ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

19 Δεκεμβρίου μνήμη των Αγίων μαρτύρων Βονιφατίου και Αγλαϊας

0 σχόλια

Ο  Άγιος  Βονιφάτιος  και  η  Aγία  Αγλαϊα

Τον καιρό του Διοκλητιανού, ανθύπατος της Ρώμης ήταν κάποιος πλούσιος και διακεκριμένος, που ονομαζόταν Ακάκιος. Ο ανθύπατος είχε μία όμορφη κόρη, την Αγλαΐα. Την αγαπούσε πολύ και φυσικά της έκανε όλα τα χατίρια. Η ίδια ήταν πανέμορφη και ακόλαστη. Είχε δε έναν όμορφο δούλο που τον χρησιμοποιούσε σαν φίλο και εραστή. Και οι δύο μαζί περνούσαν τις ημέρες τους με λογής – λογής ασωτίες, παρασυρμένοι διαρκώς, όλο και περισσότερο, από το ακόρεστο ερωτικό τους πάθος. Κάποια ημέρα η Αγλαΐα άκουσε για τα άγια λείψανα των μαρτύρων που θαυματουργούσαν και ευωδίαζαν. Διέταξε λοιπόν να πάει ο Βονιφάτιος στη Μικρά Ασία μαζί με άλλους δούλους και να της φέρει μερικά. Ο Βονιφάτιος της είπε τότε αστειευόμενος: «Θα δεχόσουν και το δικό μου λείψανο;». Φυσικά η Αγλαΐα γέλασε χωρίς να γνωρίζει τι θα συμβεί. Ο Βονιφάτιος έφθασε τελικά στη Μ. Ασία και προσπάθησε να πραγματοποιήσει την επιθυμία της κυράς και ερωμένης του. Έψαξε και βρήκε πολλά άγια λείψανα. Για το καθένα από αυτά ρωτούσε την ιστορία του πεθαμένου αγίου, μάθαινε και για το μαρτύριό του. Ο Βονιφάτιος ακούγοντας όλα αυτά τα θαυμαστά, θέλησε να γνωρίσει περισσότερα για την πίστη των αγίων. Σιγά – σιγά, μια μεταστροφή συνέβη μέσα του. Ο Βονιφάτιος ένιωσε το ιερό κάλεσμα και βαπτίσθηκε χριστιανός. Φυσικά καταδόθηκε και συνελήφθη. Βασανίσθηκε τελικά και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, χωρίς να προδώσει τη νέα του πίστη. Αμέσως μετά τον θάνατό του οι άλλοι δούλοι μετέφεραν το νεκρό σώμα του πίσω στη Ρώμη και το παρέδωσαν στην έκπληκτη Αγλαΐα. Η άσωτη Ρωμαία έμεινε ακόμα πιο έκπληκτη όταν ανακάλυψε ότι το ιερό λείψανο άρχισε να ευωδιάζει και να θαυματουργεί. Η Αγλαΐα έμαθε όλη την ιστορία του αγίου μάρτυρα, μεταμελήθηκε, πίστεψε και αυτή και άρχισε φιλανθρωπικό έργο. Τελικά και η Αγλαΐα αξιώθηκε με την αγιοσύνη. Και οι δύο άγιοι γιορτάζουν στις 19 Δεκεμβρίου.
Απολυτίκιο. Ήχος δ΄ . Ταχύ προκατάλαβε.
Μαρτύρων την εύκλειαν, ιχνηλατήσας θερμώς, Χριστόν ωμολόγησας, επί απίστων στερρώς, σοφέ Βονιφάτιε, όθεν καθάπερ πλούτον, αδαπάνητον Μάρτυς, δέδωκάς σου το σώμα, τη σεμνή Αγλαΐα, εξ ού τω κόσμω πηγάζει, ρώσις και έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος δ΄. Επεφάνης σήμερον.
Ιερείον άμωμον, εθελουσίως, σεαυτόν προσήγαγες, τω εκ Παρθένου διά σε, τεχθήναι μέλλοντι Άγιε, στεφανηφόρε σοφέ Βονιφάτιε.

18 Δεκεμβρίου μνήμη των Αγίων μαρτύρων Σεβαστιανού και Zωής και των συν αυτοίς αθλησάντων και του Αγίου ιερομάρτυρος Μοδέστου , επισκόπου Ιεροσολύμων

0 σχόλια

Βίος Αγίου Σεβαστιανού και των συν αυτώ αθλήσαντων




Ο ένδοξος Μάρτυς Σεβαστιανός και οι μετ' αυτού συναθλήσαντες, ήσαν κατά τον καιρό των αντιχρίστων βασιλέων Διοκλητιανού (284-305) και Μαξιμιανού (286-305).

Ο Άγιος Σεβαστιανός ενθαρρύνει τους μάρτυρας
Αυτός ο τόσον σεβαστός Σεβαστιανός ήταν άνθρωπος ξακουστός και φημισμένος στην μεγάλη πόλη των Μεδιολάνων και τόσην εκτίμηση είχανε σ’ αυτόν οι τύραννοι, ώστε τον 
είχανε πιστότατο φίλο. Είχε δε τόσες ικανότητες και τόση υψηλή οικογενειακή καταγωγή, ώστε ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός, τον είχε κάνει στρατηγό. Έκανε δε πολύ καλά την 
υπηρεσία του αυτή, αν και ήταν στα κρυφά Χριστιανός. Ήταν στα κρυφά, όχι διότι φοβόταν τα τρομερά βασανιστήρια, αλλά γιατί ήθελε να βοηθά τους πιστούς. Εφόσον νομιζότανε 
ασεβής, μπορούσε να βρίσκεται κοντά στους αθλοφόρους μάρτυρες, όπου τους έδινε θάρρος κατά το μαρτύρια τους και τραβούσε έτσι πολλούς στην πίστη του Χριστού.

Το μαρτύριο του Μαρκελλίνου και Μάρκου
Μ' αυτήν την προσπάθεια κατόρθωσε να σώσει και να οδηγήσει στην αθανασία δύο αδελφούς περίφημους, πρώτους στη Ρώμη, τον Μαρκελλίνο και τον Μάρκο.
Αυτοί είχαν πατέρα τον Τραγκλίνο, μητέρα δε την Μαρκία, και όπως ήταν κατά σάρκα αδελφοί, έτσι και στην πίστη είχαν στερεά και ανίκητη γνώμη. Αυτούς βασάνισε απάνθρωπα 
ο Χρημάτιος, ο έπαρχος της Πόλεως με φρικτά βασανιστήρια, αφού δεν μπόρεσε να τους νικήσει, ούτε με φοβέρες ούτε με κολακείες, ούτε με την αγάπη των συγγενών τους. 
Τους καταδίκασε τότε σε θάνατο με προθεσμία! Τριάντα ημερών. Διέταξε επίσης να δημευθή όλη η περιουσία τους χωρίς να λάβουν τίποτε οι συγγενείς τους. Αντίθετα 
διατάχθηκαν οι συγγενείς να πηγαίνουν κάθε μέρα να τους βλέπουν και να προσπαθούν ,με λόγια και δάκρυα να τους αλλάξουν γνώμη.

Ο Σεβαστιανός βλέποντας αυτά, φοβήθηκε μήπως η ανθρώπινη αδυναμία προδώσει την ευσέβεια τους και την πίστη τους. Φοβήθηκε μήπως λυγίσουν πάνω σ’ αυτό τον. 
κατακλυσμό των συγκινήσεων και αναγκάστηκε να φανερωθεί, για να τους στερεώσει στην πίστη τους. Όταν ο Άγιος εμψύχωνε τους μάρτυρες, ακούστηκε μεγάλη και δυνατή 
φωνή, ήλθε δε φως λαμπρότατο από τον ουρανό και είδαν οι παρευρισκόμενοι συγχρόνως ε να νέο θαυμάσιο να κάθεται κοντά του. Το πρόσωπό του και τα ενδύματα του 
λάμπανε τόσο, ώστε όλοι θαμπώθηκαν, και όλοι κατάλαβαν τότε ότι το γεγονός αυτό ήταν έργο της χάριτος του Θεού, που επιβεβαίωνε, ότι όσα έλεγε ο Άγιος ήταν αληθινά.

Ο Σεβαστιανός τους δίδασκε να μείνουν ως το τέλος ασάλευτοι στην πίστη τους. Όσοι ήσαν αβάπτιστοι τους είπε να νηστέψουν 23 ημέρες για να βαπτισθούν. Όταν έμαθε αυτά 
ο Χρημάτιος, ο έπαρχος, φώναξε τον Νικόστρατο και τον ρώτησε, γιατί έφερε όλους τους φυλακισμένους στο σπίτι του. Αυτός του είπε, ότι τους έφερε για να βλέπουν όλοι τα 
βασανιστήρια των άλλων, να φοβούνται και έτσι να προσκυνούν τα είδωλα. Όταν άκουσε αυτά ο Έπαρχος, του έπλεξε το εγκώμιο, γιατί έκαμε φρόνημα. Ο μακάριος όμως 
Νικόστρατος είχε ένα καρδιακό φίλο, αξιωματικό, Κλαύδιο ονόματι, που ήθελε να τον κάνει Χριστιανό. Του είπε, λοιπόν, πολλά ψυχωφελή λόγια. Του έφερνε παράδειγμα τον 
άγιο Σεβαστιανό, που αρνήθηκε τη φιλία των βασιλέων, καταφρόνησε πλούτη, δόξα, αρχηγία και βρισκότανε τώρα με τους Χριστιανούς, για να τους παρακινεί στην ευσέβεια, 
όχι μονάχα με λόγια, αλλά και με θαύματα.

Η θαρραλέα ομολογία του Τραγκιλίνου - Ο διώκτης Έπαρχος πιστεύει
Όταν πέρασαν οι 30 ημέρες της προθεσμίας, ο έπαρχος κάλεσε τον Τραγκιλίνο τον δικαστή, μη ξέροντας ότι έγινε Χριστιανός εν τω μεταξύ. Τον ρώτησε για τους υιούς του, 
αν δέχονται να θυσιάσουν στα είδωλα. Αυτός του απάντησε:
Και εκείνοι είναι ευτυχισμένοι, διότι γνώρισαν την Αλήθεια και οδήγησαν και εμένα να γνωρίσω τον Παντοδύναμο Θεό, τον οποίον τώρα σας βεβαιώνω ότι προσκυνώ και σέβομαι 
εξ όλης μου της καρδίας. Εάν, ευδοκείς να με ακούσεις με ησυχία και χωρίς να νευριάζεις, θα σου αποδείξω, ότι αυτός ο Σταυρωμένος Θεός είναι αληθινός, είναι ο Βασιλεύς 
όλης της κτίσεως.
Όταν άκουσε αυτά ο έπαρχος, άρχισε να φωτίζεται στην ψυχή και ρωτά τον Μάρτυρα.
Λέγε μου, άνθρωπε, με θάρρος τα του Θεού σου, γιατί θέλω κι' εγώ να καταλάβω την αλήθεια. Επειδή είπε ο Τραγκιλίνος η καλοσύνη σου μου δίνει την άδεια, άκουσε με λίγα 
λόγια αυτό το μυστήριο της θείας Οικονομίας. Όταν ο έπαρχος έμαθε όλα αυτά, έμεινε για πολλή ώρα αμίλητος και θαμπωμένος γιατί γνώρισε την μεγάλη αλήθεια. Έπειτα ζήτησε 
από τον Τραγκιλίνο να του φέρει δύο χριστιανούς για να τον βαπτίσουν καθώς και αυτός πίστεψε στον Αληθινό Θεό. Και έτσι έγινε. Την επόμενη μέρα ο Έπαρχος βαπτίστηκε.

Πιστεύει και ο διστακτικός υιός του Τιβούρτιος
Ο Σεβαστιανός όμως γνώρισε από θεία έμπνευση ότι ο υιός του επάρχου, Τιβούρτιος, ήταν ακόμη αμφίβολος στην πίστη. Κράτησε, λοιπόν, ο Τιβούρτιος ένα είδωλο. Δεν ήθελε
να το καταστρέψει, πριν να θεραπευθεί ο πατέρας του. Ο Άγιος όμως του είπε να μη αμφιβάλλει, αλλά να το κομματιάσει για να δει τα θαυμάσια του Θεού. Τότε ο Τιβούρτιος 
άναψε φωτιά και λέγει:
—Να! Το κομματιάζω, αφού το διατάζετε, αυτό το πιο αγαπημένο μου είδωλο, με μια συμφωνία όμως. Αν δεν γιατρευτεί ο πατέρας μου, θα ρίξω και σας σ' αυτή την φωτιά.
Μόλις όμως το μιαρό εκείνο αγαλματάκι άρχισε να λιώνει στην φωτιά, ένα φως θεϊκό έλαμψε στον Χρημάτιο. Παρουσιάσθηκε ένας πολύ ωραίος και λαμπρός νεανίας και του είπε:
—Είσαι ευτυχής, που πίστεψες στο Χριστό. Αυτός μ' έστειλε να γιατρέψει την αρρώστια σου.
Δεν απόσωσε τα λόγια του και ο άρρωστος έγινε καλά! Τότε ο Τιβούρτιος μαγεμένος από το καταπληκτικό αυτό θαύμα, έπεσε στα πόδια των μαρτύρων, ζητώντας το σωτήριο 
βάπτισμα. Οι δε Άγιοι τους ετοίμασαν με νηστεία και προσευχή και τους βαπτίσαν όλους.
Τότε ο έπαρχος, πριν να μάθη ο βασιλιάς τα γεγονότα αυτά, πούλησε όλα τα υπάρχοντα του, μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς Χριστιανούς, ελευθέρωσε τους δούλους του, 
τακτοποίησε όλες τις υποθέσεις του και ακολούθησε τους Χριστιανούς. Διδασκότανε από αυτούς τα της πίστεως.
Όταν έμαθε αυτά ο Αρχιεπίσκοπος της Ρώμης Γάιος, έτρεξε σ' αυτόν. Έπειτα, γνωρίζοντας ότι η φήμη διαδόθηκε και ότι ύστερα από λίγες ημέρες θα διορίζανε καινούργιο 
έπαρχο, που θα τους θανάτωνε όλους, τους συμβούλεψε να μοιρασθούν σε δύο ομάδες. Η μια να μείνει στην πόλη για να μαρτυρήσει συντομότερα και η άλλη να φύγει από 
την πάλι για να κρυφθεί και να γλυτώσει. Ο Αρχιεπίσκοπος διέταξε, τον Πολύκαρπο να πάει έξω με τους αδελφούς, για να τους ποιμαίνει σαν ιερεύς, ο δε Σεβαστιανός, να 
παραμείνει σαν γενναίος στρατιώτης, να προστατεύει και δυναμώνει τους μάρτυρες. Έτσι έφυγε ό Πολύκαρπος με τους μισούς Χριστιανούς και τον άλλοτε έπαρχο Χρημάτιο.
Τότε ο Τιβούρτιος, ο υιός του έπαρχου, ένοιωσε ζωντανή την αγάπη του μαρτυρίου και παρακαλούσε τον Γάιο να τον συγχωρήσει και να τον αφήσει στην πόλη, για να βρει τον 
ποθούμενο θάνατο, για τον Χριστό. Όταν ο Αρχιερεύς είδε τον πόθο του νέου, του επέτρεψε...




Το Μαρτύριο της Ζωής
Πρώτη - πρώτη μαρτύρησε η μακάρια Ζωή η σύζυγος του Νικόστρατου. Αυτή πήγαινε στον ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, για να προσευχηθεί. Την έπιασαν 
όμως οι στρατιώτες, την έδεσαν και την έφεραν στον Άρχοντα τους. Αυτός προσπάθησε να της γυρίσει το μυαλό με φοβερά βασανιστήρια. Όταν όμως είδε την δυνατή πίστη της, 
τότε διέταξε και την κρέμασαν με το κεφάλι κάτω και την κάπνιζαν με βρωμερή ύλη. Δεν άντεξε. Ξεψύχησε πάνω στο μαρτύριο γενναία, καρτερική κι' ευτυχισμένη. Όταν 
παρέδωσε την λευκή ψυχή της, της έδεσαν οι άπιστοι μια μεγάλη πέτρα στο λαιμό της και την πέταξαν στον Τίβερι ποταμό. Όταν όμως το έμαθαν οι Άγιοι, χάρηκαν για την δόξα 
της και την ευτυχία της.

Τα Μαρτύρια των Τραγκιλίνου, Νικοστράτου και Κλαυδίου
Ο Τραγκιλίνος έτρεξε κι αυτός στον Ναό των Αποστόλων, για να προσευχηθεί. Τον έπιασαν κι αυτόν οι ειδωλολάτρες. Έκαναν τα πάντα να τον αλλαξοπιστήσουν, αλλά δεν τα 
κατάφεραν. Καμιά υπόσχεση και καμιά απειλή δεν μπόρεσε να τον λυγίσει. Ύστερα από σειρά απειλών και βασανιστηρίων τον παρέλαβαν οι δήμιοι, τον λιθοβόλησαν και τον 
πέταξαν κι αυτόν στον ποταμό.
Κατόπιν ο Νικόστρατος ο άνδρας της μακάριας Ζωής, πήγε στις όχθες του ποταμού με την ελπίδα, να βρει κάποιο λείψανο τους. Πήγε μαζί με τον Κλαύδιο. Τους πιάσανε όμως 
εκεί και αυτούς οι στρατιώτες της ειδωλολατρικής Ρώμης, τους δέσανε και τους παραδώσανε στον καινούργιο Έπαρχο. Αυτός τους βασάνισε όσο πιο φρικτά μπορούσε χωρίς 
να επιτύχει τίποτε. Τότε το ανέφερε στο βασιλιά. Εκείνος διέταξε να τους μαστιγώσουν ανελέητα επί τρεις συνεχείς φορές. Οι Μάρτυρες αυτοί όμως δεν προσκύνησαν στα 
είδωλα. Τότε, έξαλλοι από οργή, τους κρέμασαν πέτρες μεγάλες στον λαιμό και τους πέταξαν στον Τίβερι. Παρέδωσαν έτσι οι μακάριοι τις άγιες ψυχές τους στα χέρια του 
Δημιουργού των.

Το Μαρτύριο του Τιβούρτιου
Κάποιος Κουρτουάτος, ασεβής και απαίσιος άνθρωπος προσποιήθηκε ότι ήταν χριστιανός, ενώθηκε με τους Αγίους για να τους προδώσει, στην κατάλληλη στιγμή. Μια μέρα, 
βλέποντας τον Τιβούρτιο να προσεύχεται στον ναό, τον παρέδωσε στον έπαρχο. Έπειτα ο έπαρχος και διέταξε να φέρουν αναμμένα κάρβουνα και του είπε:
—Διάλεξε ένα από τα δύο. Ή θα προσκυνήσεις τους θεούς ή θα πατήσεις ξυπόλυτος επάνω στα κάρβουνα!
Ο Άγιος έκανε τότε τον σταυρό του, στάθηκε επάνω στα αναμμένα κάρβουνα και είπε:
—Βλέπω τώρα την δύναμη της πίστεώς μου και μάθε, ότι αληθινός Θεός είναι ο δικός μου. Εκείνος μας βοηθάει κι' όταν πατάμε πάνω σε φίδια και σκορπιούς. Η δύναμις του 
είναι ασύγκριτη. Γίνε και συ μαθητής του και άφησε την πλάνη.
Βλέποντας όμως ο έπαρχος, ότι στεκόταν άβλαβής επί πολλή ώρα στα κάρβουνα, φοβήθηκε μήπως κάνει και κανένα άλλο θαύμα και παρασύρει πολλούς στον Χριστιανισμό. 
Γι αυτό διέταξε δια του ξίφος θάνατο και έτσι ο Τιβούρτιος παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.

Ο Μάρτυς Κάστουλος
Τότε έφεραν τον Κάστουλο, που είχε τους Αγίους στο σπίτι του. Τον βασάνισαν προηγουμένως απάνθρωπα και τον έθαψαν κατόπιν ζωντανό σε λάκκο. Εκεί και παρέδωσε την 
αγία ψυχή του.

Ο Μάρτυς Μαρκελλίνος και Μαρκος
Έπειτα έφεραν τον γενναίο Μαρκελλίνο και τον Μάρκο. Τους έβαλαν καρφιά στα πόδια των και τους ανάγκαζαν να κάθονται όρθιοι, για να βυθίζονται περισσότερο τα καρφιά στις 
σάρκες των. Υπέφεραν οι μακάριοι τρομερά βάσανα και δυνατούς πόνους, αλλά παρ' όλα αυτά έψαλλαν κομμάτια από τους ψαλμούς. Τότε τους κτύπησαν, τους κέντησαν, όπως 
και τον Κύριο, στις πλευρές των και έτσι παρέδωσαν και αυτοί την αγία ψυχή των στον Κύριο.
Κατά παρόμοιο ν τρόπον θανατώθηκαν όλοι οι άλλοι Άγιοι και επήγαν κοντά στον Λυτρωτή μας.



Το Μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού
Τον γενναιότατο Σεβαστιανό τον άφησαν οι ασεβείς τελευταίον. Ήθελαν να τον βασανίσουν διαφορετικά, μήπως τον πείσουν ν' αρνηθεί την πίστη του. Έδιναν μεγάλη σημασία 
στην προσωπικότητα του κι ήθελαν να τον κερδίσουν...
Ο Διοκλητιανός διέταξε να τον φέρουν στο κριτήριο του για να αντιμετωπίσει μόνος του το ζήτημα. Ήθελε να διαμόρφωση δική του γνώμη. Όμως έβλεπε τον Άγιο σταθερό και 
αμετακίνητο στην Αληθινή Πίστη και αμέσως προστάζει να δέσουν τον Άγιο σε πάσσαλο, σε μέρος του πεδίου σκοποβολής, σαν στόχο, και να τον σημαδεύουν απ όλα τα 
σημεία, έως ότου να σκεπασθεί το σώμα του από βέλη. Στον τόπο της καταδίκης, ο Άγιος αγκάλιασε το ξύλο, στο οποίον θα τον έδεναν και είπε τούτη τη Θερμή προσευχή 
προς τον Κύριο:
—Σε ευχαριστώ, Κύριέ μου, διότι με αξίωσες να σε μιμηθώ κατά κάποιο τρόπο. Συ, Θεέ μου, καρφώθηκες στο Σταυρό για την αγάπη μου κι εγώ πεθαίνω σήμερα σ' αυτό το 
ξύλο για την αγάπη σου και για την σωτηρία μου. Παρακαλώ, λοιπόν, την αγαθότητα σου, να δεχθείς την θυσία μου αυτή.

Ενώ όμως έλεγε αυτά ο γενναιόψυχος Σεβαστιανός, οι δήμιοι του τον ξεγύμνωσαν και τον έδεσαν στο ξύλο. Έπειτα άρχισαν να ρίχνουν βροχηδόν φαρμακερά βέλη στο γυμνό 
σώμα του. Έριξαν τόσα βέλη, ώστε γέμισε το σώμα του όλο και παρουσίαζε ένα φρικτό θέαμα. Δεν φαινόταν καθόλου σαν σώμα ανθρώπινο, αλλά τα καρφωμένα βέλη είχαν 
πυκνώσει, όπως είναι τ' αγκάθια στον εχινό, ή στον ακανθόχοιρο. Τον άφησαν εκεί μέσα στο αίμα, στην φρίκη των πόνων και στις πληγές σαν νεκρό.
Την νύκτα όμως πήγε κάποια αρχόντισσα να λάβει το λείψανο του και τον βρήκε ζωντανό. Τον πήρε ατό σπίτι της και σε λίγες μέρες με βότανα, αλλά περισσότερο με την θεία 
χάρι, του έβγαλε τα βέλη και ο Άγιος έγινε καλά. Εκείνοι δε οι συγγενείς και φίλοι, που τον είδαν τον συμβούλευσαν να φύγει από την πόλη, για να μη το μάθει ο βασιλεύς και 
τον τιμωρήσει με πολύ χειρότερα βασανιστήρια. Ο μακάριος όμως επειδή λαχταρούσε για την αγάπη του Δεσπότου τον θάνατο, δεν θέλησε να τους ακούσει. Έκανε το αντίθετο.
Άκουσε μια μέρα ότι ο Διοκλητιανός περνούσε από εκεί κοντά και στάθηκε σε κάποιο δωμάτιο ψηλά. Όταν ο βασιλιάς τον είδε, θαύμασε πολύ και διέταξε να τον φέρουν κοντά 
του και τον ρώτησε:
—Δεν είσαι συ ο Σεβαστιανός, που διέταξα να θανατώσουν;
—Εγώ είμαι, βασιλεύ, του απάντησε, αλλά με ανέστησε ο Κύριος μου, για να μάθεις ότι αυτός είναι αληθινός Θεός και να μη σέβεσαι τα ακάθαρτα δαιμόνια.
Τότε διατάσσει ο Διοκλητιανός και τον ράβδισαν με βέργες ευλύγιστες πολύ βαριές τόσο, ώστε έλειωσαν τα κρέατά του και έσπασαν τα κόκκαλα του.
Έπειτα έριξαν το ιερό λείψανο του σε κάποιον ακάθαρτο τόπο για να μη το βρουν οι Χριστιανοί και κάνουν με αυτό κάποια Θαυματουργία και τραβήξουν πολλούς στην πίστη 
του Χριστού. Έτσι ο Άγιος παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού.

Το Άγιο Λείψανο του
Την νύκτα όμως ο Άγιος παρουσιάσθηκε με όραμα σε κάποια ενάρετη αρχόντισσα,, ονόματι Λουκίνη και της είπε:
Πήγαινε στον τάδε τόπο και πάρε το λείψανό μου να το θάψεις στην Κρύπτη, που είναι στα πόδια των Αποστόλων. Αυτή δε η ευλαβική γυναίκα έκανε, όπως της είπε ο Άγιος. 
Παρέλαβε το σώμα με μεγάλη ευλάβεια, γιατί όχι μόνον δεν είχε πάρει καμιά ακαθαρσία, αλλά αντίθετα μοσχοβολούσε πάρα πολύ. Το στόλισε με επιμέλεια και το έθαψε. 
Έμεινε στον τάφο τριάντα μέρες. Έπειτα από αυτά βασιλεύς έγινε ο Μέγας Κωνσταντίνος που χάρισε την χριστιανική θρησκεία στον κόσμο και μαζί με αυτήν την ειρήνη. 
Τότε η ευλαβής Λουκίνα, έκτισε εκκλησία στο όνομα του Αγίου και έζησε θεάρεστη ζωή, με πολλές νηστείες. 
Ο Άγιος Σεβαστιανός έκανε πολλά θαύματα, όχι μόνον στη Ρώμη, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ιταλίας. Όλοι τον σέβονται πολύ και γι αυτό του έκτισαν πολλές εκκλησίες. 
Στην Παβία μάλιστα Θαυματούργησε ο Κύριος για να δοξάσει τον Άγιο, απαλλάττοντας την πόλη, από μεγάλο Θανατικό. Ο κόσμος ανεγνώρισε, ότι ήταν η δέησης του Αγίου, 
γι αυτό τον πανηγυρίζουν, όχι μόνον εκεί, αλλά και σε άλλες πόλεις.


Στίχος
Σεβαστιανὸς τῶν πλάνης σεβασμάτων, καταφρονήσας τύπτεται τὸ σαρκίον. Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ Σεβαστιανὸς ῥοπαλίσθη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Συγκλήτου σφαλλομένης παριδὼν τὰ συνέδρια, Σεβαστιανὲ πανολβίαν, συναγείρεις συνέλευσιν, Μαρτύρων ἀληθῶς πανευκλεῶν, σὺν σοὶ καταβαλόντων τὸν 
ἐχθρόν, μεθ’ ὧν θείας συναυλίας ἀξιωθείς, φαιδρύνεις τοὺς βοῶντάς σοι• δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, 
πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ
Τῆς εὐσεβείας διαπρέπων τῷ ζήλῳ, μαρτυρικὸν συνασπισμὸν συναγείρεις, ὧν ἐν τῷ μέσῳ ἤστραψας ὡς ἄστρον φαεινόν• ὅθεν καὶ τοῖς βέλεσιν, οἷς ἐτρώθης
τὸ σῶμα, τοῦ ἐχθροῦ κατέτρωσας, τὴν καρδίαν καιρίως, Μεγαλομάρτυς Σεβαστιανέ• ὅθεν Χριστός σε, ἐνθέως ἐδόξασε.

Μεγαλυνάριον
Βούλημα τὸ θεῖον ἀποπληρῶν, βουλῆς ἀσεβούντων, ἀπεμάκρυνας σεαυτόν, καὶ σὺν Ἀθλοφόροις, Χριστῷ προσῳκειώθης• ὦ Σεβαστιανέ σε, ὅθεν δοξάζομεν.

Στίχο στην Ζωήν
Ζωὴ πρὸς ὕψος ἐκ κεφαλῆς ἠρμένη, καπνῷ δυσώδει λαμβάνει ζωῆς τέλος.

Στίχος στον Τραγκυλίνον
Ναί, βάλλετε σφοδρῶς με συχνοῖς τοῖς λίθοις, Ἐκ καρδίας ἔκραζεν ὁ Τραγκυλῖνος.

Στίχος στον Κλαύδιον
Καὶ τοὺς περὶ Κλαύδιον ὧδε τακτέον. οὕς, κἄν βυθὸς συνέσχεν, οὐρανὸς φέρει.

Στίχος στον Τιβούρτιον
Τιβουρτίου τέμνουσι τὴν θείαν κάραν, σύ μου Θεὸς κράζοντος, ὦ Θεοῦ Λόγε.

Στίχος στον Κάστουλον
Κάστουλον εἷλκον εἰς ἀπωλείας βόθρον. Ὡς δ' οὐχ ὑπεῖξε, γῆς ἐνεβλήθη βόθρῳ.

Στίχος στον Μάρκον και Μαρκελλίνον
Ἐχθρῶν παγέντες, οἷα λόγχαι, καρδίας, νύττεσθε λόγχαις, Μάρκε καὶ Μαρκελλῖνε
.




Άγιος Μόδεστος




Ο Άγιος Μόδεστος γεννήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. στην πόλη της Μικράς Ασίας, Σεβάστεια. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί και, για τον λόγο αυτό, κατά την διάρκεια των διωγμών του Διοκλητιανού, φυλακίστηκαν. Σε εκείνη την φυλακή παρέδωσαν και οι δύο το πνεύμα τους στον Κύριο. Ο γιος τους, ο Άγιος Μόδεστος, βρέφος ακόμα παραδόθηκε σε έναν άρχοντα ο οποίος ανέλαβε να τον αναθρέψει. Ο άρχοντας αυτός, όμως, ήταν ειδωλολάτρης και έτσι ο Άγιος τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον.




Ήταν παιδί ακόμα όταν ο Άγιος Μόδεστος έμαθε για την φυλάκιση και τον θάνατο των γονιών του. Το ότι και οι δύο του γονείς έδωσαν την ζωή τους για την χριστιανική τους πίστη τον έκανε να γίνει και ο ίδιος Χριστιανός, κρυφά από τον άρχοντα που τον μεγάλωνε. Με την βοήθεια του Θεού, κάποια στιγμή την κηδεμονία του Αγίου ανέλαβε ένας ευσεβής χρυσοχόος από την Αθήνα. Οι νέοι θετοί γονείς του Αγίου ήταν χριστιανοί και έτσι ο Άγιος ζούσε πλέον μαζί με ευσεβείς ανθρώπους. Ο Άγιος Μόδεστος ανέπτυξε, καθώς περνούσαν τα χρόνια, μεγάλο φιλανθρωπικό έργο, βοηθώντας ηθικά και υλικά όποιον είχε ανάγκη. Αυτή του η δράση τον έκανε γνωστό στην Αθήνα ενώ ταυτόχρονα μεγάλωνε το μίσος που είχαν γι’ αυτόν τα εξ αίματος παιδιά του χρυσοχόου.




Όταν ο ευσεβής χρυσοχόος πέθανε, τα παιδιά του ταξίδεψαν με τον Άγιο Μόδεστο στην Αίγυπτο όπου και τον πούλησαν ως σκλάβο. Με την βοήθεια του Θεού ο Άγιος εκχριστιάνισε τον «αφέντη» του, ο οποίος τελικά του χάρισε την ελευθερία. Όταν ελευθερώθηκε ο Άγιος, πήγε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους στην Ιερουσαλήμ. Προσευχόμενος στον Πανάγιο Τάφο, άνοιξαν με θαυμαστό τρόπο οι πύλες του Τάφου. Το θαύμα αυτό ήταν και η αιτία που ο λαός αγκάλιασε τον Άγιο Μόδεστο και τον εξέλεξε Αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων. Ο Άγιος διαδέχθηκε στο αξίωμα αυτό τον Άγιο Ιάκωβο και στάθηκε υποδειγματικός ποιμένας για τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ. Βρισκόταν στο πλευρό όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των ζώων τους. Εν ζωή ακόμα έκανε πολλά θαύματα θεραπεύοντας τόσο τους ανθρώπους όσο και τα ζώα που αυτοί έτρεφαν, τα οποία ήταν υψίστης σημασίας για την επιβίωση τους. Έζησε πολλά χρόνια βοηθώντας το ποίμνιο του και σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος Μόδεστος, αποκεφαλίστηκε από τους Εβραίους οι οποίοι πριν τον αποκεφαλίσουν τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια.




Ο Άγιος Μόδεστος θεωρείται από την Εκκλησία μας προστάτης των ζώων και την μνήμη του τιμούμε στις 18 Δεκεμβρίου. Την ημέρα αυτή συνηθίζουν οι χριστιανοί να ραντίζουν με αγιασμό τόσο τα σπίτια τους όσο και τους στάβλους των ζώων.



Απολυτίκιο Αγίου Μοδέστου
Οσίως τον βίον σου διαπεράσας σοφέ, ποδήρει κεκόσμησαι Ιερωσύνης φαιδρώ, ιερόαθλε Μόδεστε· όθεν και εναθλήσας προθυμότατα πάτερ, νυν εν αγαλλιάσει τω Χριστώ συναγάλλη, πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών των ευφημούντων σε.







Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων 


Μόδεστος3.jpg
Στις 18 ή, σύμφωνα με άλλους, στις 16 Δεκεμβρίου τιμάται η μνήμη του Αγίου Μόδεστου που, κατά την παράδοση, υπήρξε θεραπευτής των ζώων και επομένως καθιερώθηκε ως προστάτης τους, ιδιαίτερα των μεγαλόσωμων κι εκείνων που από τα βάθη των αιώνων αποτελούσαν τον πολύτιμο σύντροφο και αρωγό του ανθρώπου στην καλλιέργεια της γης.
Ακόμη και το ίδιο το όνομά του - που λέγεται ότι του δόθηκε από κάποιον Ρωμαίο Συγκλιτικό που τον υιοθέτησε και συνεπώς ετυμολογείται από το λατινικό modestus ως άνθρωπος του μέτρου, σεμνός (Δ.Λουκάτος) - πάντα θύμιζε στους γεωργούς μας το "μόδι" (μέτρο χωρητικότητας για τα σιτηρά) κι επομένως οι ιδιότητες τούτου του αγίου επεκτάθηκαν και ως προς την προστασία της καλλιέργειας και την αύξηση της συγκομιδής. Χαρακτηριστική η ευχή "Χίλια μόδια!" που συνήθιζαν να ανταλλάσσουν οι χωρικοί την ημέρα της γιορτής του. Προστάτης, λοιπόν, των ζώων, των γεωργών και των κτηνοτρόφων!
Καταγράφει ο Γεώργιος Μέγας στίς "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας":
"Στα Τελώνια της Λέσβου παίρνουν τον αγιασμό και πάνε στα χωράφια, για να γλιτώσουν από τις αρρώστιες, τις ακρίδες, απ'ούλα. Σκόλη τό'χουνε κείνη την ημέρα για να κάνουν μόδια πολλά.
Στο Δρυμό της Μακεδονίας οι γεωργοί "υψώνουν" και το ύψωμα το δίνουν εις τα ζώα να το φάνε και τα εύχονται να ζήσουν χρόνια πολλά.
Στη Λήμνο οι ζευγάδες κάνουν κόλλυβα για τα ζώα τους, τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παππάς. Στην ταγή για τα βόδια ρίχνουν κι αυτά τα κόλλυβα."

Μόδεστος1.jpg
Στο βιβλίο του "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", ο Δημήτριος Λουκάτος αναφέρει την εξής ενδιαφέρουσα καταγραφή του φοιτητή του Ε.Ψωμά από το χωριό Εξάντη Ρεθύμνης για τη μέρα τούτη: "Στην Κρήτη τηρούν αυστηρά την αργία του, με μια συγκινητική μέριμνα, να μην κουράσουν και τα ζώα, την ημέρα εκείνη. Σταματούν το όργωμα ή και τα βαριά κουβαλήματα, αν πρόκειται να ταλαιπωρήσουν τα ζώα και να θυμώσει ο άγιος. "Στο Χωριό Αχλαδέ, γύρω στα 1930, κάποιος βγήκε να οργώσει με τα βόδια του, την ημέρα τ'αγίου Μόδεστου, στην πλαγιά. Εκεί που όργωνε αδιάφορος, ξεκόλλησε απ'την κορφή του βουνού ένας πελώριος βράχος και άρχισε να κατρακυλά προς τον άνθρωπο. Την τελευταία στιγμή ο βράχος πήδησε και ξανασκέλισε τα βόδια κι έπεσε, ίσα-ίσα, πίσω από το αλέτρι. Ο άγιος λυπήθηκε τα ζώα. Ο γεωργός φοβήθηκε, και μόλις εσώθηκε, αμόλησε τα ζώα κι εσταμάτησε το όργωμα... Το βράδυ στο χωριό διηγήθηκε τι έγινε, που όλοι το θεώρησαν θαύμα, και πιο πολύ που στάθηκε ο βράχος και δεν προχώρησε πιο χαμηλά. Από τότε, όλες οι οικογένειες κάνουν, στη γιορτή του αγίου, αρτοκλασίες.""
Ο Δημήτριος Λουκάτος στα "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης" συγκεντρώνει και καταγράφει πολλές ακόμη τοπικές παραδόσεις και έθιμα που σχετίζονται με το πρόσωπο του αγίου Μόδεστου, όπως τις παρακάτω:
"Στη Νάξο των Κυκλάδων τιμούν τον άγιο κι έχουν επίσης παραδόσεις για την "ανθρώπινη" ζωή του. Πχ.: Τα βόδια στην παλιά εποχή ήταν άγρια και δε μπορούσανε να τα ζέψουν ούτε στ'αλώνι, ούτε στο ζευγάρι... Ο άγιος Μόδεστος, τον καλέσανε και τα σταύρωσε και τους έκανε ζυγόλουτρο και ζεύλες, και έτσι τα εμέρεψε και έκανε ο άνθρωπος τις δουλειές του. (Στ.Ημέλλου, "Ο Άγιος Μόδεστος εν Νάξο")
Στη Λέσβο ιδιαίτερα επίστευαν (και πιστεύουν) ότι ο "ανθρώπινος" άγιος Μόδεστος ήταν πρωτοκαλλιεργητής της γης και πρωτοζευγάς. Για αυτό και οι ζευγάδες του νησιού τον έχουν προστάτη στο ισνάφι τους (προσωπική μου καταγραφή στο χωριό Τελώνια το 1940). Διαβάζω αργότερα στο βιβλίο Χρ.Ι.Τραγέλλη, "Τα λαογραφικά της Καλλονής Λέσβου", ότι κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου, ένας πρωτοζευγάς του τόπου (με τη σειρά του) ετοίμαζε άφθονους ζεστούς λουκουμάδες (χειμώνας σε ελαιοπαραγωγικό νησί) και τους εμοίραζε στα σπίτια και στα καφενεία.
Στη Θεσσαλία τον τιμούσαν επίσης πολύ. Είχε δε και παλιό Μοναστήρι, στην Πύρρα των Τρικάλων (Κοκκίνης, 39). Στα χωριά της Καλαμπάκας, συγκέντρωναν οι κτηνοτρόφοι τα ζώα τους έξω από το χωριό (Καλομοίρα) κι ο παπάς τα ράντιζε με τον αγιασμό της ημέρας.
Και στην Κύπρο ο άγιος Μόδεστος προστατεύει τα ζώα. Στη γιορτή του νοικοκυρές κάνουν κόλλυβα και τα πάνε στην εκκλησία να ευλογηθούν. Απ'αυτά δίνουν στα ζώα τους να φάνε, για να γλιτώνουν τις αρρώστιες και για να δίνουν (οι αγελάδες και τα πρόβατα) περισσότερο γάλα. (Μαρία Παρασκευοπούλου, "Recherches sur les Fetes religieuses pop. de Chypre")"

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ IΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΑΓΙΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

0 σχόλια

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ IΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΑΓΙΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ
ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΕΩΣ


Α. ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

1. Παρασκευή 18/12
5:00 μ.μ. Εσπερινός & το μυστήριον του Ιερού Ευχελαίου

2. Σάββατο 19/12 (Σάββατον Πρό Χριστού Γεννήσεως)
7:30 - 9:30 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία
3. Κυριακή 20/12 (Κυριακή Προ Χριστού Γεννήσεως)
7:15 - 10:15 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία.
 
4. Δευτέρα 21/12 , από τις 8:00 π.μ και εξής :
Θεία Κοινωνία ασθενών στα σπίτια, κατόπιν συνεννοήσεως με τους ιερείς . 
 
5. Τρίτη 22/12 (Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας)
7:30 - 9:30 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία

6. Τετάρτη 23/12 (Αγίων Δέκα μαρτύρων των εν Κρήτη)
α) 7:30 - 9:30 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία
β) 5:00 μ.μ. Εσπερινός και η Ακολουθία των Μεγάλων και Βασιλικών Ωρών των Χριστουγέννων

7. Πέμπτη  24/12 (Παραμονή Χριστουγέννων)
α) 7:00 - 9:00 π.μ. Εσπερινός της εορτής και η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
β) 9:30 μ.μ. - 12:30 μεσάνυκτα ΑΓΡΥΠΝΙΑ


8. Παρασκευή  25/12 (Γέννησις του Κυρίου)
5:00 - 8:00 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία

9. Σάββατο  26/12 (Σύναξις της Θεοτόκου)
7:30 - 10:00 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία

10. Κυριακή 27/12 (Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν-Αγίου Στεφάνου)
7:15 - 10:15 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία.


Β. ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

1. Πέμπτη 31/12/2015 (Παραμονή Πρωτοχρονιάς) 
α) 4:30 μ.μ: Πανηγυρικός εσπερινός
β) 11:30 μ.μ.- 12:15 μετά τα μεσάνυχτα: Υποδοχή του νέου έτους στον Ιερό Ναό - κοπή και διανομή της βασιλόπιτας
2. Παρασκευή 1/1/2016 (Περιτομή του Κυρίου - Αγίου Βασιλείου)
7:30-10:00 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία

3. Σάββατο 2/1/2016 (Σάββατο πρό των Φώτων-Αγ. Σεραφείμ του Σάρωφ)
7:30 - 9:30 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία

4. Κυριακή 3/1/2016 (Κυριακή πρό των Φώτων)
7:00 - 10:15 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία


Γ. ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
 
1. Δευτέρα  4/1/2016 (Προπαραμονή Θεοφανείων)
5:00-7:00 μ.μ. Εσπερινός- Όρθρος - Ακολουθία των Μεγάλων και Βασιλικών Ωρών των Θεοφανείων
2. Τρίτη  5/1/2016 (Παραμονή Θεοφανείων)
7:00-9:00 π.μ.  Εσπερινός των Θεοφανείων - Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου - Μέγας Αγιασμός

3. Τετάρτη 6/1/2016 (Άγια Θεοφάνεια)
6:50 - 10:30 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία - Μέγας Αγιασμός

4. Πέμπτη 7/1/2016 (Σύναξη Αγίου Ιωάννου Προδρόμου)
7:30 - 9:30 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία

5. Σάββατο 9/1/2016 (Σάββατο μετά τα Φώτα)
7:30 - 10:15 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία

6. Κυριακή 10/1/2016 (Μετά τα Φώτα- Αγ. Γρηγορίου Νύσσης)
7:15 - 10:15 π.μ. Όρθρος & Θεία Λειτουργία

                                                                             εκ του ιερού ναού

17 Δεκεμβρίου μνήμη του Αγίου Προφήτου Δανιήλ , των Αγίων Τριών Παίδων εν καμίνω και του εν αγίοις πατρός ημών Διονυσίου αρχιεπισκόπου Αιγίνης , του εν Ζακύνθω

0 σχόλια

Προφήτης Δανιήλ και οι Άγιοι Τρεις Παίδες (προστάτες του Πυροσβστικού Σώματος)· Ανανίας, Αζαρίας και Μισαήλ

 

 


ProfitisDaniilTreisPaides01 
Eις τον Δανιήλ.
Ὕπαρ, Θεέ, βλέπει σε νῦν ἐπὶ θρόνου,
Τμηθεὶς Δανιήλ, οὐκ ὄναρ καθὼς πάλαι.
Eις τους τρεις Παίδας.
Εἰ μὴ θανεῖν τρεῖς Παῖδες ἤρων ἐκτόπως,
Ὡς τοῦ πυρὸς πρίν, ἦρχον ἂν καὶ τοῦ ξίφους.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Δανιὴλ τάμον, ὃς βλέπει μέλλον.
Βιογραφία
Ο προφήτης Δανιήλ είναι ένας από τους τέσσερις μεγάλους προφήτες και έζησε στα τέλη του 7ου με τις αρχές 6ου π.Χ. αιώνα. Ανήκε στη φυλή του Ιούδα, ήταν από βασιλικό γένος και γεννήθηκε στην Άνω Βηθαρά.
Νήπιο ακόμα, οδηγήθηκε μαζί με τους γονείς του αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα.
Με την πρόνοια του Ναβουχοδονόσορα, ο Δανιήλ (που ο αυτοκράτορας μετονόμασε Βαλτάσαρ) με τους τρεις Εβραίους νεαρούς, Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, σπούδασαν στην αυτοκρατορική αυλή. Επειδή η απόδοσή τους στις σπουδές ήταν άριστη, όταν ενηλικιώθηκαν ο βασιλιάς τους έδωσε μεγάλη θέση στο κράτος. Μάλιστα ο Δανιήλ είχε το χάρισα να ερμηνεύει όνειρα και αργότερα προφήτευσε και τον ερχομό του Υιού του ανθρώπου.
Κάποτε όμως ο Ναβουχοδονόσωρ, έκανε δική του χρυσή εικόνα και απαίτησε απ’ όλους τους αξιωματούχους και το λαό να την προσκυνήσουν. Ο Δανιήλ έλειπε σε αποστολή. Ήταν όμως οι τρεις παίδες, που δεν προσκύνησαν την εικόνα. Αμέσως καταγγέλθηκαν στο βασιλιά. Αυτός τους είπε ότι, αν πράγματι δεν προσκύνησαν, τους περιμένει το καμίνι της φωτιάς. Τότε οι τρεις παίδες απάντησαν: «Άκου βασιλιά, ο ουράνιος Θεός, τον οποίο εμείς λατρεύουμε, είναι τόσο δυνατός, που μπορεί να μας βγάλει σώους και αβλαβείς από το καμίνι της φωτιάς και να μας σώσει από τα χέρια σου. Αλλά και αν ακόμα δεν το κάνει, να ξέρεις ότι τους θεούς σου δε λατρεύουμε και την εικόνα σου δεν προσκυνάμε».
Πράγματι, όταν τους έριξαν στη φωτιά, οι τρεις παίδες βγήκαν σώοι και αβλαβείς. Το ίδιο συνέβη αργότερα και με το Δανιήλ, όταν ο Δαρείος τον έριξε στο λάκκο των λεόντων, επειδή έκανε την προσευχή του, ενώ ο βασιλιάς είχε διατάξει για 30 μέρες να μη κάνει κανείς ιδιαίτερη προσευχή.
Βλέποντας το θαύμα ο Δαρείος, κράτησε το Δανιήλ στην αυλή του, όπου παρέμεινε και πέθανε σε βαθιά γεράματα, πιθανότατα, στα Σούσα.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, οἱ ἅγιοι τρεῖς παῖδες ἠγάλλοντο· καὶ ὁ Προφήτης Δανιήλ, λεόντωv ποιμήv, ὡς προβάτων ἐδείκνυτο. Ταῖς αὐτῶν ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’ . Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ᾽ ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέvτες, τρισμακάριοι ἐν τῷ σκάμματι, τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε· ἐν μέσῳ δὲ φλογός, ἀvυποστάτου ἱστάμεvοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνοv ὦ οἰκτίρμωv, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμωv, εἰς τὴv βοήθειαν ἡμῶv, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.
Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος γ’ Ἡ Παρθένος σήμερον.
Καθαρθεῖσα Πνεύματι, ἡ καθαρά σου καρδία, προφητείας γέγονε, φαεινοτάτης δοχεῖον· βλέπεις γὰρ ὡς ἐνεστῶτα τὰ μακρὰν ὄντα, λέοντας, ἀποφιμοῖς δὲ βληθείς ἐν λάκκῳ· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, Προφῆτα Μάκαρ, Δανιὴλ Ἔνδοξε.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Προφητείας τὴν χάριν πεπλουτηκώς, τῆς Παρθένου τὸν Τόκον σκιαγραφεῖς, καὶ λύεις ὀνείρατα, τῶν κρατούντων σαφέστατα, ἐμβληθεὶς δὲ λάκκῳ, ὡς Μάρτυς ἐδίδαξας, παραδόξως Μάκαρ, νηστεύειν τοὺς λέοντας· ὅθεν καταστρέψας, τῶν ἀθέων τὸ σέβας, τὸν δράκοντα ἔκτεινας, ἀριστεύσας λαμπρότατα, Δανιὴλ Ἀξιάγαστε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Ἐκτεινόν σου τὴν χεῖρα, ἧς πάλαι ἔλαβον πεῖραν Αἰγύπτιοι πολεμοῦντες, καὶ Ἑβραῖοι πολεμούμενοι, μὴ καταλίπῃς ἡμᾶς, καὶ καταπίῃ ἡμᾶς θάνατος, ὁ διψῶν ἡμᾶς, καὶ Σατᾶν ὁ μισῶν ἡμᾶς, ἀλλ’ ἔγγισον ἡμῖν, καὶ φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὡς ἐφείσω ποτὲ τῶν Παίδων σου, τῶν ἐν Βαβυλῶνι ἀπαύστως ἀνυμνούντων σε, καὶ βληθέντων ὑπὲρ σοῦ εἰς τὴν κάμινον, καὶ ἐκ ταύτης κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον ὁ οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.
Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
paides
AgioiTreisPaides02
AgioiTreisPaides01
17.+%CE%94%CE%91%CE%9D%CE%99%CE%97%CE%9B+%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A6%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3+(3)
Icon_daniel
Daniel-prophet
ProfitisDaniil01


Ο προφήτης Δανιήλ είναι ένας από τους τέσσερις μεγάλους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης



Ο προφήτης Δανιήλ
Ο προφήτης Δανιήλ είναι ένας από τους τέσσερις μεγάλους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Γεννήθηκε στην Άνω Βηθαρά και έζησε στα τέλη του 7ου με τις αρχές 6ου π.Χ. αιώνα. Ανήκε στη φυλή του Ιούδα και καταγόταν από τη βασιική οικογένεια του Δαβίδ (Δανιήλ 1,3-6). Το όνομά του σημαίνει "ο Κύριος είναι ο κριτής μου".



Ο βασιλιάς των Βαβυλωνίων Ναβουχοδονόσορ πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ, την κατέλαβε και έσυρε τους κατοίκους της αιχμάλωτους στη Βαβυλώνα. Έτσι ο Δανιήλ σε νεαρή ηλικία οδηγήθηκε μαζί με τους γονείς του αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα το 605 π.Χ. (Δανιήλ 1,4). Ο βασιλιάς διέταξε τον Ασπενάζ, προϊστάμενο του προσωπικού του, να επιλέξει από τους Ισραηλίτες όσους νέους ήταν από βασιλική γενιά ή από οικογένειες ευγενών. Αυτοί δεν έπρεπε να έχουν κανένα σωματικό ελάττωμα. Έπρεπε να είναι εμφανίσιμοι, να έχουν μεγάλη μόρφωση και να διαθέτουν γνώση και αντίληψη, προκειμένου να προσληφθούν στα ανάκτορα, στην υπηρεσία του βασιλιά. Θα τους δίδασκαν να διαβάζουν και να γράφουν τη γλώσσα των Βαβυλωνίων.
Ο Δανιήλ ήταν προικισμένος με πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα γι' αυτό και ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ τον διάλεξε μαζί με τρία άλλα παιδιά, τον Ανανία, τον Αζαρία και τον Μισαήλ, να παραμείνουν στην βασιλική αυλή όπου ανατράφηκαν και σπούδασαν. Επειδή η απόδοσή τους στις σπουδές ήταν άριστη, όταν ενηλικιώθηκαν ο βασιλιάς τους τοποθέτησε σε ανώτερες θέσεις του παλατιού (Δανιήλ 1,5 και 1,18-19). Ο προσωπάρχης του παλατιού έδωσε στο Δανιήλ και τους τρεις φίλους του νέα ονόματα. Στο Δανιήλ το όνομα Βαλτάσαρ, στον Ανανία το όνομα Σεδράχ, στο Μισαήλ το όνομα Μισάχ και στον Αζαρία το όνομα Αβδεναγώ (Δανιήλ 1,7).
Αφού πέρασε ο χρόνος που είχε ορίσει ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ για να παρουσιάσουν σ’ αυτόν τους νέους, ο προϊστάμενος του προσωπικού τους οδήγησε μπροστά του. Ο βασιλιάς συζήτησε μ’ όλους αυτούς, αλλά δε βρήκε κανέναν σαν το Δανιήλ, τον Ανανία, το Μισαήλ και τον Αζαρία. Έτσι τους προσέλαβε στην υπηρεσία του. Και για οποιοδήποτε ζήτημα τους ρωτούσε ο βασιλιάς και απαιτείτο σοφία και ευφυΐα, τους έβρισκε δέκα φορές καλύτερους απ’ όλους τους μάγους και τους μάντεις του βασιλείου του.
Εκείνο που ενδιέφερε το νεαρό Δανιήλ και τους τρεις φίλους του, ήταν να παραμείνουν σταθεροί στις πατρικές τους παραδόσεις και στην εφαρμογή του Μωσαϊκού νόμου. Αυτό φάνηκε γρήγορα, γιατί ποτέ δεν έφαγαν και δεν ήπιαν απ' τα φαγητά και τα ποτά απ' το βασιλικό τραπέζι καθώς προέρχονταν από θυσίες σε βαβυλωνιακούς θεούς (Δανιήλ 1,8-17). Γι' αυτό και ο ίδιος και οι φίλοι του αμείφθηκαν από το Θεό με αρκετά χαρίσματα. Επιπλέον ο Δανιήλ από έφηβος είχε το χάρισμα της προφητείας, δοσμένο από το Θεό και μάλιστα κατανοούσε κάθε όραμα και όνειρο" (Δανιήλ 1,17).


Κάποτε ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ είδε ένα όνειρο, και κάλεσε τους μάντεις και τους σοφούς της Βαβυλώνας, για να του το ερμηνεύσουν. Εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν να δώσουν κάποια εξήγηση. Τότε κάλεσε τον Δανιήλ και ο προφήτης έδωσε την εξής ερμηνεία: τα τμήματα του αγάλματος με τα διάφορα υλικά αντιπροσωπεύουν τις διάφορες επίγειες βασιλείες, με αρχή το βαβυλωνιακό κράτος. Το κράτος αυτό, όπως και τα υπόλοιπα βασίλεια που θα ακολουθήσουν (Μήδοι και Πέρσες, Μ. Αλέξανδρος, Πτολεμαίοι και Σελευκίδες), θα συντριβούν από το Θεό του Ουρανού, που θα αναστήσει άλλο βασίλειο (του Μεσσία) και θα θρυμματίσει όλες τις άλλες βασιλείες, ενώ το ίδιο θα παραμείνει αιώνιο.
Έτσι ο Δανιήλ εξήγησε όνειρα του βασιλιά και των αξιωματούχων του (Δανιήλ 2,13-47. 4,1-30). Λόγω των χαρισμάτων τοποθετήθηκε διοικητής της Βαβυλώνας (Δανιήλ 2,48) και αργότερα ανέλαβε και άλλες κυβερνητικές θέσεις.


Συγκλονιστική είναι και η ερμηνεία του Δανιήλ για ένα ακόμη όραμα. Κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου, ο τελευταίος βασιλιάς της Βαβυλώνας Βαλτάσαρ θέλησε να χρησιμοποιήσει τα ιερά σκεύη του Ναού, τα οποία είχε διαρπάξει ο Ναβουχοδονόσορ. Τότε είδαν όλοι με κατάπληξη και τρόμο ένα χέρι να γράφει στον τοίχο τρεις ακατανόητες λέξεις. Ο βασιλιάς κάλεσε τότε όλους τους μάγους και τους συμβούλους του για να εξηγήσουν τη γραφή, αλλά χωρίς επιτυχία. Μόνο ο προφήτης Δανιήλ μπόρεσε να ερμηνεύσει αυτό το όραμα. Οι λέξεις προανήγγελλαν την άμεση καταστροφή του βαβυλωνιακού κράτους από τους Μήδους και τους Πέρσες. Μετά την εξήγηση του ονείρου του βασιλιά Βαλτάσαρ, ο Δανιήλ ανακηρύχθηκε ως ο τρίτος άρχοντας του βασιλείου (Δανιήλ 5,29). Όμως το όραμα εκπληρώθηκε το ίδιο βράδυ καθώς η Βαβυλώνα καταλύθηκε από τους Πέρσες (539 π.Χ.).
Μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας από τους Πέρσες και τους Μήδους, και την αναρρίχηση του Δαρείου στο θρόνο των Περσών, ο Δανιήλ έγινε ένας από τους τρεις επόπτες των αρχόντων της αυτοκρατορίας (Δανιήλ 6,2). Και παρόλο που είχε αποκτήσει τόσο μεγάλη θέση δεν έπαψε να πιστεύει στο Θεό, να ενδιαφέρεται για το λαό του, να προσεύχεται και να νηστεύει για τη συγχώρεση των αμαρτιών του (Δανιήλ 9,1-27. 10,2-3).
Η άνοδος του Δανιήλ στα υψηλότερα αξιώματα δημιούργησε φθόνο και αντιπάθειες προς το πρόσωπό του, μέχρι το σημείο να τον συκοφαντήσουν στο βασιλιά (Δανιήλ 6,5-16). Οι κατώτεροι από αυτόν άρχοντες του έστησαν παγίδα. Έπεισαν το βασιλιά Δαρείο να υπογράψει διάταγμα, κατά οποίο οι υπήκοοι του ότι κι αν ήθελαν έπρεπε να το ζητάνε μόνο από τον ίδιο το βασιλιά. Ούτε από ανθρώπους ούτε από Θεό. Οι παραβάτες της βασιλικής εντολής θα ρίχνονταν σε λάκκο με λιοντάρια. Ο Δανιήλ παρά τη διαταγή, συνέχισε να προσεύχεται τρεις φορές την ημέρα στο Θεό του. Τον κατηγόρησαν λοιπόν στο βασιλιά ότι με την προσευχή έκανε αιτήματα στο Θεό, ο οποίος και αναγκάστηκε, παρά τη συμπάθεια που έτρεφε γι' αυτόν, να εφαρμόσει την εντολή του (Δανιήλ 6,17). Ο Δανιήλ ρίχτηκε στο λάκκο με τα λιοντάρια, τα οποία όμως, με τη βοήθεια του Θεού, στέλνοντας έναν άγγελο Του για να τον προστατεύσει, δεν τον πείραξαν. Το ίδιο συνέβη και την επόμενη μέρα. Ο βασιλιάς διαπίστωσε το θαύμα και έδωσε διαταγή πρώτον να ριχτούν στα λιοντάρια κατήγοροι του Δανιήλ, και δεύτερον να σέβονται στο εξής όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου το Θεό του μεγάλου προφήτη (Δανιήλ 6,24-25). Ο Δανιήλ είχε την ικανοποίηση να δει την επιστροφή των Ιουδαίων στην χώρα τους, λόγω όμως της προχωρημένης ηλικίας του δε μπόρεσε να μεταβεί στην Παλαιστίνη, η καρδιά του όμως ήταν πάντα μαζί τους (Δανιήλ 10,19). Και μετά την αναρρίχηση του Κύρου στο θρόνο, ο Δανιήλ εξακολούθησε να διατηρεί τα αξιώματά που είχε (Δανιήλ 1,21). 

Η πίστη του Δανιήλ στο Θεό, ήταν παράδειγμα προς μίμηση και ως υπόδειγμα δικαιοσύνης (Εβραίους 11,33, Ιεζεκιήλ 14,14,20) και σοφίας (Ιεζεκιήλ 28,3). Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία. Στην Παλαιά Διαθήκη, ένα από τα σπουδαιότερα προφητικά βιβλία είναι αυτό του Δανιήλ, ο οποίος προφήτευσε και τον ερχομό του Υιού του ανθρώπου. Στο βιβλίο του υπάρχουν προφητείες μέχρι το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας, τον καιρό της μεγάλης θλίψης και την ανάσταση των νεκρών (Δανιήλ κεφ. 12).



Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Αἰγίνης ὁ ἐν Ζακύνθῳ

Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου




Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐλέγετο κατὰ κόσμον Γραδενῖγος ἢ Δραγανῖγος Σιγοῦρος. Ἦταν γυιὸς τοῦ Μωκίου Σιγούρου καὶ τῆς Παυλίνας Βάλβη. Γεννήθηκε τὸ 1547 στὸ χωριὸ Αἰγιαλὸς τῆς νήσου Ζακύνθου. Καταγόταν ἀπὸ τὴν περιφανῆ καὶ ἐπίσημη οἰκογένεια τῶν Σιγούρων.
Τὶς ρίζες της τὶς εἶχε ἡ οἰκογένεια αὐτὴ στὴ Νορμανδία. Κατόπιν ἤρθανε στὴν Ἰταλία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ διαπεραιώθηκαν στὴν Ζάκυνθο. Ὁ ἄρχοντας τῆς Ζακύνθου τοὺς δώρησε κτήματα νοτιοδυτικά του νησιοῦ.
Ἡ οἰκογένεια αὐτὴ ἦταν ἡρωϊκή. Διακρίθηκε στοὺς πολέμους τῶν Βενετῶν ἐναντίον τῶν Τούρκων. Γι᾿ αὐτὸ πέτυχαν ἀπὸ τὴν Βενετικὴ Γερουσία, ὄχι μόνο τὴν ἀναγνώριση τῆς κτηματικῆς δωρεᾶς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐγγραφή τους στὸ βιβλίο τῶν ἀριστοκρατῶν. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν οἰκογένεια οἱ περισσότεροι ἔγιναν Ὀρθόδοξοι. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ οἱ πρόγονοι τοῦ Ἁγίου.
Ὁμοίως καὶ ἡ μητέρα του προερχόταν ἀπὸ τὴν ἀρχοντικὴ Ἑνετικὴ οἰκογένεια Βάλβη. Ἀπὸ τὸν γάμον τοῦ Μωκίου καὶ τῆς Παυλίνας γεννήθηκαν τρία παιδιά, ὁ Δραγανῖγος, ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ἡ Σιγοῦρα.

Ἡ μόρφωσι τοῦ Ἁγίου

Ὑπάρχει καὶ μία παράδοσις, ποὺ ἀναφέρει, ὅτι ἀνάδοχος τοῦ Ἁγίου εἶναι ὁ Ἅγιος Γεράσιμος. Ἀπὸ πολὺ μικρὸς μορφώθηκε, ὅπως πρέπει σὲ ἕνα χριστιανόπουλο.
Στὸ ἀρχειοφυλάκειο τῆς Ζακύνθου ὑπῆρχε ἕνα συμβόλαιον τοῦ πατέρα του, μὲ τὸν πολὺ μορφωμένον δάσκαλο Καιροφύλα. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ ὁ Καιροφύλας ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσι νὰ διδάξῃ τὸ δεκάχρονο παλληκάρι «τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας, ἤγουν προοιμιακόν, ὀκτώηχον, ψαλτήριον, Ἀπόστολον καὶ γράψιμον». Αὐτὸ τὸ συμβόλαιο φέρει τὴν ἡμερομηνίαν 1557, Ὀκτωβρίου 27. Δυστυχῶς τὸ 1953 ἐκάη ἀπὸ πυρκαϊά.
Μετὰ τὴν στοιχειώδη μόρφωσι, ἀκολούθησε εὐρύτερες σπουδές, μὲ θεοσεβεῖς καὶ εὐπαιδεύτους διδασκάλους κατ᾿ οἶκον. Ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα του δὲν πῆγε. Ἴσως ὅμως νὰ ἐμαθήτευσε κοντὰ σὲ ἐπιφανεῖς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι πήγαιναν καὶ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Ἑσπερία καὶ ἐστάθμευαν στὴν Ζάκυνθο.
Πάντως ἔμαθε πολὺ καλὰ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, τὴν λατινικὴ καὶ ἰταλικὴ γλώσσα. Ἰδιαίτερα μελέτησε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως συμπεραίνουμε ἀπὸ μία του ἐπιστολή, ἔγραφε σχόλια στὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

Ἔνθεος ζῆλος

Τίποτε ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια δὲν συγκινοῦσε τὸν Ἅγιο. Τίποτε δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὸν κάμῃ νὰ «ξεστρατίση» ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Οὔτε ἡ εὐγένεια τῆς καταγωγῆς, οὔτε τὰ πολλὰ πλούτη, οὔτε ἡ δόξα καὶ ἡ γοητεία τῶν ἀξιωμάτων τὸν παρέσυραν. Ἀνέθρεψε καὶ καλλιεργοῦσε μὲ αὐστηρότητα τὸν ἑαυτό του. Ὁ ζῆλος του, γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὸν ἔκαιγε ἐσωτερικὰ σὰν καμίνι.
Σὲ ἡλικία 21 ἐτῶν ἀποφασίζει νὰ κόψῃ κάθε δεσμὸ μὲ τὸν κόσμο. Φαίνεται, ὅτι πολὺ σύντομα στερήθηκε τοὺς γονεῖς του. Ἀναχωρεῖ, λοιπόν, γιὰ τὴ Μονὴ Στροφάδων, ποὺ εὑρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο, στὸ νότιο μέρος. Δωρίζει στὸν ἀδελφό του Κωνσταντῖνο ὅλη του τὴν περιουσία μὲ τὴν ὑποχρέωσι νὰ «προικίσῃ» τὴν ἀδελφή τους Σιγοῦρα.
Στὸ Μοναστήρι ἔκανε ἀγρυπνίες, νηστεία πολλὴ καὶ θαυμαστοὺς ἀγῶνες. Παρ᾿ ὅτι νέος στὴν ἡλικία, ὑπερεῖχε κατὰ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους τους πατέρες. Ἠσχολεῖτο πολὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωσι τῶν θείων Γραφῶν καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Τέτοια ἦταν ἡ ἀρετή του, ποὺ γέροντες πατέρες προσπαθοῦσαν νὰ τὴν μιμηθοῦν.
Ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα τοῦ Μοναχοῦ. Ὁ Γέροντάς του ἔδωσε σ᾿ αὐτὸν τὸ ὄνομα Δανιήλ. Ἡ φήμη του γιὰ τὴν ἀρετή του διαδόθηκε πολὺ γρήγορα στὸ νησί. Ἡ κοινότητα τῆς Ζακύνθου ἐξετίμησε τόσο πολὺ τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἁγίου, ὥστε τοῦ ἔδωσε τὴν ὀρεινὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου Ἀναφωνητρίας.

Ἡ χειροτονία του

Ἕνα χρόνο ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερεὺς ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ζακύνθου καὶ Κεφαλληνίας Φιλόθεον. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1577 ἀνεχώρησε γιὰ τὸν Πειραιᾶ, θέλοντας νὰ μεταβῇ στοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ τοὺς προσκυνήσῃ.
Μόλις ἦλθε στὴν Ἀθήνα ἐθεώρησε καθῆκον του νὰ πάρῃ τὴν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου Ἀθηνῶν Νικάνορος. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐξετίμησε πολὺ τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ἔπεισε ν᾿ ἀναλάβῃ τὴ χηρεύουσα ἐπισκοπὴ τῆς Αἰγίνης, ποὺ ὑπήγετο τότε στὴν Μητρόπολι Ἀθηνῶν. Ἐγνωστοποίησε τοῦτο στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμία. Ὁ Πατριάρχης συγκατατέθηκε καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια νὰ τὸν χειροτονήσῃ.
Ἔτσι ὁ Ἱερομόναχος Δανιὴλ χειροτονεῖται ἐπίσκοπος Αἰγίνης κι ὀνομάζεται Διονύσιος, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Ἡ χειροτονία του ἐτελέσθη στὸν Ἅγιο Ἐλευθέριο, ποὺ εἶναι παραπλεύρως στὸν σημερινὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν.

Ποιμένας καὶ διδάσκαλος

Τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα ἐξετέλεσε ὁ Ἅγιος Διονύσιος μὲ πλήρη εὐσυνειδησίαν καὶ τελείαν ἀκρίβειαν. Ἦταν ἀκούραστος. Ἀνεδείχθη διδάσκαλος, πατέρας καὶ παιδαγωγὸς τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ζοῦσε ζωὴ ἀσκητική.
Ἐφρόντιζε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς ἀνάγκες τῶν χριστιανῶν. Ὅπου πρόβλημα, δυσκολία, φτώχεια καὶ χαρὰ ὁ Ἅγιος ἦταν παρών. «Ἔχαιρε μετὰ χαιρόντων καὶ ἔκλαιε μετὰ κλαιόντων». Ἦταν ὁ προστάτης τῶν ὀρφανῶν καὶ χηρῶν καὶ ὁ πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Κυρίως ἐπικοινωνοῦσε μὲ τοὺς Χριστιανοὺς διὰ τοῦ κηρύγματος. Ἐκύρυττε τὶς μεγάλες ἀλήθειες ἁπλὰ καὶ μὲ τέχνη, ὥστε νὰ εἶναι καταληπτὲς καὶ ἐποικοδομητικές.
Στὴν Περαχώρα τῆς Αἴγινας, ποὺ ἀπέχει ὀλίγα χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴ σημερινὴ πόλι, κοντὰ στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, σώζεται ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς τῆς Παλαιᾶς Αἴγινας. Ἔξω ἀπ᾿ αὐτὸν ὑπάρχει πέτρινη ἕδρα, ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς κατοίκους «ὁ Θρόνος τοῦ Ἁγίου». Ἀπὸ ἐκεῖ ἐδίδασκε καὶ νουθετοῦσε μὲ ἀποστολικὴ ἁπλότητα τὸ ποίμνιό του.
Ἡ φήμη του ξαπλώθηκε στὰ γύρω νησιά. Γι᾿ αὐτὸ ἐρχόντανε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, τὰ Μέγαρα, τὴ Σαλαμίνα καὶ ἀπὸ τὸν Πόρο θαυμαστές του νὰ τὸν ἀκούσουν. Ἡ συρροὴ αὐτὴ ποτὲ δὲν τὸν ἔκαμε νὰ ὑπερηφανευθῇ, τοὐναντίον, συνέχισε νὰ εἶναι ὁ ἁπλὸς καὶ ταπεινὸς Ἱεράρχης.

Τὸ διορατικὸ χάρισμα

Ὁ Ἅγιος εἶχε καὶ τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος. Τοῦτο φαίνεται ἀπὸ τὸ ἑξῆς γεγονός:
Ἕνας Ἱερομόναχος, Παγκράτιος ὀνόματι, ἀκούοντας γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν ἁγιότητά του, ἐπῆγε στὸν Ἅγιο νὰ ἐξομολογηθῇ. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἐξομολόγηση, τὸν ἐρώτησε ὁ Ἅγιος, ἂν εἶχε τίποτε ἄλλο νὰ πῇ, ποὺ ἴσως τὸ εἶχε ξεχάσει.
-Πρόσεχε, παιδί μου τοῦ λέγει: Μήπως ξέχασες κανένα ἁμάρτημα καὶ μείνῃς ἀδιόρθωτος; Νομίζω, ὅτι δὲν ἔκαμες εἰλικρινῆ καὶ τελείαν ἐξομολόγησιν.
Σκέφτεται πολλὴ ὥρα ὁ Ἱερομόναχος καὶ τοῦ ἀπαντᾷ:
-Δὲν ἔχω ἄλλο κρίμα.
Ὁ Ἅγιος τότε, μὲ τὴ σχετικὴ αὐστηρότητα, τοῦ λέγει:
-Δὲν θυμᾶσαι τὴν (δεῖνα) μέρα, ποὺ λειτουργοῦσες καὶ σοῦ ἔπεσεν Τίμιος Μαργαρίτης, ἐπειδὴ δὲν ἔδειξες τὴν ἀπαιτούμενη προσοχή;
Ὁ Ἱερομόναχος ἔμεινε κατάπληκτος, μόλις ἄκουσε τὰ ἀποκαλυπτικὰ λόγια του Ἁγίου. Ἔπεσε μὲ δάκρυα μετανοίας, ὡμολόγησε τὴν ἐνοχή του καὶ ζήτησε συγχώρησι. Ὁ Ἅγιος ἐνουθέτησε τὸν Ἱερομόναχο νὰ προσέχῃ στὸ μέλλον. Τοῦ συνέστησε νὰ πλησιάζῃ τὸν ἐπουράνιο Βασιλέα μὲ εὐλάβεια, φόβο καὶ τρόμο, τὸν ὁποῖον οὔτε καὶ αὐτοὶ οἱ ἄγγελοι δὲν ἠμποροῦν νὰ κοιτάξουν. Ἔτσι τὸν ἀπέλυσε ἐν εἰρήνῃ.

Παραίτηση καὶ ἐπιστροφὴ στὴ Ζάκυνθο

Τὸ 1579 ὁ Ἅγιος ἔρχεται ξανὰ στὴ Ζάκυνθο, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς Αἰγίνης. Διατί παραιτήθηκε; Διότι ἡ φήμη τοῦ πανταχοῦ διεδίδετο καὶ ὅπως ὁ μαγνήτης τραβάει τὸν σίδηρον, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος ἔσυρεν ὅλους πρὸς αὐτὸν γιὰ νὰ ἀκούσουν τοὺς μελιρρύτους καὶ θεοσόφους λόγους του. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὸν χρόνον διοικήσεως φοβήθηκε μήπως οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τόσον πολὺ τὸν ὕψωναν, τὸν κρημνίσουν στὰ φαράγγια τῆς κενοδοξίας. Γι᾿ αὐτὸ ἐστοχάσθηκε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὸν θρόνο του.
Οἱ Αἰγινῆτες κατεθλίβησαν, διότι ἔχαναν τὸν πατέρα τους. Αὐτὸς μετὰ τὴν ἄφιξι τοῦ διαδόχου του, ἀπεχαιρέτησε συγκινητικώτατα τὸ ποίμνιό του καὶ ἀνεχώρησε, γιὰ τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα, τὴν Ζάκυνθο.
Οἱ Ζακύνθιοι τὸν δέχθηκαν μὲ ἐνθουσιασμό. Ἤθελε καὶ ἐδῶ ὁ Διονύσιος νὰ δουλέψῃ, γιὰ τὸ καλὸ τῶν πατριωτῶν του. Ἐφοδιάσθηκε μὲ γράμμα ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱερεμία καὶ διωρίσθηκε χωρεπίσκοπος καὶ πρόεδρος Ζακύνθου. Χειροτονοῦσε κληρικούς, διότι δὲν εἶχαν χρήματα νὰ πηγαίνουν στὸν ἐπίσκοπο Κεφαλληνίας νὰ χειροτονηθοῦν. Χοροστατοῦσε σὲ κηδεῖες, γιορτὲς καὶ λειτουργίες.
Ἡ εὐγενικὴ ὅμως χειρονομία τοῦ Ἁγίου ἔθιξε τὰ συμφέροντά του τότε ἐπισκόπου Κεφαλληνίας. Ὁμάδα ἀπὸ Κεφαλλῆνες πῆγε στὴ Βενετία, ὅπου κατηγόρησε τὸν Διονύσιο, ὅτι τάχα ἀναμιγνύεται σὲ ξένη δικαιοδοσία. Γιὰ τὶς διαμαρτυρίες αὐτὲς ὁ ἡγεμὼν τῆς Βενετίας, Νικόλαος Δαπόντε διέταξε τὸ 1581 τὸν προβλεπτὴν Ζακύνθου, Κονταρίνην, ὅπως «ὁ σεβ. Διονύσιος Σιγοῦρος παραιτηθῇ πάσης Ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ὑπαγομένης εἰς τὴν δικαιοδοσίαν Κεφαλληνίας – Ζακύνθου, ἀποδίδων τῷ αὐτῷ ἐπισκόπῳ… καὶ τὰ ὅσα… τῆς δικαιοδοσίας του εἶχεν ἰδιοποιηθῆ».
Ὁ Διονύσιος, παρ᾿ ὅτι ἦταν διωρισμένος ἀπὸ τὸν Πατριάρχην, ἐδήλωσε, ὅτι παραιτεῖται. Ἔτσι ἀπεφεύχθησαν τὰ σκάνδαλα καὶ οἱ φιλονικεῖες.
Τὸν ἄλλο χρόνο ἐξελέγη ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου. Οἱ Ζακύνθιοι τὸν ἐσέβοντο καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «πρόεδρο Ζακύνθου».

Ἡ ἀφωρισμένη

Ὁ Ἅγιος βρισκόταν στὴν πόλι Ζακύνθου ὅταν ἔτυχε ν᾿ ἀνοίξουν ἕνα τάφο στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγίου Νικολάου τῶν Ξένων. Ἐλέγετο ἔτσι ὁ ναὸς διότι ἐκεῖ ἐνεταφιάζοντο οἱ ξένοι. Ὁ ναὸς αὐτὸς εἶναι καὶ ἡ Μητρόπολις τῆς Ζακύνθου. Στὸν τάφο αὐτὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐνταφιάσουν ἄλλο λείψανο. Μέσα στὸν τάφο βρῆκαν τὸ σῶμα μίας γυναικὸς ἀδιάλυτο. Αὐτὴ παρ᾿ ὅτι εἶχε πολὺ καιρὸ πεθάνει, ἔμεινε ἄλυωτη διότι ἦταν ἀφωρισμένη. Οἱ συγγενεῖς της παρεκάλεσαν μὲ δάκρυα τὸν Ἅγιο νὰ κάμῃ δέησι, νὰ διαβάσῃ συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ νὰ λυθῇ ἔτσι τὸ σῶμα.
Ὁ Ἅγιος λυπήθηκε τοὺς δυστυχισμένους ἀνθρώπους. Τὰ βαθειὰ μεσάνυχτα μὲ τὸν διάκονό του καὶ τὸν ἐφημέριο τοῦ Ναοῦ καὶ παρεκάλεσε νὰ βάλουν τὸ πτῶμα σ᾿ ἕνα στασίδι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφόρεσε τὸ ἐπιτραχήλι, καὶ τὸ ὠμοφόριόν του. Προσευχόταν ἀρκετὴ ὥρα μὲ δάκρυα. Παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ λύσῃ τὸ δεμένο ἀπὸ τὸν ἀφορισμὸ σῶμα. Ἐνῶ ἀκόμη, ἐδιάβαζε τὴ συγχωρητικὴ εὐχὴ τὸ σῶμα σωριάστηκε χάμω καὶ διελύθη «εἰς τὰ ἓξ ὧν συνετέθη» σὲ χῶμα καὶ κόκκαλα. Τότε ἐπετίμησε αὐστηρὰ τὸν ἐφημέριο καὶ τὸν διάκονο, ἐφ᾿ ὅσον ζῇ, νὰ μὴ τὸ ποῦν αὐτό σε κανένα. Παρόμοιο θαῦμα ἔγινε καὶ στὸ χωριὸ Καταστάριον.
Ἔπειτα ἀπεσύρθη στὸ Μοναστήρι τῆς Ἀναφωνήτριας. Συχνὰ ἐρχότανε στὴν πόλι καὶ σπάνια στὶς Στροφάδες. Στὸ Μοναστήρι βοηθοῦσε τὰ ἄπορα παιδιὰ νὰ μάθουν γράμματα καὶ τὰ καθοδηγοῦσε στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔζησε μὲ ὁσιότητα καὶ ἀρετή, σφυρηλατώντας μὲ τοὺς ἀγῶνες τοῦ τὸν φωτοστέφανο τῆς ἁγιότητος, μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἐστόλισε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ἔκρυψε τὸν φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του

Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ἀρχειοφυλάκιον τῆς Βενετίας, ὑπῆρχε θανάσιμη ἔχθρα μεταξὺ τῶν οἰκογενειῶν Μονδίνων καὶ Σιγούρων. Ὁ Ἅγιος προσπάθησε νὰ τοὺς συμφιλιώσῃ, ἀλλὰ ματαίως. Ἀντιθέτως δημιουργήθηκαν φόνοι, διότι διηρέθησαν σὲ δύο παρατάξεις οἱ κάτοικοι. Σὲ μία ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς συμπλοκὲς ἐφόνευσαν τὸν ἀδελφόν του Ἁγίου, Κωνσταντῖνον.
Ὁ φονιὰς τρέχει, διωκόμενος ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τὴν ἀστυνομία. Ζητεῖ καταφύγιο σὲ ἐρήμους τόπους. Καταλήγει στὸ Μοναστήρι τῆς Ἀναφωνήτριας, ζητώντας ἄσυλο. Βέβαια δὲν ἤξερε, ὅτι ὁ Ἡγούμενος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ θύματος. Ἐδῶ ζήτησε καταφύγιο.
Ὁ Ἅγιος εἶδε τόσο φοβισμένο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐρώτησε τί ἔχει. Ἐκεῖνος ὠμολόγησε, ὅτι καταδιώκεται ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοῦ Σιγούρου, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσε. Ὁ Διονύσιος, σὰν ἄνθρωπος καὶ ἀδελφὸς λυπήθηκε πολύ. Πειράχθηκε ἀφάνταστα, διότι ἦταν ὁ μόνος ἀδελφὸς ποὺ εἶχε. Ἐλᾶτε στὴ θέσι του. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ φανερώσει τὴν ταυτότητά του τὸν ἐρώτησε μὲ παράπονο:
-Ἄνθρωπε, σὲ τί σοῦ ἔφταιξε ἐκεῖνος ὁ καλὸς ἄρχοντας καὶ τὸν θανάτωσες ἄδικα;
Παρ᾿ ὅτι πληγώθηκε ἡ καρδιά του, τοῦ πρόσφερε φαγητό, νερὸ καὶ τὸν συμβούλεψε. Προσπάθησε νὰ τὸν κάμῃ νὰ μετανοήσῃ γιὰ νὰ γλυτώσῃ τὴν αἰώνια Κόλασι.
Σ᾿ ὅλη του δὲ τὴ μετέπειτα ζωὴ προσπάθησε ὁ φονιὰς διὰ τῆς μετανοίας νὰ ἐξιλεωθῇ. Ἀκολούθως τὸν ἔβγαλε στὸ γιαλό, κάτω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τοῦ ἔδωσε τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια, χρήματα καὶ τροφές, γιὰ τὸ ταξίδι, τὸν ἔβαλε μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο καὶ τὸν ἐφυγάδευσε πρὸς τὴν Πελοπόννησο.
Πόση μεγάλη ἀνεξικακία εἶχε, γιὰ νὰ φερθῇ ἔτσι στὸ φονιὰ τοῦ ἀγαπημένου καὶ μόνου ἀδελφοῦ του!
Γιὰ τὴ ζωή του στὸ Μοναστήρι γράφει ὁ βιογράφος του τὰ ἑξῆς:
«Καθὼς λοιπὸν ἀνέβη μὲ τὸ σῶμα ὑψηλὰ ὁ Διονύσιος, πορευόμενος εἰς τὰ ὑψίβατα ἐκεῖνα ὄρη, τοιουτοτρόπως ὕψωσε καὶ τὸν νοῦν, ὅλως διόλου εἰς τὰ οὐράνια. Δὲν ἐφαντάζετο τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μόνον τὸ ἀσύγκριτον κάλλος τῆς Τρισυλίου Θεότητος. Καὶ τόσον ἐλέπτυνε τὴν ψυχήν του μὲ τὰς νοερὰς θεωρίας, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔγινε ὅλος οὐράνιος. Ἀφήνω διηγούμενος τὰς παθοκτόνους νηστείας, τὰς νυχθημέρους προσευχάς, τὰς χαλεπὰς καὶ σωματοτιμωρητικὰς χαμευνίας… Δὲν λέγω τὴν ἀσχόλαστον ἐλεημοσύνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐφαίνετο μία βρύσις ἀέναος, ποτίζουσα δαψιλῶς τοὺς διψασμένους πένητας, ἔχων τὴν συνήθειαν κάθε χρόνον, πρὸς τὸ Ἅγιον Πάσχα, νὰ στέλλῃ μίαν μεγάλην λέμβον τοῦ Μοναστηρίου εἰς τὴν πόλιν, φορτωμένην ἀπὸ σιτάρι, ὄσπρια, ἀρνία, ἐρίφια καὶ ἄλλα βρώσιμα, νὰ τὰ διαμοιράζουν εἰς τοὺς πτωχοὺς κυρίως, κατὰ τὴν παραγγελίαν του».

Ἡ κοίμησί του

Ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου ἔτσι συνέχισε μέχρι τέλους. Σὲ βαθειὰ γεράματα αἰσθάνθηκε τὸν ἑαυτόν του, ὅτι ἐπλησίαζε ὁ καιρὸς νὰ ἀπέλθῃ. Ἐφανέρωσε τοῦτα στὰ πνευματικά του παιδιά, τὰ ὁποῖα θρηνοῦσαν τὴν στέρησι τοῦ Γέροντά τους. Ἔτσι δεόντως, προετοιμασμένος, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Πλάστου, τὴν 17ην Δεκεμβρίου 1622, εἰς ἡλικίαν 75 ἐτῶν. Ὅλη τὴν περιουσία του τὴν ἄφησε στὸ μοναστήρι.
Τελευταία του ἐπιθυμία ἦταν νὰ τὸν ἐνταφιάσουν στὸν Ἱ. Ναὸ Ἄγ. Γεωργίου Στροφάδων, ὅπου ἔγινε μοναχός. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Μετὰ τριετίαν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν του λειψάνων. Εὑρέθη ὁλόσωμος καὶ μὲ εὐωδίαν. Γι᾿ αὐτὸ τὸ ἐναπέθεσαν στὸν νάρθηκα τοῦ ναοῦ καὶ ὕστερα ὄρθιον στὸ δεσποτικό. Ὁ Ἱστορικὸς Φερράρι, στὸ ἔργο του «Ἱστορικαὶ σημειώσεις», ἀναφέρει, ὅτι διελθὼν ἐκ τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ «εἶδε τὸ ἅγιον λείψανον ἐπὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου ἀκέραιον, ἐκτὸς δύο ὀδόντων καὶ τοῦ ἄκρου τῆς ρινός».



Ἀνακηρύσσεται Ἅγιος

Τὰ θαύματα, ποὺ ἐπιτέλεσε ὁ ἅγιος ζωντανὸς καὶ μετὰ θάνατον εἶναι πολλά. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια, μετὰ τὸν θάνατόν του, εἶχεν ἐπιβληθῆ στὴ συνείδησι τῶν Χριστιανῶν ὡς ἅγιος. Χωρὶς ἐπισήμως νὰ τὸν ἔχῃ ἀνακηρύξει ἡ Ἐκκλησία, οἱ πιστοὶ τὸν ἐσέβοντο καὶ τὸν τιμοῦσαν ὡς Ἅγιον. Συνέβη κάτι παρόμοιο καὶ μὲ τὸν νεοφανέντα Ἅγιο Νεκτάριο.
Τὸ 1703 οἱ μοναχοὶ τῶν Στροφάδων ἀποστέλλουν ἐπιτροπὴ μὲ δύο πατέρες τῆς Μονῆς στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἔφεραν μαζύ τους καὶ πολυσέλιδη ἀναφορὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ζακύνθου – Κεφαλληνίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετίθεντο λεπτομερῶς τὰ τῆς ζωῆς καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου. Τὴν ἀναφορὰν ὑπέγραψε ὁ ἐπίσκοπος Τιμόθεος καὶ ὁ ἡγούμενος τῶν Στροφάδων, Ἄνθιμος Κοριανίτης. Μὲ αὐτὴ ἐπρότειναν τὴν ἀνακήρυξι τοῦ Διονυσίου σὲ ἅγιο.
Πράγματι, ὁ Πατριάρχης ἐξέδωκε ἕνα ἐκτενῆ συνοδικὸν τόμον, ὁ ὁποῖος ἐχωρίζετο σὲ τρία μέρη. Στὸ πρῶτο μέρος ἐκτίθεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὸν τιμᾶ ὡς Ἅγιο. Εἰς τὸ δεύτερο μέρος ἐκτίθεται ὁ βίος τοῦ ἁγίου. Εἰς δὲ τὸ τρίτον μέρος καθορίζεται ἡ ἁγιωνυμία καὶ ἡ ἑορτὴ ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου εἰς τὴν Μονὴν Μεταμορφώσεως στὶς Στροφάδες. Ὁ τόμος φέρει χρονολογίαν 1703 καὶ ἔχει τὴν ὑπογραφὴν δέκα συνοδικῶν.

Μετάθεσι τοῦ ἱεροῦ λειψάνου στὴ Ζάκυνθο

Μετὰ τὸν πόλεμο ποὺ ἔγινε μεταξὺ τῶν Τούρκων καὶ τῶν Βενετῶν τὸ 1716, ὁ Τοῦρκος ναύαρχος Χοτζᾶ Πασᾶς ἀπείλησε τὴ Ζάκυνθο, ὅτι θὰ τὴν κατέστρεφε ἂν δὲν ὑπετάσσετο στὸ Σουλτάνο. Οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς ἔκρυψαν τὰ πολύτιμα κειμήλια καὶ τὸ Ἱ. Λείψανο μέσα σὲ μία σπηλιά, ἐπειδὴ φοβήθηκαν, μήπως λεηλατηθῇ καὶ τὸ Μοναστήρι. Εὐτυχῶς οἱ Τοῦρκοι νικήθηκαν καὶ ἔφυγαν. Μία ὅμως μοίρα ἀπὸ ἑπτὰ πλοῖα ἦλθαν στὸ Μοναστήρι καὶ τὸ λεηλατοῦσαν ἐπὶ τέσσαρες ἡμέρες.
Πολλοὺς μοναχοὺς ἐφόνευσαν καὶ τέλος ἔκαψαν τὰ σώματά τους. Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου δὲν τὸ ἐπείραξαν, παρὰ μόνον τέσσερις χριστιανοὶ τοῦ πληρώματος τοῦ ἔκοψαν τὰ δύο χέρια καὶ τὰ ἐτεμάχισαν σὲ τέσσερα μέρη. Ὁ ἀρχηγὸς σκέφθηκε, ὅτι τὰ χέρια αὐτὰ θὰ εἶχαν ἀξία. Τὰ πῆρε ἀπὸ ἐκείνους καὶ τὰ ἐπώλησε τὸ μὲν ἕνα στὸν ἐπίσκοπο Χίου Ἀγαθάγγελο, τὸ δὲ ἄλλο σὲ ἕνα εὐσεβῆ μοναχὸ Ἀκάκιο. Αὐτοὶ ἀργότερα τὰ ἐπέστρεψαν στὶς Στροφάδες. Τὸ ἀριστερὸ χέρι εὑρίσκεται στὴ Μονὴ τῆς παναχράντου στὴν Ἄνδρο.
Μετὰ τὴ λεηλασία πέντε μοναχοὶ ἐπεβιβάσθησαν τοῦ Δαλματικοῦ πλοίου «Ἅγιος Ἀντώνιος» καὶ μὲ τὸ Ἱ. λείψανο ἦλθαν στὴ Ζάκυνθο τὴν 22αν Αὐγούστου τοῦ 1717. Τὸ σκήνωμα ἐναπετέθη στὸν ἐπισκοπικὸ Ναό. Ἀπὸ τότε ἡ κοινότης τῆς Ζακύνθου ἐνεκήρυξε τὸν Ἅγιο Πολιοῦχον τοῦ νησιοῦ, ἀντὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ εἶχαν προηγουμένως. Τὴν 24ην Αὐγούστου ὥρισε ὡς ἐπέτειον τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου. Ἡ λιτανεία τῆς ἰδίας ἡμέρας καθιερώθηκε ἀργότερα κατὰ τὸ 1901, ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Πλέσα.

Θαύματα μετὰ τὴν κοίμησι

Ἀπὸ τότε ποὺ ἐκοιμήθη ὁ Ἅγιος μέχρι σήμερα ἐπετέλεσε ἀναρίθμητα θαύματα. Ἀνθρώπινες πονεμένες ὑπάρξεις ἔρχονται μπροστὰ στὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν παρακαλοῦν νὰ τοὺς κάνῃ καλά. Ξέρουν τὴν παρρησία, ποὺ ἔχει στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸ μὲ ἐπιμονὴ καὶ πίστη στὴν Παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ζητοῦν τὴν γιατρειά τους.

Τὸ λάδι τῆς κανδήλας τοῦ Ἁγίου

Στὸ Μοναστήρι ἔτυχε νὰ εἶναι κάποιος ξένος δαιμονιζόμενος. Βλέποντας οἱ Πατέρες τὸν ἄνθρωπο νὰ βασανίζεται ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, πῆραν λάδι ἀπὸ τὴν κανδήλα τοῦ Ἁγίου. Τὸν ἔχρισαν μὲ αὐτὸ καὶ διάβασαν τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ Μ. Βασιλείου. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ὁ ἄνθρωπος ἔγινε καλὰ καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του. Ἐδόξαζε τὸ Θεὸ καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Ἅγιο ποὺ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ φοβερὸ δαιμόνιο.

Ξαναμπαίνει μόνος του στὴ λάρνακα

Στὸ Μοναστήρι ἦταν Ἡγούμενος ὁ Δανιήλ. Ἦταν καλὸς καὶ σεμνός. Ἀργότερα ἔγινε καὶ ἐπίσκοπός της περιοχῆς. Αὐτὸν τὸν ἐβασάνιζε κάποια ἀμφιβολία σχετικὰ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Ἔλεγε πολλὲς φορὲς μὲ τὸ μυαλό του:
-Ἄραγε ὁ Διονύσιος νὰ εὑρίσκεται στὸ χορὸ τῶν Ἁγίων, ὅπως ἐμεῖς τὸν τιμοῦμε ἢ ὄχι;
Αὐτὴ ἡ σκέψη, εἴπαμε τὸν βασάνιζε πολύ. Μία μέρα ὅμως στὸν ὕπνο τοῦ βλέπει τὸν ἐκκλησιάρχη νὰ τοῦ χτυπᾶ τὴν πόρτα καὶ νὰ ζητᾶ τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ σημάνῃ τὸν Ὄρθρο. Μετὰ ἀπὸ ὀλίγη ὥρα ξύπνησε καὶ νόμισε, ὅτι πραγματικὰ εἶχε δώσει τὴν ἄδεια νὰ σημάνῃ. Κατηγοροῦσε δὲ τὸν ἑαυτό του, γιατὶ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ ἄργησε νὰ πάῃ στὸν Ὄρθρο.
Ντύνεται βιαστικὰ καὶ κατεβαίνει στὴν Ἐκκλησία. Μόλις ὅμως ἔφθασε ἀπέναντι ἀπὸ τὴ λάρνακα, βλέπει ὄρθιο τὸν Ἅγιο ἐν μέσῳ δύο ἱερέων λευκοφορεμένων καὶ δύο ἱεροδιακόνων. Τὰ χέρια του ὁ Ἅγιος τὰ εἶχε ἀκουμπισμένα πάνω στοὺς ὤμους τους. Οἱ διάκονοι ἕντυναν τὸν Ἅγιο μὲ τὴν ἀρχιερατικήν του στολήν. Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς λέγει στὸν Ἡγούμενο:
Πείσθηκες τώρα ἢ ἀκόμα ἀμφιβάλλεις;
Ταράχθηκε ὁ Ἡγούμενος ἀπὸ τὸ ὅραμα, φοβήθηκε καὶ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ Ναό.
Μετάνοιωσε ὅμως καὶ ξαναγύρισε νὰ ἰδῇ, ἂν πραγματικὰ τοῦτο ἦταν ἀληθινό. Στὴν πόρτα φθάνοντας, βλέπει τὸν Ἅγιο νὰ σύρεται μόνος του καὶ νὰ μπαίνει στὴν ἴδια τὴ λάρνακα.
Τρομαγμένος γυρίζει στὸ κελλί του καὶ ἀναφέρει τοῦτο στοὺς πατέρες. Ὅλοι ἐδόξασαν τὸν Θεὸν καὶ στερεώθηκαν στὴν πίστη, ὅτι ὁ Ἅγιος συνευφραίνεται μὲ τοὺς λοιποὺς Ἁγίους στὸν Οὐρανό. Ζητώντας κατόπιν συγνώμη γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία του ὁ Ἡγούμενος, ἔγινε στὸ ἑξῆς θερμότατος κήρυκας τῆς ἁγιότητος καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Διονυσίου.

Ἀνέστησε τὸ νεκρὸ παιδί

Κάποιο ἀνδρόγυνο ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο εἶχε παντρευτεῖ πρὸ δέκα ἐτῶν καὶ δὲν εἶχαν ἀποκτήσει παιδί. Γι᾿ αὐτὸ παρεκάλεσαν τὸν Ἅγιον νὰ τοὺς δώσῃ παιδί, μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ τὸ βαφτίσουν στὴν Ἐκκλησία του, στὴ Ζάκυνθο. Τότε δὲ εἶδε στὸ ὄνειρό της ἡ γυναίκα τὸν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε:
-Τί θέλεις ἀπὸ μένα; Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή σου καὶ αὐτὸ ποὺ ποθεῖς θὰ σοῦ δοθῇ γρήγορα.
Πράγματι, ἡ γυναίκα ἀπέκτησε ἕνα γυιὸ χαριτωμένον. Μὲ αὐτὸ οἱ γονεῖς ἔγιναν πολὺ εὐτυχισμένοι καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς τους ἐδόξασαν τὸν Θεὸν καὶ τὸν Ἅγιον Διονύσιον.
Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ πέντε μῆνες ἀπὸ τὴ γέννησι τοῦ παιδιοῦ, ἐτοιμάσθησαν νὰ πᾶνε στὴ Ζάκυνθο, γιὰ νὰ κάνουν τὸ τάμα τους. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθετος καὶ τὸ πλοῖον ἐμποδίστηκε νὰ ἀναχωρήσῃ. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἀρρώστησε βαρειὰ τὸ παιδί τους. Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν τοὺς ἐσταμάτησε καὶ ἀνεχώρησαν, μόλις σταμάτησε ἡ κακοκαιρία. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅταν ἦσαν λίγο μακρυὰ ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο ἕως τρία μίλια, τὸ ἀγαπημένο τους παιδὶ ἀπέθανε. Μπορεῖ νὰ φαντασθῇ κάθε ἕνας τὰ κλάματα καὶ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσαν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ γονεῖς. Ὁ δὲ ἀέρας ἀντηχοῦσε ἀπὸ τὶς πένθιμες φωνές τους.
Ἐπὶ τέλους ἀγκυροβόλησε τὸ πλοῖο στὸ λιμάνι κατὰ τὸ ἀπόγευμα. Τὴν ἑπομένη δὲ ἡμέρα τὸ πρωί, παρ᾿ ὅλον ποὺ ἦσαν ἀποθαμένο τὸ παιδί τους, θέλησαν νὰ τὸ προσφέρουν στὸν Ἅγιο οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι γονεῖς.
Ἐπῆγαν, λοιπόν, τὸ ἀποθαμένο παιδί τους στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, ἀκολουθούμενοι ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς. Ἀπέθεσαν τὸ πτῶμα του κοντὰ στὴν Λάρνακα τοῦ Ἁγίου. Ἔκλαιγαν καὶ ἔλεγαν:
-Ἅγιε Διονύσιε, ἐχάσαμε τὸ παιδί μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἀλλὰ τὸ φέραμε, ἔστω καὶ νεκρὸ σὲ σένα. Τότε ξαφνικά, ὢ τοῦ θαύματος! τὸ παιδάκι ἄνοιξε τὰ μάτια του, ἔκλαιγε καὶ ζητοῦσε τὴ μητέρα του! Μόλις εἶδαν τὸ θαῦμα ὅλοι, ὅσοι ἦσαν ἐκεῖ, γονάτισαν καὶ ἐφώναζαν τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἡ λυπημένη μητέρα του, βλέποντας τὸ παιδί της ξαναζωντανεμένο, ἐνῶ ἐπὶ δεκαοκτὼ ὧρες ἦταν νεκρό, λιποθύμησε καὶ ἔμεινε σὰν νεκρή. Ἔπειτα, μόλις συνῆλθε, τὸ ἐπῆρε στὴν ἀγκαλιά της. Κατόπιν τὸ ἐβάπτισε καὶ τὸ ὠνόμασε Διονύσιο. Ἔπειτα ἔφυγαν εὐχαριστημένοι καὶ χαρούμενοι οἱ εὐλαβεῖς ἐκεῖνοι γονεῖς. Ἐδόξαζαν τὸν Θεὸν καὶ ἐκήρυτταν παντοῦ αὐτὸ τὸ ἐκπληκτικὸ θαῦμα. Εὐγνωμονώντας δὲ ὁ Διονύσιος δὲν ἔλειπε ποτὲ στὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἔφερνε σὰν τάμα τὸ κερί του καὶ τὸ λιβάνι του.

Ἐμπόδισε τὴ δέηση γιὰ τὸν προτεστάντη

Τὸ 1820 στὶς 17 Δεκεμβρίου, ἐγίνετο ἡ περιφορὰ τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου μέσα στὴν πόλιν τῆς Ζακύνθου. Ἔπρεπε νὰ περάσῃ κοντὰ ἀπὸ τὴν πλατεία τῶν Ἁγίων Πάντων, ὅπου ὑπῆρχε τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἄγγλου ἀρμοστοῦ Θωμᾶ Μέλταν. Θὰ ἐγίνοντο τὰ ἀποκαλυπτήρια. Ἐπρόκειτο ἐκεῖ γι᾿ αὐτὸν τὸν Προτεστάντη, τὸν αἱρετικό, νὰ γίνῃ προσευχὴ καὶ δέησις. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται. Ὁ Ἅγιος ἔκαμε τὸ θαῦμα του καὶ δὲν ἔγινε ἡ προσευχή. Διότι τὴ νύχτα ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ τὸ πρωὶ ἔπεσε μεγάλο χαλάζι καὶ φοβερὴ βροχή, ποὺ ἐμποδίζανε νὰ γίνη ἡ τελετή. Τότε ἀναγκάσθηκαν νὰ φέρουν καὶ νὰ θέσουν τὸ Ἅγιο Λείψανο στὴν Ἐκκλησία τῆς Φανερωμένης. Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἦτο ὁ συνταγματάρχης Ρός. Τὸν συνόδευε δὲ καὶ κάποιος Ἄγγλος ναύαρχος. Ἐπῆγε ὁ Ρὸς στὴν Ἐκκλησία τῆς Φανερωμένης καὶ διέταξε νὰ μὴ μείνῃ κανεὶς μέσα παρὰ μόνο ἐκεῖνος, ὁ ναύαρχος καὶ οἱ ἐπίτροποι. Ἔκαμε τὴν προσευχή του γονατιστὸς καὶ μὲ μεγάλην συγκίνηση ἔβαλε στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου Λειψάνου τὸ χρυσὸ ἐγκόλπιο, τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχαν δώσει οἱ κάτοικοι τῆς Λευκάδος γιὰ τὴν καλήν του διοίκησιν καὶ γιὰ τὰ καλὰ ποὺ ἔκαμε. Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ σήμερα αὐτὸ ἐπάνω εἰς τὸ Ἅγιο Λείψανο, ὡς ἀπόδειξις γιὰ τὸ θαῦμα, ποὺ ἔγινε.

Βλέπει ὁ τυφλὸς τσαγκάρης

Ἕνας τσαγκάρης ὀνομαζόμενος Παναγιώτης Καλουντζόπουλος, ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο, ἔτρεφε τὴν οἰκογένειά του μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου του. Ἔμεινε δὲ ἐντελῶς ἀόμματος. Ἡ γυναίκα του ὅμως τοῦ εἶπε νὰ παρακαλέσῃ τὸν Ἅγιο, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ξαναδῇ. Τότε, αὐτὸς ἔβαλε στὰ χέρια του τὴν Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν φιλοῦσε μὲ στεναγμοὺς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του καὶ τοῦ ζητοῦσε τὴν βοήθειά του.
Τὴν 14ην ὅμως τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου βλέπει στὸ ὄνειρό του τὸν Ἅγιον, σὰν Δεσπότην, ντυμένο μὲ τὸν ἐπανωμανδύαν του. Ὁ Δεσπότης τὸν ἐπλησίασε, τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι καὶ τοῦ λέγει:
-«Κουράγιο παιδί μου. Νὰ πιστεύῃς στὸ Θεὸ καὶ σὲ τρεῖς μέρες θὰ ἔχεις τὸ φῶς σου καὶ θὰ γίνῃς καλά, ἀλλὰ νὰ μὴ τὸ φανερώσῃς αὐτό σε κανένα, ἕως ὅτου γίνῃς ἐντελῶς καλά». Μόλις τοῦ εἶπε αὐτὰ ἔγινε ἄφαντος.
Ὅταν ξύπνησε ὁ τυφλὸς Παναγιώτης διηγήθηκε τὸ ὄνειρο στὴν γυναίκα του, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως νὰ μὴ τὸ πῇ σὲ κανένα. Ἐζήτησε κατόπιν τὴν Εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Αἰγίνης Διονυσίου καὶ τὴν ἀσπάσθηκε μὲ μεγάλο σεβασμό. Στὸν ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου, μόλις ἄκουσε τὸν πρῶτον κανονιοβολισμόν, θυμήθηκε τὸ ὄνειρο, ποὺ εἶδε. Γονάτισε πάνω στὸ στρῶμα του μὲ τὴν βοήθειαν τῆς γυναίκας τοῦ παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα τὸν Ἅγιον. Ἔγινε τότε τὸ θαῦμα καὶ εἶδε ὀλίγον:
Τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ πρωί, τὴν δεκάτην ἑβδόμην του μηνὸς Δεκεμβρίου, γιορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου καὶ γίνεται ἡ Λιτανεία τοῦ ἁγίου Λειψάνου στὴν πόλι τῆς Ζακύνθου. Ὅταν περνοῦσε τὸ Ἅγιον Λείψανον κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρρώστου, σηκώθηκε αὐτὸς ἀπὸ τὸ κρεβάτι βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὴ γυναίκα του. Τότε καὶ οἱ δύο ἐγονάτισαν καὶ ἔκαμαν θερμὴ προσευχὴ στὸν Ἅγιον. Καί, ὤ! τοῦ παραδόξου θαύματος! Δὲν εἶχε προχωρήσει οὔτε τριάντα βήματα ἡ Λιτανεία καὶ ὁ τυφλὸς εἶδε πλέον καλὰ καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεὸν καὶ τὸν Ἅγιον Διονύσιον, ποὺ τὸν ἔκαμε καλά.

Ἀνοίγει ἡ λάρνακα μόνη της γιὰ νὰ προσκυνήσουν οἱ ναυαγοί

Μία μέρα ἦταν κάποιο πλοῖο ἔξω ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Ζακύνθου καὶ ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ ἀπὸ τὴν μεγάλην τρικυμίαν. Τρεῖς ἀπὸ τοὺς ναῦτες ρίχτηκαν μὲ ὁρμὴ μέσα στὰ κύματα καὶ παρεκάλεσαν νὰ τοὺς βοηθήσῃ ὁ Ἅγιος Διονύσιος. Πραγματικὰ τότε ὁ Ἅγιος φανερώθηκε σ᾿ αὐτούς, ἡσύχασε τὴν δύναμιν τῶν κυμάτων καὶ τοὺς ἐπῆγε κολυμβώντας στὴ Ζάκυνθο. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα ἀμέσως, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν βρεγμένοι καὶ κουρασμένοι, πήγανε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, διὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Ἅγιο, ποὺ τοὺς ἔσωσε.
Ζήτησαν ἐκεῖ νὰ ἀνοίξουν τὴν ἱερὴ Λάρνακα, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸ Ἅγιο Λείψανο. Ἤθελαν νὰ βρέξουν μὲ τὰ δάκρυά τους ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔλειπε ὁ ἐφημέριος, ποὺ κρατοῦσε τὰ κλειδιὰ τῆς λάρνακας καὶ θὰ ἔφευγαν χωρὶς νὰ προσκυνήσουν. Τότε ἀκούγεται ἕνα τρίξιμο καί, ὢ τοῦ θαύματος! ἄνοιξε ἡ ἱερὰ Λάρναξ αὐτομάτως. Μπροστὰ στὸ θαῦμα αὐτὸ ὅλοι ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, οἱ Ὀρθόδοξοι ἔμειναν κατάπληκτοι. Οἱ ναῦτες ἐφίλησαν τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου μὲ μεγάλην κατάνυξιν καὶ κατόπιν ἔκλεισε πάλιν ἡ Λάρναξ αὐτομάτως. Βγῆκαν οἱ ναῦτες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ διαλαλοῦσαν τὸ θαῦμα αὐτό σε ὅλο τὸν κόσμο.

Ἡ τυφλὴ καὶ καμπουριασμένη

Κατὰ τὸ ἔτος 1841 ἀρρώστησε ἀπὸ βαρειὰ ἀρρώστεια τῶν ματιῶν ἡ κόρη τοῦ σπαρτιάτου Εὐστρατίου Ἰατρίδου. Ὀνομαζόταν Αἰκατερίνη καὶ ἔμενε στὴν Ζάκυνθο. Μεταχειρίσθηκε ὅλα τὰ μέσα τῆς ἰατρικῆς, ἀλλὰ δὲν εὑρῆκε καμμίαν γιατρειά. Τοὐναντίον ἐχειροτέρευσε τὸ κορίτσι αὐτὸ καὶ ἐκαμπούριασε ἕως τὰ γόνατα. Τότε ὁ πατέρας τῆς κοπέλας ἀπελπίσθηκε καὶ ἔτρεξε νὰ τὸν βοηθήσῃ ὁ Ἅγιος Διονύσιος. Κατὰ τὴν 17ην Δεκεμβρίου, τότε ποὺ γίνεται ἡ Λιτανεία τοῦ Ἁγίου Λειψάνου, τύλιξε μὲ ἕνα σεντόνι τὴν τυφλὴν κόρην του καὶ τὴν ἔφερε στὸν δρόμον ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ θὰ περνοῦσε ἡ Λιτανεία.
Γονατιστὸς ἐκεῖ, αὐτὸς παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιον μὲ ζεστὰ δάκρυα. Πράγματι, πέρασε ἡ Λάρνακα μὲ τὸ Ἅγιο Λείψανο ἐπάνω ἀπὸ τὸ τυφλὸ κοριτσάκι. Τύλιξε κατόπιν πάλιν ὁ πατέρας του μὲ τὸ σεντόνι τὸ ἄρρωστο κορίτσι του καὶ τὸ ἔφερε στὸ σπίτι του. Τότε, ὢ τοῦ θαύματος! ξαναεῖδε τὸ φῶς της ἡ Αἰκατερίνη. Καὶ δὲν γιατρεύτηκαν μόνον τὰ μάτια της, ἀλλὰ καὶ ὅλον της τὸ σῶμα.

«Εὐλογημένε σήκω καὶ ἄνοιξε»

Κάποιος ἄλλος, ὀνόματι Ἰωάννης Μποφαρδιός, ποὺ ἦτο ἀπὸ τὸ προάστειον Πόχαλιν, εἶχε πιασθῆ καὶ ἐβαστάζετο ὄρθιος μὲ δύο δεκανίκια. Ὅταν ἦταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου, πῆγε μὲ δυσκολία τὸ ἀπόγευμα στὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου διὰ νὰ τὸν παρακαλέσῃ, νὰ τὸν λυπηθῆ, καὶ νὰ τὸν βοηθήση, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐχειροτέρευσε ἡ κατάστασίς του δὲν μπόρεσε νὰ ἀναχωρήσῃ καὶ ἐπῆρε τὴν ἀπόφασιν νὰ μείνη ὅλη τὴν νύκτα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου μοναχός του. Ὅταν τὴν νύχτα ἐκτύπησαν οἱ Καλόγεροι τὴν πόρτα καὶ αὐτὸς δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῇ νὰ ἀνοίξῃ, ἄκουσε νὰ βγαίνῃ μία παράξενη φωνὴ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Λάρνακα καὶ νὰ τοῦ λέγῃ:
-«Εὐλογημένε, σήκω καὶ ἄνοιξε».
Τότε δυνάμωσε ὀλίγον καὶ ἀκουμπώντας στὰ στασίδια, ἄνοιξε τὴν πόρτα. Τὸ πρωὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀπεφάσισε μὲ τὴν βοήθεια τῶν δυὸ μπαστουνιῶν του νὰ γυρίσῃ στὸ σπίτι του στὴν Πόχαλιν. Πηγαίνοντας ὅμως, κατάλαβε ὅτι ἄρχισε νὰ ἀναλαμβάνῃ τὶς δυνάμεις του. Καὶ ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι του, ἦταν πιὰ τελείως καλά.

Ὁ σεληνιασμένος καπετάνιος

Κάποιος Νικόλαος Ντιρλῆς ποὺ ἤρχετο μὲ ἕνα μικρὸ πλοῖο στὴν Ζάκυνθο, ἔπασχε ἀπὸ σεληνιασμό. Ὅταν δὲ ἐπλησίασε τὸ πλοιάριο στὴν Ζάκυνθο καὶ ὁ ἄρρωστος εἶδε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ γίνῃ καλὰ καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἔγινε ἀμέσως καλά.

Ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος

Ἕνας Ἄγγλος πλοίαρχος εἶχε ἀγκυροβολήσει στὸν ὅρμον τοῦ Κεριοῦ τῆς νήσου Ζακύνθου, ἐπειδὴ ἦταν μεγάλη τρικυμία αὐτὴν τὴν ἡμέρα. Εἶδε ὅμως ἐκεῖ τὸν Νικόλαον Κουτσουκέλην, φύλακα τοῦ Ὑγειονομικοῦ νὰ προσεύχεται γονατιστός. Τὸν ἐρώτησε καὶ ἔμαθε, ὅτι προσεύχεται στὸν Ἅγιο Διονύσιο.
-«Μπορῶ, τοῦ εἶπε καὶ ἐγὼ νὰ τὸν παρακαλέσω γιὰ νὰ σωθοῦμε;».
-«Καὶ γιατί ὄχι; Τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος.
Ἔβγαλε λοιπὸν τότε τὸ πηλίκιόν του ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος καὶ παρεκάλεσε τὸν Ἅγιο. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἐκόπασε ἀμέσως ἡ τρικυμία καὶ ἔγινε γαλήνη. Ὅταν ἔφθασε στὴν Ζάκυνθο ἔκαμε δῶρο ἕνα ἀσημένιο κανδήλι. Ὁσάκις μάλιστα ἐρχόταν στὴν Ζάκυνθο, δὲν ἐξεχνοῦσε νὰ προσφέρῃ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου ἀρκετὲς λαμπάδες.

Ξυπνᾶ τὸν νεωκόρο

Τὸ 1849 ὁ νεωκόρος Ἱλαρίων Γκερπέσης τρεῖς φορὲς εἶδε στὸ ὄνειρόν του τὸν Ἅγιον. Τὴν δὲ τετάρτην φορὰν εἶδε τὸν Ἅγιον νὰ τὸν σύρῃ ἀπὸ τὸ μπράτσο του καὶ νὰ τοῦ λέγῃ:
-«Σήκω». Τότε ἐκεῖνος ξύπνησε, παίρνει τὰ κλειδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀνοίγει καὶ βλέπει νὰ καίγεται τὸ κουτὶ τῆς Ἐλεημοσύνης, στὸ ὁποῖον μετεδόθη ἡ φωτιὰ ἀπὸ μίαν λαμπάδα, ποὺ τὴν ἐξέχασαν ἀναμμένην. Ἔσβησε, ἀμέσως τὴ φωτιὰ καὶ εὐχαρίστησε τὸν Ἅγιο.

Τὸ καρκούνι

Κάποτε τὴν 16ην τοῦ Δεκεμβρίου ἐγίνετο ὁ Ἑσπερινός. Τὴν ὥρα ποὺ ἔλεγαν τὸ «Φῶς ἱλαρὸν» κροτοῦσαν τὰ καρκούνια. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ μπῆκε στὴν κοιλιὰ ἑνὸς παιδιοῦ, ὀνόματι Χρήστου Σεμιτέκλου, ἀπὸ τὸ Ποχάλειο. Ἔπειτα ἀπὸ εἴκοσι ἡμέρες αἰσθάνθηκε τὸ παιδὶ δυνατοὺς πόνους στὴν κοιλιά του καὶ ὢ τοῦ θαύματος, τὸ κακὸ ποὺ ἔπαθε βγῆκε ἀπὸ τὸ συνηθισμένο μέρος, διότι αὐτὸς παρακαλοῦσε πάντοτε τὸν Ἅγιον νὰ τὸν βοηθήσῃ. Δὲν ὑπῆρχαν τότε νοσοκομεῖα καὶ τὰ μέσα δι᾿ ἐγχειρήσεις καὶ κατέφυγαν μόνον στὸν Ἅγιο. Αὐτὸς ἦταν ὁ γιατρός τους σὲ κάθε ἀρρώστιά τους.

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὑποδέχεται τὸν Ἅγιον Νεκτάριο

Ὅταν ἐπῆγε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος στὴν Αἴγινα καὶ ἀνέβαινε τὸν ἀνήφορο, γιὰ νὰ πάῃ στὴ Μονή, ὅπου ἐγκατεστάθη ὁριστικῶς , τότε συνάντησε στὸ δρόμο τὸν Ἅγιο Διονύσιο Αἰγίνης. Αὐτός, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξε ἄλλοτε Ἐπίσκοπος Αἰγίνης καὶ τώρα τὸ λείψανό του διατηρεῖται ἄθικτο στὴν Ζάκυνθο. Στὴν Αἴγινα σώζεται ἀκόμη τὸ ἐκκλησάκι καὶ τὸ κελί του. Σ᾿ αὐτὸ ἀσκήτευε, ὅταν ἤτανε Δεσπότης Αἰγίνης.
-Ἔλα Νεκτάριε, τοῦ εἶπε. Σὲ περιμένω. Πίσω του, ὅμως στεκόταν ἕνας στρατιωτικός. Ἐρωτᾶ ὁ Νεκτάριος τὸν Ἅγιο Διονύσιον:
-Καὶ ὁ Ἀδελφὸς ποιὸς εἶναι;
-Εἶναι ὁ Μηνᾶς, τοῦ ἀπαντᾷ. Καὶ αὐτὸς ἐδῶ μένει.
Αὐτὸ βέβαια διαδόθηκε κατόπιν παντοῦ. Ὁ δὲ Ἅγιος Νεκτάριος, ποὺ ἤτανε ξένος πρὸς τὴν Αἴγινα, ρώτησε τοὺς ντόπιους:
-Ἔχετε ἐδῶ κανένα Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ;
-Ὄχι, Σεβασμιώτατε, τοῦ ἀπάντησαν. Μόνον ἕνα ἐρημοκκλήσι εἶναι κάπου πολὺ μακριά.
-Καὶ ποῦ εἶναι αὐτό; Τοὺς ρώτησε πάλιν.
-Εἶναι ἀπάνω ἀπὸ τὴν Ἁγία Μαρίνα καὶ κοντὰ στὸ Μεσαγρό. (Ἦταν κοντὰ στὸν ἀρχαῖον ναὸν τῆς Ἀφαίας).
Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ δύο χρόνια, μετὰ τὴν ἐγκατάστασίν του, ἐπῆρε ὁ Ἅγιος δύο ἀδελφές, λιβάνι, κεριὰ καὶ λάδι. Καὶ ἕνα πρωὶ ξεκίνησαν μὲ ζῶα νὰ βροῦν τὸ ἄγνωστο ἐκκλησάκι. Πράγματι, τὸ βρῆκαν. Ἤτανε μικρούτσικο καὶ ἐγκαταλελειμμένο. Σ᾿ αὐτὸ κατέφυγαν ἐν καιρῷ βροχῆς καὶ κακοκαιρίας οἱ ποιμένες. Ἄναβαν ἐκεῖ φωτιά, ἔβαζαν καὶ τὰ ζῶα τους μέσα. Ὁ Ἅγιος μπῆκε στὸ Ἱερὸ καὶ προσευχήθηκε ἐπὶ πολλὴν ὥρα. Ὅταν τελείωσε καὶ βγῆκαν ἔξω ὁ Ἅγιος κοίταξε τὸν Οὐρανὸ καὶ κατόπιν ἔδειξε μὲ τὸ χέρι του τὴν τοποθεσία ἐκείνη καὶ εἶπεν:
-Ἐδῶ θὰ γίνῃ μία μέρα μοναστήρι γυναικῶν. Ἐπροχώρησε ἐν συνεχείᾳ, βηματίζοντας καὶ ἐπισημαίνοντας τὴν τοποθεσίαν.
Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἔπειτα ἀπὸ σαράντα χρόνια, ἔγινε ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ κατὰ τρόπο θαυματουργικό.

Ὁ Ἅγιος στὴν ὑμνογραφία

Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ συγκινήθηκαν καὶ ἐμπνεύσθηκαν ἀπὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου. Θὰ ἦταν κουραστικὸ νὰ ἀναγράψομε ποιοὶ εἶναι καὶ πόσοι ἐφιλοπόνησαν ἐγκώμια καὶ συνέθεσαν ἱερὲς ἀκολουθίες γιὰ τὸν Ἅγιο. Θὰ ἀναφέρωμε μόνον τοῦ Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου, τοῦ Ἰωάννου Μυρέων, Συμμαχίου καὶ Ἀραβαντινοῦ. Συνηθίζεται νὰ ψάλλουν τὴν μὲν 24ην Αὐγούστου, ὅταν ἑορτάζομε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν Ἁγίων του Λειψάνων, τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ἀραβαντινοῦ, τὴν δὲ 17ην Δεκεμβρίου τοῦ Συμμαχίου.
Κέντρον τῶν ὑμνογράφων εἶναι τὸ ἐπεισόδιον τῆς συγχωρήσεως τοῦ φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, ἡ προστασία τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδας, ἡ πραότης καὶ τὸ ἄκακον τοῦ Ἁγίου.
Πολλὲς φορὲς οἱ μοναχοὶ ἀλλάζουν τὰ χρυσοκέντητα πασουμάκια τοῦ ἁγίου, διότι κατὰ τὶς μεγάλες γιορτὲς καὶ τὶς γιορτὲς τῶν Ἁγίων Γερασίμου καὶ Σπυρίδωνος, ὅπως λέγουν, ὅτι τοὺς ἐπισκέπτεται καὶ ὅτι φθείρονται τὰ παπούτσια του ἀπὸ τὴν πορεία. Μάλιστα, στὰ παπούτσια του βρίσκουν καὶ φύκια.
Οἱ Ζακύνθιοι, ὅταν θέλουν νὰ ἐκφράσουν τὴν νοσταλγία τους γιὰ τὴν πατρίδα, ἀντὶ τοῦ «καπνὸν ἀνοθρώσκοντα νοῆσαι κ.λ.π.» τοῦ Ὀδυσσέα τῆς Ἰθάκης, εὔχονται:
«Νὰ ἰδῶ τὸ καμπαναριὸ τοῦ Ἁγίου καὶ ἂς ἀποθάνω».