ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

29 Μαρτίου Ε΄ Κυριακή των Νηστειών , μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του εν αγίοις πατρός ημών Μάρκου επισκόπου Αρεθουσίω ν και των Αγίων μαρτύρων Βαραχησίου και Ιωνά

0 σχόλια

 

Ευαγγελικό ανάγνωσμα Ε΄ Κυριακής των Νηστειών 


Εν ταῖς ημέραις ἐκεῖναις, ἦσαν οἱ μαθηταί ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. Καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.


Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τις ημέρες ἐκείνες, ἀνέβαιναν οἱ μαθητές τὸν δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐβάδιζε πρὶν ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἦσαν κατάπληκτοι, ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἀκολουθοῦσαν ἐφοβοῦντο. Καὶ ἐπῆρε πάλιν κατὰ μέρος τοὺς δώδεκα καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς λέγῃ τὰ μέλλοντα νὰ τοῦ συμβοῦν, ὅτι, «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον καὶ θὰ τὸν παραδώσουν εἰς τοὺς ἐθνικούς. Θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν, θὰ τὸν φτύσουν καὶ θὰ τὸν θανατώσουν καὶ τὴν Τρίτη ἡμέραν θὰ ἀναστηθῇ».
Καὶ τὸν πλησιάζουν ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ λέγουν, «Διδάσκαλε, θέλομεν ἐκεῖνο, ποὺ θὰ σοῦ ζητήσωμεν, νὰ μᾶς τὸ κάνῃς». Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε, «Τί θέλετε νὰ σᾶς κάνω;». Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν, «Δός μας νὰ καθήσωμεν ὁ ἕνας εἰς τὰ δεξιά σου καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὰ ἀριστερά σου ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς δόξης σου». Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτῆρι, ποὺ ἐγὼ πίνω καὶ νὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα, ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι;». Ἐκεῖνοι εἶπαν, «Μποροῦμε». Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Τὸ ποτῆρι, ποὺ ἐγὼ θὰ πιῶ, θὰ τὸ πιῆτε καὶ θὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βαπτίζομαι. Τὸ νὰ σᾶς βάλω ὅμως νὰ καθήσετε εἰς τὰ δεξιά μου ἢ εἰς τὰ ἀριστερά, δὲν εἶναι δικαίωμά μου νὰ τὸ δώσω ἀλλ’ εἶναι δι’ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἐτοιμασθῆ». Καὶ ὅταν οἱ δέκα τὸ ἄκουσαν, ἄρχισαν νὰ ἀγανακτοῦν ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς ἐκάλεσε καὶ τοὺς λέγει, «Ξέρετε ὄτι ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦνται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν, τὰ καταδυναστεύουν, καὶ οἱ μεγάλοι ἄνδρες τους τὰ καταπιέζουν. Μεταξύ σας ὅμως δὲν θὰ συμβαίνῃ τὸ ἴδιο. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ γίνῃ μεγάλος μεταξύ σας, θὰ εἶναι ὑπηρέτης σας, καὶ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ εἶναι μεταξύ σας πρῶτος, θὰ εἶναι δοῦλος ὅλων. Διότι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ ὑπηρετηθῇ ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν ζωήν του λύτρον διὰ πολλούς».





Ε΄ Κυριακή των Νηστειών - Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας - Πορεία προς το Πάθος


Πορεία προς το Πάθος - “Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα”
Πλησιάζουμε προς το τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Ευαγγέλιο της ημέρας κάνει αναφορά στα Πάθη. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός αναγγέλλει ότι “ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσιν και γραμματεύσι, και κατακρινούσιν Αυτόν θανάτω”. Προετοιμαζόμενος κατά το Τριώδιο ο νους, η ψυχή και η καρδιά για την όσο το δυνατό καλύτερη προπαρασκευή των πιστών για άξιο εορτασμό των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου μας, μεταξύ άλλων το ευαγγελικό ανάγνωσμα μας ενημερώνει για την “σφαγήν την άδικον,” διαφυλάσσοντάς μας έτσι από τυχόν αισθήματα απαισιοδοξίας. Τονίζεται ταυτόχρονα ότι “ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθεν διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών”.
Το “ποτήριον”
Στο ευαγγέλιο ακούγεται καθαρά πλέον η προφητεία του Πάθους του Υιού του Θεού που πλησιάζει. “Ήρξατο αυτοίς λέγειν τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν”. Λίγος μόνο χρόνος μένει που θα είναι ο Κύριος μαζί με τους μαθητές του και πρέπει να τους μιλήσει και να τους προετοιμάσει για πολλά ακόμα. Κάνει ειδικότερα λόγο για το “ποτήριον” που μέλλει να πιεί. “Δύνασθαι πιείν το ποτήριον, ό εγώ πίνω;” ερωτά ο Κύριος του αποστόλους. Το “ποτήριον” του σημερινού ευαγγελίου μας υπενθυμίζει σαφώς την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή και το μελλούμενο Πάθος.
Ωστόσο, οι απόστολοι “σάρκα φρονούντες και κόσμον οικούντες” δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν ακόμα τους λόγους του Θεανθρώπου. Αντίθετα φιλονικούσαν για τις πρωτοκαθεδρίες και “ήρξαντο αγανακτείν” τόσον, που ο Χριστός τους είπε: “Ουκ οίδατε τι αιτείσθαι. Ος εάν θέλει υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων διάκονος”. Αυτή είναι η νέα τάξη πραγμάτων που εγκαινιάζει ο Σωτήρας μας με λόγια και με έργα. “Ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι”.




Η Μαρία η Αιγυπτία

Σήμερα η Εκκλησία μας τιμά και την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, η οποία αφού ελάμπρυνε την έρημο για σαρανταεπτά ολόκληρα χρόνια με την κατά Χριστόν άσκηση, μας κατέλιπε λαμπρό παράδειγμα μετάνοιας και επιστροφής στο Θεό. Έτσι όλα τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα του Τριωδίου βρίσκονται σε πλήρη σύνθεση και αρμονία με τα εορταζόμενα κατά τη διάρκεια του πρόσωπα, η αγία βιωτή των οποίων με τα συναξάρια και τα τροπάρια καθοδηγεί τους πιστούς στον αγιασμό και τη θέωση. Εις το συναξάριο της ημέρας διαβάζομεν: “Της Οσίας ταύτης η μνήμη τελείται μεν κατά την πρώτην Απριλίου, ετάχθη δε η αυτή και σήμερον, εγγίζοντος ήδη του τέλους της Αγίας Τεσσαρακοστής, προς διέγερσιν των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοιαν, εχόντων υπόδειγμα την εορταζομένην Αγίαν”.
Αγαπητοί αδελφοί, ο Κύριος μιλά στους μαθητές για το Πάθος Του, αλλά καλεί και όλους εμάς να ετοιμαστούμε κατάλληλα για να συνοδοιπορήσουμε μαζί Του και να Τον ακολουθήσουμε στη σταυρική του θυσία. Μια συνοδοιπορία που θα μας καταξιώσει να Τον συναντήσουμε Αναστημένο. Σ΄ αυτή την πορεία προβάλλει ως παράδειγμα και η ζωή της Μαρίας της Αιγυπτίας, η οποία με την μετάνοια και την επιστροφή της στο Θεό αποτελεί δείκτη και για τη δική μας ζωή.

Εκκλησία Κύπρου - Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.

 

Ο Άγιος Μάρκος Επίσκοπος Αρεθουσίων 

0329_markosΟ Άγιος Μάρκος ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίου (337-361 μ.Χ.). Ήταν Επίσκοπος Αρεθουσίων. Το έτος 341 μ.Χ. συμμετείχε στην Σύνοδο της Αντιόχειας. Στα Πρακτικά μάλιστα αυτής, διασώζεται «Έκθεσις Πίστεως Μάρκου Αρεθουσίων». Το επόμενο έτος συμμετείχε στην αντιπροσωπεία Επισκόπων, η οποία μετέβη στα Τρέβηρα για να συναντήσει τον αυτοκράτορα Κώνσταντα. Το έτος 343 μ.Χ. έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Φιλιππουπόλεως και το έτος 351 μ.Χ. στην Σύνοδο του Σιρμίου, η οποία καταδίκασε τον Φωτεινό, Επίσκοπο Σιρμίου, ως οπαδό του αιρετικού Επισκόπου Αγκύρας, Μαρκέλλου. Τον συναντάμε, επίσης, στην Σύνοδο της Σελευκείας της Ισαυρίας, το έτος 358 μ.Χ.
Ο Άγιος Μάρκος αναδείχθηκε μεγάλος διώκτης της ειδωλολατρίας και οδήγησε με τον φιλόθεο βίο και το ευαγγελικό κήρυγμά του πολλούς Εθνικούς στην αληθινή πίστη. Με την προτροπή του δε οι Χριστιανοί, οι οποίοι προέρχονταν από τον κόσμο των Εθνικών, γκρέμισαν έναν ειδωλολατρικό ναό. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης απαιτούσε από τον Άγιο ή να δώσει αποζημίωση για τον κατεστραμμένο ναό ή να τον ξαναοικοδομήσει. Γι’ αυτό, όταν πληροφορήθηκε την σύλληψη πολλών Χριστιανών για το συγκεκριμένο γεγονός, παρουσιάσθηκε μόνος του στις αρχές πού τον καταδίωκαν, το 363 μ.Χ.
Το μαρτύριο και τα βασανιστήρια, τα οποία υπέστη ο Άγιος Μάρκος, χαρακτηρίζονται από τον Θεοδώρητο Κύρου ως πραγματική τραγωδία. Να πώς περιγράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος το μαρτύριο του Αγίου: «Οδηγούσαν τον γέροντα Επίσκοπο, τον εθελοντή αθλητή, διά μέσου της πόλεως και σε όλους ήταν σεβαστός για την πολιτεία του, πλην των διωκτών και τυράννων, πού αγωνίζονταν πώς να υπερβάλλουν ο ένας τον άλλον στην θρασύτητα κατά του πρεσβύτου. Τον έσυραν διά μέσου πλατειών, τον ωθούσαν προς υπονόμους, τον έσυραν από τα μαλλιά και τα γένια. Δεν υπήρχε μέλος του σώματός του πού να μην υπέστη μαζί με τις κακώσεις και ταπείνωση. Τον ύψωναν μετέωρο από τα πόδια και με τις μυτερές γραφίδες έκαναν παιχνίδι τους την τραγωδία. Του τρυπούσαν τα αυτιά… Τον κρέμασαν ψηλά μέσα σε δίχτυ και τον άλειψαν με μέλι και αλάτι. Οι σφίγγες και οι μέλισσες τον κεντούσαν, ενώ το καταμεσήμερο ο ήλιος με τις καυστικές του ακτίνες αύξανε την φλόγωση».
Ο Άγιος Μάρκος τα υπέμεινε όλα με καρτερία και ανεξικακία. Ευχαριστούσε και δοξολογούσε το Όνομα του Τριαδικού Θεού.
Ο ύπαρχος της πόλεως Αρεθούσης θαύμασε την γενναιότητα και την πνευματική ανδρεία του Αγίου Μάρκου και εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του προς τον αυτοκράτορα Ιουλιανό για τον διωγμό του Αγίου. Ζήτησε δε μάλιστα την απελευθέρωσή του. Ο Άγιος όχι μόνο ελευθερώθηκε, αλλά με την Χάρη του Θεού βάπτισε Χριστιανούς και τους διώκτες του.
Ο Άγιος Μάρκος κοιμήθηκε με ειρήνη.

Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τώ Σταυρώ.
Αρεθουσίων ο σοφός Ποιμενάρχης, υπέρ Χριστού Μάρκε στερρώς ηνωνίσω, εν τη Φοινίκη δε ω Κύριλλε Διάκονε, Μάρτυς ώφθης ένθεος, και εν Γάζη τη πόλει, άμα και Ασκάλωνι, Ιερείς θεοφόροι, μετά Γυναίων ήθλησον σεμνών, ούς ως οπλίτας, Χριστού μακαρίσωμεν.


Βίος  των Αγίων Μαρτύρων  Βαραχησίου, Ιωνά και των συν αυτοίς, Πολιούχων Φαράσων της Καππαδοκίας 


Οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες έζησαν κατά τους χρόνους του βασιλέως των Περσών Σαβωρίου και του αυτοκράτορος Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου.
Οι Άγιοι Ιωνάς και Βαραχήσιος, όντας μοναχοί, αναχώρησαν για την Περσία. Εκεί στην πόλη Μαρβιαβώχ, βρήκαν τους Αγίους Μάρτυρες: Άβιβο, Ζανιθά, Ηλία, Λάζαρο, Μάρη, Μαρουθά, Ναρσή, Σάββα και Σιμιάθη, οι οποίοι ήταν έγκλειστοι στην φυλακή και τους ενθάρρυναν προς τους μαρτυρικούς αγώνες. Γι’ αυτό τον λόγο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στους άρχοντες των Περσών Μασδράδ, Σιρώ και Μαρμισή, οι οποίοι τους συμβούλευσαν να αρνηθούν τον Χριστό και να προσκυνήσουν την φωτιά, το νερό και τον ήλιο. Επειδή όμως δεν υπάκουσαν, τους έδεσαν και άρχισαν να τους χτυπούν αλύπητα. Και αφού τους χτύπησαν, τους έσυραν με τραχιά ραβδιά και τους άφησαν έξω στην παγωνιά όλη τη νύχτα.
Στη συνέχεια, έκοψαν τα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών του Αγίου Ιωνά και τον έδεσαν σφικτά σε δένδρο. Εκεί τον πριόνισαν στη μέση και τον έριξαν σε βαθύ λάκκο, όπου και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. Τον Άγιο Βαραχήσιο, αφού τον έσυραν γυμνό στα αγκάθια, τον έριξαν σε λάκκο και έχυσαν βραστή πίσσα επάνω στον φάρυγγά του, και έτσι τελειώθηκε ο βίος του.
Το ίδιο σκληρά βασανίσθηκαν και οι άλλοι Άγιοι Μάρτυρες, οι οποίοι θανατώθηκαν με πικρότατο θάνατο. Τα ιερά λείψανα αυτών αγοράστηκαν από κάποιον ευσεβή Χριστιανό, ο οποίος τα ενταφίασε με ευλάβεια.
Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χορόν εννεάριθμον, πανευκλεών Αθλητών, και λόγοις και πράξεσι, προς μαρτυρίου οδόν, λαμπρώς ενισχύσατε: όθεν ηγωνισμένοι, συν αυτοίς θεοφρόνως, άμα Βαραχησίω, Ιωνά θεοφόρε, πρεσβεύσατε τω Κυρίω, χάριν δούναι ημίν και έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Η των Μαρτύρων ενδεκάριθμος φάλαγξ, ανευφημείσθω μελωδίαις ασμάτων, συν Ιωνά ο θείος Βαραχήσιος, Άβιβος και Λάζαρος, και Ναρσής και Ηλίας, Μάρης Σιμεήθης τε, Μαρουθάς ο θεόφρων, και Ζανιθάς και Σάββας ο στερρός, υπέρ ημών γαρ, Χριστόν ικετεύουσι.
Μεγαλυνάριον.
Στίφος ενδεκάριθμον Αθλητών, εχθρών μυριάδας, ετροπώσαντο νοητών, ων τας αριστείας, αινούντες χαρμοσύνως, Χριστόν τον αθλοθέτην, υπερδοξάσωμεν.

28 Mαρτίου μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ηρωδίωνος

0 σχόλια


Άγιος Ηρωδίων ο Απόστολος



Ῥόδον νοητὸν ὢν σαφῶς Ἡρῳδίων,
Ξίφει τρυγηθείς, αὖθις ἀνθεῖ ἐν πόλῳ.
Βιογραφία
O Άγιος Ηρωδίων, ανήκε στο κύκλο των εβδομήκοντα Αποστόλων του Κυρίου. Μετά την ανάληψη του Χριστού, ο Άγιος αφοσιώθηκε στη διάδοση του Ευαγγελίου και υπήρξε συνεργάτης των 12 Αποστόλων και ιδιαίτερα του Απόστολου Πέτρου. Μετά το μαρτυρικό θάνατο του απόστολου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, στην εκκλησία της Πάτρας επίσκοπος έγινε ο Ηρωδίων. Από τη νέα του θέση έδειξε όλες τις αρετές πού τον κοσμούσαν. Για τη χριστιανική του όμως δράση, συνελήφθη από τούς Ιουδαίους και τούς ειδωλολάτρες. Αφού τον έδειραν άγρια και τον λιθοβόλησαν, στο τέλος τον έσφαξαν με τον πιο ωμό τρόπο. Έτσι με μαρτυρικό τρόπο επισφράγισε την πίστη του στο Σωτήρα και Λυτρωτή του Κύριο.

Ἀπολυτίκιον
Τῆς Ὑπάτης φωστῆρα καί ποιμένα θεόληπτον, τοῦ Παρακλήτου σέ χάρις, Ἠρῳδίων ἀνέδειξεν ἐν ταύτῃ γάρ Ἀπόστολε τό φῶς ἐκήρυξας τό θεῖον τοῦ Χριστοῦ, καί ὡδήγησας πρός πίστιν τήν ἀληθήν τούς εὐσεβῶς βοῶντάς σοι δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διά σοῦ, ἡμῖν τά κρείττονα

Παρασκευή Ε' εβδομάδος των Νηστειών και στο Μικρό Απόδειπνο ψάλλονται οι 24 οίκοι του Ακαθίστου Ύμνου

0 σχόλια

Τι είναι ο Ακάθιστος Ύμνος;

Από το ιστολόγιο xristianos.gr




Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι 
πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα 
παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης 
Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική 
ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν 
μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα 
λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και 
αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από 
τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για 
την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα 
εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες 
απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή 
της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια 
ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, 
στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν 
μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως
τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.



Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των 
Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική 
έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο 
ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο 
της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της 
Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις 
διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον 
άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην 
Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε 
συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των 
Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο 
επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, 
οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα 
του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία 
άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους 
εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, 
να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του 
Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως 
Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί 
Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας 
Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα 
στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου 
ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 
752 ή 754 μ.Χ.



Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο 
Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά 
προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη 
διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των 
ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης 
του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του Αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη 
Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του 
όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο 
σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε 
η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. 
Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. 
Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός 
χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του 
Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.



27 Μαρτίου μνήμη της Αγίας μάρτυρος Ματρώνης της εν Θεσσαλονίκη , της Ομολογητρίας

0 σχόλια

Η Αγία Ματρώνα η Ομολογήτρια η εν Θεσσαλονίκη 

Η Οσία Ματρώνα έζησε στη Θεσσαλονίκη και συγκαταλέγεται μεταξύ των Μαρτύρων των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας μας, κατά την περίοδο των διωγμών. Υπήρξε ακόλουθος μιάς πλούσιας και ευγενούς Ιουδαίας, με το όνομα Παντίλλα ή Παυτίλλα, η οποία ήταν σύζυγος του στρατοπεδάρχη της Θεσσαλονίκης. Καθημερινά συνόδευε την κυρία της στη συναγωγή της πόλεως, όπου ωστόσο δεν πήγαινε η ίδια, διότι κρυφά κατέφευγε σε χριστιανικό ναό, για να προσευχηθεί.
Μοιραία, όμως, επειδή για πολύ καιρό η Ματρώνα ξεγελούσε την κυρία της, μία λάθος κίνηση στάθηκε αφορμή για να αποκαλυφθεί η ταυτότητά της. Σε μία εορτή των Ιουδαίων, κατά την οποία συνήθιζαν να τρώνε πικρά χόρτα και άζυμα, η Ματρώνα άργησε να επιστρέψει από το ναό και όταν έφθασε στην συναγωγή γινόταν η τελετή των Επιτιμίων. Ένας από τους δούλους της Παντίλλας κατήγγειλε ότι η Ματρώνα ήταν Χριστιανή και ότι εξαπατά την κυρία της, φροντίζοντας κάθε φορά πού αυτή προσερχόταν στην συναγωγή, εκείνη να πηγαίνει στην Εκκλησία. Αυτό προκάλεσε την οργή της Παντίλλας, πού δεν δίστασε, ξεσπώντας σε κραυγές, να την κατηγορήσει ότι είναι εχθρική προς αυτήν. Διέταξε αμέσως την σύλληψή της και, αφού την συνέλαβαν και την έδεσαν, άρχισαν να την μαστιγώνουν. Η Ματρώνα, όμως, με παρρησία δήλωσε ότι είναι Χριστιανή και ότι, αν και η κυρία της εξουσίαζε το σώμα της και την ίδια της την ζωή, ωστόσο δεν μπορούσε να την μεταπείσει σε όσα πίστευε.
Η Παντίλλα, αφού την αλυσόδεσε, διέταξε να την φυλακίσουν και να σφραγίσουν την πόρτα του κελιού της. Έπειτα από τρεις ημέρες, νωρίς το πρωί, πήγε η ίδια να δεί αν η Ματρώνα ζεί. Έκπληκτη διαπίστωσε ότι είχε ελευθερωθεί από τα δεσμά της και στεκόταν φωτεινή ψάλλοντας, χωρίς να έχει το παραμικρό ίχνος τραύματος και βασανισμού. Εξοργισμένη η Παντίλλα διέταξε να δέσουν πάλι την Ματρώνα και να την μαστιγώσουν ανηλεώς. Εκείνη, έκπληκτη για την ιδιαίτερη σκληρότητα της κυρίας της, την ρώτησε γιατί την βασάνιζε, ομολογώντας ωστόσο την πίστη της στον Χριστό. Καταπονημένη από τα βασανιστήρια και μην μπορώντας να σταθεί στα πόδια της, η Ματρώνα κλείσθηκε και πάλι στην φυλακή.
Έπειτα από τρεις ημέρες, όταν η Παντίλλα επισκέφθηκε το κελί της φυλακής της Αγίας, αντίκρισε το ίδιο θέαμα. Την Μάρτυρα απελευθερωμένη από τα δεσμά της, με το ίδιο φωτεινό πρόσωπο, παρά τα βασανιστήρια και την πείνα πού υπέστη επί δεκατέσσερις ημέρες. Τότε η κυρία της, γεμάτη οργή, διέταξε να δέσουν την Ματρώνα σε δρύινα ξύλα και να την βασανίσουν. Εξαντλημένη η Αγία από τις μαστιγώσεις και με το σώμα της γεμάτο σημάδια, ψέλλισε με αδύναμη φωνή λίγες λέξεις προσευχής και παρέδωσε το πνεύμα της.
Η Παντίλλα διέταξε τότε κάποιον με το όνομα Στρατόνικος, να τυλίξει το λείψανο της Αγίας σε δέρμα και στην συνέχεια να το ρίξει έξω από τα τείχη της πόλεως. Το ιερό λείψανό της το παρέλαβαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν με ευλάβεια κοντά στην Λεωφόρο, δηλαδή την Εγνατία οδό. Μετά το τέλος των διωγμών, ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος πήρε το σκήνωμα της Μάρτυρος και το μετέφερε μέσα στην πόλη και, αφού έκτισε ναό, το απέθεσε εντός αυτού.
Την εποχή της Φραγκοκρατίας, όμως, το σκήνωμα της Αγίας μεταφέρθηκε στην Βαρκελώνη και εναποτέθηκε σε ναό, που καταστράφηκε κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Εκτός των τειχών της Θεσσαλονίκης υπήρχε και μονή αφιερωμένη στην Αγία Ματρώνα.
Απολυτίκιο. Ήχος γ΄. Την ωραιότητα.
Γνώμην αήττητον, Ματρώνα φέρουσα, πίστιν την ένθεον, άσυλον έσωσας, μή δουλωθείσα την ψυχήν, Εβραίων τη απηνεία όθεν αριστεύσασα, και τον δόλιον κτείνασα, μυστικώς νενύμφευσαι, τω Δεσπότη της κτίσεως. Αυτόν ουν εκτενώς εκδυσώπει, πάσης ημάς ρυσθήναι βλάβης.

Τη αυτή ημέρα , Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος.

0 σχόλια


Ὁ Μέγας Κανών


ΠΕΡΙΣΠΟΥΔΑΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

Τοῦ κ. Ἰωάννου Φ. Ἀθανασοπούλου Θεολόγου-Φιλολόγου

Θρησκευτικὸ ἀλλὰ καὶ ἐθνικὸ κειμήλιο ἀνεκτίμητης ἀξίας εἶναι ἡ Ὑμνογραφία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὅλα σχεδὸν τὰ ὑμνολογικὰ κείμενα εἶναι περισπούδαστα ποιητικὰ ἔργα μεγάλης πνοῆς καὶ συνθέσεως ἐκ τῶν ὁποίων μερικὰ οὔτε καὶ αὐτὴ ἡ ποιητικὴ δημιουργία τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος μπορεῖ νὰ προσεγγίσει. Παράδειγμα ἀδιάψευστον ὁ Μέγας Κανών, ἀπὸ τοὺς περισσότερο γνωστοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ψάλλεται τμηματικῶς μὲν κατὰ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ἀποδείπνου τῶν τεσσάρων πρώτων ἡμερῶν τῆς Α´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καὶ ὁλόκληρος το ἑσπέρας τῆς Τετάρτης τῆς Ε´ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν «μετὰ συντετριμμένης καρδίας». Ἔχει μελοποιηθεῖ σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου, ποὺ εἶναι ἦχος κατανυκτικὸς καὶ ἐκφραστικός, ἰδιαίτερα τοῦ πένθους καὶ τῆς συντριβῆς τῆς ψυχῆς. Κατὰ τὴν σχετικὴ διάταξη τοῦ Τριωδίου 1, «τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας, περὶ ὥραν θ´ της νυκτὸς σημαίνει. Καὶ συναχθέντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως., ἀρχόμεθα ψάλλειν τὸν Κανόνα ἀργῶς καὶ ἐν κατανύξει, ποιοῦντες εἰς καθὲν τροπάριον μετανοίας γ´ καὶ λέγοντες: «Ἐλέησον μὲ ὁ Θεός, ἐλέησόν με».
Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ὁ κατανυκτικότερος, ὁ πλέον συγκινητικὸς μεταξὺ ὅλων τῶν Κανόνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ εἶναι μέγας κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοιά του. Ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος ἠθέλησε νὰ συνθέσει ὄχι τρία ἢ τέσσαρα τροπάρια γιὰ τὴν κάθε ᾨδή, ὅπως ἔχουν συνήθως οἱ ἄλλοι κανόνες, ἀλλὰ περισσότερα. Συγκεκριμένα ἀποτελεῖται ἀπὸ 11 Εἰρμοὺς 2 καὶ 250 Τροπάρια, προφανῶς κατὰ μίμηση τῶν στίχων τῶν ἐννέα βιβλικῶν ὠδῶν, ἑνὸς ἑκάστου τῶν τροπαρίων «ἄρρητον ἀποστάζοντος ἡδονήν». Κατὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Τριωδίου «λέγεται Μέγας Κανών, ἴσως ἂν τις εἰπῆ καὶ κατ᾿ αὐτὰς τὰς ἐννοίας καὶ τὰ ἐνθυμήματα· γόνιμος γάρ ἐστιν ὁ τούτου ποιητὴς ἀρίστως αὐτὰ συντιθέμενος».3 Στὸ τέλος ἑκάστης Ὠδῆς ὑπάρχουν ἀνὰ δύο μεταγενέστερα τροπάρια, ἐνσωματωμένα στὸν Μέγα Κανόνα ἀφιερωμένα στὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία, ὁ βίος τῆς ὁποίας «πολλὴν τοῖς ἐπταικόσι καὶ ἁμαρτάνουσι παραμυθίαν ὃ ἴδωσι, εἰ μόνον τῶν φαύλων ἀποστῆναι βούλοιντο 4 καὶ τέλος ἕνα στὸν ποιητὴ τοῦ Κανόνος, τῶν ὁποίων πιθανὸς συνθέτης εἶναι ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος.
Δημιουργὸς αὐτοῦ του ἐκτενοῦς ὑμνογραφικοῦ ἀριστουργήματος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ὑμνογράφους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, ὁ Ἱεροσολυμίτης, τοῦ ὁποίου τὸ ὑμνογραφικὸ τάλαντο τὸν ἀνέδειξε "κιθάραν μελῳδοῦσαν τὰ τοῦ πνεύματος, ζωγράφον τῆς τοῦ βίου ματαιότητος, δογματιστὴν ἀληθέστατον". 5
2. Ὅλος ὁ Μέγας Κανὼν διακρίνεται γιὰ τὸ πένθιμο καὶ θρηνῶδες ὕφος, τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου, τὸν πλούσιο λυρισμό, τὰ ἄφθονα ποιητικὰ στοιχεῖα καὶ τὴν περίτεχνη σύνθεση. Παρουσιάζει ἀνάγλυφη μίαν ἀνατομία τοῦ ὅλου ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου ὡς οὐσίας ἀλλὰ καὶ ὡς ὑποστάσεως. Διατυπώνει δηλαδὴ κατὰ τρόπον ἐπιγραμματικὸ στὰ τροπάρια τῶν Ὠδῶν τὴν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ἀνθρώπου ὡς θείου δημιουργήματος, τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τέλος τῆς ἀναγεννημένης ἐν Χριστῷ, δὶ εἰλικρινοῦς μετανοίας, ἀνθρωπίνης προσωπικότητος.
Εἰδικότερα ὁ δημιουργὸς τοῦ Μεγάλου Κανόνος περιγράφει τὴν μακαρία προπτωτικὴ κατάσταση τῶν πρωτοπλάστων, γιὰ νὰ ἀναφερθεῖ ἀκολούθως στὸν «πεπτωκότα ἄνθρωπον» καὶ στὶς συνέπειες τῆς παρακοῆς του. Γράφει συγκεκριμένα στὴν Α´ ὠδὴ τοῦ Κανόνος: «Τὸν πηλὸν ὁ Κεραμεὺς ζωοποιήσας ἔθηκάς μου σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ πνοὴν καὶ ζωήν». Προφανῶς ὁμιλεῖ γιὰ τὶς δύο διαστάσεις τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖες τὸν συνδέουν ὀργανικὰ μὲ τὴν ὑλικὴ καὶ τὴν πνευματικὴ διάσταση τῆς κτίσεως καὶ τὸν ἀναδεικνύουν «ἀνακεφαλαιωτὴν τοῦ σύμπαντος». 6
Ὁ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ δημιουργηθεὶς ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο δημιούργημα. Τοποθετήθηκε στὸν Παράδεισο καὶ τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν ἡ κυριότητα τῆς ἀλόγου κτίσεως, γευόμενος καὶ ἀπολαμβάνων ἐκεῖ, κατὰ τὸν ἱερὸν ὑμνογράφον, «τὸ πρωτόκτιστον κάλλος» (Β, 11), «τῆς ψυχῆς τὸ ὡραῖον» (Β, 6) «της ἀϊδίου βασιλείας καὶ τρυφῆς (Α, 3). Προσβλέψας ὅμως στὸ ὡραῖον τοῦ «φυτοῦ» ἔκαμε κακὴν χρήση τῆς ἐλευθερίας του καὶ μὴ νοήσας τὶς καταστροφικὲς συνέπειες τῆς παρακοῆς του, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ κατέστη δοῦλος τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Τοιουτοτρόπως τὸ «κατ᾿εἰκόνα» ἀμαυρώθηκε, τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μετετράπη σὲ ἀνομοιότητα καὶ ὁ ἄνθρωπος, χάνοντας τὴν «θεοΰφαντη» στολή του «ἐνδύεται τοὺς δερμάτινους χιτῶνες καὶ ἀπὸ θεολογικὸ ξεπέφτει σὲ βιολογικὸ ὄν». 7 Ἡ πράξη τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ οἱ ἐξ αὐτῆς συνέπειες εἶναι διάσπαρτες στὰ τροπάρια τοῦ Μ. Κανόνος. Γράφει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος: «Προσέβλεψα τοῦ φυτοῦ τὸ ὡραῖον, ἠπατήθην τὸν νοῦν καὶ ἔνθεν κεῖμαι γυμνὸς καὶ καταισχύνομαι» (Β´ 9). Ἀπώλεσα τὸ πρωτοκτιστὸν κάλλος καὶ τὴν εὐπρέπειάν μου καὶ ἄρτι κεῖμαι γυμνός.» (Β´ 11). «Ἐσπίλωσα τὸν τῆς σαρκός μου χιτῶνα καὶ κατερρύπωσα τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν (Β´ 15). Μάλιστα γιὰ νὰ τονίσει ἰδιαιτέρως τὴν κατάσταση στὴν ὁποίαν περιῆλθε διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος θὰ προσθέσει: «Τὸ σῶμα κατερρυπώθην, τὸ πνεῦμα κατεσπιλώθην, ὅλος ἡλκώθην» (Δ, 17), ἀφοῦ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακοῆς ἀφοροῦν στὸ συναμφότερον τοῦ ἀνθρώπου, τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, σὲ πολλὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος χρησιμοποιεῖ Α´ πρόσωπο κατὰ τὴν περιγραφὴ τῶν παραπτωμάτων, ὅπως «προσέβλεψα», «ἐσπίλωσα», «διέρρηξα», «ἠπατήθην», «παρέβην», «γέγονα φονεὺς συνειδότος ψυχῆς» κ.ἄ., γιὰ νὰ προσθέσει ὅτι «οὐ γέγονεν ἐν βίῳ ἁμάρτημα, οὐδὲ πρᾶξις, οὐδὲ κακία, ἣν ἐγώ, Σωτήρ, οὐκ ἐπλημμέλησα» (Δ.4). Εἶναι ὅμως προφανὲς ὅτι δὲν εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, οὔτε περιγράφει δικά του ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ἀποβλέπει σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους εἰς τρόπον, ὥστε τὸ ὑμνογράφημά του νὰ ἀποτελεῖ περιγραφὴ τῶν ψυχικῶν καὶ ἠθικῶν παραπτωμάτων τῆς ἀνθρωπότητος ὁλοκλήρου. 8 Συνεπῶς ὅταν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐννοεῖ τὸν ἄνθρωπον ὡς γένος καὶ ὄχι ὡς ἄτομον, ὁ ὁποῖος συναισθανόμενος τὴν ἁμαρτωλότητά του, ντρέπεται, συστέλλεται, θρηνεῖ καὶ ὁ θρῆνος διήκει δὶ ὅλων των ὠδῶν τοῦ Κανόνος. Ἐδῶ μάλιστα ἡ ὁμολογία τῆς ἁμαρτίας «συνιστᾶ κίνησιν ἀντίθετον ἐκείνης ἡ ὁποία εἶχεν ἀρχίσει κατὰ τὴν πρώτην διάπραξιν τῆς ἁμαρτίας. Ἐκεῖ ὑπῆρξεν ἄρνησις τῆς ἁμαρτίας, ὡς καὶ μεταβίβασις εὐθυνῶν, ἐνῶ ἐδῶ ὑπάρχει κατάφασις τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀποδοχὴ εὐθυνῶν». 9
Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ διφυής, ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, ἀσύγχυτη δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ θεμελιώδη διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ὅμως ἡ ψυχὴ συγκρινόμενη πρὸς τὸ σῶμα ἔχει ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀξία. 10
Ἡ ὑπεροχὴ τῆς ψυχῆς ἔναντί του σώματος ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ μὲν εἶναι ἀθάνατος, ἐνῶ ἐκεῖνο εἶναι θνητόν. Ὅταν ὅμως ἡ ψυχὴ διαπράττει τὶς ἁμαρτίες, τὸ σῶμα, γράφει ὁ ποιητὴς τοῦ Κανόνος, συμπάσχει μετ᾿ αὐτῆς: «Ἐξαγγέλλω σοι Σωτήρ, τὰς ἁμαρτίας ἃς ἐργασάμην καὶ τὰς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μου πληγάς, ἅς μοι ἔνδον, μιαιφόνοι λογισμοὶ λῃστρικῶς ἐναπέθηκαν». (Α, 11). Καὶ προκειμένου νὰ τονίσει ἰδιαιτέρως αὐτὴν τὴν κατάσταση γράφει σὲ ἄλλο τροπάριο τοῦ Κανόνος: «Τὸ σῶμα κατερρυπώθην, τὸ πνεῦμα κατεσπιλώθην, ὅλος ἡλκώθην» (Δ, 17). Ὠσαύτως σὲ ἄλλο σημεῖο προσθέτει ὅτι ἡ «τετραυματισμένη» ψυχὴ (Θ, 3) ἂν καὶ εἶναι ἄϋλος, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ σῶμα, «βλάπτεται» ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ σώματος (Δ, 26), διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρακοῆς ἀφοροῦν στὸ συναμφότερον τοῦ ἀνθρώπου. Ἀναγνωρίζεται συνεπῶς ἀπὸ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο ὅτι ἡ ἁμαρτία, τὰ πάθη γενικῶς, τραυματίζουν τόσον τὸ σῶμα, ὅσον καὶ τὴν ψυχή. Εἰδικότερα μάλιστα τὴν ψυχὴ ἡ ὁποία εἶναι τὸ ὕψιστο ἀγαθὸν καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει στὸν κόσμο ἄλλο ἀντάλλαγμα ἰσάξιο αὐτῆς. 11 Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν ψυχή, συνομιλῶν τρόπον τινὰ μετ᾿ αὐτῆς, γράφει: «Οἶμοι τάλαινα ψυχή! Τί ὠμοιώθης τῇ πρώτῃ Εὔᾳ;» (Α´ 4). «Ἀνάνηψον, ὦ ψυχή μου, τὰς πράξεις σου ἃς εἰργάσω» (Δ´ 3). «Γρηγόρησον ὦ ψυχή μου...» (Δ´ 9), «Ψυχὴ μετανόησον...» (Θ´ 6) κ.ἄ.
3. Ὅμως μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου «τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν», δημιουργεῖται ἡ ἀνάπλαση καὶ ἀνακαίνισή τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διασαλπίζει μὲ πολὺ λυρισμὸ ὁ ὑμνογράφος στὸν «Εἱρμὸ» τῆς θ´ ὠδῆς τοῦ Κανόνος: «Ἀσπόρου συλλήψεως, ὁ τόκος ἀνερμήνευτος Μητρὸς ἀνάνδρου, ἄφθορος ἡ κύησις, Θεοῦ γὰρ ἡ γέννησις κοινοποιεῖ τὰς φύσεις».
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου εἶναι «μυστήριον ξένον, ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐν τῷ Θεῷ». 12 Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας μας. Γράφει ὁ ἱερὸς ποιητής: «Σὺ εἶ ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς, σὺ εἶ ὁ πλαστουργός μου, ἐν σοὶ Σωτὴρ δικαιωθήσομαι» (Γ´ 7). Τὸ ἔργον ὅμως τῆς σωτηρίας δὲν πραγματοποιεῖται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀπαιτεῖται καὶ ἡ συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ θέλει νὰ σωθεῖ καλεῖται νὰ πραγματοποιήσει διὰ τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας του ἀλλαγὴ τρόπου ζωῆς. Ἂν ἡ ἁμαρτία εἶναι ἄρνηση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ, διασκορπισμὸς τοῦ πλούτου τῶν θείων χαρισμάτων, ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια σημαίνει μεταβολὴ τοῦ νοῦ, τὴν ἑκούσια ἄρνηση τοῦ κακοῦ, τὴν νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, μὲ ἐναγώνιο πόθο ζητεῖ «δάκρυα μετανοίας», γιὰ νὰ νίψει τὶς κόρες τῶν ματιῶν τῆς ψυχῆς του καὶ νὰ ἀτενίσει ἐν συνεχείᾳ «τὸ προαιώνιον φῶς», τ.ε, τὸν Χριστό: «Σιλωὰμ γενέσθω μοὶ τὰ δάκρυά μου, Δέσποτα Κύριε, ἵνα νίψωμαι κἀγὼ τὰς κόρας τῆς ψυχῆς μου καὶ ἴδω σε νοερῶς, τὸ φῶς τὸ τῶν πρώτων αἰώνων» (Ε, 21). Παραβάλλει μάλιστα τὰ δάκρυα πρὸς τὴν ἰαματικὴ ἐκείνη δύναμη ποὺ εἶχαν τὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ, ἐνῶ σὲ ἄλλο τροπάριο τοῦ Κανόνος, ὑπογραμμίζων τὴν σημασία τους, ὑπενθυμίζει τὴν σωτηρία τῶν Νινευιτῶν (Η, 8, 10), ἀλλὰ καὶ τὴν περίπτωση τοῦ Ἰωνᾶ ζητοῦντος γιὰ τὴν σωτηρία του δάκρυα (Η, 9). Ἡ σημασία τῶν δακρύων, κατὰ τὴν ἔμπρακτη ἐκδήλωση τῆς μετανοίας, καταλαμβάνει ἐξέχουσα θέση στὸν Μεγάλο Κανόνα.
Ὅμως δὲν ἀρκεῖται μόνον ὁ ὑμνογράφος σὲ προτροπὲς καὶ στὴν ἀναζήτηση τρόπου μετανοίας, ἀλλὰ προβάλλει συγχρόνως καὶ Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ βοηθήσει, ὥστε νὰ γίνει πραγματικότης ἡ μετάνοια. Εἶναι ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σαρκωθεῖς Λόγος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθυνόμενος ὁ ποιητὴς γράφει: «Σοὶ προσπίπτω Ἰησοῦ. Ἡμάρτηκά σοι, ἱλάσθητί μοι, ἆρον τὸν κλοιὸν ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας καὶ ὡς εὔσπλαχνος δὸς δάκρυα μετανοίας» (Α´, 22). Καὶ σὲ ἄλλο τροπάριο τῆς στ´ Ὠδῆς: «Λιμένα σε, γινώσκω γαλήνιον Δέσποτα Χριστὲ ἀλλ᾿ ἐκ τῶν ἀδύτων βυθῶν τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀπογνώσεως προφθάσας ρῦσαί με» (στ´, 13). Προκειμένου μάλιστα νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ συνειδητοποιήσει τὴν «παρὰ φύσιν» κατάσταση στὴν ὁποίαν ὁδηγεῖται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ τὸν ἐνισχύσει στὴν ἀπόφαση καὶ στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐπιστροφή του στὸν προπτωτικὸ «κατὰ φύσιν» ἄνθρωπο, ὅπως αὐτὸς τελειοποιήθηκε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ ἰδιαίτερα ἔντεχνο τρόπο ἀναφέρεται σὲ μεγάλα βιβλικὰ θέματα καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἀπὸ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο ἀναλόγως μὲ τὴν συμπεριφορά τους πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν διαγωγή τους μέσα στὴν Ἰσραηλιτικὴ κοινωνία, εἴτε πρὸς μίμηση, εἴτε ὡς παραδείγματα πρὸς ἀποφυγήν: «Τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἅπαντας παρήγαγόν σοι ψυχή, πρὸς ὑπογραμμὸν μίμησαι τῶν δικαίων τὰς φιλοθέους πράξεις ἔκφυγε δὲ πάλιν, τῶν πονηρῶν τὰς ἁμαρτίας» (Η, 12). Ἀναφέρεται ὠσαύτως σὲ πρόσωπα καὶ σὲ θαύματα τῆς Καινῆς Διαθήκης, προτρέπων καὶ διὰ τούτων «πᾶσαν ψυχήν, ὅσα μὲν ἀγαθά της ἱστορίας ζηλοῦν καὶ μιμεῖσθαι πρὸς δύναμιν. καὶ ἀεὶ πρὸς Θεὸν ἀνατρέχειν διὰ μετανοίας, διὰ δακρύων καὶ ἐξομολογήσεως καὶ τῆς ἄλλης δηλονότι εὐαρεστήσεως». 13
4. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Μέγας Κανὼν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης εἶναι ἕνα πρωτότυπο στὸ εἶδός του λειτουργικὸ καὶ ἰδιαίτερα κατανυκτικὸ κείμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διακρινόμενο γιὰ τὸν ἔντονο λυρικὸ καὶ θρηνητικὸ χαρακτῆρά του. Εἶναι μιὰ θρηνητικὴ ἐλεγεία, θρηνῳδοῦσα τὴν ἀνθρώπινη τραγικότητα σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις της. Τοῦτο καταδεικνύεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸ Α´ τροπάριο τῆς Α´ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος: «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις, ποίαν ἀπαρχὴν ἐπιθήσω Χριστὲ νῦν θρηνωδίᾳ;.».
Μέσα ὅμως ἀπὸ τὸν θρῆνο αὐτὸ ἀναδίδεται στὰ ἑπόμενα τροπάρια, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, ἡ ἐλπίδα τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαταστάσεως καὶ δικαιώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ ὁ Μέγας Κανὼν ἐγερτήριον σάλπισμα μέσω τοῦ ὁποίου καλεῖται ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀποκοπῆς τοῦ θελήματός του, νὰ ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὶς φθαρτικές του τάσεις, νὰ ἐγκεντρίσει τὴν ζωή του στὴν πορεία τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Γολγοθᾶ καὶ τὴν Ἀνάσταση καὶ ζῶν «σωφρόνως καὶ εὐσεβῶς», νὰ γευθεῖ, δίκην ἀρραβῶνος, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν της ἐσχάτης ἡμέρας.
Ἡ ὅλη ἀριστουργηματικὴ πλοκὴ τοῦ ὑμνολογικοῦ αὐτοῦ κειμένου, ποὺ ὡς πηγὴν ἐμπνεύσεώς του ἔχει τὴν Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, μυσταγωγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸ ἔργο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μετανοίας, δύναται δὲ καὶ αὐτὴν τὴν σκληροτέραν ψυχὴν μαλάξαι καὶ πρὸς ἀνάληψιν ἀγαθοῦ διεγεῖραι, εἰ μόνον μετὰ συντετριμμένης καρδίας καὶ προσοχῆς ψάλλοιτο». 14 Εἶναι ἕνα διδασκαλεῖον ψυχῆς, ἕνα περισπούδαστο κείμενο πολλοῦ λόγου ἄξιον ἀπὸ θεολογικῆς, θρησκευτικῆς, δογματικῆς, ἀλλὰ καὶ λογοτεχνικῆς ἀπόψεως, διὸ καὶ δικαίως θεωρεῖται καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἕνας ἐκ τῶν ὑμνογραφικῶν θησαυρῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Τριώδιον», ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας. Ἐν Ἀθήναις 1960, σελ.271.
2. Ὁ «Εἱρμὸς» εἶναι πάντοτε τὸ πρῶτο τροπάριο ἑκάστης Ὠδῆς τῶν Κανόνων, ἐχει ἰδίαν σύνθεση καὶ μελωδία σύμφωνα πρὸς τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται ὅλα τα ἑπόμενα τροπάρια τῆς Ὠδῆς.
3. «Τριώδιον», ὅ.π. σ. 281.
4. «Τριώδιον», ὅ.π.
5. Ν. Β. Τωμαδάκη, Ἀνδρέας θ.Η.Ε. τ. 20ός, στ. 681.
6. Ὠδὴ Α´, τρόπ. 10.
7. Παν. Νέλλα, Ζῶον θεούμενον, Ἀθήνα 1979, σ. 199.
8. Π. Κ. Χρήστου, Ὁ Μ. Κανὼν τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ΛΓ´ (1950), σ. 275.
9. Νικ. Γ. Πολίτη, Ἔκστασις καὶ Ἀνάστασις κατὰ τὸν «Μέγα Κανόνα». Ἐπιστ. Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν. Τόμ. ΜΖ´ (1988), σ. 191.
10. Ματθ. ιστ´ 28, Μάρκ. κ´ 35.
11. Ἐφεσ. γ´ 9.
12. «Τριώδιον», ὅ.π. σ.281.
13. «Τριώδιον», ὅ.π.
14. «Τριώδιον», ὅ.π.