ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

4 Νοεμβρίου μνήμη του Αγίου και δικαίου βασιλέως Ιωάννου Βατάτζη του Ελεήμονος και του Οσίου πατρός ημών Γεωργίου του Νέου ομολογητού , του Καρσλίδη

0 σχόλια

   

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ ο Ελεήμων, γεννήθηκε το 1193 στο ιστορικό Κάστρο της Θράκης, στο Διδυμότειχο. Καταγόταν από οικογένεια η οποία βρισκόταν κοντά στη βασιλική σύγκλητο, αφού ο παππούς του Κωνσταντίνος, ο Βατάτζης λεγόμενος, ήταν Στρατοπεδάρχης του βασιλέως Μανουήλ του Κομνηνού.

   Όταν κοιμήθηκαν οι γονείς του Ιωάννη, του άφησαν πολύ μεγάλη περιουσία, την οποία όμως ως σώφρων εκείνος, μοίρασε στους φτωχούς, καθώς και σε αφιερώματα στους Ιερούς Ναούς και τις Εκκλησίες, διότι “μακάριοι οι αγαπώντες την ευπρέπειαν του οίκου Σου”…

   Στη συνέχεια ο Ιωάννης, μια που η Κωνσταντινούπολη ήταν στα χέρια των Φράγκων, κατευθύνθηκε στο Νύμφαιο της Βιθυνίας, όπου και ήταν η έδρα της αυτοκρατορίας μας, αφού από το 1204 ο Πόλη είχε αλωθεί και κατακυριευθεί με δόλο από τους “Σταυροφόρους” και νέος αυτοκράτωρ είχε ανακηρυχθεί στη Νίκαια της Βιθυνίας ο ευσεβέστατος Θεόδωρος Λάσκαρης, ο ποιητής της Μεγάλης Παράκλησης στην Παναγιά, την οποία και ψάλλουμε εναλλάξ με την Μικρή, κάθε ημέρα, από την 1η έως τις 15 Αυγούστου!

   Εκεί κατέφυγε λοιπόν ο Ιωάννης, για να βρει ένα θείο από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν Ιερεύς στα ανάκτορα του Θεοδώρου Λάσκαρη. Έτσι, γνωρίστηκε με τον καλό βασιλέα, αλλά ούτε στιγμή δεν υπερηφανεύτηκε για εκείνη τη συναναστροφή του, αλλά εξακολούθησε να είναι φιλικός και ταπεινός με όλους, ευπρόσιτος, πράος, άκακος, γαλήνιος, σεμνός και πάντα ήρεμος στο διάλογο. Έτσι, με όλα αυτά τα χαρίσματα, ήταν αξιαγάπητος τόσο, που η αρετή του έλαμψε μπροστά στα μάτια του Αυτοκράτορα Θεοδώρου, ο οποίος και του έδωσε ως σύζυγο τη θυγατέρα του Ειρήνη. Για να τη λάβει όμως γυναίκα του, χρειάστηκε να μονομαχήσει με το Λατίνο Κόραδο, που καυχιόταν για τη δύναμή του! Όμως ο Ιωάννης Βατάτζης τον νίκησε, λέγοντας “Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι, σαν δεύτερος Νέστορας!


   Όταν ο βασιλιάς-υμνογράφος του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα κοιμήθηκε, ανέλαβε την Αυτοκρατορία ο ίδιος στα 1222 μ.Χ., ως Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης. Και από τότε έδειξε για μια ακόμη φορά, πόσο σοφή ήταν η εκλογή του Θεόδωρου. Έγινε λοιπόν από τότε ο Ιωάννης, ο προστάτης των αδικουμένων, ο δικαιότατος κριτής, η πηγή η αστείρευτη της ελεημοσύνης, τόσο, που του δόθηκε το προσωνύμιοΕλεήμων!!!

   Ήταν ακόμη ευσεβής και πιστός στην Ορθοδοξία βασιλεύς και όχι μόνο έδειξε, αλλά και κατάφερε με το ζήλο του να βαπτιστούν Χριστιανοί όλοι οι Ιουδαίοι της επικράτειάς του!!!
   Επίσης, προσπάθησε τα μέγιστα, να γίνει η επανΕνωση των Εκκλησιών, δηλαδή να αναγνωρίσει η Δύση το ορθό Δόγμα. Κατάφερε μάλιστα να αποσταλούν πρέσβεις από τον Πάπα Γρηγόριο Θ’ και να αρχίσει διάλογος, προεξάρχοντος από τη δική μας πλευρά του τότε Πατριάρχου Γερμανού του νέου. Ο Ιωάννης θα κατάφερνε τότε το ευχόμενο, αλλά δυστυχώς οι Δυτικοί δεν θέλησαν στο τέλος να αφαιρέσουν την αντιορθόδοξη προσθήκη από το Σύμβολο της Ορθής Πίστεως, δηλαδή το “και εκ του Υιού εκπορευόμενον”…

   Ο Βατάτζης, υπήρξε ο προστάτης και συμπαραστάτης της αγροτικής και αστικής τάξης και επιδίωκε διαρκώς την άνοδο του βιοτικού επιπέδου κυρίως των γεωργών και κτηνοτρόφων, αφού για να τους βοηθήσει έκανε μεγάλη απογραφή (κάτι σαν Εθνικό Κτηματολόγιο) και επίταξε κατόπιν τεμάχια γης από τους μεγαλοκτήμονες και τους αριστοκράτες και τα διένειμε σε όλους τους φτωχούς υπηκόους του, ώστε να ζουν άνετα και ανθρώπινα!!! Στάθηκε αληθινός πατέρας των Ελλήνων”, πατάσσοντας με κάθε τρόπο την εκμετάλλευση του λαού, νιώθοντας κάθε λεπτό όχι σαν απλός βασιλιάς, αλλά ως ταγμένος από το Θεό να βοηθάει το λαό του και τους αδικουμένους! Έλαβε ακόμη και μέτρα οικονομίας τέτοια, που απαγόρευαν τη σπατάλη του ιδιωτικού πλούτου, ενώ ίδρυσε φιλανθρωπικούς και ευκτήριους οίκους, πτωχοκομεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, βιβλιοθήκες, έχτισε Ναούς και βοήθησε αποφασιστικά τα Μοναστήρια μας.

   Μάλιστα τέτοια ήταν η πολιτική ποιότητά του, που όταν κάποτε συνάντησε το γιο του Θεόδωρο στο κυνήγι να φορά πολυτελή ρούχα, αρνήθηκε να τον χαιρετήσει! Και όταν το παιδί του τον ρώτησε σε τι είχε σφάλει, ο Ιωάννης απάντησε ότι εκείνα τα μεταξωτά και χρυσούφαντα που φορούσε ο γιος του ήταν από το αίμα του λαού του και πως θα έπρεπε να ξέρει ότι κάθε έξοδο, πρέπει να γίνεται για τον λαό, διότι ο πλούτος των βασιλέων, στο λαό ανήκει!!!

   Η πίστη του στο Θεό ήταν πολύ μεγάλη και τον βοήθησε αποφασιστικά σε κάθε του βήμα, όπως και τότε που χρειάστηκε να μονομαχήσει με τον σκληρό Αζατίνη, Σουλτάνο του Ικονίου, που συχνά πυκνά λεηλατούσε τις πόλεις μας που ήταν κοντά στον ποταμό Μαίανδρο. Άκουσε τότε νοερά θεία φωνή, που του έλεγε:
   “Ο σταυρωθείς εγήγερται, ο μεγάλαυχος πέπτωκεν, ο καταπεσών και συντριβείς ανώρθωται και πήρε ευθύς τέτοια δύναμη, ώστε όρμησε και κατανίκησε τον τρομερό Σουλτάνο!!!


   Ποτέ ο Ιωάννης Βατάτζης δεν έβγαζε από το νου του το μεγάλο ποθούμενο, την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της Ελληνοχριστιανικής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό εργάστηκε και προς την κατεύθυνση αυτή με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Σώφρων, συνετός και προνοητικός στην πολιτική του, αν και είχε εκλέξει ικανότατους στρατηγούς, επιδίωκε την αποφυγή των μαχών. Γνώριζε να μην αναλαμβάνει τίποτε πριν το προπαρασκευάσει κατάλληλα, ενώ είχε βαθιά ευσέβεια και έδειχνε σεβασμό και στον πιο απλοϊκό μοναχό. Ο λαός τον αγαπούσε και η Εκκλησία προσευχόταν με χαρά για αυτόν! Και εκείνος, ακόμη πιο πολύ προχωρούσε προς τον ιερό σκοπό της πατρίδας.

   Νίκησε τους Λατίνους που κρατούσαν όμως ακόμα σκλαβωμένη την Πόλη και τους επέβαλε τη συνθήκη του 1225, με την οποία κατελάμβανε όλα τα Μικρασιατικά εδάφη, εκτός από αυτά που ήταν κοντά στη Νικομήδεια και απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.

   Κατασκεύασε κατόπι ισχυρό στόλο και ελευθέρωσε Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία, Κω και άλλα νησιά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, υπολογίζοντας σωστά ότι κουμάντο στο Αιγαίο κάνει όποιος έχει στόλο και άρα οι Λατίνοι χωρίς πολεμικά πλοία και βάσεις, δεν θα κρατούσαν για πολύ ακόμη τη Θεοφύλακτη. Έπιασε λοιπόν και τα Στενά της Έλλης (Ελλήσποντος) και επιχείρησε τις πρώτες επιθέσεις στα περίχωρα της Βασιλίδας, πετυχαίνοντας στα 1225 να απελευθερώσει τη στρατηγικά σημαντική Αδριανούπολη! Ο δρόμος πια για την Πόλη του Κωνσταντίνου ήταν ανοιχτός!

   Στα ανατολικά προελαύνουν εκείνο τον καιρό οι Μογγόλοι, που νικούν το Σουλτάνο του Ικονίου, ο οποίος αναγκάζεται να ζητήσει συνθήκη με τη Νίκαια, παύοντας προς το παρόν να αποτελεί κίνδυνο, λύνοντας τα χέρια του Βατάτζη, που κατατροπώνει τώρα και τους Βουλγάρους στα 1246 και ελευθερώνει το κομμάτι Αξιός - Έβρος ποταμός, ενώ οι καμπάνες κοντεύουν να σπάσουν από τη χαρά τους όταν ο Ιωάννης Βατάτζης, ο Άγιος Βασιλιάς, μπαίνει με συγκίνηση στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας μας, στην Πόλη του Αγίου Δημητρίου, στη Συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη, τον Δεκέμβριο της ίδιας ευλογημένης χρονιάς!

   Όμως, η καλή του σύντροφος, η Ειρήνη Λάσκαρι, κλείνει για πάντα τα μάτια της και κείνος θα κρατήσει για πάντα μέσα του ανεξίτηλη τη γλυκιά μνήμη της. Όμως ξέρει πως ο εαυτός του δεν του ανήκει, αλλά αξίζει να το κάνει κάθε μέρα θυσία για το λαό του και την πατρίδα! Έτσι ο Ιωάννης, έχοντας αναπτύξει μια φιλία με το Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β’, δέχεται να γίνει ο γάμος του με την κόρη του Φρειδερίκου Κωνσταντία, ως επισφράγηση μιας πανίσχυρης συμμαχίας, που θα τρομάξει την Ευρώπη και ιδίως τους Λατίνους, που πιέζονται τώρα πανταχόθεν.

   Αλλά, ενώ ο Ιωάννης Βατάτζης έφτιαξε ένα πανίσχυρο κράτος από τις στάχτες του Βυζαντίου και είχε σφίξει ασφυκτικά τον κλοιό γύρω από την Κωνσταντινούπολη, στις 4 Νοεμβρίου του 1254 αφήνει την τελευταία πνοή του, επάνω στο δρόμο για το όνειρο, επάνω στο δρόμο για το καθήκον, την Πίστη του Θεού, το Χρέος για την Πατρίδα, την Αγάπη για το λαό…

 
   Το τίμιο σώμα του ευσεβεστάτου, δίκαιου, γενναίου και ελεήμονος βασιλέα, ενταφιάστηκε σε ένα Μοναστήρι που είχε κτίσει ο ίδιος και το είχε ονομάσει Σώσανδρα, ενώ αργότερα δια θαυμαστής αποκαλύψεως ο ίδιος ο Ιωάννης, ζήτησε να μετακομισθεί το λείψανό του στη Μαγνησία (της Μικράς Ασίας). Όταν όμως πήγαν να ανοίξουν τον τάφο για να εκτελέσουν τη μετακομιδή, αντί να βγει η γνωστή δυσωδία, μια γλυκιά ευδία απλώθηκε τριγύρω, σαν να είχε ανθίσει απότομα κήπος αρωματικός! Αλλά δεν ήταν μονάχα αυτό. Ο νεκρός φαινόταν σαν να κάθεται επί βασιλικού θρόνου, χωρίς να έχει καμιά μελανότητα, καμιά δυσωδία, κανένα απολύτως σημείο που να φανέρωνε πως ήταν νεκρός!!! ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ήταν μέσα στον τάφο και το χρώμα του σώματός του ήταν όπως κάθε φυσιολογικού εν ζωή ανθρώπου! Έμοιαζε πραγματικά σαν ένας ολοζώντανος, αλλά ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ!!! Και μάλιστα και αυτά ακόμη τα ρούχα του επίσης είχαν διατηρηθεί επί επτά χρόνια αδιάφθορα και έμοιαζαν σαν να είχαν μόλις ραφθεί!!! Γιατί έτσι αντιδοξάζει ο Θεός εκείνους που Τον δοξάζουν στη γη!

   Μάλιστα από τότε το τίμιο λείψανο του Αγίου βασιλέως Ιωάννη Δούκα Βατάτζη του Ελεήμονος έδωσε πάμπολλα θαύματα, γιατρεύοντας θαυματουργικά Χάρητι Θεού ασθένειες, διώκοντας δαίμονες και θεραπεύοντας ένα σωρό πάθη, με την κατοικούσα εν αυτώ Χάρη του Αγίου Πνεύματος!


   Αναφέρεται -όπως σημειώνεται σε ημερολόγιο που εξέδωσε το 2001 η Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου- ότι μέχρι το 1992 “η μνήμη του αυτοκράτορα Ιωάννου του Ελεήμονος ετιμάτο κάθεχρόνοστην εκκλησία της Μαγνησίας, την οποία έκτισε ο ίδιος και στην οποία βρήκε την τελευταία ανάπαυσή του, καθώς και στο Νυμφαίον, την αγαπημένη του κατοικία” (Οστρογκόρσκυ).

   Όμως τι απέγινε ο Ναός εκείνος; Τι απέγινε το άφθαρτο λείψανο του “Μαρμαρωμένου Βασιλιά”; Τι σχέση έχει με το “θρύλο” και ποια με τις προφητείες για ανάκτηση της Πόλης, που τόσο και ο ίδιος είχε πασχίσει;

   ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΟΠΟΥ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ! ΠΟΙΟΙ ΤΟΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ: http://www.noiazomai.net/spilaio.html.
***



   ΣΗΜΕΡΑ, η μνήμη του Αγίου Ιωάννη Δούκα Βατάτζη του Ελεήμονος, τιμάται και εορτάζεται στο βυζαντινό Διδυμότειχο, επάνω στην Εκκλησιά του Χριστού Σωτήρατου κάστρου, όπου και υπάρχει σαν θησαυρός η φορητή εικόνα του Αγίου, δημιούργημα της λαϊκής τέχνης του 1958, που πάνω της έχει γραμμένο και το Απολυτίκιό του:

“ Τον λαμπρόν Βασιλέα και των πιστών μέγα καύχημα και των νυμφαίων το κλέος, Ιωάννην τιμήσωμεν, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, την μνήμην επιτελούντες αυτού, συμφώνως ανακράζοντες. Δόξα τω σε Δοξάσαντι, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα των ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα”




Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ο ΕΝ ΔΡΑΜΑ (1901-1959)Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 

    Σε μία εποχή πού επικρατεί τόσο βαθύ σκοτάδι με έντονη διαφθο­ρά και υποκρισία, ή άγια μας Ορ­θόδοξη Εκκλησία δεν παύει τα­πεινά και αθόρυβα να καλλιεργεί πνευ­ματικά τα μέλη της, νά τα οδηγεί και νά τα μορφώνει εν Χριστώ και νά δημι­ουργεί τελικά τούς άγιους της. Αυτούς πού στηρίζουν και αρωματίζουν με τη ζωή τους τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της κοινωνίας μας. Όχι μόνο κατά τούς παλαιούς χρόνους άλλά και σήμερα ή Εκκλησία μας συνεχίζει το έργο αυτό. Ιδιαίτερα καυχάται για τούς οσίους και ομολογητές της. Ένας από αυτούς και σύγχρονος είναι και ο ιερομόναχος και ομολογητής π. Γεώργιος Καρσλίδης από τον Πόντο, τον οποίο λίγους μήνες πριν - στις 18 Μαρτίου 2008 - ή άγια μας Εκκλησία με ειδική Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη ενέταξε επίσημα στο Εορτολόγιο της με τον τίτλο του οσίου και αγίου. Και πλέον θα τον τιμούμε κάθε χρόνο στις 4 Νοεμβρίου, ήμερα τής έκδημίας του. Εφέτος ο πρώτος ε­πίσημος εορτασμός τής μνήμης του τε­λέστηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην Ιερά Γυναικεία Μονή τής Αναλήψεως του Σωτήρος στο χωριό Σίψα τής Δράμας, την οποία είχε ο ίδιος ιδρύσει και όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια τής ζωής του και όσιακά έκοιμήθη και ετάφη.
  Ό όσιος και ομολογητής Γεώργιος Καρσλίδης είχε την καταγωγή του από τα αγιασμένα χώματα τής Ανατολής. Γεννήθηκε στις αρχές του 20οΰ αιώ­να, το 1901, στην Αργυρούπολη του μαρτυρικού μας Πόντου. Έζησε συνο­λικά 58 χρόνια ομολογίας, θυσίας και προσφοράς έχοντας ως σύνθημα τής ζωής του «νά μη ζει για τον εαυτό του άλλά για τον Θεό και τούς ανθρώπους». Γονείς είχε τούς ευλαβείς Σάββα και Σοφία. Από αυτούς διδάχθηκε τη θε­οσέβεια. Νωρίς όμως έμεινε ορφανός και από τούς δύο γονείς του - ο πα­τέρας του σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Έτσι τον μικρό Αθανάσιο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Άγιου) ανέλαβε νά τον προστατέψει ή πιστή γιαγιά του. Αυτή του ενέπνευσε την αγάπη προς τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας και τη συνειδητή πνευματική ζωή. Με αυτή την ευλαβέστατη γιαγιά του σε ηλικία 7 ετών ο Αθανάσιος επισκέπτεται για πρώτη φορά την ιστορική Μονή της Παναγίας στον Σουμελά του Πόντου. Και εκεί το μικρό παιδί εναποθέτει την ελπίδα της ζω­ής του. Σύντομα ό­μως και ή γιαγιά του άνεχώρησε για τον ουρανό αφήνοντας του πολύτιμη κλη­ρονομιά μαζί με τη θεοσέβεια και μία φιλντισένια εικόνα τής Παναγίας - σε μορφή επιστήθιου εγκολπίου - την ό­ποια πλέον έφερε πάντα πάνω του ως οικογενειακό κειμή­λιο ευλάβειας και προστασίας.
  Ή σκληρή και βά­ναυση συμπεριφο­ρά του μεγαλυτέρου αδελφού του τον ανάγκασαν μαζί με τον παππού του νά φύγουν για τη Θεοδοσιούπολη τής Μεγάλης Αρμενίας. Δεν θα παραμείνει όμως για πολύ εδώ.
 Αισθάνεται μέσα του βαθιά δίψα για τον Θεό. Αυτόν ποθεί και σ' Αυτόν ε­πιθυμεί ν' αφιερωθεί. Ξεκινά λοιπόν μό­νος το μεγάλο του ταξίδι με όπλο του την πίστη, έχοντας μαζί του έκτος από την εικόνα τής Παναγίας, ένα σταυρό, ένα θυμιατό και το πιστοποιητικό τής γεννήσεως του. Διήνυσε περιπετειώδη πορεία μέσα από δύσβατα μονοπάτια και χιονισμένες εκτάσεις του Καυκάσου. Ό Κύριος τον προστάτευε συνεχώς. Αλλά και οι Άγιοι πού έπεκαλεΐτο και τούς ονόμαζε φίλους του, ήταν πάντα κοντά του και τον συνόδευαν, και κυρί­ως ο άγιος Γεώργιος.
Έφθασε στην Τιφλίδα τής Γεωργίας. Και από εκεί ή θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματα του σε γειτονικό μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής. Με ευγνωμοσύ­νη προς τον άγιο Θεό εισήλθε στον ά­γιο αυτό χώρο. Στο­λισμένος με την α­θωότητα, τη σύνε­ση, την αδιάκριτη πί­στη και τον φόβο του Θεού απέσπασε την αγάπη και τον σε­βασμό των συμμοναστών του. Στα διακονήματα πού του ανέθεσαν, τής ρα­πτικής, τής υφαντι­κής και τής μαγειρι­κής, υπήρξε υποδει­γματικός με ζηλευτή φιλεργία και αποδο­τικότητα. Αγαπούσε όμως πολύ και την αυστηρή άσκηση στον εαυτό του και την κακοπάθεια. Ζούσε για τον Θεό και χαιρόταν για ό­σα απολάμβανε εκεί. Και έλεγε: «Εγώ έτσι θα περάσω στη ζωή μου».
  Στις 20 Ιουλίου 1919 ο Αθανάσιος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνο­μα Συμεών. Κατά την ιερή εκείνη ώρα τής κουράς του οι καμπάνες τής Μο­νής κτύπησαν από μόνες τους. Και θε­ωρήθηκε αυτό το γεγονός θείο σημείο τής εύνοιας του Θεού προς τον πιστό δούλο του, τον μελλοντικό Άγιό του. Ό μοναχός Συμεών πλημμυρισμένος από τη χάρη του Θεού συνεχίζει τώρα την άσκηση του ακόμη πιο υπεύθυνα, τηρώντας με ακρίβεια τις ιερές υπο­σχέσεις πού έδωσε στην κουρά του για αυστηρή παρθενία, αδιάκριτη υπακοή και πλήρη ακτημοσύνη.
  Όμως από το 1917 στη Ρωσία άρ­χισε νά μαίνεται ισχυρός ο άνεμος των διωγμών εναντίον τής Εκκλησίας του Χριστού από το αθεϊστικό καθε­στώς. Ό Χριστός «ξανασταυρώνεται» με τόσο σκληρά διατάγματα και διαγ­γέλματα, ώστε νά λένε: «Εμείς θα δι­ορθώσουμε τα λάθη του Διοκλητιανού και του Νέρωνος». Εκκλησίες βεβηλώ­νονται ή ισοπεδώνονται. Μοναστήρια πυρπολούνται ή κατεδαφίζονται. Μο­ναχοί και ιερωμένοι άλλά και λαϊκοί φυλακίζονται και βασανίζονται σκλη­ρά, γιατί παραμένουν πιστοί στην ορ­θόδοξη πίστη. Οι πρώτοι μάρτυρες κα­ταγράφονται στα Μαρτυρολόγια τής Ρωσικής Εκκλησίας. Ήρθε όμως και ή σειρά τής Γεωργίας. Το Μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής λεηλατήθηκε. Οι μοναχοί συνελήφθησαν. Τούς έκλει­σαν σε υγρή και σκοτεινή φυλακή, ό­που ήταν αναγκασμένοι νά ξαπλώ­νουν σε μία σανίδα κάτω ακριβώς από την όποια αναδύονταν οι οσμές ακα­θαρσιών από διερχόμενο υπόνομο.
  Ό ηγούμενος τής Μονής δεν άντεξε. Υπέ­κυψε και πέθανε μέσα στη φυλακή. Τον μοναχό Συμεών τον διαπόμπευσαν κάποια μέρα στους δρόμους και τον περιέφεραν δεμένο και χωρίς ρούχα, φωνάζοντας ειρωνικά γι' αυτόν: «Νά ο προφήτης!». Σταθεροί στην πίστη οι έγκλειστοι μοναχοί θέλησαν κάποιο Πάσχα και έψαλαν δυνατά μέσα στη φυλακή όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Ό διοικητής εξαγριωμένος διέταξε την καταδίκη τους. Αφού τούς φόρεσαν λευκούς χιτώνες, τούς οδήγησαν δεμέ­νους στην άκρη απόκρημνων βράχων. Και από εκεί τούς γκρέμισαν, Αφοί προηγουμένως τούς πυροβολούσαν ασταμάτητα. Ό μοναχός Συμεών δέ­χθηκε τρεις σφαίρες. Μία τον χτύπησε στο σιδερένιο περίβλημα τής εικόνας τής Παναγίας πού φορούσε, ή άλλη τον πήρε επιδερμικά στο λαιμό και ή τρίτη στα πόδια. Ό Όσιος σώθηκε θαυ­ματουργικά. Και τελικά του χάρισαν τη ζωή, γιατί υπήρχε νόμος πού έλεγε: «Νά αθωώνεται κάθε κατάδικος πού δέχεται τρεις σφαίρες όχι θανάσιμες».
    Όμως oi εχθροί της πίστεως δεν ησύχασαν. Απαιτούσαν από τον Άγιο να αρνηθεί την Ορθοδοξία του. Και ο Συμεών απάντησε με έντονη φωνή χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι του διοικητή: «Εσύ δεν έχεις εξουσία περισσότερη από τον Θεό». Γι’ αυτό φυλάκισαν τον Όσιο και πάλι, τώρα σε σκληρότερες και πιο απάνθρωπες συνθήκες. Εκεί μέσα στη φυλακή ο Άγιος ασθένησε βαριά, του έπεσαν τα δόντια και υπέφερε φρικτά στα πόδια του.
Ό πανάγιος Θεός όμως επεμβαίνει θαυματουργικά, και με παρέμβαση ευ­γενών ανθρώπων τής περιοχής εκείνης αποφυλακίζει τον δούλο του. Εξέρχεται ο Όσιος με τα «στίγματα» του μάρτυ­ρος και του όμολογητού. Με μορφή κα­ταπονημένη άλλά φωτεινή. Περιφέρεται τώρα ως διωκόμενος μοναχός. Ζει με εράνους...
Ό Κύριος καλεί τώρα τον πιστό δούλο του στο υπούργημα τής ίερωσύνης.
Χειροτονείται πρώτα διάκονος και στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονείται ιερεύς στον Άγιο Μηνά στη Γρούζια Σχέτα λαμβάνοντας το νέο του όνομα: Γεώρ­γιος. Με το όνομα αυτό θα δοξάσει τον Θεό τον υπόλοιπο χρόνο τής ζωής του. Ό όσιος ιερεύς π. Γεώργιος ήταν για όλους τούς ανθρώπους φως, δύναμη και παρηγοριά. Προικισμένος με το χά­ρισμα τής διορατικότητος απεκάλυπτε τα προβλήματα των ανθρώπων. Έδινε σοφές συμβουλές σε όλους και τούς καθοδηγούσε προς τον Χριστό. Ή φή­μη του ως άγιου άρχισε από εκεί νά α­πλώνεται... Και όταν από την Τιφλίδα ήρθε στο Σοχούμ, και εδώ ο κόσμος τον αγάπησε πολύ. Δεν έπαυσε δε ο όσιος Γεώργιος παρά τη φιλάσθενη κράση του νά συνεχίζει την ασκητική του ζωή μέσα στην πόλη μένοντας σε ένα απέριττο δωμάτιο πάμφτωχος και απαρνούμενος τις περιποιήσεις του κόσμου. Παρέμενε φτωχός άλλά ήταν πάντα πλούσιος σέ αγάπη και σε κα­λοσύνη, πού αντλούσε από τον μεγάλο Διδάσκαλο της αγάπης, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό!
Το 1929 ο όσιος Γεώργιος έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, πού τόσο αγαπούσε και επιθυμούσε. Αποβιβά­ζεται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Και το 1930 εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) της Δράμας. Εδώ ο πολύπαθος όσιος και ομολογητής ιερομόναχος π. Γεώργι­ος θα παραμείνει μέ­χρι το τέλος της ζωής του βαστάζοντας «έν τω σώματι του τά στί­γματα του Ιησού Χρι­στού».
Το 1939 έχτισε το τα­πεινό μοναστήρι του με τον ιερό ναό της Αναλήψεως και ένα φτωχό κελλάκι γι' αυ­τόν. Το 1941 τον συν­έλαβαν οι Βούλγαροι και τον οδήγησαν σε εκτέλεση. Τον άφησαν όμως ελεύθερο και έ­φυγαν έντρομοι, κα­θώς τον έβλεπαν εξαϋλωμένο νά προσ­εύχεται πριν τον θανατώσουν.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, στη συν­είδηση των ανθρώπων ο ιερομόναχος π. Γεώργιος Καρσλίδης έπαιρνε τη θέ­ση τού οσίου και του αγίου. Πλήθος κό­σμου, πολλοί μάλιστα από τη Δράμα, βαδίζοντας με τα πόδια έφθαναν στο Μοναστήρι τής Αναλήψεως. Άλλά και από πολλά μέρη τής Μακεδονίας και τής Θράκης κατέφθαναν εκεί άλλοι για νά ζητήσουν την ευχή τού Γέροντα και άλλοι νά αναπαυθούν κοντά του στο Μυστήριο τής ιεράς Εξομολογήσεως. Φωτισμένος από το Πανάγιον Πνεύμα, εξαγνισμένος από τη μακροχρόνια ά­σκηση και το μαρτύριο στον Πόντο, «πλημμυρισμένος από γνήσια και κα­θαρά αισθήματα αγάπης προς τον συν­άνθρωπο», μπορούσε νά καθοδηγεί με ασφάλεια τον απλό και κουρασμένο κόσμο και νά τον οδηγεί στη σωτηρία. Μιλούσε άπλά και σταθερά. Και φύτευε στις καρδιές των ανθρώπων την αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία. Ιδιαίτερα τόνιζε την άξια τής συγχωρητικότητος. Χτυπούσε κάθε μορφή διχόνοιας και καλούσε τούς αν­θρώπους νά συμφι­λιωθούν μεταξύ τους και με τον Θεό. Στον λόγο του πάντα συν­δύαζε την αυστηρότη­τα με την αγάπη χωρίς νά έχει ποτέ αστεία. Ή­ταν βαθιά ταπεινός στο φρόνημα του, άκακος και πραότατος.
Καλλιεργούσε το φιλακόλουθο πνεύμα τε­λώντας με ακρίβεια και ιεροπρέπεια κάθε ιε­ρή Ακολουθία τής Εκκλησίας μας. Κα­τά την ώρα τής θείας Λειτουργίας ήταν πάντα μεταρσιωμένος και συμβούλευε τούς πιστούς «νά είναι απερίσπαστοι και προσηλωμένοι στα τελούμενα, για νά αξιώνονται νά βλέπουν τα μεγαλεία τού Θεού».
Το κύριο χαρακτηριστικό τού Αγίου ήταν ή αγάπη. Γι' αυτό τον ονόμαζαν «ο άνθρωπος τής αγάπης». Ήταν ο ελεήμων και ο φιλόξενος. Συμμετείχε στα πένθη με παρήγορο και ενισχυτικό λόγο, διένεμε φαγητό σε φτωχούς, κάποτε ύφαινε ο ίδιος με τα χέρια του ρούχα για τούς άπορους.
Μαζί δε με αυτά δεν παρέλειπε ποτέ και την προσωπική του άσκηση και την κακοπάθεια, τη νηστεία του και τη μακρά και θερμή προσευχή του, παρ' όλο πού ήταν φιλάσθενος και έπασχε από χρόνια κρυολογήματα.
Ήρθε όμως και ή μεγάλη ώρα για νά αναχωρήσει ο Άγιος από τον κόσμο αυτό. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Γα­λήνιος και ειρηνικός, αφού προσέφερε όλο τον εσωτερικό του πλούτο στους ανθρώπους, γεμάτος από την παρουσία του Θεού και αφού ατένισε με ευλάβεια την εικόνα τής Παναγίας και τής είπε: «Τής ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον ήμίν, ευλογημένη Θεοτόκε», άφησε την πνοή του στον Πλάστη του και πέταξε στον ουρανό στις 4 Νοεμβρίου 1959. Είχε διανύσει ο Άγιος 58 ολόκληρα χρόνια μαρτυρίας, ομολογίας, ασκή­σεως, αγάπης, αυτοθυσίας...
Κηδεύθηκε στη Μονή του με δάκρυα από τον πολυπληθή και ευγνώμονα λαό του Θεού. Και ετάφη δίπλα στον Ιερό Ναό τής Αναλήψεως πού ο Ίδιος εκεί με κόπο είχε κτίσει. Στις 9 Φεβρουαρίου 2006 έγινε ή ανακομιδή των ιερών χα­ριτόβρυτων λειψάνων του από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας κ. κ. Παύλο, τα όποια ετέθησαν σε ιερή λει­ψανοθήκη για τον αγιασμό των πιστών. Πάμπολλα είναι τα θαύματα πού ο Κύριος με τις πρεσβείες του επιτελεί. Εκατοντάδες είναι οι προσκυνητές πού καταφθάνουν για νά αφήσουν στον Άγιο ικετευτικές δεήσεις για τα θέματα τους και ευχαριστήριες προσευχές για τα θαύματα του.
Ή ζωή του νέου Όσιου μας και όμολο-γητού άγιου Γεωργίου του Καρσλίδη συνεχίζει και στις μέρες μας νά μας συγκινεί και νά μάς διδάσκει. Μας καλεί νά βαδίσουμε και μείς τον δρόμο τής άγιότητος όπως ακριβώς και εκείνος τον έβάδισε μέσα από τον αγώνα τής ασκήσεως, την ομολογία τής πίστεως και τής έμπρακτης αγάπης. Αυτό μάς ζητεί ο Άγιος. Μην του το αρνηθούμε. Αυτό θέλει και από μάς ο Θεός μας.■

Βιβλιογραφία: Μοναχού Μωυσέως Άγιορείτου, Ό μακάριος γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959), Έκδοσις Ί. Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας.

3 Nοεμβρίου , Κυριακή Ε' Λουκά και ανάμνησις της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και των εν τη Ιερά Μητροπόλει Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως τιμωμένων Τριών Νεομαρτύρων : Γεωργίου του Νεαπολίτου , Αθανασίου του Κουλακιώτου και Ακακίου του Ασβεστοχωρινού

0 σχόλια

Κυριακή Ε΄ Λουκά : ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος


undefined

Λουκ. 16, 19-31

Την εικόνα δύο ανθρώπων διαμετρικά αντίθετων μας παρουσιάζει σήμερα ο Χριστός, μέσα από την παραβολή του ευαγγελίου του Λουκά: ενός πλουσίου, ο οποίος ζούσε στην πολυτέλεια και την καθημερινή απόλαυση, και του φτωχού Λαζάρου, που προσπαθούσε να ξεγελάσει την πείνα του με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Αλλά και τα αδέσποτα σκυλιά προσέθεταν στην καθημερινή του δυστυχία, καθώς έρχονταν και του έγλειφαν τις πληγές. Κάποτε πέθανε ο φτωχός και άγγελοι τον μετέφεραν στην αγκαλιά του Αβραάμ. Πέθανε και ο πλούσιος και ετάφη. Και από τον άδη, όπου βασανιζόταν, σήκωσε το βλέμμα του και είδε τον Αβραάμ και στην αγκαλιά του το Λάζαρο.

- Ελέησέ με, του λέει, και στείλε το Λάζαρο να βουτήξει το δάχτυλό του στο νερό και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί ταλαιπωρούμαι σε τούτη τη φλόγα.

- Θυμήσου, του απαντά ο Αβραάμ, ότι όσο ήσουν στη ζωή απόλαυσες κάθε αγαθό, ενώ ο Λάζαρος κάθε κακό. Τώρα αυτός παρηγορείται, ενώ εσύ ταλαιπωρείσαι. Επιπλέον, υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσά μας, που καθιστά αδύνατη τη μετάβαση από τη μια πλευρά στην άλλη.

- Τότε, σε παρακαλώ, στείλε τον στο πατρικό μου σπίτι, γιατί έχω πέντε αδέλφια. Να τους διηγηθεί όσα συμβαίνουν εδώ, ώστε να μην έλθουν και αυτοί σε τούτο τον τόπο της βασάνου.

- Έχουν το Μωυσή και τους προφήτες. Ας ακούσουν εκείνους.

- Όχι πατέρα Αβραάμ, δεν αρκεί αυτό. Αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σε αυτούς, θα μετανοήσουν.

- Αν δεν ακούν το Μωυσή και τους προφήτες, δεν πρόκειται να πεισθούν ακόμα κι αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς.

Ποικίλες είναι οι σκέψεις που προκαλούνται από τούτη την παραβολή. Και πρώτη αυτή της αντιθέσεως ανάμεσα στην πρόσκαιρη και την αιώνια απόλαυση και ευτυχία. Ωστόσο, ο λόγος του Χριστού δεν αφορά την επιφανειακή – μανιχαϊστική αντίληψη που θέλει τα υλικά αγαθά να αντιστρατεύονται την σωτηρία της ψυχής. Ο πλούσιος δεν κατακρίθηκε γιατί ήταν πλούσιος, αλλά για την σκληροκαρδία του. Η ενασχόληση με την προσωπική του ευωχία δεν του άφησε ούτε το χρονικό ούτε το πνευματικό περιθώριο ώστε να προσέξει τον φτωχό δίπλα του, πολύ δε περισσότερο να τον βοηθήσει. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια είναι που τον αποξένωσε ουσιαστικά όσο ήταν στη ζωή από την κοινωνία των ανθρώπων, και μετά τον θάνατό του από την κοινωνία των αγίων. Ο φτωχός πάλι δεν αμείβεται στον παράδεισο επειδή ήταν φτωχός και κατατρεγμένος, αλλά επειδή παρά τη δυστυχία του δεν γόγγυσε ούτε κατά του Θεού ούτε κατά του πλουσίου, ούτε ακόμα και ενάντια στα σκυλιά που του έγλειφαν τις πληγές, απομυζώντας του και την ελάχιστη ρανίδα αίματος. Ο φτωχός αμείβεται για την υπομονή του, για την καρτερία του, για την ταπείνωσή του.

Η εικόνα επομένως που μας παρουσιάζει η σημερινή παραβολή, του φτωχού στον παράδεισο και του πλουσίου στον άδη, δεν αποτελεί δικαίωση με την έννοια της δίκης και της τιμωρίας. Πρόκειται ουσιαστικά για το αποτέλεσμα των επιλογών του καθενός, για τους καρπούς των έργων τους. Όπως ήδη αναφέραμε, ο εγωισμός του ενός τον οδηγεί στην αποκοπή από την κοινωνία με τους ανθρώπους και κατά συνέπεια από την κοινωνία με τον Θεό. Έτσι γίνεται θα λέγαμε ο καθένας με τα έργα του κριτής του εαυτού του, εφόσον ο ίδιος τελικά επιλέγει ελεύθερα και καθορίζει τη σχέση του με την κοινωνία, με τον πλησίον, με τον Θεό.

Λέμε ότι η κοινωνία μας έχει γίνει ζούγκλα, και αναζητάμε επισταμένως, αναλισκόμενοι σε συζητήσεις επί συζητήσεων, τα αίτια των διαφόρων κρίσεων και τους υπεύθυνους αυτής της καταστάσεως. Λες και αν βρεθούν οι υπαίτιοι και “τιμωρηθούν”, θα αλλάξει αυτομάτως το σύμπαν. Προσπαθούμε να εστιάσουμε γύρω μας, περνάμε τα πάντα από το μικροσκόπιο, κι όμως αφήνουμε έξω τους εαυτούς μας. Στη σύγχρονη ζούγκλα οι πάντες είναι ένοχοι εκτός από εμάς τους ίδιους. Αν όμως όλοι μας πιστεύουμε ότι δεν ευθυνόμαστε, τότε ή κατοικούν στη γη μόνο άγιοι ή φταίμε όλοι μας. Απέναντι επομένως στα μύρια δεινά που -ορθά- στηλιτεύουμε, οφείλουμε να αντιπαραθέσουμε τη δική μας προσωπική συμβολή για τη διόρθωσή τους. Ο γογγυσμός, η γκρίνια, η διαμαρτυρίες δεν προσφέρουν ουσιαστικά λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Εκείνο που χρειάζεται είναι η προσωπική μας συστράτευση και συμβολή στην επίλυση τους, στα μέτρα βέβαια των φυσικών, πνευματικών και υλικών δυνατοτήτων που διαθέτει ο καθένας.

Ο πλούσιος της παραβολής ζητάει από τον Αβραάμ να στείλει τον φτωχό Λάζαρο πίσω στη γη, ώστε να μετανοήσουν οι αδελφοί του. Ομολογεί ότι ο Μωυσής και οι προφήτες, δηλαδή ο νόμος του Θεού που περιγράφεται στην Αγία Γραφή, δεν αρκεί για να τους συνετίσει. Ο Χριστός βάζει στο στόμα του Αβραάμ τη φράση ότι εφόσον δεν σέβονται τους προφήτες, δεν πρόκειται να πειστούν ακόμα και αν κανείς αναστηθεί εκ νεκρών. Και εδώ βρίσκεται για ακόμα μία φορά η προφητική αλήθεια των λόγων του Χριστού: λίγο καιρό μετά από αυτή την παραβολή, ακολουθεί η ανάσταση του Λαζάρου και, όντως, πέρα από τον πρόσκαιρο ενθουσιασμό του πλήθους, κανείς δεν μετανοεί και δεν αλλάζει τρόπο ζωής. Αντίθετα, εκείνοι που δεν σέβονταν το νόμο του Θεού έγιναν εχθρικότεροι απέναντι στο Χριστό και τον οδήγησαν στο Σταυρό. Και ακολουθεί μια ακόμα πιο συνταρακτική ανάσταση, αυτή του ίδιου του Χριστού. Και πάλι, οι σκληοκάρδιοι και απειθείς δεν μετανοούν, αλλά οφελούνται μόνον όσοι έχουν πίστη στην καρδιά τους.

Συχνά ακούμε ότι χρειάζεται να κάνει κάποιο θαύμα ο Θεός, ώστε να διορθωθεί η κατάσταση της κοινωνίας μας. Να τιμωρήσει τους κακούς, ώστε να φοβηθούν και να διορθωθούν οι υπόλοιποι. Άλλοι πάλι εύχονται και ελπίζουν να αλλάξουν τα πράγματα. Οι επιτήδειοι πουλάνε φρούδες ελπίδες. Και κανείς στην ουσία δεν κινεί το δαχτυλάκι του προς την κατεύθυνση του ευκταίου. Η σημερινή ευκαιρία μας υπενθυμίζει ότι η οποιαδήποτε αλλαγή ξεκινά πρώτα από μέσα μας. Ότι ο φόβος δεν οδηγεί πουθενά, αλλά χρειάζεται πίστη, ελπίδα, αγάπη. Μόνη η ελπίδα, δίχως πίστη και χωρίς αγάπη, αποτελεί ουτοπία, έναν σπασμωδικό και ατελέσφορο τρόπο αντίδρασης για τα προκείμενα ή επερχόμενα δεινά.

Η πίστη όμως τροφοδοτεί τον άνθρωπο με την επίγνωση της πραγματικής του εικόνας και του εμπνέει τον σεβασμό προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Η αγάπη πάλι, “έξω βάλλει τον φόβον” και αποτελεί τον συνδετήριο ιστό της κοινωνίας, πάνω στα θεμέλια της ελευθερίας των προσώπων και όχι του περιορισμού των νόμων. Και με τις δύο αυτές, η ελπίδα δεν αποτελεί πλέον ουτοπία, αλλά προοπτική μιας νέας ζωής, αισιόδοξης και φωτεινής.

π. Χερουβείμ Βελέτζας


Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων

του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου

και Ανάμνηση εγκαινίων του Ναού του στη Λύδδα της Ιόππης


Ο τάφος του Αγίου Γεωργίου στη Λύδδα


Την 3 Νοεμβρίου εορτάζεται η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου και τα εγκαίνια Ναού του στη Λύδδα της Ίόππης (Παλαιστίνη). Μετά την κατάπαυση των διωγμών και την επικράτηση του χριστιανισμού σ’ όλο το Ρωμαϊκό κράτος, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι χριστιανοί ανήγειραν μεγαλοπρεπή Ναό στη Λύδδα της Ίόππης, όπου μετακόμισαν το ιερό λείψανο του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, για να το προσκυνούν πλέον άφοβα.Έγιναν δε μετά την κατάθεση του Ιερού λειψάνου και τα εγκαίνια του Ναού στις 3 Νοεμβρίου και από τότε κάθε χρόνο ή Εκκλησία μας, τελεί κατά την ημέρα αυτή την εορτή της ανακομιδής των Ιερών λειψάνων του μεγαλομάρτυρα, προς δόξαν Θεού. 
Την ίδια ημέρα τιμάται και η μνήμη του Αγίου νεομάρτυρος Γεωργίου του εκ Νεαπόλεως ( Νεβ-Σεχίρ) , αλλά φέτος συμπίπτει η μνήμη του με τον κοινό εορτασμό των τοπικών μας αγίων , γι΄αυτό θα αναφερθούμε στο επόμενο άρθρο.....

Την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου η τοπική μας εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Τριών Νεομαρτύρων Αγ.Ιερομάρτυρος Γεωργίου του Νεαπολίτου, Αγ.Οσιομάρτυρος Ακακίου του Ασβεστοχωρινού και Αγ.Νεομάρτυρος Αθανασίου του Κουλακιώτου


Η Ιερά μας Μητρόπολη έχει καθιερώσει την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να εορτάζεται η σύναξη των τοπικών της Αγίων, του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτου, του Αγίου Αθανασίου του Κουλακιώτου και του Αγίου Ακακίου του Ασβεστοχωρίτου. Η πανήγυρις λαμβάνει χώρα στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Γεωργίου όπου και μεταφέρονται τεμάχια των λειψάνων των Αγίων και τελούνται καθ' όλη την εβδομάδα πανηγυρικές ακολουθίες προς τιμήν των Αγίων. Παρακάτω παρατίθενται οι βίοι των Αγίων.   
                     Αγ.Γεώργιος Νεαπολίτης.                                                   Ο Άγιος Γεώργιος, ο νέος ιερομάρτυρας του Χριστού, έζησε στη Νεάπολη της Μικράς Ασίας (τουρκ. Νεβ-Σεχήρ) τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ήταν ιερέας στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και υπηρετούσε με δικαιοσύνη και οσιότητα το ποίμνιο του ως αληθής λειτουργός του Υψίστου. Προικισμένος με τις αρετές της αγάπης και της πραότητας, της φιλαδελφίας και της ανεξικακίας, ταπεινός και άμεμπτος ήταν το στήριγμα και η παραμυθία των Ελλήνων χριστιανών που ζούσαν τότε κάτω από το ζυγό των Τούρκων. Ως επίγειος άγγελος ο θείος Γεώργιος υπηρετούσε με προθυμία τους συνανθρώπους του καλλιεργώντας τα θεία χαρίσματα και ευαρεστώντας τον Θεό. Το έτος 1797 προσκλήθηκε στο χωριό Μαλακοπή -που βρισκόταν σε απόσταση έξι ωρών από τη Νεάπολη- για να ιερουργήσει σε κάποια μεγάλη γιορτή και να αγιάσει τους ευσεβείς χριστιανούς, γιατί ο ιερέας τους ήταν ασθενής ή, κατά τη γνώμη άλλων, κρυβόταν από τη μανία των Αγαρηνών. Ο γέροντας πια Γεώργιος αποδέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση χωρίς να υπολογίσει την ταλαιπωρία και προπάντων τους κινδύνους. Ανεβασμένος στο γαϊδουράκι του, καχεκτικός, πορευόταν πρόθυμος. Κόντευε πια στη Μαλακοπή, όταν ξαφνικά στη θέση « Κομπιά Ντερέ», δηλαδή «ρεματιά» δέχθηκε την άγρια επίθεση Τούρκων βοσκών, οι οποίοι έπεσαν επάνω του εξαγριωμένοι και με απερίγραπτη μανία. Τον λήστεψαν, τον γύμνωσαν και, τέλος του έδωσαν μαρτυρικό θάνατο αποκόπτοντας την τιμία κεφαλή του. Το σώμα του, γυμνό και ματωμένο, μαζί με το κεφάλι κατέληξαν σε παρακείμενο φαράγγι, η ψυχή όμως πέταξε κοντά στον Κύριον της για να την κατατάξει στους Οσίους και τους Ιερομάρτυρες. Πέρασαν τέσσερις ημέρες χωρίς ο Άγιος ιερέας να εμφανισθεί στη Μαλακοπή, αλλά ούτε να επιστρέψει στη Νεάπολη. Ανήσυχοι οι Νεαπολίτες βγήκαν σε αναζήτησή του.Βρήκαν το άγιο σώμα του και την τιμία κεφαλή και θρηνώντας και κλαίγοντας για τον σκληρό θάνατο του ποιμένα τους τον κήδευσαν επιτόπου βιαστικά, φοβούμενοι τη μανία των Αγαρηνών. Πάνω στον τάφο μια πέτρα έφερε την απλή επιγραφή : «Ιερεύς Γεώργιος». Πέρασε έτσι αρκετός καιρός, όταν μια νύκτα ο άγιος ιερομάρτυς εμφανίζεται σε όραμα σε μια ευλαβή χήρα διηγούμενος τα όσα συνέβησαν και προτρέποντάς την να ενημερώσει τη Δημογεροντία, για να φροντίσουν να τον βρουν στην τοποθεσία όπου είχε ταφεί. Η γυναίκα δεν έδωσε σημασία, όταν όμως έπειτα από λίγες μέρες το όνειρο επαναλήφθηκε, έντρομη έπραξε όσα της ζήτησε ο άγιος. Δίχως αναβολή οι ευσεβείς Νεαπολίτες με επικεφαλής τον ιερέα τους, ονόματι Νεόφυτο, γιο του επίσης ιερέα Βασιλείου, συνεφημερίου του αγίου, σπεύδουν και ανασκάπτουν τον πρόχειρο εκείνο τάφο. Ω, του θαύματος! Το λείψανο του Αγίου υπάρχει σώο και ακέραιο διαχέοντας ουράνια ευωδία και Χάρη! Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια και δέος, το τοποθέτησαν σε ξύλινη λάρνακα και το μετέφεραν στην οικία του π. Νεοφύτου όπου, κατά την επιθυμία του ίδιου του Αγίου, φυλασσόταν σε ένα κελί. Εκεί προσέρχονταν πάρα πολλοί, ντόπιοι και ξένοι, για να προσκυνήσουν τον Άγιο και να λάβουν αγιασμό από το σεπτό λείψανό του. Αρχίζουν να τελούνται θαύματα. Ασθένειες και αναπηρίες θεραπεύονται, άτεκνοι αποκτούν παιδιά, ψυχικά νοσήματα εξαφανίζονται, ακόμη και για ανομβρία καταφεύγουν στον Άγιο οι Νεαπολίτες, για να δουν σε λίγη ώρα την ευλογημένη βροχή να πέφτει δυνατή. Όλοι ομολογούσαν πόσο θαυματουργός αναδείχτηκε ο Άγιος Γεώργιος! Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναχώρησαν και οι Έλληνες της Καππαδοκ ίας για την ελεύθερη Ελλάδα παίρνοντας ο καθένας μαζί του ό,τι θεωρούσε πολυτιμότερο. Ο τότε εφημέριος του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος, θεωρώντας πρώτο του καθήκον την ασφαλή μεταφορά του θαυματουργού και άφθαρτου λειψάνου του Αγίου Γεωργίου, το μετέφερε από την παραλία της Μερσίνης με ατμόπλοιο στην Αττική. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχε μεγάλη θαλασσοταραχή, η οποία όμως κόπασε με θαύμα του Αγίου. Στην Αττική το ιερό λείψανο παραδόθηκε στους Νεαπολίτες, οι οποίοι το τοποθέτησαν με ευλάβεια στον Ιερό Ναό του Αγίου Ευσταθίου στη Νέα Νεάπολη του Περισσού. Από τότε άπειρα είναι τα θαύματα και οι ιάσεις που ενεργεί ο Άγιος Γεώργιος σε όσους με πίστη επικαλούνται το όνομά του. Από τις 2-11-1999, κατόπιν παρακλήσεως του Α΄ Μητροπολίτη κ.κ. Διονυσίου και ευγενούς παραχωρήσεως του Σεβασ. Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ.κ. Στεφάνου, τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου είναι θησαυρισμένο στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως, για μόνιμη ευλογία του χριστεπώνυμου πληρώματος της Ιεράς Μητροπόλεως. Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτη τιμάται στις 3 Νοεμβρίου.
                                                                                                Άγιος Αθανάσιος ο  Κουλακιώτης.                                     Ο Άγιος Αθανάσιος ο Κουλακιώτης καταγόταν από ένα χωριό της Θεσσαλονίκης, την Κουλακιά (σημερινή Χαλάστρα). Γεννήθηκε το 1749. Οι γονείς του, Πολύχρους και Λουλούδω, ήταν προύχοντες της περιοχής και διακρίνονταν για την ευσέβεια τους. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ανατράφηκε σε ένα ευσεβές, χριστιανικό περιβάλλον. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του, στη συνέχεια φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο δάσκαλος ήταν ο ιερομόναχος Αθανάσιος ο Πάριος. Κατόπιν, για να συμπληρώσει τις σπουδές του πήγε στο Άγιο Όρος, στο σχολείο του Βατοπεδίου, όπου δίδασκε ο Παναγιώτης Παλαμάς.Διακρίθηκε μάλιστα για την πολύ καλή επίδοση του. Στη συνέχεια, διδάχτηκε και τη Λογική του Ευγενίου, έχοντας δάσκαλο τον Νικόλαο Τζαρτζούλιο, από το Μέτσοβο, ο οποίος αποστάλθηκε στον Άθω από τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Όταν έφυγε ο δάσκαλος του από την Αθωνιάδα, τον ακολούθησε και ο Αθανάσιος, κατευθυνόμενος προς την Κωνσταντινούπολη. 'Επειτα, όμως, από δύο σχεδόν χρόνια, επέστρεψε στο 'Aγιον Όρος, και στο διάστημα αυτό επισκέφτηκε και την ιδιαίτερη πατρίδα, την Κουλακιά. Εκεί υπήρχε Βασιλικός Μελτζιχανάς (τόπος θρησκευτικών συγκεντρώσεων), τον οποίο συνήθιζε, όταν βρισκόταν στο χωριό του, να επισκέπτεται, για να συζητά και να ακούει διάφορες ειδήσεις. Μια μέρα, λοιπόν, έτυχε μαζί με τον Άγιο να βρίσκεται εκεί και κάποιος εμίρης. Κατά τη δι άρκεια της κουβέντας τους, ο Αθανάσιος, που γνώριζε και την τουρκική και την αραβική γλώσσα, είπε στον εμίρη με απλότητα: «Η πίστη σας σ' αυτούς τους λόγους συγκεφαλαιώνεται», και ανέφερε προφορικά τις λέξεις που συνόψιζαν την μουσουλμανική πίστη. Ο εμίρης, όμως, μόλις άκουσε την απλή εκφορά των συγκεκριμένων λόγων τη θεώρησε τέλεια ομολογία πίστης και είπε προς τον Αθανάσιο: «Εσύ έκανες σαλαβάτι (ομολογία) και έγινες Τούρκος». Μάταια εκείνος προσπάθησε να του εξηγήσει πως η απλή εκφορά από μέρος του λέξεων στις οποίες περικλειόταν η οθωμανική πίστη σε καμία περίπτωση δε σήμαινε πως και ο ίδιος ασπαζόταν αυτή την πίστη. Ο Τούρκος αξιωματούχος δεν πείστηκε και τον παρέδωσε στον Οθωμανό επιστάτη του Μελτζιχανά, ζητώντας του να τον προσέχει έως ότου ο ίδιος επιστρέψει. Εκείνος έφυγε αμέσως για τη Θεσσαλονίκη και παρουσιάστηκε στο Μουλά, στον οποίο συκοφάντησε με θράσος τον αγαθό Αθανάσιο, ότι δήθεν έκανε «σαλαβάτι» και ομολόγησε την πίστη τους, μα κατόπιν άλλαξε γνώμη και την αρνήθηκε περιπαίζοντας την. Τότε ο Μουλάς στέλνει και φέρνουν μπροστά του τον Άγιο και ακούει και πάλι την υπόθεση της κατηγορίας. Στη συνέχεια υποβάλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο Αθανάσιο, ο οποίος του εξηγεί όλη την αλήθεια. Αφού τον άκουσε με προσοχή ο κριτής, έκρινε πολύ ορθά την υπόθεση, παραδεχόμενος πως δεν αρκεί, για να γίνει κάποιος Τούρκος, να γνωρίζει απλώς τις αρχές της οθωμανικής πίστης. Και στρεφόμενος προς τον εμίρη, του είπε, αποστομώνοντας τον: «κι εσύ, αν γνώριζες το σύμβολο της πίστεως του και του έλεγες ότι σ' αυτό στηρίζεται η πίστη του, δε θα γινόσουν χριστιανός μόνο και μόνο προφέροντας τις σχετικές λέξεις». Ωστόσο, οι αγάδες που παρευρίσκονταν εκεί, διαφωνούσαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι η πίστη τους δε μπορούσε να περιπαίζεται. Έτσι, λοιπόν, άλλαξε γνώμη και ο κριτής και άρχισε, άλλοτε με κολακείες και άλλοτε με φοβέρες, να παρακινεί τον Αθανάσιο να αλλαξοπιστήσει, λέγοντας του πως ό,τι έκανε (την δήθεν ομολογία), το έκανε παρακινημένος από το Θεό. Γι' αυτό και θα έπρεπε να φανεί συνεπής με το «σαλαβάτι» του, γιατί η οθωμανική πίστη δε ήταν δυνατόν να καταφρονείται. Ο Μάρτυρας, όμως, σταθερός στην πίστη του, δεν ανταποκρίθηκε στις προτροπές του εμίρη ούτε δείλιασε μπροστά στις φοβέρες του. Τότε εκείνος διέταξε να τον φυλακίσουν. 'Ύστερα από αρκετές μέρες, απαίτησε να τον φέρουν και πάλι μπροστά του για να τον εξετάσει. Όταν διαπίστωσε, όμως, ότι ο Αθανάσιος παρέμενε σταθερός και αμετακίνητος, εξ έδωσε τελικά εναντίον του καταδικαστική απόφαση. Έτσι τον παρέλαβαν οι δήμιοι και τον κρέμασαν έξω από την πόλη ( στο χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το παρεκκλήσι που φέρει το όνομά του, στο κοιμητήριο της Αγίας Παρασκευής). Με αυτό τον τρόπο μαρτύρησε ο Άγιος Αθανάσιος, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1774, σε ηλικία μόλις 25 ετών.                                                                                                                   Άγιος  Ακάκιος ο Ασβεστοχωρινός.                                 O  Αθανάσιος (αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Ακακίου) καταγόταν από το Νεοχώρι (σημερινό Ασβεστοχώρι) της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς του, ευρισκόμενοι στις Σέρρες, αναγκάζονται να παραδώσουν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό για να του διδάξει την τέχνη του. Η σκληρή συμπεριφορά του αφεντικού του και η κακομεταχείριση τον εξώθησαν στην εξόμωση προκειμένου να απαλλαγεί από τα βάσανα για να ζήσει μια καλύτερη ζωή. Μεγάλη Παρασκευή τον έπεισαν να αλλαξοπιστήσει! Να αρνηθεί το Χριστό! Να γίνει Μωαμεθανός! Υιοθετήθηκε από τον Τούρκο ηγεμόνα της περιοχής Ισούφ Μπέη κι έμεινε κοντά του εννιά χρόνια. Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και εξαιτίας προβλημάτων που είχε με τη μητριά του συκοφαντήθηκε και εκδιώχθηκε. Τότε άρχισε ο δρόμος της επιστροφής. Γυρίζει κοντά στους γονείς του, στη Θεσσαλονίκη. Ακολουθώντας τις συμβουλές τους μεταβαίνει στο 'Αγιον 'Ορος, όπου αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές μονές, καταλήγει τελικά στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στη συνοδεία του Γέροντος Νικηφόρου, υποτακτικός στο Γέροντα Ακάκιο. Γίνεται μοναχός με το όνομα Ακάκιος και έπειτα από διάστημα έντονης ασκήσεως, έχοντας τις ευλογίες των πατέρων, ξεκινάει στις 10 Απριλίου 1816 για την Κωνσταντινούπολη, για να ξεπλύνει τη ντροπή που ένιωθε... Το Σάββατο 29 Απριλίου, αφού προετοιμάστηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τα άχραντα μυστήρια, φτάνει «εις τό ανώτατον κριτήριον των Οθωμανών», όπου ομολογεί δημοσίως και με παρρησία την πίστη του στο Χριστό... Στην προσπάθειά τους να τον μεταπείσουν, τον φυλακίζουν, τον κολακεύουν, τον εκφοβίζουν, του δίνουνε υποσχέσεις, τον βασανίζουν. Δεν τον κλονίζουν όμως. Και όταν βλέπουν το σταθερό του φρόνημα, καταλαβαίνουν πως μάταια κοπιάζουν. Αποφασίζουν, λοιπόν, να τον σκοτώσουν. ' Ετσι, την 1η Μαΐου 1816, ημέρα Δευτέρα και ώρα 5η «εις τόπον καλούμενον Δακτυλόπορτον» ο Ακάκιος παρέδωσε δια του ξίφους το αίμα του. Την τρίτη ημέρα από το μαρτύριό του εξαγοράζεται το λείψανό του και μεταφέρεται στο 'Αγιον 'Ορος. Στις 9 Μαΐου, στην Καλύβη του αγίου Νικολάου, ενταφιάζεται, σύμφωνα με την επιθυμία του, στο παρεκκλήσι των οσιομαρτύρων Ευθυμίου και Ιγνατίου, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Η κοινή μνήμη των τριών οσιομαρτύρων, του αγίου Ευθυμίου από τη Δημητσάνα, του Αγίου Ιγνατίου από την παλιά Ζαγορά και του αγίου Ακακίου του Νεοχωρίτου (Ασβεστοχωρίτου) τιμάται την 1η Μαΐου, ημέρα του μαρτυρίου του Ακακίου. Ο άγιος Ακάκιος είναι ένας από τους τοπικούς αγίους της αγιοτόκου Μητροπόλεώς μας. Εξαιρετικά δε τιμάται στο Ασβεστοχώρι, ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του.

2 Νοεμβρίου μνήμη των Αγίων μαρτύρων Ακίνδυνου , Αφθόνιου , Πηγάσιου , Ελπιδοφόρου και Ανεμπόδιστου

0 σχόλια

  Άγιοι Ακίνδυνος, Αφθόνιος, Πηγάσιος, Ελπιδοφόρος και Ανεμπόδιστος  



Στην Περσία
Ο Άγιος Μάρτυς Ακίνδυνος και οι συν αυτώ, μαρτυρήσαντες, κατάγονταν από την Περσία. Ήσαν από τους πρώτους άρχοντες του βασιλέως των Περσών, του Σαβωρίου Β',
πού βασίλευσε το έτος 330 μ.Χ. Το καιρόν λοιπόν, πού βασίλευε στην Περσία ο Σαβώριος οι Χριστιανοί υπέστησαν διωγμό. Αυτός βασάνιζε σκληρά όλους όσους εύρισκε
να ομολογούν τον Χριστό.

Ακίνδυνος, Πηγάσιος και Ανεμπόδιστος προδίδονται
Οι τρεις αυτοί Άγιοι κρυβόντουσαν σε ένα σπίτι. Εκεί δίδασκαν τους Χριστιανούς. Όταν τα έμαθε αυτά ο Σαβώριος, αγριέψε και διέταξε να φέρουν στο Κριτήριο τους Αγίους.
Όταν τους έφεραν μπροστά του, τους απειλούσε να τούς δώσει φοβερό θάνατο. Αλλά οι Άγιοι του Χριστού του αποκριθήκαν γενναία, ότι είναι έτοιμοι να δεχθούν οποιαδήποτε
βασανιστήρια, διότι αυτά θα τους ωφελήσουν και θα τούς σώσουν την ψυχή τους.

Τους βασανίζουν
Τότε διέταξε ο τύραννος να τους ραβδίζουν σε όλο τους το σώμα τέσσερες άνδρες, έως ότου κουραστούν. Οι Άγιοι υπέμειναν με καρτερία το βασανιστήριο και οι δήμιοι
κουράζονταν, όμως ο τύραννος έδωσε διαταγή να αλλάζουν οι δήμιοι. Παρ’ όλα αυτά όμως οι Άγιοι είχαν πολύ υπομονή τότε βλέποντας ο τύραννος την υπομονή τους διέταξε
να τους κρεμάσουν και να τους καίνε από κάτω. Οι Άγιοι υπέφεραν το μαρτύριο και προσευχόντουσαν στον Δεσπότη Χριστό να λυτρώσει για να γνωρίσουν και άλλοι τον
Αληθινό Θεό. Τότε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε και αμέσως τα σχοινιά λύθηκαν, η φωτιά τους δρόσισε, και οι άγιοι με πρόσωπο γελαστό και χαρούμενο,
παρουσιάστηκαν στον βασιλέα Σαπώρ. Αυτός δεν πίστεψε στο θαύμα και κατηγορούσε τους Αγίους για μάγους.



Το θαύμα τον Ακίνδυνου
Ο βασιλεύς έμεινε κωφός και άλαλος από την απιστία του. Μόνον με νοήματα σημείωνε, ότι ήθελε.
Οι Άγιοι λυπήθηκαν διά την μωρία του τυράννου και των άλλων, πού δεν μπορούσαν να καταλάβουν το θαύμα. Άρχισαν, λοιπόν, να παρακαλούν τον Θεό, να τους ανοίξει τα
μάτια της καρδίας τους και να Τον γνωρίσουν.
Την ώρα όμως πού προσεύχονταν οι Άγιοι, φάνηκε στρατός ουράνιος, πού άστραφταν σαν τον ήλιο. Οι ασεβείς τυφλωμένοι από την λάμψη και την ωραιότητα των Αγγέλων,
έπεσαν κατά γης και απορούσαν με τα γενόμενα, Κανενός όμως ο νους δεν φωτίστηκε. Ο Άγιος Ακίνδυνος βλέποντας πως ο τύραννος θεληματικά μένει στην κακία του ζήτησε
να του επανέλθει η λαλιά. Ο τύραννος αντί να χαρεί από το θαύμα και να πιστέψει διέταξε αμέσως να βάλουν τους Αγίους σε σιδερένια κρεβάτια και ανάψουν φωτιά από κάτω
με λίπος, πίσσα και ρετσίνι. Οι Άγιοι πάνω στο μαρτύριο προσεύχονταν στον Κύριο να τους βοηθήσει να υπομείνουν το μαρτύριο για να φωτιστεί ο λαός. Και τότε ακούστηκε
φωνή από τον ουρανό που έλεγε:
—Επειδή βεβαιώσατε, τα έργα σας με την πίστη σας, ας γίνει το θέλημα σας, καθώς ζητήσατε.

Με αυτό το θαύμα πολλοί πίστεψαν στον Παντοδύναμο Θεό. Παρ’ όλα αυτά ο βασιλεύς τυφλός και ανόητος, παρακινεί πάλιν τους Αγίους να Αρνηθούν την ευσέβεια και να
προσκυνήσουν τα είδωλα. Αυτοί πήγαν στο ναό των ειδώλων και αφού προσευχήθηκαν έπεσε το είδωλο του Δία και έγινε χίλια κομμάτια.
Θυμωμένος ο άθεος αυτός διατάσσει να ρίξουν τους Αγίους μέσα σε καζάνι με λιωμένο μολύβι. Όμως οι Άγιοι δεν πάθαιναν τίποτα μέσο στο καζάνι. Τότε ο τύραννος
προσπάθησε να βυθίσει τους Αγίους μέσα στο μολύβι και ευθύς χύθηκε το καζάνι και του κάηκαν τα χέρια. Βλέποντας αυτό το θαύμα πίστεψε ένας στρατιώτης με το όνομα
Αφθόνιος και ομολόγησε δυνατά ότι και αυτός πιστεύει στον Έναν Αληθινό Θεό. Τότε ο τύραννος έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν. Ο Αφθόνιος με χαρά προσευχήθηκε
στον Θεό και έσκυψε πρόθυμα το κεφάλι του για να δεχτεί δια του ξίφους θάνατο. Οι Χριστιανοί, πού παραβρέθηκαν, παρέλαβαν το άγιο λείψανο του και το ενταφίασαν, όπως
έπρεπε!
Έπειτα ο τύραννος διέταξε να βάλουν τους Αγίους μέσα σε ασκιά από δέρματα βοδιών και να τους ρίξουν στα νερά να πνιγούν. Όμως όταν τους έριξαν τα ασκιά σχίστηκαν και
μέσα σε αυτά φάνηκε ο Άγιος Αφθόνιος αστραπόμορφος, και ευθύς βγήκαν οι Άγιοι μπροστά στον τύραννο. Ο τύραννος νόμιζε ότι δεν τους έριξαν στα νερά και να ρίξουν τους
δημίους μέσα στα νερά αφού τους κόψουν τα χέρια. Οι δήμιοι όμως βλέποντας το θαύμα πριν πίστεψαν αμέσως στον Χριστό και προσευχήθηκαν με όλη την καρδιά τους. Έτσι
δέχθηκαν το μακάριο τέλος 4 άνθρωποι. Έδωσε μετά διαταγή να φυλακίσουν τους 3 Αγίους.



Οι Άρχοντες θανατώνονται
Τότε Αποκρίθηκε ένας Από τη Σύγκλητο, ο πρώτος κατά την τάξη, πού λεγόταν Ελπιδοφόρος. Αυτός ήταν πιστός Χριστιανός Από τους κρυφούς. Αγανακτισμένος τώρα από τη
θηρωδία του τυράννου, πήρε το θάρρος και ομολόγησε την πίστη του. Έβρισε τον τύραννο Άφοβα. Το ίδιο έκαμε και Άλλος συγκλητικός, Φιλόλογος ονομαζόμενος, ο οποίος
τον έβρισε χωρίς να λογαριάσει την βασιλική εξουσία, πού είχε ο τύραννος. Τότε ο βασιλεύς, επειδή τον έβρισαν, διέταξε και σκότωσαν και τους δύο, τον Ελπιδοφόρο και τον
Φιλόλογο. Το Ελπιδοφόρο τον ακολούθησαν και άλλοι τρεις που ομολόγησαν και αυτοί την πίστη τους.
Ο Ακίνδυνος, όμως πού κατάλαβε την κακία του τυράννου, ατάραχος του είπε:
— Καλά σου προφήτεψε το όνομα η μητέρα σου και σε ονόμασε Σαβώριον, πού σημαίνει πατέρα δαιμόνων! Αλλά εσύ είσαι χειρότερος. Είσαι υιός του ανθρωποκτόνου
δαίμονα, επειδή κάνεις τα έργα του και χαίρεσαι, καθώς εκείνος, να βλέπεις ανθρώπινα αίματα.
Αυτά τα πικρά λόγια, όταν τα άκουσε ο άσεβής, ταράχτηκε φοβερά. Αφού έμαθε από την μητέρα του ότι αυτό είναι το όνομα του, αμέσως με μανία την γρονθοκόπησε. Έδωσε
δε διαταγή να ρίξουν τους Αγίους και όλους τους ασεβείς που πίστεψαν στο Χριστό στο καμίνι την δε μητέρα του να την αφήσουν να πάει όπου θέλει.



Η θυσία των Αγίων
Όταν οι Άγιοι πλησίασαν καμίνι, προσευχήθηκαν:
— Κύριε Ιησού Χριστέ, σε ευχαριστούμε, διότι μας δυνάμωσες να τελειώσωμε τον αγώνα, για την αγάπη σου και δεν μας άφησες να γίνωμε θήραμα ζώντων εχθρών μας,
αλλά λύτρωσες την ψυχή μας από τις παγίδες του δαίμονος. Και τώρα σε παρακαλούμε να μας δυναμώσης να υπομείνωμε και αυτή τη φωτιά, με ανδρεία και γενναιότητα.
Παρακαλούμεν, Κύριε, να παρασταθής, όταν η ψυχή χωρισθή από το σώμα, διότι με την ελπίδα τη δική σου θαρρεύομε και μπαίναμε στη φλόγα αυτή την τρομερή.
Οι στρατιώτες μπροστά σ' αυτή τη αφόρητη πύρα, δείλιασαν και δεν τολμούσαν να πλησιάσουν. Τότε οι Άγιοι τους ενδυνάμωσαν και αφού πήραν θάρρος οι στρατιώτες.
Έκαμαν το σημείο του Σταυρού στο μέτωπο και πήδησαν όλοι, μέσα εις στο καμίνι. Ήταν είκοσι οκτώ τον αριθμόν. Μαζί, με την μητέρα του τυράννου έπεσαν μέσα σε κείνο
το φλογερό καμίνι, πού τριζοβολούσε από τη δύναμη της φωτιάς. Έψαλλαν χαρούμενοι, με τον Ακίνδυνο, τον Πηγάσιο και τον Ανεμπόδιστο. Έτσι τελείωσαν τον μακάριο
δρόμο της θυσίας των.
Ήταν η δευτέρα Νοεμβρίου. Μέσα δε στο καμίνι, φάνηκε χορός Αγγέλων, πού παρέλαβαν τις μακάριες ψυχές των Αγίων και τις οδήγησαν εις τον Δεσπότη Χριστό.
Όλος ο τόπος εκείνος γέμισε με άρρητη ευωδιά. Τέτοια ευωδία, πού όλος ο κόσμος των Χριστιανών θαύμασαν. Αυτοί κατόπιν πήραν τα Άγια λείψανα και τα ενταφίασαν
με ευλάβειά.


  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀκίνδυνον μέλψωμεν, σὺν Ἀφθονίῳ ὁμοῦ, κλεινὸν Ἀνεμπόδιστον, Ἐλπιδηφόρον στερρόν, Πηγάσιον ἔνδοξον· οὗτοι γὰρ ἀκινδύνως, ἐξ ἀφθόνου κρατῆρος,
πηγάζουσι τοῖς ἐλπίδι, ἀρραγεῖ προσιοῦσι, χαρίτων ἀνεμποδίστων, κρήνην θεόβρυτον.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς ἄστρα ἀπλανῆ, τοῦ Ἡλίου τῆς δόξης, ἀνέλαμψαν ἐν γῇ, οἱ Χριστοῦ στρατιῶται, τὸν ζόφον διώκοντες, τῶν παθῶν καὶ πηγάζοντες, χάριν ἄφθονον,
ἀνεμποδίστως τοῖς πᾶσι, καὶ ἀκίνδυνον, τὴν σωτηρίαν δοροῦνται, ἐλπίδι τῆς πίστεως.

Μεγαλυνάριον.
Ὄμιλος πεντάριθμος Ἀθλητῶν, διηγωνισμένων, ἐν Κυρίῳ μαρτυρικῶς, πρόκειται εἰς αἶνον· αὐτοῖς οὖν ἐκβοῶμεν· χαίρετε Ἀθλοφόροι, Χριστοῦ πανθαύμαστοι.