάσσω, εν ονόματι του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, να πέσεις στη γη και να γίνεις συντρίμματα.
Αμέσως άκουσε ο ψεύτικος θεός την Αγία και έπεσε σε κομμάτια. Όλοι, που βρίσκονταν εκεί, βλέποντας το εξαίσιο, αλλά και φρικτό θέαμα, δόξαζαν τον Θεό της Χριστίνας. Τρεις
χιλιάδες τότε πιστέψανε σ’ Αυτόν. Ο άρχοντας έμεινε άφωνος από την λύπη του και ξεψύχησε. Άλλος δε συνάρχοντας, φυλάκισε την Αγία, έως ότου ψηφίσουν άλλον άρχοντα.

Μέσα στο αναμμένο καμίνι
Έπειτα από λίγες ημέρες γίνηκε άλλος άρχοντας ο Ιουλιανός. Αυτός, όταν έμαθε για την μάρτυρα, πρόσταξε και την φέρανε στο Κριτήριο. Μόλις παρουσιάσθηκε, άρχισε με
υποσχέσεις και με φοβέρες, χωρίς να επιτύχει τίποτε. Διέταξε τότε, να κάψουν επί τρεις ημέρες κάμινο και να την ρίξουν μέσα, όπου και παρέμεινε πέντε μέρες, χρίζοντας με
φροντίδα απ’ έξω την κάμινο για να μη βγαίνει καθόλου η ζέστη. Η Μάρτυς όμως έψαλλε από μέσα με τους Αγγέλους, δοξάζοντας κι ευχαριστώντας τον Θεό, με μεγάλη φωνή.
Οι στρατιώτες, που την φρουρούσαν, ακούγοντας τις ψαλμωδίες, φοβήθηκαν κι αναφέρθηκαν στον τύραννο. Πρόσταξε τότε αυτός να την ανοίξουν την έκτη ημέρα και η Αγία
βγήκε από αυτήν ολοζώντανη, σαν να έβγαινε από λουτρό. Τότε της λέγει ο τύραννος:
- Πες μας, Χριστίνα, και ομολόγησε τις μαντείες σου, ει δε μη σήμερα θα σε θανατώσω.
- Δεν σε φοβούμαι καθόλου, του αποκρίθηκε, λύκε άρπαγε. Κάνε με ότι θέλεις. Έχω βοηθό μου ταν ουράνιο Πατέρα μου.
Τότε διέταξε τον φροντιστή των θηρίων, ο πιο αναίσθητος και από τα θηρία, να φέρει δυο ασπίδες (δηλ. τα πιο φαρμακερά φίδια), δύο έχιδνες και δύο άλλα φοβερά φίδια Τα
φοβερότερα και τα πιο φαρμακερά φίδια τα έφεραν και τα άφησαν εναντίον της Αγίας.
Λυτά, όχι μονάχα δεν την δάγκασαν, αλλά έδειξαν προς αυτήν ευσπλαχνία: δηλ. οι δυο ασπίδες έγλυφαν τα πόδια της και τα φίδια σκουπίζανε τον ιδρώτα, γιατί αγωνιζόταν η
Αγία για τον Χρίστο! Ο τύραννος όμως, πιο θηριώδης και από τα θηρία, μάλωνε τον υπηρέτη των θηρίων και του έλεγε να τα ερεθίσει, εναντίον της Αγίας. Τα θηρία εξαγριώθηκαν
και επετέθησαν εναντίον του φύλακα, που τον θανατώσανε. Τότε η Αγία διέταξε τα θηρία να φύγουν από την. πόλη, χωρίς να βλάψουν κανένα, ευχαρίστησε δε τον Κύριο.
- Δέσποτα, ζωοδότη, Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που ανέστησες το Λάζαρο, άκουσε και την δούλη σου και ανάστησε αυτόν τον άνθρωπο, για να δοξασθεί το Πανάγιο όνομά σου
και να πιστέψουν αυτοί που παρακολουθούν, ότι συ είσαι ο μόνος, που κάνει θαυμάσια.
Τότε ακούσθηκε από τους ουρανούς φωνή μεγάλη και είπε:
- Χριστίνα, ευλογημένη δούλη μου, εγώ ο Θεός σου, είμαι μαζί σου και ότι ζητήσεις θα γίνεται.
Τότε σφράγισε τον νεκρό η Αγία με το σημείον του σταυρού, λέγουσα:
- Εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού σήκω!.
Αναστήθηκε ο νεκρός, δοξάζοντας τον Θεό και την Αγία.

Της έκοψαν τους μαστούς
Ο τυφλωμένος τύραννος, νομίζοντας μαγεία το θαύμα της Αγίας, διέταξε να κόψουν τους μαστούς της. Το μαρτύριο αυτό είναι πολύ οδυνηρό. Η Χριστίνα, όμως υπέμενε καρτερικά
και σήκωσε τότε τα μάτια της στον ουρανό και έκανε τούτη την προσευχή:
- Σ’ ευχαριστώ, Δέσποτα Ιησού Χριστέ, ότι με αξίωσες να πάθω αυτά για την αγάπη σου και για να καθαρισθεί ο ρύπος της ψυχής μου και του σώματος. Γνωρίζω, ότι αύριο
τελειώνω τον αγώνα μου για να λάβω το άφθαρτο στεφάνι.
Τότε την φυλάκισαν. Την επισκεφθήκανε όμως πολλές γυναίκες και την παρηγορούσαν με εκδηλώσεις συμπάθειας στους πόνους της. Η Αγία και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές
της τις δίδασκε και πολλές πιστέψανε στο Χριστό με την διδαχή της. Το πρωί της άλλης ημέρας διέταξε ο τύραννος και τη φέρανε στο μέσον και της είπε:
- Προσκύνησε τους θεούς. Αλλοιώς θα σε θανατώσω.
- Σήμερα, του είπε: συ θα χαθείς και θα πας στην αιώνια Κόλαση.
Τότε διέταξε τύραννος να κόψουν την γλώσσα της. Αυτή όμως προσευχήθηκε έτσι:
- Ευχαριστώ, Θεέ μου, άτι δεν μ’ άφησες από την κοιλιά της μητέρας μου. Ο θησαυρός κάθε αγαθότητας, επέβλεψε εις εμέ, γιατί ήλθε ο καιρός ν’ αναπαυθώ. Πρόσταξε να
τελειώσω το δρόμο σ’ αυτό το στάδιο.
Τότε, ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό να λέγει:
- Χριστίνα άμωμε, έχε θάρρος, γιατί πολλά υπέφερες για μένα. Γι’ αυτό και πολλή απόλαυση σε περιμένει. Η βασιλεία των ουρανών, έχει ανοιχθεί για σένα και οι Άγγελοι σε
περιμένουν. Λοιπόν, έλα να πάρεις το στεφάνι σου, που σε περιμένει...
Όταν δε κόψανε τη γλώσσα της, την πήρε η Αγία στο δεξί της χέρι και την πέταξε στο πρόσωπο του άρχοντα, που τυφλώθηκε αμέσως. Αλλά και φωνή βγήκε από το στόμα της,
λέγοντας προς τον τύραννο:
- Ιουλιανέ άπιστε, επειδή έκοψες την γλώσσα μου, που ευλογεί τον Κύριον, έχασες και συ το φως σου δίκαια, άδικε.
Τότε ο τυφλός διέταξε δύο στρατιώτες, θηρία σαν κι αυτόν, να την θανατώσουν. Και ο ένας την πλήγωσε στην καρδιά, με το τόξο του και ο άλλος στα πλευρά και έτσι τελείωσε η
Αγία. Αλλά ο τύραννος, όταν πήγαινε στο σπίτι του, δέχθηκε την οργή του Θεού και πέθανε με φριχτούς πόνους. Βλέποντας όμως τα θαύματα της Αγίας ένας συγγενής της,
πίστεψε και αυτός στο Χριστό και έκτισε στο όνομά της Εκκλησία, οπού και τοποθέτησε το τίμιο και σεβάσμιο λείψανό της. Η Αγία, παρέδωσε το πνεύμα της την 24ην Ιουλίου,
ημέραν Πέμπτη, εις δόξαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος της Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.




Στίχος
Τὴν Χριστίναν ἥνωσε Χριστῷ νυμφίῳ, Νύμφην ἄμωμον, αἷμα τοῦ μαρτυρίου. Εἰκάδι βλῆτο τετάρτῃ Χριστῖνα ὀξέσι πέλταις.

Στίχος
Kτείνουσι πέλται Xριστέ την σην Xριστίναν, Tην Xριστιανών πίστιν ουκ αρνουμένην. Eικάδι βλήτο τετάρτη Xριστίνα οξέσι πέλταις.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'.
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ. Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καὶ πάσχω διὰ σέ,
ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων,
σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Τοῦ πατρός σου τὴν πλάνην λιποῦσα πάνσεμνε, τῆς εὐσεβείας ἐδέξω τὴν θείαν ἔλλαμψιν, καὶ νενύμφευσαι Χριστῷ ὡς καλλιπάρθενος- ὅθεν ἠγώνισαι στερρῶς,
καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρόν, Χριστίνα Μεγαλομάρτυς. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς
Φωτοειδὴς περιστερὰ ἐγνωρίσθης, ἔχουσα πτέρυγας χρυσᾶς, καὶ πρὸς ὕψος, τῶν οὐρανῶν κατέπαυσας Χριστίνα σεμνή· ὅθεν σου τὴν ἔνδοξον, ἑορτὴν ἐκτελοῦμεν,
πίστει προσκυνοῦντές σου, τῶν λειψάνων τὴν θήκην, ἐξ ἧς πηγάζει πᾶσιν ἀληθῶς, ἴαμα θεῖον, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

Μεγαλυνάριον
Κάλλει διαπρέπουσα τῆς σαρκός, τῆς ψυχῆς τὸ κάλλος, καθιέρωσας τῷ Χριστῷ· σὺ γὰρ ὦ Χριστῖνα, τὴν πλάνην ἐβδελύξω, καὶ ὑπὲρ φύσιν ἄθλων, ἤγειρας τρόπαια.

22 Ιουλίου η μνήμη της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής και της Αγίας παρθενομάρτυρος Μαρκέλλης της Χιοπολίτιδος

0 σχόλια

Αγία Μαρία η Μαγδαληνή

Από το blog της Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας , Ναούσης και Καμπανίας  ΄΄ ΜΕ ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΄΄

Βίος της Αγίας ενδόξου Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής

Η αγία ένδοξος και πανεύφημος Μαρία η Μα­γδαληνή υπήρξε η πιστή και αφοσιωμένη Μαθήτρια του Υιού και Λόγου του Θεού, η ακόλουθος της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Διακόνισσα του Κυρίου και των Αποστόλων, η εκλεκτή Μυροφόρος, η Ευαγγελίστρια της Αναστάσεως, η Ισαπόστολος και κήρυκας της πί­στεως. Σ' αυτήν δόθηκε η χάρις να δη πρώτη μετά την Ανάσταση, μαζί με την Θεοτόκο, τον Αναστάντα Ιη­σού. Αυτή ευαγγελίσθηκε στους Αποστόλους την Α­νάσταση του Κυρίου. Μέσα στα ιερά Ευαγγέλια δοξά­ζεται από τους αγίους τέσσερις Ευαγγελιστές, ως πρώ­τη μετά την Θεοτόκον, Μαθήτρια και Μυροφόρος. Πατέρες της Εκκλησίας μας την χαρακτηρίζουν σε­μνή και σοφή παρθένον με ψυχική ωραιότητα. Η α­γία Μαρία η Μαγδαληνή είναι «ωραίο και ευγενικό παράδειγμα γυναικείας αφοσιώσεως, που φθάνει στην αυταπάρνηση και τον ηρωισμό. Γιατί ας μην έχη η γυναίκα την μυϊκή δύναμη του ανδρός, έχει όμως πλούτο αισθημάτων. Και είναι αλήθεια πως τους ήρω­ες δεν τους κάνει η σωματική ρώμη, αλλά η πίστη και η ευψυχία. "Ηρίστευσαν γυναίκες τω σω Σταυρώ κρατυνθείσαι, Χριστέ παντοδύναμε" ψάλλει η Εκκλη­σία μας»1.

* * *
Η καταγωγή της
Πατρίδα της ήταν η πόλη Μάγδαλα, γι' αυτό ο­νομάσθηκε Μαγδαληνή, εκ του τόπου καταγωγής της. Τα Μάγδαλα, κατά πάσα πιθανότητα, ευρίσκοντο στην Γαλιλαία, επί της δυτικής όχθης της λίμνης Τιβεριάδος. Καταγόταν από πλούσια και επιφανή οικο­γένεια. Οι γονείς της, ο Σύρος και η Ευχαριστία, ήταν εξαιρετικά ελεήμονες και φιλεύσπλαχνοι. Ζούσαν με φόβο Θεού, τηρούσαν τις εντολές του παλαιού Νόμου (Μωσαϊκού), γιατί αυτός ο Νόμος επικρατούσε τότε, αν και πλησίαζε το τέλος του. Γεννούν, λοιπόν, οι μα­κάριοι αυτοί γονείς την μακαρία Μαρία. Όταν άρχι­σε αυτή να μεγαλώνη, δεν θέλησε να ασχοληθή με τα συνηθισμένα έργα των γυναικών της εποχής, δηλ. να υφαίνη και να γνέθη και να φτιάχνη λαμπρά υφάσμα­τα, αλλά διάλεξε να επιδοθή στις σπουδές και πήγε κοντά σε διδάσκαλο να μάθη γράμματα, κατά τον βιο­γράφο της Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο2. Έτσι μελέτησε όλη την Παλαιά Διαθήκη και ιδιαιτέρως α­γάπησε το Ψαλτήριον και τις Προφητείες. Εντρυφώντας στα βιβλία αυτά, ανίχνευε τις προρρήσεις των Προφητών για την έλευση του Χριστού και Μεσσίου. Μετά τον θάνατο των γονέων της, ενώ είχε πλέον κά­θε ελευθερία και εξουσία να περάση την ζωή της μέ­σα στη ραθυμία, την άνεση και την πολυτέλεια, συνέ­χισε να ζη με μελέτη και προσευχή. Την τρυφή και κάθε είδος αναπαύσεως απέφευγε, την καλοπέραση και τις ηδονές απέρριπτε. Μοίραζε τα πλούτη της και τα υπάρχοντά της σε όποιους είχαν ανάγκη. Με την ε­λεήμονα καρδιά της και την γενναιόδωρη μεγαλοψυ­χία της, άδειαζε τα επίγεια ταμεία της και συγκέντρω­νε στα ουράνια θησαυρούς άφθαρτους και αιώνιους. Διάλεξε να ακολουθήση τον δρόμο της αγνείας και παρθενίας. Για να διαφύλαξη την καθαρότητα σώμα­τος και ψυχής, απέφευγε τις πολλές συναναστροφές και κοσμικές εκδηλώσεις. Αυτήν την υψηλή, ενάρετη και ένθεη πολιτεία της βλέποντας ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους, μισόκαλος Διάβολος, εφθόνησε και εφοβήθη. Ορμά εναντίον της με όλη του την δύναμη. Την πολιορκεί με τα σκοτεινά και πονηρά μηχανεύματα και τεχνάσματά του και στέλνει επτά πονηρά πνεύματα που την κυριεύουν3.

Περί των επτά δαιμονίων
Από τα επτά πονηρά πνεύματα ο Κύριος την εθεράπευσε και την ελύτρωσε. Διότι η μακαρία πλησίασε τον Δεσπότη και Σωτήρα Ιησού Χριστό με θερμή καρδιά και πίστη και έλαβε από τον Ιατρό των ψυ­χών και των σωμάτων την ίαση και θεραπεία.
Διαβάζομε στο κατά Λουκάν άγιο Ευαγγέλιο (Λουκ. η', 1-3) «Κατά τον χρόνο που ακολούθησε, περνούσε ο Κύριος κάθε πόλη και χωριό, και εκήρυττε και εδίδασκε το χαρμόσυνο άγγελμα της βασιλείας του Θεού. Μαζί με αυτόν ήταν και οι δώδεκα μαθητές και μερικές γυναίκες, οι οποίες είχαν θεραπευθή από Αυτόν από νόσους και βασανιστικές παθήσεις και από πνεύματα πονηρά και από ασθένειες. Η Μαρία, η οποία ελέγετο Μαγδαληνή, και από την οποία είχαν εκδιωχθή επτά δαιμόνια και η Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, ο οποίος ήτο οικονομικός διαχειριστής του Ηρώδη και η Σουσάννα και άλλες πολλές, οι οποίες υπηρετούσαν Αυτόν και προσέφεραν για την συντή­ρηση Αυτού και των Αποστόλων από τα υπάρχοντά τους».
Η άγια Μαρία η Μαγδαληνή ήταν άρρωστη αλλά όχι αμαρτωλή!
Στον Βίο της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής (του οποίου η αρχή είναι: «Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ»4 διατυπώνονται τα εξής περί των επτά δαιμο­νίων: «Όταν ακούς για τα επτά δαιμόνια να σκέπτε­σαι τα πνεύματα που είναι τα αντίθετα των επτά αρε­τών. Δηλαδή πνεύμα αφοβίας Θεού, πνεύμα ασυνεσίας, πνεύμα αγνωσίας, πνεύμα ψεύδους, πνεύμα κενο­δοξίας, πνεύμα επάρσεως, πνεύμα κάλλους. Και όλα αυτά είναι αντίθετα και αντίπαλα όλων των αρετών. Γιατί κάθε αμαρτία έχει τον δαίμονά της δηλ. το πνεύ­μα που την ενεργεί».
Ο Θεοφάνης Κεραμεύς γράφει: «Αλλά να μην νομίση κανείς ότι η Μαρία είχε επτά δαίμονες. Αλλά ό­πως ακριβώς τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος ο­νομάζονται συνωνύμως επτά πνεύματα, καθώς ο μέγας Ησαΐας τα αρίθμησε: "Πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής, πνεύμα ισχύος και γνώσεως και ευσέ­βειας και φόβου Θεού". Έτσι αντιθέτως και οι ενέργειες των δαιμόνων λέγονται δαίμονες. η ακηδία, η φειδωλία, η απείθεια, ο φθόνος, το ψευδός, η απλη­στία και κάθε πάθος είναι συνώνυμον του δαίμονος που το εγέννησε. Όποιος, λοιπόν, είναι κυριευμένος από αυτά τα πάθη, κατέχεται από δαίμονες. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου απίθανον και αδύνατον και η Μαρία η Μαγδαληνή να υποδουλώθηκε σε κάποια επτά πά­θη, από τα οποία λυτρώθηκε και ύστερα έγινε μαθή­τρια του Σωτήρος»5.
Και στον άγιο Μόδεστο, Πατριάρχη Ιεροσολύ­μων (α' ήμισυ ζ' αιώνος) διαβάζομε: «Τον συμβολικό αριθμό επτά και όταν πρόκειται περί της αρετής και όταν πρόκειται περί της κακίας, βλέπομε να χρησιμοποιή η Αγία Γραφή. Ευλόγως, λοιπόν, διαλέγει ο Σω­τήρας την Μαρία την Μαγδαληνή, από την οποία εξέβαλε επτά δαιμόνια, για να εκδίωξη μέσω αυτής, τον άρχοντα της κακίας (διάβολο) από την ανθρώπινη φύση. Διότι οι ιστορίες διδάσκουν την Μαγδαληνή αυτήν δια βίου παρθένον. Και αναφέρεται μαρτύριον της Μαρίας Μαγδαληνής, όπου γράφεται ότι για την άκραν παρθενίαν και καθαρότητά της, φαινόταν στους βασανιστές της, σαν καθαρό κρύσταλλο»6.
Την ίδια άποψη διατυπώνει περί των επτά δαιμο­νίων και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στην Ερμηνεία του στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο: «Καθώς είναι επτά πνεύματα της αρετής έτσι είναι και εξ εναντίας επτά πνεύματα της κακίας. Ωσάν πως είναι Πνεύμα φόβου Θεού, έτσι είναι και εξ εναντίας Πνεύμα αφοβίας Θε­ού. είναι Πνεύμα συνέσεως, είναι και εναντίον Πνεύ­μα ασυνεσίας, και καθεξής τα λοιπά. Εάν το λοιπόν δεν εβγούν τα επτά ταύτα πνεύματα της κακίας από την ψυχήν, δεν δύναται τινάς ν' ακολουθή τον Χριστόν. Διότι πρώτον πρέπει να εβγάλη κανείς τον Σατανάν από λόγου του, και τότε να κατοικήση ο Χρι­στός»7.
Αυτά γράφουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας και αυτήν την ερμηνεία δίνουν όσον αφορά τα επτά δαι­μόνια.
Είναι κατασυκοφάντηση και βλάσφημος λόγος ε­ναντίον της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής η ταύτι­σή της με την αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου, η οποία στο σπίτι του Φαρισαίου άλειψε τα πόδια του Ι­ησού με μύρα. Έχει γίνει δυστυχώς μεγάλη παρερμη­νεία των περικοπών του ιερού Ευαγγελίου από (ορι­σμένους συγγραφείς ακόμη και εκκλησιαστικούς διό­τι εταύτισαν την αγία Μαρία την Μαγδαληνή με την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία έπλυνε τα πόδια του Κυ­ρίου με τα δάκρυά της και τα άλειψε με μύρο, δείχνο­ντας την συντριβή της, τον σπαραγμό της καρδιάς της, και την μετάνοιά της για τις αμαρτίες της (Βλ. Λουκ. ζ' 36-50). Γι' αυτήν μιλά ο ιερός Λουκάς ανώνυ­μα: «Και γυνή ήτις ην αμαρτωλός εν τη πόλει». Στο α­μέσως επόμενο κεφάλαιο (Λουκ. η', 1-3), ομιλεί για την αγία Μαρία την Μαγδαληνή και αναφέρεται στην θεραπεία της από τον Ιησού. Αν η Μαρία η Μαγδα­ληνή ήταν η αμαρτωλός γυνή, ο άγιος Ευαγγελιστής δεν θα απέκρυπτε το όνομά της, ενώ αμέσως παρακάτω μιλάει συγκεκριμένα και ονομαστικά γι' αυτήν και για την θεραπεία της από τα επτά δαιμόνια. Το όνομα της αμαρτωλής και πόρνης γυναικός δεν αναγράφεται πουθενά μέσα στα ιερά Ευαγγέλια. Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή όμως αναφέρεται συγκεκριμένα και ονο­μαστικά μετά την θεραπεία της, ως μαθήτρια και ακό­λουθος του Κυρίου και της Θεοτόκου Μητρός Του, ως Διακόνισσα των Αποστόλων και ως πρώτη των Μυροφόρων.
Στην Ορθόδοξη Υμνολογία μας της Μεγάλης Ε­βδομάδος, γίνεται πολύ καθαρά η διάκριση μεταξύ των γυναικείων αυτών προσώπων. Της πόρνης γυναι­κός που άλειψε μύρα τον Κύριο, της οποίας «μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν» τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη. Και της αγίας Μαρίας της Μα­γδαληνής ως Μυροφόρου και Ευαγγελιστρίας της Αναστάσεως του Σωτήρος. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος ερμηνεύοντας τα άγια Ευαγγέλια, ερευνά και διευκρινίζει ποιες και πόσες ήταν οι γυναίκες που ά­λειψαν με μύρα την κεφαλήν και τα πόδια του Κυρίου και ουδεμίαν σχέσιν έχουν με την αγία Μαρία την Μαγδαληνή8. Ο άγιος Ιωάν. ο Χρυσόστομος έχει γράψει και Λόγους με θέμα την πόρνη γυναίκα που μετενόησε9 και η οποία είναι ένα πρόσωπο άγνωστο και ανώνυμο.
Πώς δημιουργήθηκε αυτή η πλάνη και αυτή η σύγχυση γύρω από το ιερό πρόσωπο της Αγίας Μα­ρίας της Μαγδαληνής; Η σύγχυση αυτή προήλθε από την Δύση και είναι αυτή άλλη μία παπική πλάνη.
«Συγχέεται συνήθως, μάλιστα δε εις την Δύσιν, και κακώς ταυτίζεται η Μαγδαληνή μετά της αμαρτω­λού γυναικός, η οποία στην οικία του Φαρισαίου Σίμωνος άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρα»10.
* * *
Μαθήτρια του Κυρίου Ακόλουθος τής Θεοτόκου
Ο φιλάγαθος λοιπόν και φιλεύσπλαγχνος Κύ­ριος την εθεράπευσε δια της χάριτός Του και την ε­λευθέρωσε από τα επτά δαιμόνια. Και αυτή συναισθα­νόμενη την μεγάλη ευεργεσία, γεμάτη ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που αξιώθηκε, άφησε τα πάντα και άρχι­σε να ακολουθή τον Σωτήρα και Διδάσκαλο, όπως έ­καναν οι Μαθητές και Απόστολοι. Απεκδύθηκε κάθε κακία και ενδύθηκε κάθε αρετή και αγαθότητα η μα­καρία Μαρία. Για τα επίγεια και για τους συγγενείς καθόλου πλέον δεν ενοιάζετο. Για τα αγαθά του κό­σμου, πλούτη, δόξα, ωραιότητα, καθόλου δεν εφρόντιζε. Έβλεπε τους χωλούς να θεραπεύονται, τους τυ­φλούς να αναβλέπουν, τα δαιμόνια να εκδιώκονται, να επιτιμώνται και να διασκορπίζονται από τον Δεσπότη Χριστό, τους παραλύτους να περπατούν. Από όλα αυ­τά και από τις μαρτυρίες των Γραφών καταλάβαινε ό­τι Αυτός είναι ο αναμενόμενος ελευθερωτής του Ισ­ραήλ. Αναγνώριζε ότι και άλλοι βέβαια, συνέβη να κατορθώσουν θαύματα, αλλά όχι με τέτοια εξουσία, με τέτοια δύναμη. Εκείνοι τα κατώρθωναν με προσευ­χή και σαν δούλοι. Σ' Αυτόν, όμως, το «Σοι λέγω» και το «Θέλω. καθαρίσθητι» ελέγοντο με μεγάλη εξουσία και κυριότητα. Τώρα περπατά επάνω στη θάλασσα ε­λαφρά, δίχως διόλου να βρέχεται. Ύστερα, με την δύ­ναμή Του, καταπαύει τον άνεμο. Ανασταίνει νεκρούς, σαν να είναι ο θάνατος ένας ύπνος. Αυτά όλα, που με τέτοια εξουσία διαπράττει, είναι γνώρισμα της θεϊκής Του δεσποτείας και δυνάμεως. Έτσι η μακαρία κατε­νόησε πλήρως και επίστεψε ότι Αυτός είναι αληθώς ο Υιός του Θεού. Και τον ακολουθούσε πιστά και αφο­σιωμένα, υπηρετώντας Αυτόν και τους μαθητές Του και όσους Τον ακολουθούσαν. Τα πλούτη της, την πε­ριουσία της, όλα τα διέθεσε στην διακονία των Μαθη­τών και του Κυρίου. Αλλά και με την Μητέρα Του, Θεοτόκο Παρθένο Μαριάμ, συνδέθηκε με σύνδεσμο φιλίας και αγάπης και με τους συγγενείς της. Και με όλους αυτούς που ακολουθούσαν τον Χριστό, όλη την συνοδεία των Μαθητών και Μαθητριών. Μάλιστα, ξε­χώρισε μέσα στην συνοδεία των Μαθητριών ως πρώ­τη μετά την Θεοτόκο, όπως ο Πέτρος ξεχώριζε ως πρώτος και επί κεφαλής των Αποστόλων.
«Όπως ακριβώς, λέγουν, ο αρχηγός των Αποστό­λων ονομάσθηκε Πέτρος για την ασάλευτη πίστη που είχε στον Χριστό, την Πέτρα, έτσι και αυτή έγινε αρ­χηγός των Μαθητριών για την καθαρότητά της και τον πόθο που είχε προς Αυτόν, και Μαρία ονομάσθηκε από τον Σωτήρα, ομωνύμως προς την Μητέρα Του. Και όπως τον Δεσπότη ακολουθούσε ο χορός των Μαθητών, έτσι την Δέσποινα και Μητέρα του Κυ­ρίου, ακολουθούσε ο χορός των μαθητευομένων γυ­ναικών. Διότι στο Ευαγγέλιο γράφει "εθαύμαζον γαρ, ποτέ οι Μαθηταί ότι μετά γυναικός ελάλει"11. Δηλ. α­πορούσαν και εθαύμαζαν οι Μαθητές γιατί είδαν τον Κύριο να συνομιλή με γυναίκα. Διότι ο Κύριος δεν συνήθιζε να συνομιλή με γυναίκες. Αλλά τον ευαγγε­λικό δρόμο της Μητρός του Δεσπότου, Υπεραγίας Θεοτόκου, που διέτρεχε με τον Υιό και Δημιουργό Της, και αυτές ακολουθούσαν μαζί της. Και διακονού­σαν τον κοινόν Δεσπότην και Κύριον και τους Μαθη­τές Του από τα υπάρχοντά τους, σε ό,τι εχρειάζοντο»12, γράφει ο άγιος Μόδεστος, αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων.
* * *
Στο άχραντον πάθος
Σταυρώ καθηλούμενον Χριστόν, καθορώσα έκλαιες Μαγδαληνή και εκραύγαζες. Τί το ορώμενον; η ζωή πώς θνήσκεις, και η κτίσις βλέπουσα κλονείται και φωστήρες σκοτίζονται;13
Μέχρι το άχραντον Πάθος του Κυρίου ακολου­θεί ως πιστή Μαθήτρια και διάκονος. Την νύκτα της προδοσίας, όταν ο μαθητής προδίδει τον Διδάσκαλο και τον παραδίδει στα χέρια των αχάριστων και ασε­βών Ιουδαίων, μαζί με την Θεοτόκο Μαρία σπαράζουν από πόνο και αγωνία. Να πώς παρουσιάζουν πο­λύ παραστατικά οι άγιοι Ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος και Ιωάννης την παρουσία της αγίας Μα­ρίας Μαγδαληνής στην Σταύρωση του Κυρίου:
«Ήσαν δε εκεί και πολλές γυναίκες, οι οποίιες από μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα. Αυτές ακολού­θησαν τον Ιησούν από την Γαλιλαία και Τον υπηρε­τούσαν. Μεταξύ αυτών ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των υιών του Ζεβεδαίου» (Ματθ. κζ' 55-56).
«Ήσαν δε και μερικές γυναίκες, που από μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα, μεταξύ των οποίων ήτο και η Μαρία η Μαγδαληνή, και η Μαρία του Ια­κώβου του μικρού και του Ιωσή, και η Σαλώμη. Αυ­τές και όταν ευρίσκετο ο Ιησούς εις την Γαλιλαία Τον ακολουθούσαν και Τον υπηρετούσαν. Ήσαν ακό­μη και πολλές άλλες, οι οποίες είχαν ανεβή μαζί με Αυτόν από την Γαλιλαία εις τα Ιεροσόλυμα» (Μάρκ. ιε', 40-41).
«Οι στρατιώτες αυτά έκαναν. Στάθηκαν δε πλη­σίον εις τον Σταυρόν του Ιησού η μητέρα Του και η αδελφή της μητέρας Του, Μαρία του Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιω. ιθ', 25).
Από απόσταση στην αρχή παρακολουθούν δακρυ­σμένες, με πόνο και σπαραγμό ψυχής οι Μαθήτριες με την Θεοτόκο την πορεία του Κυρίου προς τον Γολ­γοθά και την ανάρτησή Του επί του Σταύρου. Μαζί τους, η αγία Μαρία η Μαγδαληνή πονεμένη αλλά ά­φοβη, παρακολουθεί το δράμα του Διδασκάλου. Συ­μπαραστέκεται στην θλιμμένη Μητέρα Του και προ­σπαθεί να την παρηγόρηση. Δίπλα στον Σταυρό, μαζί με την Θεοτόκο και τον αγαπημένο μαθητή του Κυ­ρίου, Ιωάννη, ζει το αποκορύφωμα του θείου Δράμα­τος. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ τον θρήνο της Μα­ρίας της Μαγδαληνής, καθώς βλέπει τον Κύριο της δόξης επί του Σταυρού κρεμάμενο14:
«Τί είναι τούτο, Δέσποτα και Θεέ; Τόσο άπειρον το πέλαγος της ευσπλαγχνίας Σου; Με αυτά σε αντα­μείβουν εκείνοι που γεύθηκαν και απήλαυσαν όλα τα καλά των ευεργεσιών Σου; Σε έντυσαν με χιτώνα χλευαστικό αυτοί που Συ τους έντυσες με φόρεμα α­φθαρσίας και σαν αετός άνοιξες τις φτερούγες Σου και τους έβαλες επάνω στα μετάφρενά σου; Επάνω στην αγία κεφαλήν Σου, στεφάνι υβριστικό σου φόρε­σαν, αυτοί που με δόξα και τιμή τους εστεφάνωσες; Ε­σύ που τους ελευθέρωσες από την σκλαβιά και την δουλεία της Αιγύπτου, καταδέχεσαι να λάβης ράπι­σμα απ' αυτούς; Με καλάμι χτυπούν την ακήρατη κε­φαλή Σου, εκείνοι που προς χάριν τους χώριζες την θάλασσα στα δυο, κτυπώντας την με ράβδο; Χολή με όξος σε ποτίζουν αυτοί που τους έστειλες εξ ουρανού το μάννα σαν βροχή και από την πέτρα ανέβλυσες σαν ποτάμι το νερό, με ένα χτύπημα ραβδιού; Αυτούς που τους αξίωσες να περάσουν την Έρημο και να σω­θούν, αυτοί σου προξενούν τους πόνους των καρφιών; Πες μας κάποιον λόγο παρήγορο, σ' εμάς που στεκό­μαστε εδώ και σ' αντικρύζουμε με τόσο πόνο! Παρη­γόρησε με λόγους τελευταίους, προ του θανάτου Σου, την Μητέρα Σου που εδώ κοντά Σου στέκεται. Τί με­γάλη παρηγοριά θα είναι για την Μητέρα Σου, τα λό­για αυτά προ του θανάτου. Μάλιστα, όταν αυτά τα λόγια λέγονται από έναν Μοναδικόν και αλησμόνητον Υιόν. Σε ποιον την εμπιστεύεσαι αναχωρώντας από την ζωή; Γιατί, μπορεί να σε γέννησε δίχως πόνους, αλλά τώρα ρομφαία τρυπά και πληγώνει την καρδιά της, καθώς Σε βλέπει σ' αυτήν την αθλιότητα. Πες λό­γο παρήγορο και στον Μαθητή, ο οποίος θα γίνη πα­ρηγοριά της Μητρός Σου».
Εκεί, ακούει τον Κύριο να αρθρώνη τις τελευ­ταίες Του λέξεις. Να απευθύνη τον τελευταίο Του λό­γο στην Μητέρα Του, λέγοντας: «Μήτηρ, ιδού ο Υιός Σου» και στον αγαπημένο μαθητή Ιωάννη: «Ιωάννη, ιδού η μήτηρ σου» (Ιω. ι', 26-27). Και η Μαγδαληνή ξεσπά σε θρήνο που συνοδεύει τον θρήνο της Πανα­γίας Μητέρας, που σπαράζει και οδύρεται, ακούγο­ντας τον αγαπημένο Της Υιό, να αφήνη την τελευταία του λέξη «Τετέλεσται» μαζί με την τελευταία ανθρώ­πινη πνοή Του επάνω στον Σταυρό.
* * *
Μυροφόρος
Έρρανε τον Τάφον η πρώτη Μυροφόρος Μαγδαληνή Μαρία15
Κάτω από τον Σταυρό, στέκεται η θαυμαστή Μα­ρία και περιμένει ακλόνητη. Στέκεται στον Γολγοθά και περιμένει με δέος. Βλέπει με προσοχή τι γίνεται. Δύο κρυφοί μαθητές του Κυρίου εμφανίζονται, ο βου­λευτής Ιωσήφ και ο Νικόδημος. Έχουν πάρει άδεια από τον Πιλάτο να θάψουν το Σώμα του Διδασκάλου. Αποκαθηλώνουν το Πανάγιο Σώμα από τον Σταυρό, το τυλίγουν με ευλάβεια και σεβασμό στο λευκό σενδόνι. Το αλείφουν με σμύρνα και αλόη. Το ενταφιά­ζουν μέσα στο λαξευμένο καινούργιο μνήμα, σ' ένα κήπο δίπλα στον Γολγοθά. Και οι Μαθήτριες του Κυ­ρίου «εθεώρουν που τίθεται».
«Και ήδη οψίας γενομένης, επεί ην Παρασκευή, ο έστι προσάββατον, ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ος και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού... και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου. Η Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται» (Μάρκ. ιε'42-47).
«Και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. Ην δε ε­κεί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, καθήμε­νοι απέναντι του τάφου» (Ματθ. κζ' 59-61).
Οι δύο Μαθητές, Νικόδημος και Ιωσήφ ενταφία­σαν το άγιο Σώμα του Κυρίου, αφού το άλειψαν μόνον με σμύρνα και αλόη. Αρώματα δεν επρόφθασαν να βά­λουν, γιατί επλησίαζε ήδη η νύκτα. Μετά τον ενταφια­σμό αποχωρούν. Οι Μαθήτριες όμως δεν φεύγουν από τον Τάφο. Δεν μπορούν να αποχωριστούν τον λατρευτό τους Διδάσκαλο και Σωτήρα, ακόμη και τώρα που Εκεί­νος είναι νεκρός. Τώρα πιο πολύ επιθυμούν να εκφρά­σουν την αγάπη τους. Τα δάκρυα κυλούν ασταμάτητα. Θρήνοι, αναφιλητά, ανακατεμένα με προσευχές, με ψιθύρους, με αναστεναγμούς. Σιγά-σιγά αρχίζει να πέφτη η νύχτα και το σκοτάδι να απλώνεται μέσα στον κήπο. Οι Μαθήτριες πρέπει να φύγουν. Όχι όμως για να κρυ­φθούν. Οι Απόστολοι κρύφθηκαν «δια τον φόβον των Ιουδαίων». Αυτές θα επιστρέψουν στον Τάφο, Μυρο­φόρες, φέρνοντας μύρα και αρώματα ακριβά και πολύ­τιμα, για να «μυρίσουν» το άχραντο Σώμα δηλ. να το α­λείψουν με αρώματα και μύρα. Να προσφέρουν στο Πανάγιο Σώμα Του τις νεκρικές τιμές, το λατρευτικό τους τελευταίο ιερό καθήκον στον Διδάσκαλο.
'Ετσι η Μαρία η Μαγδαληνή με τις άλλες γυναί­κες επιστρέφουν στα Ιεροσόλυμα και αγοράζουν αμέ­σως τα μύρα από την Παρασκευή το βράδυ, διότι το Σάββατο υπήρχε αργία, σύμφωνα με τον Νόμο. Το ε­σπέρας του Σαββάτου, όταν η αργία θα λήξη, θα αγο­ράσουν κι άλλα αρώματα16. «Κατακολουθήσασαι δε αι γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι αυτώ εκ της Γαλιλαίας, εθεάσαντο το μνημείον και ως ετέθη το σώμα αυτού. Υποστρέψασαι δε ητοίμασαν αρώματα και μύρα. Και το μεν Σάββατον ησύχασαν κατά την ε­ντολήν» (Λουκ. κγ', 55-56). Περιμένουν να περάση η ημέρα του Σαββάτου. Ησυχάζουν την ημέρα της αρ­γίας που επιβάλλει ο Νόμος. Με υπομονή, με σύνεση, με ωριμότητα, καρτερικές και συγκρατημένες. Κι ας συγκλονίζονται οι ψυχές τους από τα πιο δυνατά και ιερά συναισθήματα. Και η θαυμαστή Μαρία η Μα­γδαληνή, με θάρρος, με αυταπάρνηση, άφοβη, το βρά­δυ του Σαββάτου, ενώ ξημερώνει η Κυριακή, ξεκινά για τον Τάφο του Ιησού μαζί με τις άλλες Μυροφό­ρες γυναίκες. «Τη δε μια των σαββάτων όρθρου βαθέος ήλθον γυναίκες επί το μνήμα φέρουσαι α ητοίμασαν α­ρώματα, και τίνες συν αυταίς» (Λουκ. κδ', 1). Βρίσκο­νται οι άγιες και ηρωικές αυτές γυναίκες σ' ένα ξένο τόπο. Διατρέχουν τόσους κινδύνους. Τίποτε, όμως, δεν τις σταματά στον δρόμο τους. Δεν υπολογίζουν θυσίες, δεν υπολογίζουν την ζωή τους. «Το ασθενέστερον γένος ανδρειότερον εφάνη τότε», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
«Μάθε εξ ημών, πόση είναι η προθυμία της γυναι­κείας φύσεως εις τα καλά έργα και πόση η των αν­δρών. Των γυναικών την καλήν βουλήν ( = απόφαση) δεν ηδυνήθη να την εμποδίση ούτε η ασθένεια της γυ­ναικείας φύσεως, ούτε η δυσφημία η οποία ακολουθεί εις όσας περιπατούσι την νύκτα, ούτε ο κοινός φόβος, όστις εκράτει ( = κυρίευσε) τότε όλους τους φίλους του Χριστού, ούτε η έχθρα της συναγωγής, ούτε η μέ­θη των στρατιωτών, ούτε το αξίωμα του Πιλάτου, ού­τε η βαρεία βουλή των αρχιερέων, ούτε ο επικείμενος μέγας λίθος εις το μνήμα. Πάντα τα δύσκολα έδειξεν η προθυμία των γυναικών εύκολα. Τους κινδύνους εθεώρησεν κέρδος, τας ζημίας αμοιβήν. Όλην την μεγάλην προθυμίαν των ανδρών έσβεσε μία μικρά απει­λή παιδίσκης»17.
Ηρωική η αγία Μαρία η Μαγδαληνή, πρωτοπό­ρος της πίστεως. Ατρόμητη, αποφασιστική σαν μάρτυρας, δοσμένη ολόψυχα στον ιερό σκοπό της. «Αρ­γά την νύκτα της εβδομάδος, ήλθεν η Μαρία η Μα­γδαληνή και η άλλη Μαρία για να ιδούν τον τάφον» (Ματθ. κη', 1). Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή έχει μία ξεχωριστή θέση μέσα στον όμιλο των Μυροφόρων και Μαθητριών. Βλέπομε ότι και οι τέσσερις Ευαγγε­λιστές αναφέρουν αυτήν πρώτη από όλες τις άλλες Μυροφόρες. «Και αφού πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν το βράδυ του Σαββάτου αρώματα για να έλθουν στον Τάφο και να αλείψουν τον Ιησού. Και πολύ πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομά­δος, έρχονται στο μνημείο, την ώρα που ο ανατέλλων ήλιος άρχιζε να διαλύη το σκοτάδι» (Μάρκ. ιστ', 1-2). Ειδικά ο άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει μόνον γι' αυτήν στο Ευαγγέλιό του και αυτήν μόνο αναφέ­ρει. Ξεκινάει μόνη της μέσα στη νύχτα. Ανυπομονεί να φτάση πρώτη στον Τάφο. Ήταν περισσότερο θερ­μή στην αγάπη της. Η Μαρία «πάνυ γαρ περί τον Διδάσκαλον φιλοστόργως έχουσα...» γράφει ο ιερός Χρυσόστομος18. Καθώς φτάνει, βρίσκει τον Τάφο αδειανό, τον λίθο αποκεκυλισμένο. Και τότε σκέφτεται ότι κάποιοι έκλεψαν το Άγιο Σώμα του Ιησού (Ιω. κ', 1).
* * *

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'. Τη υπερμάχω
Ως Μυροφόρον του Σωτήρος και Μαθήτριαν Μαγδαληνή και Αποστόλων ισοστάσιον. Ανυμνούμεν σε Μαρία και εκβοώμεν. Παρρησίαν κεκτημένη προς τον Κύριον. Καθικέτευε λυτρούσθαι πάσης θλίψεως Τους βοώντας σοι. χαίροις Λόγου Μαθήτρια.
* * *
Ήχος β'. Ότε εκ του ξύλου.
Μύροις των θερμών σου πρεσβειών, ω Μαγδαλη­νή Μυροφόρε, Χριστόν ιλέωσαι, τον φιλανθρωπότατον, Θεόν δεόμεθα, όπως πάσης ρυώμεθα, ανάγκης και βλάβης, και ποικίλων θλίψεων, και περιστάσεων, πάντες οι τη ση προστασία, σπεύδοντες εν πίστει Μαρία, και τους σους καμάτους μακαρίζοντες.
* * *
Ευαγγελίστρια της Αναστάσεως
Δεύτε από θέας γυναίκες ευαγγελίστριαι, και τη Σιών είπατε. Δέχου παρ' ημών χαράς ευαγγέλια της Αναστάσεως Χριστού.19
Φαίνεται από τα άγια Ευαγγέλια ότι η θαυμαστή Μαρία η Μαγδαληνή πήγε πολλές φορές εκείνο το βράδυ του Σαββάτου στον Τάφο. Πήγε πρώτα μαζί με την Θεοτόκο νύχτα ακόμη, πολύ πριν ξημερώση (Βλ. Ματθ. κη', 1-10). Πήγε μαζί με άλλες γυναίκες αργό­τερα (Λουκ. κδ' 1-10 και Μάρκ. ιστ', 1-8). Ήρθε ακό­μη μία φορά μαζί με τους Αποστόλους Πέτρο και Ιω­άννη (Ιω. κ', 1-10). Οι ευσεβείς Μυροφόρες γυναίκες αξιώθηκαν αυτές πρώτες να ακούσουν από Άγγελο Κυρίου το ευφρόσυνο μήνυμα ότι «ηγέρθη ο Κύριος» και να γίνουν πρώτες και αψευδείς μάρτυρες της Ανα­στάσεως.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας αναφέρει περί της επισκέψεως των Μυροφόρων στον τάφο: «Οι Μυ­ροφόρες ήταν πολλές και ήλθαν στον τάφο όχι μία φορά αλλά δύο και τρεις φορές, συντροφιά μεν αλλ' όχι οι ίδιες και κατά τον όρθρο όλες, αλλά όχι την ί­δια ώρα ακριβώς. Η δε Μαγδαληνή ήλθε πάλι μόνη της και έμεινε περισσότερο. Πρώτη απ' όλες ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί της την Μαρία την Μαγδαληνή... Η Παρθενομήτωρ έφθασε την στιγμή που γινόταν ο σεισμός, αποκυλίσθηκε η πέτρα και ανοιγόταν ο τάφος και οι φύλακες ήταν παρόντες, αν και συγκλονισμένοι από τον φόβο. Γι' αυτό μετά τον σεισμό αυτοί ανασηκώ­θηκαν και εκοίταξαν αμέσως να φύγουν, ενώ η Θεομήτωρ εντρυφούσε στην θέα. Εγώ, πάντως, νομίζω ό­τι γι' Αυτήν πρώτη ανοίχθηκε ο ζωηφόρος εκείνος Τάφος. Ότι γι' Αυτήν άστραψε έτσι ο άγγελος, ώστε αν και ήταν ακόμη σκοτάδι, Αυτή με το πλούσιο φως του αγγέλου όχι μόνο να δη ότι ο τάφος ήταν άδειος, αλλά και τα εντάφια να είναι τακτοποιημένα και πολυτρόπως να μαρτυρούν την έγερση του ενταφιασθέντος. Ήταν δε προφανώς ο ευαγγελιστής άγγελος ο ί­διος ο Γαβριήλ, ο οποίος λέγει στις γυναίκες που ή­σαν μαζί με την Θεοτόκο: "Μη φοβείσθε εσείς, ζητείτα τον Ιησού τον σταυρωμένον; Αναστήθηκε. Ιδού ο τόπος όπου εκειτόταν ο Κύριος..." Η θεομήτωρ Παρ­θένος συνοδευομένη από τις άλλες Μυροφόρες επέ­στρεψε και ιδού ο Ιησούς τις συνάντησε λέγοντας. "χαίρετε". Η Θεοτόκος, όταν συνάντησε τον Υιό της και Θεό, πρώτη από όλες τις άλλες είδε και αναγνώρι­σε τον Αναστάντα, και προσπίπτοντας έπιασε τα πό­δια Του και έγινε Απόστολός Του προς τους Αποστό­λους. Η Θεοτόκος πριν από όλους, Αυτή είδε τον Α­ναστάντα και απήλαυσε τη θεία ομιλία Του. ...Πρώτη και μόνη άγγιξε τα άχραντα πόδια Του, έστω και αν οι Ευαγγελισταί δεν τα λέγουν φανερά όλα αυτά, μη θέλοντας να προσαγάγουν ως μάρτυρα της Αναστάσε­ως την Μητέρα, για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους απίστους»20.
Μας αποκαλύπτει λοιπόν ο άγιος Γρηγόριος ο Πα­λαμάς, κινούμενος από αγάπη, αυτό που αναφέρεται συνεσκιασμένα από τους Ευαγγελιστές, ότι πρώτη απ' ό­λους τους ανθρώπους, η Θεοτόκος δέχθηκε το Ευαγγέ­λιο της Αναστάσεως του Κυρίου. Και ότι η αγία Μα­ρία η Μαγδαληνή και οι άλλες γυναίκες Μυροφόρες που είχαν έλθει ως τότε δεν κατενόησαν την σημασία των λόγων του αγγέλου και δεν εγνώρισαν αμέσως την αλήθεια. Διαπίστωσε μόνον την κένωση του Τάφου και έτρεξε η Μαρία η Μαγδαληνή στους Αποστόλους Πέ­τρο και Ιωάννη και τους μετέφερε μόνον αυτό, ότι δηλ. ο τάφος είναι άδειος. Και όταν η Θεοτόκος, μαζί με άλ­λες γυναίκες, επέστρεφε και συνήντησε στον δρόμο τον Ιησού και μίλησε μαζί Του και έπιασε τα άχραντα πό­δια Του, η αγία Μαρία η Μαγδαληνή δεν ήταν μαζί με την Μητέρα του Θεού, διότι είπε στους Αποστόλους: «εσήκωσαν τον Κύριο από το μνήμα και δεν γνωρίζουμε πού Τον τοποθέτησαν». Δεν είχε καταλάβει ακόμη τίπο­τε περί της Αναστάσεως. Οι δύο Μαθητές ήρθαν στον Τάφο τρέχοντας. Διαπίστωσαν ότι όσα τους είπε η γυ­ναίκα ήταν αληθινά. Μέσα στον άδειο τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη είδαν τα οθόνια και το σουδάριον και έ­φυγαν. Η Μαρία η Μαγδαληνή, όμως, μένει κοντά στον Τάφο και κλαίει γοερά: «Ίστατο η Μαρία, έξωθεν του μνημείου κλαίουσα» (Βλ. Ιω. κ', 11). Κλαίει, γιατί χάθηκε το Σώμα του Κυρίου της και δεν ξέρει ποιος το πήρε. «Η χριστοφόρος Μαγδαληνή έμεινεν εμφιλοχω­ρούσα τω μνήματι και περιενόστει αλύουσα, και λιβάδας (ποταμούς) δακρύων ενστάζουσα, τη επιμόνω προσεδρία υψηλότερόν τι καραδοκούσα μαθείν»21.
Απαρηγόρητη κλαίει και θρηνεί, γιατί δεν μπορεί να αντέξη την στέρηση τέτοιου θαυμαστού Διδασκά­λου, Ευεργέτου και Σωτήρος. Γράφει ο άγιος Νικόδη­μος Αγιορείτης: «Ηξεύρουσι γαρ αι φιλόθεαι ψυχαί και καρδίαι τι αξίζει ο Θεός και ο Ιησούς, και δια τούτο, όταν τον στερηθούν, τρέχουν επάνω και κάτω, τον ζητούν επιπόνως, και χύνουν δι' Αυτόν αιματωμένα δάκρυα. όθεν και ο Δαβίδ έκλαιγε απαρηγόρητα δια την στέρησιν του Θεού. διό έλεγεν: "Εγεννήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός, εν τω λέγεσθαί μοι καθ' εκάστην ημέραν. πού εστιν ο Θεός σου;" (Ψαλμ. μα', 4)
...Δια τούτο και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ταύτην την σωτήριον συμβουλήν δίδει εις κάθε ψυχήν να εί­ναι πρόθυμος και να δακρύη, ίνα αξιωθή να απολαύ­ση νοερώς εκείνα που ηξιώθησαν να ιδούν αι μυροφό­ροι αισθητώς, ούτω λέγων: "Καν Μαρία τις ης, καν η άλλη Μαρία, καν Σαλώμη, καν Ιωάννα, δάκρυσον ορθρία. ίδε πρώτη τον λίθον ηρμένον, τυχόν δε και τους Αγγέλους και Ιησούν αυτόν" (Λόγος εις το Πάσχα)... Βλέπε, αγαπητέ αναγνώστα, πόσην μεγάλην ωφέλειαν προξενούν τα δάκρυα. Διότι αυτά έκαναν τις Μυροφό­ρους γυναίκες να ιδούν τον Αναστάντα Χριστόν. αυ­τά τις έκαναν να ιδούν τους Αγγέλους. αυτά τις αξίω­σαν να γίνουν της Αναστάσεως πρώται κήρυκες, και να χρηματίσουν των Αποστόλων και Ευαγγελιστών του Κυρίου ευαγγελίστριαι»22.
Για τον θρήνο της Μαρίας της Μαγδαληνής έξω από τον Τάφο γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «Το γυναικείο φύλο διακρίνεται κατά κάποιον τρόπο για την λεπτότητα των αισθημάτων του και έχει μεγαλύτερη τάση προς οίκτο. Αυτό το λέγω, για να μην απορήσης, γιατί τέλος πάντων, η Μαρία θρηνούσε πικρά στον τάφο, ενώ ο Πέτρος δεν έκανε κάτι παρόμοιο... Οι μαθητές, λοιπόν, έφυγαν για να επιστρέψουν στα Ιεροσόλυμα, ενώ εκείνη στάθηκε κοντά στον τάφο. Ήταν μεγάλη παρηγοριά να βλέπη το μνήμα. Να, την κοιτάζεις, που σκύβει και θέλει να δη τον τόπο όπου βρισκόταν το σώμα, προκειμένου να παρηγορηθή; Γι' αυτό και έλαβε μεγάλο μισθό, γι' αυτήν την μεγάλη φροντίδα της. Γιατί εκείνο που δεν είδαν οι Μαθητές, το είδε πρώτη η γυναίκα. Είδε δηλ. δύο Αγγέλους, να κάθονται ο ένας προς το μέρος των ποδιών και ο άλ­λος προς το μέρος της κεφαλής, με λευκή ενδυμασία και το πρόσωπο γεμάτο από πολλή φαιδρότητα και χαρά»23. Από την εμφάνιση των δύο Αγγέλων η Μα­ρία μένει έκπληκτη, θαμπωμένη από το παράδοξο θέα­μα. «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητείς;» Την ρω­τούν. Και αυτά τα είπαν, κατά κάποιον τρόπον σαν να την επέπλητταν:
-Γιατί κλαις, αφού τόσα είδες; Ακόμη φοβείσαι και δεν μπορείς να εννοήσης τίποτε υψηλότερο; Ακό­μη αμφιβάλλεις και διστάζεις; Ποιον ζητείς; Εκείνον που ηγέρθη; Που αναστήθηκε; Βλέπεις Αγγέλους να κάθονται μέσα στον τάφο και εσύ ακόμη πιστεύεις, ό­τι εσύλησαν το Σώμα; Ποιος μπορεί να κλέψη Βασι­λέα που φρουρείται από αγγελική φρουρά;
Και εκείνη λέγει: «Πήραν τον Κύριό μου από το μνημείο, και δεν γνωρίζω πού τον έβαλαν» (Ιω. κ', 13). Αυτό που είπε προηγουμένως στους Αποστόλους, αυτό λέγει και στους Αγγέλους.
«Αλλ' ω της καλής καρτερίας! Ω της επαινετής πολυπραγμοσύνης! Ου παρείδεν αυτήν ο ποθούμενος. Ουκ αφήκε τη απιστία βυθίζεται ο ζητούμενος. Αλλά τον ζέοντα πόθον ιδών, αυτομάτως εφιστάται» (Θεοφ. Κεραμέως Ομιλία ΛΕ', εις το όγδοον εωθινόν).
Τότε, στράφηκε πίσω η Μαρία και βλέπει τον Ιη­σού! Πώς εστράφη ξαφνικά προς τα πίσω, ενώ μιλού­σε με τους Αγγέλους; Από την όψη και το βλέμμα των Αγγέλων, από την έκπληξή τους και την στάση τους, μόλις αντίκρυσαν τον Κύριο. Γυρίζει και αυτή προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού. Και εκείνος την ρωτάει: «Γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητείς;» (Ιω. κ', 15). Δεν Τον αναγνωρίζει ακόμη. Τα μάτια της «εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν» (Βλ. Λουκ. κδ', 16), ό­πως έγινε με τους δύο Μαθητές που βάδιζαν προς την Εμμαούς. Ίσως δεν Τον αναγνώρισε αμέσως, επειδή τα μάτια της θάμπωσαν από το πολύ κλάμα και δεν έ­βλεπε καθαρά. Ίσως ακόμη δεν είχε φέξει καλά η μέ­ρα. Ίσως, διότι έτσι ο ίδιος ο Ιησούς οικονόμησε, εμ­φανιζόμενος με την πιο ταπεινή και κοινή ενδυμασία, ώστε να τον νομίση για κηπουρό. Και του λέγει: «Κύριε, εάν εσύ τον πήρες στα χέρια σου, πες μου που τον έχεις τοποθετήσει, κι εγώ θα τον πάρω από ε­κεί». Ω της γυναικείας αγάπης! «Ω της ευνοίας και φιλοστοργίας της γυναικός!» (Ιωάννης Χρυσόστο­μος). Και η απάντηση; Το άκουσμα του ονόματός της από το γλυκύ στόμα του Κυρίου: «Μαρία!». Στρέφε­ται, λέγει, αυτή τότε και συγκλονισμένη από το άκου­σμα, αυθόρμητα απαντά: «Ραββουνί» δηλ. Διδάσκαλε. Ο Θεός Λόγος, που γνωρίζει και βλέπει τους διαλογι­σμούς και τις καρδιές των ανθρώπων, δεν την αφήνει να βασανίζεται άλλο. Φώτισε τον νου της, φώτισε τους οφθαλμούς της να δη και να κατανόηση ποιος εί­ναι αληθινά αυτός που της μιλά. Σπεύδει τότε να αγκαλιάση και να ασπαστή τα πόδια του Κυρίου. Αλ­λά Αυτός την αποτρέπει και της λέγει: «Μη μου άπτου. ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου» (Ιω. κ', 17). Στάσου μακριά. Μη με εγγίζεις. Επειδή ήτο ακόμη η Μαρία ατελής κατά το φρόνημα, και Τον αναζητούσε στον Τάφο ως άνθρωπο, θέλει να α­νυψώση το φρόνημά της, ώστε να μην τον νομίζη πλέον άνθρωπο, αλλά και Θεό. «Μη με πλησίασης, μη με αγγίξης». Δεν φέρω πλέον το ίδιο φθαρτό σώ­μα, την σάρκα της παχύτητος και της φθοράς. Το Σώ­μα αυτό δεν μπορείτε να το πλησιάσετε και να το αγ­γίξετε. «Επειδή η διάνοιά σου δεν ήγγισε το ύψος του σχετικά μ' εμέ μυστηρίου, ότι ενώ είμαι Θεός, τώ­ρα βλέπομαι σε σώμα, και μάλιστα θεοειδές, γι' αυτό μη μ' εγγίζεις»24.
Και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει σχετικώς: «Ας μη ζητήσουμε ανάμεσα στους νεκρούς αυτόν που ζη. Ο Κύριος απωθεί όποιον τον ζητεί μ' αυτόν τον τρόπον, λέγοντάς του "μη μου άπτου". Όταν ανεβώ στον Πατέρα μου τότε θα σου επιτρέπεται να με αγγίζης. Θέλει να πη μην αποτυπώσης στην πίστη σου την σωματική και δουλική μορφή μου, αλλά να λατρεύης αυτόν που βρίσκεται στην δόξα του Πατέρα και υπάρχει με την μορφή του Θεού και που είναι Λό­γος του Θεού»25.
«Το Μη μου άπτου μπορεί να σημαίνη και την νοητή προσέγγιση και επαφή. Διότι (η Μαρία) ήθελε να ερευνήση πώς οικονομήθηκε το Μυστήριο της Α­ναστάσεως. Την απομακρύνει και την αποθαρρύνει α­πό τέτοιου είδους ερωτήσεις και είναι σαν να της λέγη, μην ερευνάς και θέλεις να εξετάσης αυτά που εί­ναι πάνω από τις δυνάμεις σου και τα μέτρα σου. Για­τί ακόμη δεν μπορείς να ανεβής και να φθάσης σε τέ­τοιου είδους μυσταγωγία. Επειδή "Δεν ανέβηκα ακό­μη προς τον Πατέρα μου", ώστε κι εσάς να σας ελκύ­σω και να σας ανεβάσω στην υψηλότερη θεωρία και γνώση που θα γίνη με την κάθοδο σ' εσάς του Αγίου Πνεύματος»26.
Μεγάλη τιμή για την Μαρία να αξιωθή να ιδή τον Κύριο, πρώτη μετά την Θεοτόκο. Μεγάλη ευτυχία για την Μαρία να ιδή πρώτη τον Αναστάντα Ιησού και να μιλήση μαζί Του, μετά την Θεοτόκο. Μεγάλη η τι­μή να την στείλη στους Αποστόλους, να μάθουν και αυτοί την χαρμόσυνη είδηση. Διότι αμέσως μετά προ­σθέτει: «Πορεύου δε προς τους αδελφούς μου και ειπέ αυτοίς. αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υ­μών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιω. κ' 17). Και συνεχίζει ο άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Έρχεται Μαρία η Μαγδαληνή απαγγέλουσα τοις μαθηταίς ότι εώρακε τον Κύριον, και ταύτα είπεν αυτή». Γίνεται η Μαρία Μαγδαληνή των Αποστόλων απόστολος, των Μαθητών κήρυκας, των Ευαγγελιστών ευαγγελίστρια. Ο Χριστός την διάλεξε γι' αυτήν την υψηλή διακονία και αποστολή. «Αυτή, λοιπόν, φεύγει -λέγει ο ιερός Χρυσόστομος- για να αναγγείλη αυτά στους Μαθη­τές. Τόσο σπουδαίο πράγμα είναι, λέγει, η προσεδρία27 και η καρτερία» (Ερμηνεία στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, Ομιλία Πστ').
* * *
Η ορθόδοξη υμνολογία μας, βασισμένη στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, αποτύπωσε τον συγκινητικό διά­λογο της Μαρίας Μαγδαληνής με τον Ιησού, έξω α­πό τον Τάφο, σ' έναν υπέροχο ύμνο:
«Εις το μνήμα σε επεζήτησεν, ελθούσα τη μια των Σαββάτων, Μαρία η Μαγδαληνή. μη ευρούσα δε ωλοφύρετο, κλαυθμώ βοώσα. Οίμοι! Σωτήρ μου, πώς ε­κλάπης πάντων βασιλεύ; Ζεύγος δε ζωηφόρων Αγγέ­λων, ένδοθεν του μνημείου εβόα. Τί κλαίεις, ω γύναι; Κλαίω, φησίν, ότι ήραν τον Κύριόν μου του τάφου, και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν. Αυτή δε στραφείσα ο­πίσω, ως κατείδέ σε, ευθέως εβόα: Ο Κύριος μου και ο Θεός μου, δόξα σοι»28.
«Λίαν πρωί έδραμε η Μαρία στον τάφο και γι' αυ­τό ευαγγελίζεται το μυστήριον της Αναστάσεως. Η προθυμία της γυναικός υπερέβη την προθυμία των αν­δρών. Δεν έπρεπε αυτή πρώτα να δεχθή της χαράς τα μηνύματα; Ας απολαύση πρώτη της Αναστάσεως την χαρά εκείνη που εδοκίμασε και του πάθους την πικρότητα. Ας γίνη μηνύτρια της Αναστάσεως εκείνη που το Ποτήριον του θανάτου του Κυρίου πρώτη είδε. Ε­λάτε, γυναίκες, εσείς που ξεπεράσατε με την προθυμία σας τους Αποστόλους, και γι' αυτό αξιωθήκατε την θεία οπτασία, ελάτε να διώξετε από τις καρδιές των Μαθητών το σκοτάδι της δειλίας. Ελάτε να τους μηνύσετε την έλευση του Κυρίου. Γίνετε δάσκαλοι σ' αυτούς που θα διδάξουν όλη την οικουμένη. Δώστε φως σ' εκείνους που ετοιμάζονται να διασκορπίσουν σ' όλην την γη την αλήθεια του αληθινού Φωτός. Δείξτε σ' αυτούς πόση είναι η διαφορά της μεγαλοψυ­χίας, της προθυμίας, της τόλμης, που κατοικεί στις καρδιές των γυναικών από τις καρδιές των ανδρών. Ας μάθουν από την δική σας προθυμία, πόσος φόβος τους κυριεύει. Επειδή τον καιρό που εκείνοι έψαξαν τα πιο σκοτεινά και κρυφά μέρη για να κρυφθούν, ε­σείς τρέξατε στον Τάφο και δεν υπολογίσατε ούτε τον φόβο των εχθρών, ούτε την λύσσα των Φαρισαίων, ούτε τις απειλές των Γραμματέων. Το σκοτάδι σας φά­νηκε φως, οι οπλισμένοι στρατιώτες συνοδοιπόροι σας, οι απειλές των αρχιερέων βοηθοί σας στον σκο­πό σας να "μυρίσετε" δηλ. να αλείψετε με μύρα το δεσποτικόν σώμα»29 .
Η Μαρία Μαγδαληνή αγγελιοφόρος προς τους Μαθητές. Από το στόμα της θα διαλαληθή το μήνυμα της Αναστάσεως, «χαράς ευαγγέλια της Αναστάσεως Χριστού». Αυτό, όμως ήταν και θεϊκή οικονομία. Διό­τι από την γυναίκα ήλθε η λύπη στον κόσμο. Η προμήτωρ Εύα έγινε πρόξενος λύπης στον Αδάμ. Μία γυ­ναίκα πάλι θα γίνη τώρα μηνυτής της χαράς στους άν­δρες. Γυναίκα έφερε την πτώση. Αλλά και γυναίκα θα διακηρύξη το σωτήριο γεγονός της Αναστάσεως.
«Το χαίρε ταις Μυροφόροις φθεγξάμενος, τον θρήνον της Προμήτορος Εύας κατέπαυσας, τη Αναστάσει Σου, Χριστέ ο Θεός. τοις Αποστόλοις δε τοις σοις κηρύττειν επέταξας. ο Σωτήρ εξανέστη του μνήματος»30.
Ισαπόστολος
Μετά από όλα αυτά η Μαρία η Μαγδαληνή έμει­νε στα Ιεροσόλυμα, μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο και τις άλλες γυναίκες. Ύστερα από την Ανάληψη του Κυρίου στους Ουρανούς, όπως διαβάζομε στις Πράξεις των Αποστόλων, συνήθιζαν να συγκεντρώ­νονται στο υπερώον και να προσεύχονται μαζί με τους Αποστόλους και όλους τους Μαθητές του Κυρίου. «Όλοι αυτοί με μια ψυχή και με μια καρδιά α­κούραστα προσεύχονταν και εδέοντο στον Θεό μαζί και με άλλες ευσεβείς γυναίκες, που είχαν ακολουθή­σει τον Κύριο, όπως επίσης μαζί με την Μαρία την μητέρα του Ιησού και με αυτούς που ενομίζοντο α­δελφοί του» (Πράξ. α', 14). Εκεί στα Ιεροσόλυμα, η αγία Μαρία η Μαγδαληνή επιδόθηκε σε σπουδαίο φι­λανθρωπικό έργο μαζί με την Θεοτόκο, μοιράζοντας τα πλούτη της στους φτωχούς.
Ύστερα από την Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, οι Απόστολοι διασκορπίσθηκαν σε διάφορους τόπους για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, σ' όλα τα έθνη και σ' όλους τους λαούς, όπου τους κατηύθυνε το Άγιο Πνεύμα. Και η μακαρία Μαρία, όπως λέγει κάποια παράδοση, ξεκίνησε να φθάση στην Ρώμη, για να ζητήση από τον Καίσαρα Τιβέριο31 να αποδώση δικαιοσύνη για τον άδικο θάνα­το του Ιησού Χριστού. Ακολουθώντας τον δρόμο και την ζωή των Αποστόλων, αρχίζει την μακρινή οδοιπορία, καταφρονώντας κόπους, εμπόδια και δυσκο­λίες. Καθ' οδόν διδάσκει και κηρύττει. Διηγείται και διακηρύττει την Ανάσταση του Κυρίου. «Και ποιος μπορεί να διηγηθή τις δυσκολίες που της έτυχαν στην οδοιπορία; και πόσον πλήθος προσείλκυσε στην πί­στη δια της σαγήνης του Ευαγγελίου; Αυτά τα γνωρί­ζουν καλώς όσοι μελετούν με σπουδή και επιμέλεια τα χρονικά της Ιταλίας, εις τα οποία σώζονται ιστορίες ότι πολύ εδοξάσθη η μακαρία από τον Θεό» γράφει ο Νικηφ. Κάλλιστος Ξανθόπουλος. Και συνεχίζει: «Αλλά και προς αυτόν τον Καίσαρα Τιβέριον παρου­σιάσθηκε και καλά εξετέλεσε την αποστολή της. Δεν θα πίστευε ποτέ κανείς ότι θα είχαν καλύτερο τέλος -όσα δηλαδή έπρεπε να πάθουν- αυτοί που εσταύρωσαν τον Χριστό, ο Άννας, ο Καϊάφας και ο Πιλάτος, καθώς ιστορούν άνθρωποι φιλαληθέστατοι». Αφού δικάσθηκαν και τιμωρήθηκαν οι σταυρωτές του Κυρίου, η μακαρία Μαρία η Μαγδαληνή κατήχησε τους πι­στούς στην Ρώμη και τους στερέωσε στην πίστη -συ­νεχίζει ο ίδιος βιογράφος. Και αφού κήρυξε στην Ρώ­μη, περιηγήθηκε όλη την Ιταλία και Γαλλία. Και επέ­στρεψε στα Ιεροσόλυμα, αφού πρώτα πέρασε από την Αίγυπτο, την Φοινίκη, την Συρία και την Παμφυλία. Σ' όλες αυτές τις χώρες εδίδασκε και εκήρυττε το Ευαγγέλιο και την πίστη στον Αναστάντα Ιησού. Στα Ιεροσόλυμα μικρό διάστημα παρέμεινε μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο, ως την Κοίμησή της.
Κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, η αγία Μαρία Μαγδαληνή μετέβη κατόπιν στην Έφεσο, ό­που ζούσε και εδίδασκε ο ηγαπημένος μαθητής, ο υιός της βροντής, Ιωάννης. Στην Έφεσο συναντήθη­κε με τον Μαθητή, συμμετείχε στο κήρυγμά του και έ­γινε βοηθός του και συμπαραστάτης του στις δοκιμασίες και στις θλίψεις του, στην φυλάκισή του και σε όλα του τα δεινά. Στην Έφεσο, η Αγία, οδήγησε πολ­λούς στην πίστη και στην επίγνωση της αλήθειας. Ο λαός της Εφέσου την ετίμησε και την ευλαβήθηκε δε­όντως. Μετά τον θάνατό της το πάντιμον και πάνσεπτον σώμα της ενταφιάσθηκε οσιοπρεπώς από τον ά­γιο Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη, σ' ένα σπή­λαιο κοντά στην Έφεσο, σαν πολύτιμος θησαυρός. Κατά την ώρα της ταφής, επιτελέσθηκαν πολλά θαύ­ματα, καθώς και τους μετέπειτα χρόνους, μέχρι της σήμερον, η Αγία δεν σταμάτησε να θαυματουργή. Το έτος 890 μ.Χ. ο βασιλεύς Λέων Στ' ο Σοφός (886-912), έκανε ανακομιδή του αγίου λειψάνου της και το μετέ­φερε από την Έφεσο στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο, το έλαβε επάνω στους ώμους του και το απέθεσε με ευλάβεια στον Ναό που αυτός έκτισε επ' ονόματι του Αγίου και Τετραημέρου φίλου του Χριστού Λαζάρου στην Κωνσταντινούπο­λη. Το άγιο λείψανο τοποθετήθηκε μάλιστα στο αρι­στερό μέρος του Ιερού Βήματος, μέσα σε ασημένια θήκη. «Τελείται δε αυτών η Σύναξις», την 4η Μαΐου, «εν τη ευαγεστάτη Μονή τη παρά του αυτού βασιλέως επ' ονόματι του Αγίου Λαζάρου συστάση». Εκ του κοινού αυτού εορτασμού της ανακομιδής των λειψά­νων της Αγίας μετά του Αγίου Λαζάρου, στην Μονή του οποίου εναπετέθησαν υπό του βασιλέως Λέοντος, πολλοί εταύτισαν την αγία Μαρία Μαγδαληνή, λαν­θασμένα, με την αγίαν Μαρίαν, την αδελφή του Λαζά­ρου, η οποία είναι διαφορετικό πρόσωπο32.
Η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη της αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας Μαγδαληνής την 22 Ιουλίου. Επίσης την συνεορτάζει μαζί με τις άλλες Μυροφόρες Άγιες Γυναίκες, την τρίτη Κυρια­κή μετά το Πάσχα, την Κυριακή των Μυροφόρων. Η ανακομιδή των λειψάνων της εορτάζεται στις 4 Μαΐου.
Και αναφέρομεν επίσης και τούτο, ότι της Μυρο­φόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής η ιερά χειρ, βρίσκεται στην Ιερά και Σεβάσμια Μονή της Σιμωνόπετρας, στο Αγιώνυμον Όρος του ΆΘω, θαύματα βρύουσα και χάριτας ιαμάτων πηγάζουσα ως ποταμός αένναος.
* * *
Έζησε ζωή ισάγγελη και έγινε σεβαστή και σ' αυτούς τους Αγγέλους. Και υπερτέρησε όλων των α­γίων ως τότε γυναικών που ευηρέστησαν τον Θεό, αλ­λά και όλων των μεταγενεστέρων αγίων μαρτύρων γυ­ναικών και ασκητριών. Επειδή είδε και εγνώρισε και υπηρέτησε τον ίδιον τον Χριστόν, τον αληθινό Νυμφίο των ψυχών τους. Και ό,τι είναι οι Απόστολοι με­ταξύ όλων των Αγίων, τούτο είναι η Μαγδαληνή με­ταξύ όλων των αγίων Γυναικών, όσες δια της πολι­τείας των ευηρέστησαν τον Θεό. Διότι τις μεν εμιμήθη στον ζήλο, από τις άλλες φάνηκε ανώτερη και σε όλες έγινε παράδειγμα θεαρέστου πολιτείας, γράφει ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος.
Έτσι από τα πολλά που αξίζουν να σου πούμε, λί­γα μπορέσαμε να σου αποδώσουμε «Μαρία θαυμαστή και υπέρτιμε. συ δε τας αθανάτους νυν οικούσα σκηνάς και συν αγγέλοις περί τον θρόνον χορεύουσα τον δεσποτικόν και τας υπέρ του κόσμου ποιουμένη λιτάς»33, αίτησαι δοθήναι ημίν πταισμάτων άφεσιν και το μέγα έλεος.
Ταις της Αγίας Σου Μυροφόρου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Απολυτίκιον
Ήχος α'. Τον τάφον σου Σωτήρ
Χριστώ τω δι' ημάς, εκ Παρθένου τεχθέντι, σεμνή Μαγδαληνή, ηκολούθεις Μαρία, αυτού τα δικαιώματα, και τους νόμους φυλάττουσα. όθεν σήμερον, την παναγίαν σου μνήμην, εορτάζοντες, αμαρτημάτων την λύσιν, ευχαίς σου λαμβάνομεν.
Κοντάκιον
Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ο υπερούσιος Θεός εν τω κόσμω, μετά σαρκός επιφοιτών Μυροφόρε, σε αληθή μαθήτριαν προσήκατο, όλην σου την έφεσιν, προς αυτόν κεκτημένην. όθεν και ιάματα επετέλεσας πλείστα. και μεταστάσα νυν εν ουρανοίς, υπέρ του κόσμου πρεσβεύεις εκάστοτε.
Μεγαλυνάριον
Λόγοις λαμπρυνθείσα τοις του Χριστού, κόσμου την απάτην, καταλέλοιπας, και αυτώ προσήλθες, Μαγδαληνή Μαρία, και τούτω ηκολούθεις, ψυχής θερμότητι.



Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΚΕΛΛΑ Η πολύαθλος και ένδοξος παρθενομάρτυς της Χίου

Ανάμεσα στους πολυάριθμους Αγίους, που κοσμούν το τοπικό αγιολόγιο και τη μακρόχρονη εκκλησιαστική ιστορία του μυροβόλου νησιού της Χίου είναι και η Αγία παρθενομάρτυς Μαρκέλλα που αποτελεί το ευλαβικό καύχημα των απανταχού της Γης Χίων και τον πολύτιμο πνευματικό θησαυρό για χιλιάδες προσκυνητές, οι οποίοι συρρέουν στον τόπο του μαρτυρίου της για να αποδώσουν τον οφειλόμενο σεβασμό στο μεγαλείο και τον ηρωισμό της, αλλά και για να ζητήσουν τη θαυματουργική της χάρη για την επίλυση σωματικών και ψυχικών ασθενειών.

Η Αγία Μαρκέλλα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βολισσό, στο ιστορικό αυτό κεφαλοχώρι της βορειοδυτικής Χίου. Για τον χρόνο της γέννησης, της ζωής και του μαρτυρίου της Αγίας υπάρχει σύγχυση και ασάφεια μεταξύ των βιογράφων. Σύμφωνα με τον βιογράφο της, Όσιο Νικηφόρο τον Χίο, η Αγία Μαρκέλλα έζησε και ήκμασε περί το 1500. Ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης και η χριστιανή μητέρα της απεβίωσε σε νεαρά ηλικία. Η Μαρκέλλα διακρίθηκε από νωρίς για τη βαθιά της πίστη και αγάπη στον Χριστό, την καλοσύνη και αγνότητά της, τη σεμνότητα και την ευγένεια της ψυχής της. Προικισμένη με θεϊκή σοφία και αμέτρητα ψυχικά χαρίσματα επικοινωνούσε αδιάλειπτα με τον Θεό. Αυτόν τον “επίγειο άγγελο” φθόνησε ο εωσφόρος και θέλησε να την πολεμήσει με κάθε μέσο.

Έτσι ο ειδωλολάτρης και σκληρόκαρδος πατέρας της άρχισε να επιθυμεί ερωτικά την ίδια του την κόρη και να νιώθει προς αυτή μία αστείρευτη σαρκική επιθυμία. Όταν η Μαρκέλλα διαπίστωσε τον αναίσχυντο χαρακτήρα του σαρκολάτρη πατέρα της, εγκατέλειψε το πατρικό σπίτι και αναζήτησε καταφύγιο στα βουνά της περιοχής. Τότε ο πατέρας της κινούμενος από τις κτηνώδεις ορέξεις του και με απερίγραπτη μανία άρχισε να ψάχνει να βρει τη νεαρή και όμορφη Μαρκέλλα. Τότε η δύστυχη και έντρομη κόρη προσπάθησε να προστατευθεί και να σώσει την τιμιότητά της. Μία μεγάλη βάτος αποτέλεσε το ασφαλές καταφύγιο της Αγίας. Ένας βοσκός όμως αντιλήφθηκε τη Μαρκέλλα και υπέδειξε τη βάτο στον μανιακό πατέρα της. Τότε ο πατέρας έβαλε φωτιά στη βάτο για να την αναγκάσει να βγει έξω από αυτή. Η Μαρκέλλα κατάφερε και βρήκε διέξοδο και έτσι γλίτωσε από τα χέρια του σαρκολάτρη πατέρα της. Στη συνέχεια άρχισε να τρέχει πάνω στις πέτρες και τα βράχια, αλλά ο πατέρας της βλέποντας τη δυσκολία να τη φτάσει, αποφάσισε να τη σημαδέψει με το τόξο του και έτσι εκτόξευσε προς αυτή ένα βέλος. Η Αγία πληγώθηκε και το αγνό της αίμα πότισε τα βράχια. Παρόλα αυτά δεν έχασε την ψυχική της δύναμη και συνέχισε να τρέχει. Οι σωματικές της δυνάμεις άρχισαν όμως να την εγκαταλείπουν και κάποια στιγμή έπεσε κάτω ταλαιπωρημένη και πληγωμένη. Η βαθιά και ακλόνητη πίστη της την βοήθησε να βρει τη σωτήρια λύση. Με τα μάτια στραμμένα στον Ουράνιο Νυμφίο προσευχήθηκε και Του ζήτησε να σχίσει τον βράχο και να την κρύψει μέσα. Η παράκληση της Αγίας έγινε πραγματικότητα και έτσι ο βράχος σχίστηκε και δέχτηκε το σώμα της ενάρετης Μαρκέλλας μέχρι το στήθος. Ο σαρκολάτρης πατέρας φτάνοντας στον τόπο και βλέποντας το παράδοξο αυτό θαύμα, οργίστηκε ακόμη περισσότερο και έκοψε με ένα μαχαίρι τους μαστούς της και τους πέταξε στο βουνό. Στη συνέχεια αποκεφάλισε την κόρη του και πέταξε την κεφαλή της στη θάλασσα. Σύμφωνα με την παράδοση μία ασυνήθιστη λάμψη άρχισε να εκπέμπεται από την κεφαλή της Αγίας που στέφθηκε με τον ουράνιο και άφθαρτο στέφανο της άθλησης και της θεϊκής δόξας.

Ο σχισμένος βράχος που δέχτηκε το μαρτυρικό σώμα της Αγίας, αποτελεί μέχρι σήμερα για τους προσκυνητές σημείο ευλαβικής αναφοράς και πηγή ιαμάτων, αφού όσοι προσεύχονται με πίστη, παρατηρούν τον ερυθρό χρωματισμό των βράχων και το νερό να ατμίζει. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που με τη χάρη του Θεού έχει επιτελέσει η Αγία Μαρκέλλα από την εποχή του μαρτυρίου της έως τις ημέρες μας, ενώ μάρτυρες θαυμαστών σημείων έγιναν λαμπρές πνευματικές φυσιογνωμίες της Εκκλησίας μας, όπως ο Άγιος Μακάριος ο Νοταράς Επίσκοπος Κορίνθου, ο Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως και ο βιογράφος και συντάκτης της Ακολουθίας της Αγίας, Όσιος Νικηφόρος ο Χίος, οι οποίοι συχνά προσέρχονταν στον τόπο του μαρτυρίου της Αγίας για να προσευχηθούν. Η μνήμη της Αγίας ενδόξου παρθενομάρτυρος Μαρκέλλης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 22 Ιουλίου και λαμπρά πανήγυρις λαμβάνει χώρα στον φερώνυμο ιερό ναό της Αγίας που βρίσκεται επί της αμμώδους παραλίας στον ομώνυμο όρμο της Βολισσού και αποτελεί παγχιακό, αλλά και πανελλήνιο προσκύνημα.

Στη Χίο η Αγία Μαρκέλλα τιμάται επίσης με ομώνυμους ιερούς ναούς στα χωριά Καρυές και Άγιος Γεώργιος Συκούσης, αλλά και στις παραθαλάσσιες περιοχές Κώμη και Κάτω Φανά, ενώ επ’ ονόματί της τιμάται το ένα κλίτος του ιερού ενοριακού ναού της Αγίας Παρασκευής Καρδαμύλων, αλλά και γραφικό εκκλησάκι στο γειτονικό νησί των Ψαρών.


Η φιλοπατρία των απανταχού της Γης ευρισκομένων Χίων, αλλά και τα αναρίθμητα θαύματα της Αγίας οδήγησαν στην ανέγερση ιερών ναών επ’ ονόματι της πολυάθλου και ενδόξου παρθενομάρτυρος της Χίου. Έτσι η συνοικία του Βοτανικού στην Αθήνα κοσμείται με ενοριακό ναό της Αγίας Μαρκέλλας, ενώ τα τελευταία χρόνια ανεγέρθηκε περικαλλές παρεκκλήσιο στο όνομα της Αγίας και στην περιοχή της Κάτω Κηφισιάς. Στην Αττική παρεκκλήσια αφιερωμένα στην Αγία Μαρκέλλα υπάρχουν επίσης στην Ελευσίνα και στα Μέγαρα, ενώ η μνήμη της εορτάζεται και στον θεμελιωθέντα το 1878 ιερό ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς, όπου φυλάσσεται εικόνα της Αγίας, η οποία δωρήθηκε το 1905 από τους πρώτους Χιώτες έποικους. Στον περικαλλή και ιστορικό αυτό ναό του Πειραιώς λαμβάνει χώρα ο κατ’ έτος πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης της από τη Χιακή Αδελφότητα Αττικοβοιωτίας «Ο Κοραής». Γραφικά εξωκκλήσια - παρεκκλήσια επ’ ονόματι της Αγίας Μαρκέλλας έχουν καταγραφεί επίσης στις Σπέτσες, την Άνδρο, τη Μήλο, τη Σαντορίνη, τη Σάμο, τους Λειψούς, τη Λέρο, την Παστίδα Ρόδου και την Πάλαιρο Αιτωλοακαρνανίας. 

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός

Βιβλιογραφία

· Ασματική Ακολουθία, Βίος και Παρακλητικός Κανών της Αγίας παρθενομάρτυρος Μαρκέλλης της Χιοπολίτιδος, Έκδοσις Ιερού Προσκυνήματος Αγίας Μαρκέλλης, Βολισσός Χίου 1980