ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

29 Ιουλίου μνήμη του Αγίου μάρτυρος Καλλινίκου

0 σχόλια

Άγιος Καλλίνικος


AgiosKallinikos02
Βιογραφία

Ο Άγιος Καλλίνικος κατάγονταν από την Κιλικία. Ήταν ευσεβής και ενάρετος και είχε σαν έργο ζωής την κατήχηση των εθνικών με σκοπό τη σωτηρία τους. Όταν έφθασε στην Αίγυπτο, φανατικοί ειδωλολάτρες εξεγέρθηκαν εναντίον του, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον ηγεμόνα Σακέρδωνα. Αυτός, υποκρινόμενος, έδειξε ότι λυπάται, και για να κάμψει το φρόνημα του Καλλινίκου, ανέφερε δήθεν περιστατικά πρώην γενναίων χριστιανών, που όταν αντίκρισαν τα σκληρά βάσανα, αρνήθηκαν την πίστη τους. Ο Καλλίνικος, αντιλαμβανόμενος την υποκρισία του ηγεμόνα, μειδίασε και του είπε: «Μην αναβάλλεις, έπαρχε, να λάβεις πείρα της δύναμης με την οποία ο Χριστός οπλίζει τους γνήσιους πιστούς Του. Γρήγορα ετοίμασε όλα σου τα κολαστήρια όργανα, φωτιά, ξίφη, τροχούς, μαχαίρια, μαστίγια και ό,τι άλλο σκληρό μαρτύριο έχεις. Όλα αυτά και άλλα περισσότερα και σκληρότερα βασανιστήρια ποθώ για την αγάπη του Χριστού». Πράγματι, ο έπαρχος τον μαστίγωσε σκληρά. Του φόρεσε παπούτσια, τα οποία είχαν καρφιά και τον ανάγκασε να τρέχει μέχρι την πόλη της Γάγγρας σε απόσταση ογδόντα στάδια. Έσκισε τις σάρκες του με σιδερένια νύχια και όπως ήταν μισοπεθαμένος, τον έδεσε πίσω από ένα άγριο άλογο, που τον έσυρε για πολλά χιλιόμετρα. Τόση ήταν η λύσσα του έπαρχου, που πρίν ο Καλλίνικος αφήσει την τελευταία του πνοή, τον έριξε μέσα στη φωτιά. Έτσι ένδοξα πήρε το στεφάνι του μαρτυρίου. Η δε σύναξη του γινόταν κοντά στην γέφυρα του Iουστινιανού, και κοντά σε κάποιο μέρος που λεγόταν Πετρίον.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Κλῆσιν σύνδρομον, ἔχων τῷ βίῳ, νίκος καλλίστον, ἤρας ἐν ἄθλοις, καταλλήλως γεγονῶς ὁ προκέκλησαι, σὺ γὰρ καλῶς τὸν ἀγῶνα τελέσας σου, ὡς νικητὴς ἐδοξάσθης Καλλίνικε. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὰ ἄνω τερπνά, ἀξίως νῦν κεκλήρωσαι· Χριστοῦ γὰρ σφοδρῶς, τῷ πόθῳ πυρακτούμενος, τοῦ πυρὸς Καλλίνικε, δι᾽ αὐτοῦ ἀνδρείως κατετόλμησας· ᾧ καὶ νῦν παριστάμενος, μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ τῶν πάντων ἡμῶν.

Βληθεὶς ὁ Καλλίνικος ἐν τῇ καμίνῳ,
Τὸ νικοκαλὲς εὗρε καὶ θεῖον στέφος.
Εἰκάδι ἀμφενάτῃ φλὸξ Καλλίνικον κατέδαψε.










 



 
 

28 Ιουλίου μνήμη της Οσίας μητρός ημών Ειρήνης , ηγουμένης της Μονής του Χρυσοβαλάντου , των Αγίων Αποστόλων Προχόρου , Τίμωνος , Νικάνορος και Παρμενά και του Αγίου Νεομάρτυρος Χριστοδούλου του Κασσανδρινού

0 σχόλια

Βίος Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου

Η οσία Ειρήνη έζησε κατά τον 9ο και 10ο αιώνα και η νεότητά της συνδέεται με τη βασιλική αυλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, την περίοδο πού είχε λήξει η εικονομαχία και αναστηλωθεί οι ιερές εικόνες μετά το θρίαμβο της Ορθοδοξίας (843).

Ο Φιλάρετος, που ήταν ευνοούμενος και αφοσιωμένος στρατηγός στο Θεόφιλο και τη Θεοδώρα (η οποία ανέλαβε το βασιλικό θρόνο μέχρι την ενηλικίωση του γιού της), είχε στην Καππαδοκία δύο κόρες, την Καλλίνικη και την Ειρήνη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του Ζωής, την επιμέλεια της ανατροφής τους είχε αναλάβει η αδελφή του και θεία τους Σοφία, πού αφοσιώθηκε στο έργο αυτό με όλη την ψυχή της.

Στο μοναστήρι Χρυσοβαλάντου
 
Καθώς πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη για να είναι μία από τις υποψήφιες νύφες του αυτοκράτορα, επισκέφτηκε έναν άγιο άνθρωπο τον Ιωαννίκιο. Οποίος την αποκάλεσε με το όνομα της και την προέτρεψε να μην πάει στην Κωνσταντινούπολη αλλά να πάει στη Μονή Χρυσοβαλάντου που την χρειάζεται. Ακολουθώντας την πρόρρηση του Γέροντος Ιωαννικίου δεν άργησε να πορευθεί προς τη Μονή. Η ηγουμένη τη δέχθηκε με καλοσύνη και αγάπη• και την έθεσε κάτω από τη δική της πνευματική επίβλεψη. Η Ειρήνη, παρά την ευγενική καταγωγή της, έχοντας τη χάρη του Θεού, με προθυμία επιδόθηκε και στα πιο ταπεινά και δύσκολα διακονήματα και σύντομα ο αγώνας της καρποφόρησε.


Αναδεικνύεται ηγουμένη με τρόπο θαυμαστό
 
Ύστερα από μερικά χρόνια αρρώστησε η ηγουμένη. Επιθυμία της Γερόντισσας ήταν να γίνει ηγουμένη η Ειρήνη. Όταν είπε στις μοναχές την επιθυμία της, η Ειρήνη δεν ήταν παρούσα. Εκείνες μάλιστα δεν της ανέφεραν τίποτε σχετικό, επειδή φοβήθηκαν μήπως από τη μεγάλη ταπεινοφροσύνη της φύγει από το μοναστήρι, για να μη γίνει ηγουμένη. Οι ηλικιωμένες μοναχές πρότειναν να πάνε όλες μαζί στον Πατριάρχη, στην Κωνσταντινούπολη, για να επιλέξει αυτός οποία τον φωτίσει ο Θεός. Φτάνοντας στον Πατριάρχη τους είπε: «Εγώ γνωρίζω ότι όλες σας θέλετε την τιμία και σεμνοτάτη Ειρήνη• και η απόφασή σας είναι καλή και θεάρεστη. Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος πού μου φανέρωσε την αρετή αυτής της δούλης του». Έτσι όρισε την Ειρήνη ηγουμένη της Μονής.


Καθοδηγεί τις μοναχές με σύνεση και σοφία
 
Ως ηγουμένη η Ειρήνη συνέχισε και επέτεινε τους πνευματικούς της αγώνες, συναισθανόμενη την ευθύνη του διακονήματος πού έθεσε στους ώμους της ο Ιησούς Χριστός. Προσευχόταν και νήστευε ακόμα περισσότερο. Ήταν τόση η επιθυμία της να σωθούν όλες οι μοναχές, πού τόλμησε από αγάπη υπέρμετρη και όχι εγωισμό να ζητήσει από τον Κύριο να της χορηγήσει το προορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει «τα απόκρυφα πταίσματα πασών των αδελφών... διά να τάς διορθώνη, να μη κολάζωνται». Και ο δωρεοδότης Ιησούς Χριστός, βλέποντας ότι ο σκοπός της ήταν καλός, της έστειλε άγγελο πού της αποκάλυψε ότι προστάχθηκε από τον Κύριο να στέκεται πάντοτε πλησίον της και να της φανερώνει κάθε μέρα τα απόκρυφα παραπτώματα όχι μόνο των μοναχών αλλά και των προσκυνητών της Μονής.

Η φήμη του προορατικού της χαρίσματος δεν άργησε να διαδοθεί και να φτάσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να σπεύδουν στο μοναστήρι για να ιδούν το σεβάσμιο πρόσωπο της και να ακούσουν «λόγον ἀγαθόν». Παρά ταύτα εκείνη δεν μείωσε καθόλου τον πνευματικό της αγώνα για την προσωπική τελείωσή της, γεγονός πού ενοχλούσε τον μισόκαλο δαίμονα, πού δοκίμασε άλλη μια φορά να την εμποδίσει από την ολονύχτια προσευχή της. Έτσι λοιπόν ένα βράδυ, καθώς εκείνη προσευχόταν με κατάνυξη, ένας δαίμονας άναψε κερί από το καντήλι και έβαλε φωτιά στο κουκούλι της Ειρήνης. Η φλόγα άρχισε να καίει κατόπιν τα μαλλιά, το φόρεμα και τις σάρκες της αγίας Ειρήνης, η οποία ακίνητη, ενώ καιγόταν, συνέχιζε την προσευχή της. Και θα είχε καεί ζωντανή, αν μία αδελφή από διπλανό κελί δεν οσμιζόταν καμένη σάρκα και δεν έτρεχε να σβήσει με νερό τη φωτιά! Η ηγουμένη την επέπληξε λέγοντάς της, όπως αναφέρει ο Συναξαριστής: «Γιατί μού προξένησες, παιδί μου, τόσο κακό και μού στέρησες τέτοια αγαθά; Δεν πρέπει να φρονούμε τα των ανθρώπων αλλά τα του Θεού. Λίγο πριν μπροστά μου έβλεπα έναν άγγελο πού έπλεκε για μένα στεφάνι• κι όταν άπλωνε το χέρι του για να με στεφανώσει, ήρθες εσύ και από ευγνωμοσύνη προκάλεσες χειρότερα της αγνωμοσύνης. Βλέποντάς σε ο άγγελος έφυγε και μού έδωσες λύπη και απερίγραπτη ζημία». Από το μισοκαμμένο σώμα της έβγαινε ευωδία πού νικούσε όλα τα μύρα και τα πολύτιμα αρώματα, ενώ ο Ιησούς, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, γιάτρεψε τα μέλη της πού είχαν εγκαύματα, αυξάνοντας της και το προορατικό χάρισμα.


Τα κυπαρίσσια λυγίζουν τις κορυφές τους

 
Πολλές φορές προσευχόταν ολόκληρο ημερονύκτιο. Άλλοτε επί δύο ή τρεις ημέρες και καμιά φορά ολόκληρη εβδομάδα, πάντοτε με υψωμένα τα χέρια της. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή έως το Πάσχα δεν έτρωγε ψωμί, παρά μόνο λίγα φρούτα και λαχανικά και έπινε ελάχιστο νερό. Από την αυστηρή αυτή νηστεία είχε γίνει λιπόσαρκη. Όταν ο καιρός το επέτρεπε έβγαινε τα μεσάνυχτα στον αύλειο χώρο της Μονής και προσευχόταν με κατάνυξη, υψώνοντας το βλέμμα της στο κάλλος του ουρανού. Γράφει ο Συναξαριστής της: «Κατά θεία οικονομία, για να μη μείνει άγνωστη μια μεγάλη θαυματουργία, πού έγινε αρκετές φορές στο προαύλιο, έτυχε και βγήκε ήσυχα ένα βράδυ κάποια αδελφή από το κελί της. Και βλέπει την αγία πού προσευχόταν, χωρίς να εγγίζουν τη γη τα πόδια της. Αλλά στεκόταν στον αέρα, δύο πήχεις επάνω. Και κοντά της ήταν δύο κυπαρίσσια πολύ υψηλά. Τα οποία έγερναν τις κορυφές τους μέχρι το χώμα και παρέμεναν έτσι (ώ του εξαισίου θαύματος!) όση ώρα η αγία προσευχόταν. Και όταν τελείωσε, πήγε και στα δύο και αγγίζοντας τις κορυφές τους τα ευλόγησε στο σχήμα του σταυρού και τότε υψώθηκαν κι αυτά και επανήλθαν στην κανονική τους θέση». Η αδελφή νομίζοντας ότι όσα έβλεπε ήταν καρπός της φαντασίας της δεν είπε σε καμία μοναχή τίποτε. Μετά όμως από κάποιες ημέρες είδαν όλες τους στις κορυφές εκείνων των κυπαρισσιών δύο μαντήλια, πού είχε κρεμάσει η αγία Ειρήνη «εις δόξαν Θεού». Στην απορία των αδελφών πώς βρέθηκαν εκεί, η μοναχή πού είχε προσωπική γνώση του πράγματος διηγήθηκε σε όλες τι συνέβαινε• κι εκείνες της παραπονέθηκαν γιατί δεν τις ξύπνησε να ιδούν «τοιούτον εξαίσιον θέαμα». Όταν η αγία Ειρήνη πληροφορήθηκε την πράξη της μοναχής αυτής την επέπληξε με αγάπη λέγοντάς της: Αν με έβλεπες να αμαρτάνω ως άνθρωπος, θα φανέρωνες και την αμαρτία μου; Ζήτησε δε από όλες τις αδελφές να μη φανερώνουν σε κανέναν, ενόσω εκείνη ζει, τα τυχόν θαυμάσια πού βλέπουν.


Τα μήλα του Παραδείσου
 
Η αγία Ειρήνη συνδέθηκε και με το περιστατικό των τριών μήλων, όπως το εξιστορεί ο Συναξαριστής: Ένα βράδυ, καθώς προσευχόταν, ήρθε φωνή προς την οσία πού της είπε• υποδέξου το ναύτη πού σου φέρνει σήμερα τα οπωρικά και να τα φας με χαρά, ώστε η ψυχή σου να νιώσει αγαλλίαση. Στη διάρκεια του Όρθρου έστειλε δύο μοναχές στην πύλη της Μονής για να υποδεχτούν έναν ναύτη πού ήταν απέξω. Όταν μετά την Ακολουθία συναντήθηκαν, εκείνος της είπε ότι είναι ναύτης από την Πάτμο. Καθώς ξεκίνησε το καράβι τους για να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη, ένας σεβάσμιος Γέροντας από την ακτή τους φώναξε, παρακαλώντας να γυρίσουν πίσω για να τους δώσει κάτι. Όμως το καράβι έπλεε με ανοιγμένα πανιά. Τότε ο Γέροντας πρόσταξε το πλοίο να σταματήσει, πράγμα πού έγινε, κι εκείνος περπατώντας στην επιφάνεια της θάλασσας ήρθε κοντά μας. Και βγάζοντας από το στήθος του τρία μήλα μου τα έδωσε λέγοντας: Όταν φτάσεις στην Πόλη να τα δώσεις στον Πατριάρχη και να του πεις πώς του τα έστειλε ο Θεός και ο δούλος του Ιωάννης από τον Παράδεισο. Στη συνέχεια έβγαλε άλλα τρία μήλα και μου είπε: Αυτά να τα δωρήσεις στην ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου, την Ειρήνη, και να της πεις• φάγε από εκείνα πού η καλή σου ψυχή επεθύμης• διότι τώρα έρχομαι από τον Παράδεισο και τα έφερα. Λέγοντάς μου αυτά, ο μεν Γέροντας έγινε άφαντος, το δε πλοίο ξεκίνησε.

Κατόπιν ο ναύτης έβγαλε τα τρία μήλα από ένα μεταξωτό μαντήλι και τα έδωσε στην αγία Ειρήνη. Τα μήλα ήταν εξαιρετικά όμορφα, ευωδιαστά και μεγάλα. «Καί τοῦτο δέν εἶναι πράγμα ἀπίστευτον, ἐπειδή ἤσαν ἀπό τόν Παράδεισον». Η ηγουμένη νήστεψε επί μία εβδομάδα, ευχαριστώντας τον Κύριο. Έπειτα άρχισε κάθε μέρα και από λίγο να τρώει το ένα μήλο χωρίς επί 40 ημέρες να βάζει στο στόμα της καμιά άλλη τροφή. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη, αφού κοινώνησαν όλες οι αδελφές έκοψε το δεύτερο μήλο και έδωσε σε όλες από ένα κομματάκι. Κι αυτές αισθάνονταν την ευωδία και τη γλυκύτητά του και θαύμαζαν. Το τρίτο μήλο το κράτησε η αγία ως πολύτιμο φυλακτήριο «καί καθ’ ἑκάστην τό ὠσφραίνετο εἰς ἀπόλαυσιν τῆς ψυχῆς της καί ἀγαλλίασιν».


                    Η ωφέλεια της ψυχής από την ασθένεια
 
Κάποτε μία από τις μοναχές πού ήταν άρρωστη, παρακαλούσε την ηγουμένη με απλότητα, να την κάνει καλά. Η αγία Ειρήνη αφού κάλεσε κοντά της όλη την αδελφότητα είπε: Πιστέψτε με πώς αν είχα κάποια παρρησία ενώπιον του Θεού, θα τον παρακαλούσα να ήμασταν συνέχεια άρρωστες, διότι ξέρω πόσο ωφελείται η ψυχή από την ασθένεια του σώματος. Και μάλιστα όταν ο άρρωστος ευχαριστεί και δοξάζει τον Θεό και όταν παραδέχεται και ομολογεί ότι δίκαια παιδεύεται.



Το μακάριο τέλος της

 
Επειδή όμως και η ιδία ήταν άνθρωπος, έφτασε κάποτε ο καιρός να ακολουθήσει και η ίδια το κοινό χρέος, το οποίο της φανερώθηκε από άγγελο Κυρίου με τούτα τα λόγια: «Μάθε ότι στις 28 του τρέχοντος μηνός, αφού τιμήσεις την εορτή του μάρτυρος Παντελεήμονος, θα κληθείς να παρασταθείς στο θρόνο του Θεού». Ήταν 26 Ιουλίου όταν τα άκουσε αυτά καιστο Μοναστήρι της γιόρταζαν τα εγκαίνια του αρχαγγέλου, διότι σαν τέτοια μέρα είχαν οικοδομήσει και εγκαινιάσει τον ιερό ναό πού ήταν αφιερωμένος στους ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ. Αφού κοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια μετά από αυστηρή εβδομαδιαία νηστεία, χωρίς να γευθεί τροφής ή και νερού, παρά μόνον από εκείνο το τρίτο μήλο του Παραδείσου, η οσία Ειρήνη ατενίζοντας τον ουρανό έχυνε δάκρυα. Οι μοναχές την ρώτησαν τι είχε και έδειχνε πικραμένη. Εκείνη απάντησε: «Σήμερα, τέκνα μου, φεύγω από τον παρόντα κόσμο και δεν θα με βλέπετε πλέον, διότι ήρθε η ώρα να πάω στην αιώνια ζωή. Να εκλέξετε ως προεστώσα την Μαρία, επειδή αυτήν προέκρινε ο Θεός και αυτή θα σας κυβερνήσει θεάρεστα. Προσπαθείστε να βαδίζετε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, για να βρήτε ευρυχωρία στον Παράδεισο. Περιφρονείστε τον κόσμο και τα εγκόσμια, διότι όλα αυτά είναι πρόσκαιρα και μάταια. Μισείστε τις ψυχές σας για να τις κερδίσετε, σύμφωνα με το θειο πρόσταγμα (πρβλ. Ιω. 12,25). Και γενικά να μη κάνετε το θέλημα της σάρκας αλλά του Θεού. Διότι μόνον εκείνος μπορεί να σας βοηθήσει την ώρα της κρίσεως». Αφού έτσι συμβούλεψε τις αδελφές της Μονής, σήκωσε ψηλά τα χέρια και το βλέμμα της και προσευχήθηκε λέγοντας: «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, ο ποιμήν ο καλός, πού μας λύτρωσες με το πανάγιο και πολύτιμο Αίμα σου, στα αγία χέρια σου παραδίδω αυτό το μικρό ποίμνιο σου. Σκέπασέ το στη σκέπη των πτερύγων σου και φύλαξέ το από κάθε πειρασμό του διαβόλου. Διότι εσύ είσαι ο αγιασμός και η λύτρωσή μας και σε σένα αναπέμπουμε την ευχαριστία και σε δοξολογούμε πάντοτε».

Αφού τελείωσε την προσευχή, κάθισε και άρχισε να χαμογελά βλέποντας τους άγιους Αγγέλους πού τη χαιρετούσαν. Το πρόσωπο της έλαμψε και τότε έκλεισε τα μάτια της σα να κοιμάται. Έτσι παρέδωσε την αγία ψυχή της στον Κύριο.

Παρόλο πού ήταν 103 χρονών το κάλλος της δεν είχε μαραθεί, αλλά έδειχνε νέα.

Οι μοναχές πνευματικές της θυγατέρες, θρήνησαν για τον αποχωρισμό και τη στέρησή της. Και μαζί μ’ αυτές αμέτρητο πλήθος αξιωματούχων και απλών ανθρώπων από τη Βασιλεύουσα, πού έσπευσαν να ενταφιάσουν την αγία Ειρήνη σε τάφο καινούργιο στο ναό του άγιου Θεοδώρου, πλησίον του Αρχαγγέλου, στη Μονή Χρυσοβαλάντου. Από τον τάφο εξερχόταν «ευωδία θαυμάσιος, μαρτυρούσα την παρρησίαν της οσίας προς Κύριον», ενώ επιτελούνταν με την επίκληση του ονόματος της και πολλά θαύματα.


Ἀπολυτίκιον
Βασιλείας γηίνου πάλαι οὐκ ἔτυχες, ἀλλ’ ἀφθάρτων στεφάνων νῦν σέ ἠξίωσεν, ὁ Νυμφίος σου Χριστός ὁ ὡραιότατος ὤ καθιέρωσας σαυτήν, ὅλη καρδία καί ψυχή, Εἰρήνη Ὁσία Μῆτερ, Χρυσοβαλάντου ἡ δόξα, ἠμῶν δέ προσφυγή καί βοήθεια.



ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΟΙ ΠΡΟΧΟΡΟΣ, ΝΙΚΑΝΩΡ, ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΜΕΝΑΣ


Πρωτοπρ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Οι άγιοι αυτοί, επειδή κήρυσσαν τον λόγο της πίστεως και ομολογούσαν τον Κύριο Ιησού Χριστό, Υιό Θεού και τέλειο άνθρωπο, άθλησαν σε διαφορετικούς τόπους, και αφού έπαθαν πολλά από τους ασεβείς, έλαβαν το στεφάνι του μαρτυρίου». Ανήκαν στους επτά διακόνους της πρώτης Εκκλησίας, σ’ εκείνους δηλαδή που χειροτονήθηκαν από τους αποστόλους «διακονείν τραπέζαις», με κριτήριο επιλογής τους την πνευματικότητά τους και τη δύναμη της ψυχής τους, μαζί με τους Στέφανο, τον αρχιδιάκονο και πρωτομάρτυρα, Φίλιππο και Νικόλαο. Οι τέσσερις αυτοί σήμερα εορταζόμενοι κατάγονταν από τα μέρη της Ανατολής. Και ο μεν Πρόχορος - ο οποίος ακολούθησε κατά την παράδοση τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή και μάλιστα στο διωγμό του Δομιτιανού βρέθηκε μαζί του εξόριστος στην Πάτμο, όπου και κατέγραψε την Αποκάλυψή του καθ’ υπαγόρευση εκείνου - κήρυξε αργότερα στα μέρη της Νικομήδειας, γενόμενος επίσκοπος της πόλεως και δίνοντας και τη ζωή του στο έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων. Ο «υψηλόνους» Νικάνωρ, εκτελώντας κι αυτός, πέραν των διακονικών του καθηκόντων, έργο ευαγγελιστή, διδάσκοντας με δύναμη την αιώνια ζωή που έφερε ο Ιησούς Χριστός, τον Σταυρό και τα Πάθη Του, σφαγιάστηκε ως πρόβατο, μαζί με δύο χιλιάδες ακόμη πιστούς, από τα χέρια των Ιουδαίων, την ημέρα που μαρτύρησε και ο άγιος Στέφανος. Ο «σοφός και ιερός» Τίμων, στο ίδιο έργο με τους άλλους ευρισκόμενος, έγινε αργότερα ποιμένας των Βόστρων, εκδαπανώμενος στην αγάπη του ποιμνίου του. Στο τέλος, έλαβε κι αυτός το στεφάνι του μαρτυρίου, όταν οι άνομοι, μη αντέχοντας τον σφοδρό του έρωτα για τον Χριστό, τον έριξαν στο μέσο μεγάλης φωτιάς. Κι ο «μέγας και ευκλεής» Παρμενάς, έδρασε κι αυτός με μεγάλη σπουδή, ακολουθώντας τα χνάρια των δώδεκα αποστόλων κι έχοντας κι αυτός μακάριο τέλος.

Μία πρώτη παρατήρηση για τους διακόνους αυτούς της πρώτης Εκκλησίας είναι ότι εκλέχτηκαν από τον λαό και χειροτονήθηκαν από τους αποστόλους, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου της πρώτης κοινότητας των Ιεροσολύμων. Διότι, όπως είπαν οι απόστολοι «ουκ αρεστόν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού διακονείν τραπέζαις». Δεν μας αρέσει ν’ αφήσουμε την εξαγγελία του λόγου του Θεού και να υπηρετούμε στα τραπέζια. Το «ουκ αρεστόν» βεβαίως αυτό των αποστόλων δεν οφείλετο σε υποβάθμιση του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας, αλλά στην ορθή ιεράρχηση της αποστολής και του έργου της. Σημαίνει ότι ναι μεν το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο είναι άκρως απαραίτητο και αναγκαίο, ως πραγμάτωση της βασικής εντολής του Κυρίου, της αγάπης, όμως η προτεραιότητα είναι ο λόγος του Θεού. Με άλλα λόγια, με την εμφάνιση των επτά πρώτων διακόνων, ταυτόχρονα τονίζεται ότι η Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Χριστό, για να συνεχίζει την παρουσία του Ίδιου στον κόσμο, ως το ζωντανό σώμα Του, και να φανερώνει το θέλημα του Θεού σ’ αυτόν, κι έπειτα, ή, τέλος πάντων, παράλληλα, να καλύπτει, όσο μπορεί, τις βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων. Μόνον άνθρωποι που δεν έχουν γνώση του Ευαγγελίου μπορεί να αλλοιώνουν την προτεραιότητα αυτή.

Μία δεύτερη παρατήρηση αναφέρεται στο κριτήριο της επιλογής των διακόνων, όπως το δίνουν οι ίδιοι οι απόστολοι του Χριστού: να είναι «άνδρες πλήρεις πνεύματος αγίου και σοφίας». Κανείς δεν μπορεί να διακονεί στην Εκκλησία από οποιαδήποτε θέση, χωρίς να είναι πνευματοφόρος και χριστοφόρος, ή, τουλάχιστον, να αγωνίζεται να γίνει έτσι. Και τούτο διότι μία διακονία-υπηρεσία, χωρίς την προϋπόθεση αυτή, σημαίνει ότι αντιμετωπίζεται η Εκκλησία «οριζόντια», ως μία επιχείρηση ή δημόσια υπηρεσία, στην οποία κάποιος έναντι αμοιβής προσφέρει ένα έργο. Η εντολή και η προτροπή των αποστόλων για πνευματοφόρους πιστούς στην άσκηση των διακονημάτων φανερώνει ότι τα διακονήματα κατανοούνται ως μέσα δοξολογίας τελικώς του Θεού, λειτουργούν δηλαδή ως προσευχή, κατά το «είτε πίνετε είτε εσθίετε είτε τι άλλο ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε» του αποστόλου. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι πιστοί, ως προς τα διακονήματα, για να δημιουργούνται εντάσεις και ανταγωνισμοί, αλλ’ «έκαστος εφ’ ω ετάχθη, εκεί μενέτω». Και το ελαχιστότερο διακόνημα, τελούμενο με φόβο Θεού, γίνεται εξαιρετικό μέσο αγιασμού των ανθρώπων.

Μία τρίτη παρατήρηση είναι ότι την εκλογή των διακόνων την έκαναν οι πιστοί, κατά προτροπή των αποστόλων. Εκείνοι είπαν ο λαός να εκλέξει επτά άνδρες για την κάλυψη της ανάγκης του μοιράσματος του φαγητού. Και πάνω σ’ αυτό το σημείο έκτοτε, ιδιαιτέρως τα νεώτερα χρόνια, ακούγονται φωνές, οι οποίες επισημαίνουν ότι το πρωτοχριστιανικό κριτήριο της εκλογής των διακόνων από τον λαό, πρέπει να επανέλθει. Αναγνωρίζουμε το δίκιο αυτών που το υποστηρίζουν, όπως εξίσου κατανοούμε και εκείνους, οι οποίοι αντιπαραβάλλουν τη διαφορετική παράδοση που διαμορφώθηκε στο θέμα της εκλογής στο πέρασμα των αιώνων, σύμφωνα με την οποία όχι άμεσα ο λαός, αλλ’ ο επίσκοπος, με την έγκριση του λαού, είναι ο εκλέκτωρ. Δεν θα μπούμε στη διαδικασία συμφωνίας με τη μία ή την άλλη παράδοση, αφού η καθεμία έχει τα δικά της ισχυρά επιχειρήματα κι είναι θέμα που όταν τεθεί ως πραγματικό πρόβλημα στην Εκκλησία, οπωσδήποτε θα επιλυθεί. Εκείνο που ακροθιγώς θα πούμε είναι ότι αφενός το θέμα δεν είναι, πιστεύουμε, πρωτεύον – δεν εξαρτάται από αυτό η καλή ή όχι πορεία της Εκκλησίας – και αφετέρου δεν ξέρουμε αν τα πνευματικά κριτήρια του λαού θα λειτουργήσουν καλύτερα από τα πνευματικά κριτήρια ενός επισκόπου, όσον αφορά τη χειροτονία ενός κληρικού, όταν μάλιστα την ευθύνη της χειροτονίας έχει κατά κύριο λόγο ο χειροτονών επίσκοπος. Άλλωστε η διακονία ενός κληρικού – κι εδώ ίσως πρέπει να ρίχνουμε περισσότερο το βάρος μας – δεν είναι θέμα τόσο του πρώτου καιρού, όσο της μετέπειτα καθημερινότητάς του, ως αδιάκοπης επιβεβαίωσης του χαρίσματος που έλαβε.

Ακολουθείν 

Ο Άγιος Χριστόδουλος ο εκ Kασσάνδρας που μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη


 

Ο νεομάρτυρας Χριστόδουλος γεννήθηκε σ' ένα χωριό της Κασσάνδρας, που ονομαζόταν τότε Βάλτα.

 Σε νεαρή ηλικία ήλθε στη Θεσσαλονίκη, όπου έκανε το επάγγελμα του ράφτη.

Όταν πληροφορήθηκε ότι κάποιος χριστιανός Βούλγαρος, ετοιμαζόταν ν' αρνηθεί τον Χριστό προμηθεύτηκε έναν μικρό σταυρό και πήγε στο καφενείο, όπου θα γινόταν η περιτομή του αρνησίχριστου. Διέσχισε το πλήθος των γενιτσάρων, και ενώ χτυπούσαν τα τύμπανα, πλησίασε τον αρνησίχριστο, παρουσίασε τον σταυρό και του είπε: «Αδελφέ τι έπαθες, να η πίστη μας, να ο Χριστός, που σταυρώθηκε για την αγάπη μας, συ γιατί αφήνεις τον Χριστό τον σωτήρα σου και γίνεσαι Τούρκος;». Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι, όρμησαν και συνέλαβαν τον Χριστόδουλο και με χτυπήματα τον οδήγησαν στον κριτή, όπου απαίτησαν τον θάνατο του. Στην προτροπή του κριτή ν' αρνηθεί τον Χριστό, ο Μάρτυρας με θάρρος απάντησε: «... και συ άφησε τον μωαμεθανισμό και γίνε Χριστιανός». Αποδεικνύοντας έτσι την ακλόνητη πίστη του, παραδόθηκε στους δήμιους, οι οποίοι τον κρέμασαν κοντά στον ναό του Αγίου Μηνά στη Θεσσαλονίκη. Το λείψανο του αγίου με καρφωμένο τον σταυρό στην πλάτη του, παρέμεινε γυμνό κρεμασμένο για δύο μέρες. Κατόπιν οι Χριστιανοί, αγόρασαν το λείψανο του αντί 600 γροσιών και το έθαψαν με τιμές.

Ήταν 27 Ιουλίου , αλλά στην ιδιαιτέρα του πατρίδα , την Κασσάνδρεια Χαλκιδικής , τιμάται την επαύριον 28 Ιουλίου

27 Ιουλίου , Κυριακή Ζ' Ματθαίου και μνήμη του Αγίου μεγαλομάρτυρος και Ιαματικού Παντελεήμονος

0 σχόλια


Κυριακή Ζ' Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. 9, 27 – 35 (27-7-2014)


Τρύφωνα Παπαγιάννη, Θεολόγου - Εκπαιδευτικού

Κείμενο

Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ.  Eλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· Ναί, Κύριε.  Τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω.  Οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ.  Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός. καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες, Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ.  Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.  Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Μετάφραση

Και ενώ προχωρούσε ο Ιησούς από εκεί (Ιάειρος) τον ακολούθησαν δυο τυφλοί, πού φώναζαν δυνατά κι έλεγαν: «ελέησε μας, υιέ Δαβίδ». Και όταν πήγε στο σπίτι (Ματθαίου) ήλθαν από κοντά οι τυφλοί και τότε τους είπε ο Ιησούς: «Πιστεύετε πώς μπορώ να κάνω αυτό πού ζητάτε»; Του λέγουν οι τυφλοί. «Ναι, Κύριε». Τότε ακούμπησε τα χέρια Του στα μάτια τους και τους λέγει: «Ας γίνει σύμφωνα με την πίστη σας». Και αμέσως ανοίχθησαν τα μάτια τους. Και τους φοβέρισε ο Ιησούς και τους είπε: «Προσέχετε να μη το μάθει κανείς». Όμως εκείνοι μόλις βγήκαν το διαλάλησαν σ' όλη εκείνη τη χώρα. Όταν έβγαιναν οι τυφλοί από το σπίτι, να και του πήγαν έναν άνθρωπο, πού ήταν άλαλος από δαιμονική αιτία. Και αφού εκδιώχθηκε το δαιμόνιο, μίλησε ο άλαλος και θαύμασε το πλήθος του λάου και έλεγαν, πώς ποτέ δεν φάνηκαν τέτοια πράγματα στον Ισραήλ. Οι Φαρισαίοι όμως έλεγαν «πώς με τη δύναμη του άρχοντα των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια». Ό Ιησούς όμως περιώδευε όλες τις πόλεις και τα χωριά διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύσσοντας το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού και θεραπεύοντας κάθε αρρώστια και αδυναμία του λαού .

Ερμηνεία

Την πολύ μεγάλη σημασία της πίστης στη ζωή μας έρχεται να μας τονίσει ακόμα μια φορά η Εκκλησία, μέσα από αυτή την περικοπή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Ακολούθησαν τον Ιησού στο δρόμο δυο τυφλοί, μας διηγείται ο ευαγγελιστής, φωνάζοντας «ελέησέ μας, υιέ του Δαβίδ». Και μόλις έφτασαν στο σπίτι, τους ρωτά: «Πιστεύετε ότι έχω τη δύναμη να κάνω αυτό που ζητάτε;» -«Ναί, Κύριε», του απαντούν, κι Εκείνος άγγιξε τα μάτια τους λέγοντας «ας γίνει σύμφωνα με την πίστη σας». Αμέσως οι τυφλοί θεραπεύτηκαν, και παρ’ ότι ο Κύριος τους συνέστησε με αυστηρό τόνο κανείς να μη μάθει για το θαύμα αυτό, εκείνοι τον εξυμνούσαν σ’ όλη την περιοχή. Στη συνέχεια, έφεραν στον Ιησού έναν άνθρωπο κωφό και δαιμονισμένο. Και μόλις ο Κύριος έδιωξε το δαιμόνιο, αμέσως μίλησε ο άνθρωπος εκείνος, ενώ ο κόσμος θαύμαζε και έλεγε: «τέτοια θαύματα ουδέποτε έγιναν στο Ισραήλ». Οι Φαρισαίοι πάλι έλεγαν ότι βγάζει τα δαιμόνια στο όνομα του άρχοντα των δαιμονίων. Ωστόσο ο Χριστός, συνέχισε να περιοδεύει στις πόλεις και τα χωριά, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, και θεραπεύοντας  κάθε ασθένεια του λαού.
Βλέπουμε δυο θαύματα που έκανε ο Χριστός. Το ένα είναι ότι θεράπευσε δυο τυφλούς, που απέκτησαν αμέσως το φως τους και είδαν τα δημιουργήματα του Θεού. Το άλλο είναι ότι θεράπευσε έναν κωφό, του οποίου η κώφωση ήταν συνέπεια δαιμονικής κατάστασης και δεν ήταν απλώς μια σωματική ασθένεια. Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο δημιούργημα του Θεού. Το σώμα του έχει διάφορες αισθήσεις μεταξύ των οποίων είναι η όραση και η ακοή. Με την όραση βλέπουμε την δημιουργία του Θεού και κινούμαστε με ευχέρεια. Με την ακοή μπορούμε να ακούμε και να συνεννοούμαστε με τους ανθρώπους. Τι θα ήμασταν χωρίς αυτές τις σημαντικές αισθήσεις! Οι άνθρωποι που τις στερούνται καταλαβαίνουν την αξία τους, αν και ο Θεός τους δίνει δύναμη για να ξεπερνούν το πρόβλημά τους. Ο Χριστός έκανε πολλά θαύματα αποδεικνύοντας στους ανθρώπους ότι αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας και ότι αυτά που έκανε είναι προμηνύματα της νέας ζωής που εγκαινίασε. Τα θαύματα ήταν απόδειξη της Μεσσιανικής Του ιδιότητας, πέρα από την αγάπη που έδειχνε στους ανθρώπους που υπέφεραν από διάφορες ασθένειες σωματικές και ψυχικές.
Τη σημασία της πίστης για την πνευματική μας ζωή αλλά και για την πραγματοποίηση κάθε θαύματος και κάθε αιτήματός μας προς τον Θεό, τονίζεται επίσης. «Σύμφωνα με την πίστη σας ας γίνει», λέει ο Χριστός, θέλοντας να δείξει σε όλους ότι για να πραγματοποιηθεί το θαύμα, είναι απαραίτητο να γίνει το προσωπικό μας θαύμα μέσα στην καρδιά μας, η απόκτηση δηλαδή της πίστης, που δεν είναι άλλο από την υπέρβαση του ορθολογισμού και του υλικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. Ακόμη, μέσα από τα δύο θαύματα, υπογραμμίζεται για άλλη μια φορά το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας, ότι ο Θεός βλέπει τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα και επιτελεί το θαύμα με γνώμονα την σωτηρία του ανθρώπου. 
Εκείνο ωστόσο που ξεχωρίζει στην περικοπή αυτή, είναι ότι ο Χριστός, με αυστηρό τόνο, λέει στους θεραπευμένους τυφλούς να μη πουν σε κανένα για το θαύμα που τους έκανε. Άσχετα από την παρακοή που οι ίδιοι επέδειξαν, η σημασία της επισήμανσης αυτής από τον ευαγγελιστή Ματθαίο είναι πολύ σημαντική για την πνευματική μας ζωή. Ο Χριστός, τελεί το θαύμα με κύριο γνώμονα την ψυχική και την πνευματική μας υγεία. Το θαύμα δηλαδή αποτελεί υπόθεση σωτηριολογική, που αφορά τον Θεό, που το επιτελεί, και τον άνθρωπο που δέχεται τη συγκεκριμένη ευεργεσία. Εκείνο που οφείλει σε κάθε περίπτωση ο πιστός, ειδικά στην περίπτωση του θαύματος, είναι να δοξολογήσει τον Θεό, να Τον ευχαριστήσει μέσα από όλη την καρδιά του, να συναισθανθεί το μεγαλείο του Θεού και να οδηγηθεί σε μεγαλύτερη μετάνοια, προσευχή και κοινωνία με τον Θεό. Ο Θεός δεν επιτελεί το θαύμα για να διαφημίσει την θεότητά Του, δεν έχει ανάγκη διαφήμισης. Άλλωστε, οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη δύναμη του Θεού, όσα θαύματα και αν γίνουν μπροστά στα μάτια τους, θα συνεχίσουν να είναι άπιστοι και να αμφισβητούν τα πάντα, όπως οι Φαρισαίοι της περικοπής.
Εφόσον δεν ήταν δυνατό ν’ αμφισβητήσουν το αυταπόδεικτο θαύμα, μάρτυρας του οποίου είναι ο ίδιος ο λαός, συκοφαντούν τον Χριστό, διαστρέφουν την πραγματικότητα, ταυτίζοντας τον Χριστό με τον διάβολο. Αποσκοπούν στον κλονισμό της εμπιστοσύνης του λαού στο πρόσωπο του Ιησού. Η φαρισαϊκή στάση δεν είναι ανεξήγητη. Η δράση του Κυρίου, καθ’ όλη τη διάρκεια του επί γης βίου Του, φανερώνει την δαιμονικότητα του φαρισαϊσμού, που φορούσε, διαρκώς, τον μανδύα της θρησκευτικότητας, με σκοπό την διαιώνιση της πνευματικής εξουσίας επί του λαού, με τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτησης. Ο Χριστός έρχεται και αποκαλύπτει την φαρισαϊκή υποκρισία, γι΄ αυτό πρέπει, πάση θυσία, να σιωπήσει, αφού πρώτα συκοφαντηθεί. Η φαρισαϊκή αυτή στάση, επίσης, δεν αφορά μόνο εκείνη την εποχή. Δυστυχώς, είναι διαχρονική και επαναλαμβανόμενη. Όσο η Εκκλησία δρα και ενεργεί θεραπευτικά στον κόσμο και διακονεί το θέλημα του Θεού, τόσο αναφύονται μέσα στην κοινωνία φαρισαϊκές δυνάμεις - ενίοτε και μέσα στους θρησκευτικούς κύκλους - οι οποίες προσπαθούν να καταστρέψουν το έργο Της, κυρίως όταν αντιλαμβάνονται ότι το έργο αυτό αναπαύει τους ανθρώπους και θερμαίνει την πνευματική τους ζωή μέσα στην Εκκλησία.


Βίος Αγίου μεγαλομάρτυρος και Ιαματικού Παντελεήμονος 



Γέννηση και παιδική ηλικία

Γονείς του ήταν ο Ευστόργιος και η Ευβούλη, ένα από τα πλούσια αντρόγυνα της Νικομήδειας, καθόσον ο άντρας ήταν μέλος της Συγκλήτου. Ήταν όμως ο Ευστόργιος
ειδωλολάτρης. Αντίθετα η γυναίκα του Ευβούλη άνηκε στη χριστιανική κοινότητα της Νικομήδειας. Από αυτό λοιπόν το αντρόγυνο του ειδωλολάτρη Ευστόργιου και της πιστής
χριστιανής Ευβούλης γεννήθηκε ο Παντολέων. Όπως ήταν φυσικό, η μεν μητέρα του από πολύ ενωρίς έσπειρε στην εύπλαστη ψυχή και στο νου του παιδιού της τα σπέρματα
της χριστιανικής πίστης και ζωής, ο δε πατέρας προσπάθησε να του εμφυσήσει τη λατρεία των ειδώλων. Η μητέρα του τον άφησε ορφανό, αφού έφυγε ενωρίς από την παρούσα
ζωή.


 

Εγκύκλια και ιατρικά μόρφωση
Ο Παντολέων μαθήτευσε κοντά στον Ευφρόσυνο, πού ήταν ο πιο διακεκριμένος γιατρός της Νικομήδειας και προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας βλέποντας
τα σπάνια προσόντα του νεαρού Παντολέοντα, υπέδειξε στον Ευφρόσυνο να του διδάξει την ιατρικήν πάσαν, προκειμένου αργότερα να τον προσλάβει ως γιατρό εις τα βασίλεια.



 
Οι διωγμοί - Η γνωριμία με τον Ερμόλαο
Στην αυγή του 4ου αιώνα ο Διοκλητιανός εξαπέλυσε τον σφοδρότερο ίσως διωγμό εναντίον του Χριστιανισμού. Μέσα σ’ αυτό το φοβερό από κάθε άποψη κλίμα άσκησε την ιατρική
του τέχνη ο νεαρός ακόμα ιατρός Παντολέων. Θλιβόταν πραγματικά η ψυχή του καθώς έβλεπε να διώκονται τόσο ανελέητα οι χριστιανοί. Και η χάρη του Θεού οδήγησε τα βήματά
του στη γνωριμία με τρία πρόσωπα, πού επρόκειτο να ασκήσουν σημαντική επίδραση επάνω του.
Παρόλον ότι ο Παντολέων δεν εγνώριζε την ύπαρξη του Ερμόλαου, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τον ιερέα του Υψίστου. Διότι ο ιερέας είχε υπόψη του τα σχετικά με τον ταλαντούχο
νέο γιατρό, πού προοριζόταν και για γιατρός των ανακτόρων. Του είχε κάνει εντύπωση η σεμνότητα του και η αγάπη προς τους έχοντες ανάγκη συνανθρώπους του. Έτσι, όταν μία
μέρα έτυχε εκείνον να περνάει έξω από το σπίτι στο οποίο κρυβόταν, χωρίς να διστάσει, κινούμενος από θεία έμπνευση, έστειλε και προσκάλεσε τον Παντολέοντα να επισκεφθεί
όσους κρύβονταν μαζί με τον ίδιο στην οικία εκείνη.
Τα γεμάτα αγάπη και χριστιανική σοφία λόγια του Ερμόλαου δεν άργησαν να ηχήσουν λυτρωτικά στην καρδιά του Παντολέοντα. Τόσο την πρώτη αυτή φορά όσο και κατά τις
επισκέψεις πού ακολούθησαν, ο Ερμόλαος κατήχησε τον Παντολέοντα στη χριστιανική πίστη. 



Βαπτίζεται χριστιανός. Αργότερα και ο πατέρας του
Ο Παντολέων ζήτησε το θειο Βάπτισμα και ο Ερμόλαος αφού άκουσε από το στόμα του την ομολογία πίστεως, προχώρησε στη βάπτισή του. Μη θέλοντας μάλιστα να τον συνδέει
τίποτα με τα παλαιά, άλλαξε και το όνομά του και αντί Παντολέων ονομάστηκε έκτοτε Παντελεήμων. Κοντά στους τρεις ιερείς, πού παρέμεναν κρυμμένοι, έμεινε μετά τη βάπτισή του
ο Παντελεήμων για επτά ημέρες. Την όγδοη επέστρεψε στο πατρικό σπίτι, νέος πλέον άνθρωπος κατά την ψυχή.
Και ενώ η βάπτιση του κρατήθηκε για ένα διάστημα μυστική από τους εθνικούς, ακόμα και από τον ίδιο τον πατέρα του, ο Παντελεήμων φλεγόταν από τον ιερό πόθο να γίνει και
τοις άλλοις του μυστηρίου διδάσκαλος. Φυσικά, πρώτιστα ενδιαφέρθηκε για τον πατέρα του Ευστόργιο. Ο Παντελεήμων προσευχόταν και δόξαζε τον Θεό, καθώς διαπίστωνε ότι
διορθωνόταν σταδιακά «η πατρική πλάνη», ψυχραινόταν η πίστη του Ευστόργιου προς τα είδωλα, αραίωναν οι θυσίες στους ψεύτικους θεούς. Ο πατέρας του Παντελεήμονα
δέχεται το χριστιανικό βάπτισμα, χάρη στην προσπάθεια του γιου του. Και πολύ σύντομα κλήθηκε να συναντήσει τη γυναίκα του στον ουρανό.



Παντελεήμων, ο ανάργυρος ιατρός
Μετά το θάνατο του πατέρα του ο Παντελεήμων έμεινε κληρονόμος μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας. Απελευθέρωσε τους δούλους πού είχε ο πατέρας του, αφού τους
χάρισε ένα μέρος της περιουσίας του η οποία είχε αποκτηθεί χάρη και στη δική τους εργασία, προκειμένου να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Τα δε υπόλοιπα «χείρες είχον πενήτων», τα
μοίρασε στα χέρια των φτωχών της Νικομήδειας, δηλαδή σε γέροντες, χήρες, ορφανά, αρρώστους, εγκαταλειμμένους.
Ο Παντελεήμων πρόσφερε τις ιατρικές του γνώσεις και υπηρεσίες κυρίως στους φτωχούς και τους ανήμπορους, χωρίς καμία αμοιβή. Το μόνο πού ζητούσε από τους
θεραπευόμενους ήταν να πιστέψουν στον Ιησού Χριστό για να σωθούν αιώνια. Όταν μάλιστα συνέβαινε να κάνει καλά και κάποιους πλουσίους κι εκείνοι του πρόσφεραν μεγάλες
αμοιβές, τους έλεγε· «αυτά πού υποσχεθήκατε να δώσετε σ’ εμένα, πηγαίνετε να τα δώσετε στους φτωχούς».
Επιβραβεύοντας ο Θεός την όλη βιοτή, τη φιλάνθρωπη και ανάργυρη δράση του Παντελεήμονα, τον προίκισε με τη χάρη να ενεργεί διάφορα θαύματα, πού έγιναν σταδιακά γνωστά
στη Νικομήδεια, προκαλώντας το θαυμασμό των απλών ανθρώπων και την οργή των ειδωλολατρών. Ανάμεσα στα θαύματα περιλαμβάνονται η ανάσταση ενός παιδιού πού είχε
πεθάνει μετά από τσίμπημα έχιδνας, η θεραπεία ενός τυφλού και ενός άλλου πού ήταν παράλυτος.

 
Αρχίζουν οι συκοφαντίες και οι δοκιμασίες του
Η χωρίς αμοιβή άσκηση της ιατρικής εκ μέρους του Αναργύρου Παντελεήμονος κίνησε το φθόνο των άλλων γιατρών της Νικομήδειας. Ιδιαίτερα τους ενοχλούσε το γεγονός ότι
εκείνος με τη χάρη του «ιατρού των ψυχών και των σωμάτων» Χριστού θαυματουργούσε σε δύσκολες περιπτώσεις, ενώ οι ίδιοι παρά την επίκληση των θεών τους τίποτα δεν
κατάφερναν. Ο φθόνος τους λοιπόν τους ώθησε στο να καταγγείλουν στον αυτοκράτορα ότι ο ευνοούμενος του και μελλοντικός μετά τον Ευφρόσυνο γιατρός των ανακτόρων,
είναι χριστιανός.
Έτσι έδωσε διαταγή ο Διοκλητιανός να συλλάβουν τον Παντελεήμονα. Με υποσχέσεις και καλοπιάσματα θέλησε να δελεάσει τον Παντελεήμονα, ώστε να απαρνηθεί τη χριστιανική
του πίστη και να θυσιάσει στα είδωλα. Φυσικά τον ρώτησε για να μάθει από ποιόν κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη. Ο Παντελεήμων, «μη ειδώς ψεύσασθαι» απάντησε λέγοντας
«από τον Ερμόλαο». Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα έλαβαν επείγουσα εντολή, συνέλαβαν τον Ερμόλαο μαζί με τους Έρμιππο και Ερμοκράτη, και όταν και οι τρεις «παρρησία τον
Χριστόν εκήρυξαν», δέχτηκαν τον διά του ξίφους θάνατο. (Η μνήμη τους στις 26 Ιουλίου).
Η γεμάτη παρρησία απάντηση του γενναίου ομολογητή του Χριστού στις υποσχέσεις είχε ως περιεχόμενο και στόχο να πείσει τον αυτοκράτορα ότι ενώ οι δικοί του θεοί ως ψεύτικοι
είναι εντελώς αδύνατοι, ο δικός του Θεός είναι παντοδύναμος. Αν μάλιστα ήθελε να το διαπιστώσει και στην πράξη θα μπορούσε κάνει μία δοκιμή, πρόκληση την οποία ο
αυτοκράτορας αποδέχτηκε.


 
Η θεραπεία του παραλυτικοί και η καταδίκη σε θάνατο
Ο αυτοκράτορας διέταξε να φέρουν ενώπιον του έναν παράλυτο άνθρωπο και Πρόσταξε στους ιερείς των ειδώλων να τον θεραπεύσουν, επικαλούμενοι τους θεούς τους. Εκείνοι
προσπάθησαν, ικέτευσαν, επικαλέστηκαν. Πλην ματαίως, αφού τα είδωλα των εθνικών ήταν άφωνα και κουφά! Στη συνέχεια ο Διοκλητιανός ζήτησε από τον Παντελεήμονα να
επικαλεστεί το Θεό στον οποίο πίστευε και να θεραπεύσει τον παραλυτικό. Ο Ιησούς Χριστός, διά των πρεσβειών του Παντελεήμονα, θεράπευσε τον παράλυτο, προς μεγάλη
ικανοποίηση και θαυμασμό πολλών παρισταμένων, φθόνο των άλλων ειδωλολατρών γιατρών και προβληματισμό του αυτοκράτορα. Όμως ο αυτοκράτορας με κολακείες και
καλοπιάσματα προσπάθησε να μεταπείσει τον Παντελεήμονα, αλλά όταν είδε πως ομολογεί την χριστιανική του πίστη έδωσε εντολή για τα μαρτύρια του.



Αφόρητα μαρτύρια αλλά και θεία προστασία

Κατά πρώτον τον κρέμασαν σ’ ένα ξύλο και ενώ με σιδερένια νύχια καταξέσχισαν το σώμα του, με αναμμένες λαμπάδες του έκαιγαν τα πλευρά, προκαλώντας αβάσταχτους πόνους.
Όμως εκείνος υπέμενε με καρτερία διότι προσευχόταν με υψωμένα τα μάτια του στον ουρανό, απ’ όπου αντλούσε τη δύναμη για να βαστάσει με θάρρος το μαρτύριο.
Στη συνέχεια ο Διοκλητιανός διέταξε να λειώσουν σ’ ένα μεγάλο καζάνι μόλυβδο κι ενώ οι δήμιοι θα τροφοδοτούσαν αδιάκοπα με ξύλα τη φωτιά, να ρίξουν μέσα στο λειωμένο
μέταλλο τον Παντελεήμονα. Καθώς οδηγούσαν το μεγαλομάρτυρα στη νέα αυτή δοκιμασία, εκείνος εύρισκε καταφυγή στην προσευχή, πού ήταν ικανή «να σβήσει το καζάνι και
να προκαλέσει θαυμαστή αναψυχή».
Ο μεγαλομάρτυς Παντελεήμων είχε ολοφάνερη σε όλους τη θεία προστασία, αλλά και ο αδίστακτος τύραννος διέθετε τόση μανία και μίσος κατά του γενναίου αθλητή, πού έδωσε
αμέσως εντολή να ριχτεί στη θάλασσα. Οι δήμιοι κρέμασαν από τον τράχηλο του μεγαλομάρτυρα μια βαριά πέτρα και τον πέταξαν στη θάλασσα της Νικομήδειας. Ο Θεός με
θαυμαστό τρόπο τον ελευθέρωσε από τη βαριά πέτρα, προς έκπληξη δε και θαυμασμό των παρισταμένων τον είδαν να βγαίνει στην επιφάνεια και σε λίγο να περπατάει στην
παραλία! Πολλοί βλέπουντας αυτό πίστεψαν στον Χριστό.
Έτσι λοιπόν έδωσε νέα εντολή: Να ριχτεί ο άκαμπτος χριστιανός στα άγρια θηρία. Τα πεινασμένα ζώα αντί να ορμήσουν και να τον κατασπαράξουν, στάθηκαν σε μικρή απόσταση
απ’ αυτόν και τον κοίταξαν ήρεμα.
Ο Διοκλητιανός δίνει εντολή να οδηγηθεί ο μεγαλομάρτυς στη φυλακή, όπου οι δήμιοι τον υπέβαλαν στο μαρτύριο του τροχού, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού αυτός αποδεικνυόταν
«και πάσης πέτρας στερρότερος». Τέλος ο αυτοκράτορας έδωσε την τελική απόφαση: Να αποκεφαλίσουν τον Παντελεήμονα με ξίφος.



 
Το μακάριο τέλος
Έτσι οι δήμιοι οδήγησαν το γενναίο ομολογητή και μάρτυρα του Χριστού έξω από την πόλη της Νικομήδειας. Στη διαδρομή αυτή εκείνος δεν έπαψε να προσεύχεται, ν’ απαγγέλει
στίχους ψαλμικούς. Όταν έφτασαν στο σημείο του μαρτυρίου, ο Παντελεήμων έσκυψε τον αυχένα για να δεχθεί τον διά ξίφους θάνατο.
«Του έκοψαν το ιερό κεφάλι, λένε όμως ότι έτρεξε γάλα αντί για αίμα. Νομίζω δε πώς αυτό είναι απόδειξη της καθαρότητας και της φωτεινότητας της ψυχής του» (Νικήτας ο
Παφλαγών).
Οι διωκόμενοι χριστιανοί της Νικομήδειας παρέλαβαν τη σορό του μεγαλομάρτυρα και την ενταφίασαν με κάθε τιμή στο σημείο εκείνο, όπου αργότερα ιδρύθηκε επ’ ονόματι του
μοναστήρι.




Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄.

Ἀθλοφόρε ἅγιε καί ἰαματικέ Παντελεῆμον, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῶ, ἴνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχη ταῖς ψυχαῖς ἠμῶν.

Μεγαλυνάριον
Τόν μεγαλομάρτυρα ἀδελφοί, ἰαματικόν τέ, ἁπασῶν τῶν ἀσθενειῶν, φύλακα ἠμῶν τέ, καί πάντων τῶν αἰτούντων, θερμῶς Παντελεήμονα μεγαλύνομεν.


 

26 Ιουλίου μνήμη της Αγίας ενδόξου Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής και του Αγίου Ιερομάρτυρος Ερμολάου

0 σχόλια









Βίος της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος
              Παρασκευής



Καταγωγή, γέννηση και ανατροφή
 
Κατά το α΄ μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα στην αρχαία κοσμοκράτειρα Ρώμη, ζούσε και το γεμάτο χριστιανική ευσέβεια ζεύγος του Αγάθωνα και της Πολιτείας. Αν και πλούσιοι δεν ζούσαν
όπως οι σύγχρονοι τους, με διασκεδάσεις και σπατάλες. Μέριμνα τους καθημερινή ήταν η ελεημοσύνη των φτωχών, η ανακούφιση των ασθενών, η υποστήριξη χηρών και ορφανών.
Ένιωθαν όμως και μια λύπη: Δεν είχαν αποκτήσει παιδιά! Γι’ αυτό και αδιάκοπα προσεύχονταν στον Κύριο να τους χαρίσει έστω και ένα παιδί. Και για να ενισχύσουν το αίτημα τους,
πολλαπλασίαζαν τις φιλανθρωπίες τους. Και, ώ του θαύματος η αρμονική και ευσεβής συζυγία τους, με τη χάρη του Θεού που εισακούει τις προσευχές των πιστών, απέκτησε τον
καρπό της. Η Πολιτεία έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι. το όποιο, επειδή γεννήθηκε την έκτη ημέρα της εβδομάδας, ονόμασαν Παρασκευή.
Η μητέρα της Πολιτεία την κατηύθυνε σε έργα θεάρεστα, την ανέτρεφε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», της μάθαινε τα ιερά γράμματα, την οδηγούσε στην εκκλησία. Όταν δε
έφθασε στην εφηβική και την πρώτη νεανική ηλικία, παρά τη σωματική ωραιότητα της, ελκύσθηκε η ψυχή της από τον παρθενικό βίο και, καθώς αναφέρουν οι βιογράφοι της
«όχι μόνον τους οφθαλμούς, οι όποιοι είναι οδός τον έρωτος, εφύλαττεν από θεωρίαν ανδρών», αλλά και καθετί που θα στεκόταν εμπόδιο στην κατά Χριστόν ζωή.


 
Θάνατος των γονέων, διανομή της περιουσίας
 
Όταν η Παρασκευή έφθασε στην ηλικία των 20 χρόνων, ο Κύριος της ζωής και του θανάτου κάλεσε κοντά του τους γονείς της. Εκείνη έμεινε μόνη και κάτοχος της μεγάλης πατρικής
περιουσίας. Όπως και πριν, πολλαπλασιάστηκαν οι προτάσεις γάμου εκ μέρους πολλών νέων αντρών. Η Παρασκευή όμως δεν συγκινήθηκε απ’ αυτές. Πούλησε όλη την περιουσία
της και μοίρασε το αντίτιμο της στους φτωχούς, τους εμπερίστατους, τις χήρες και τα ορφανά, ένα δε μέρος το πρόσφερε «εἰς κοινόν ταμεῖον παρθένων, αἵ ὁποῖαι ἔζων ὁμού,
ἀφιερωμέναι εἰς τά ἔργα τοῦ ἐλέους καί εἰς τήν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου».
Η ίδια αφιέρωσε ολοκληρωτικά τον εαυτό της στην προσευχή, την ελεημοσύνη, τη διάδοση των αληθειών της χριστιανικής πίστης. Πολλοί από τους ειδωλολάτρες που την άκουγαν
προσελκύονταν στην χριστιανική πίστη, απαρνούμενοι τα είδωλα.
Αυτό όμως, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την οργή και το φθόνο των φανατικών εθνικών και των Ιουδαίων. Οι οποίοι έσπευσαν να καταγγείλουν το γεγονός στον αυτοκράτορα
Αντωνίνο, λέγοντας του ότι «κάποια γυναίκα, που λέγεται Παρασκευή, κηρύττει τον Ιησού, τον Υιό της Μαρίας» και υποστηρίζει πως «αυτός είναι μόνος Θεός αληθινός.


 

Ενώπιον του αυτοκράτορα

 
Ακούγοντας την καταγγελία αυτή ο Αντωνίνος θύμωσε πολύ να συλλάβουν την Παρασκευή. Ο Αντωνίνος προσπάθησε με κολακείες και υποσχέσεις να την πείσει ν’ αρνηθεί τη
χριστιανική πίστη και να προσέλθει στην εθνική θρησκεία της πολυθείας. Βρέθηκε όμως μπροστά σε μια ψυχή με ανδρείο φρόνημα και ακλόνητη πίστη στο Χριστό. Έβλεπε ότι δεν
επηρεάζεται από τα λόγια του. Αλλά στα κολακευτικά του λόγια απάντησε η Παρασκευή: «Μη νομίσεις, βασιλιά, ότι με τις κολακείες αυτές ή με παρόμοιους φοβερισμούς θα αρνηθώ
τον γλυκύτατο μου Ιησού Χριστό, διότι δεν υπάρχει κανένας βασανισμός, ούτε τιμωρία, ούτε παιδεμός, που να με χωρίσει από την αγάπη του».


 

Τα πρώτα μαρτύρια της Αγίας

 
Ακούγοντας αυτά ο αυτοκράτορας διέταξε τον βασανισμό της. Πύρωσαν μέσα σε δυνατή φωτιά μια σιδερένια περικεφαλαία. Όταν αυτή κοκκίνισε την τοποθέτησαν στο κεφάλι της
αθλήτριας του Χριστού. Ο Κύριος όμως έκανε το θαύμα του και την προστάτεψε.
Τότε πολλοί ειδωλολάτρες που είδα το θαύμα αυτό πίστεψαν στο Χριστό και ομολόγησαν την αλλαγή τους αυτή μπροστά στο αυτοκράτορα. Ο οποίος και εξαιρετικά θυμωμένος
διέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Τη δε Παρασκευή να κλείσουν σε φυλακή.
Ο Συναξαριστής της αναφέρει ότι γύρω στα μεσάνυχτα εμφανίσθηκε μπροστά στην Αγία άγγελος Κυρίου. Κρατούσε στα χέρια του φωτεινό σταυρό, κάλαμο, σπόγγο και στεφάνι
και είπε προς αυτήν: «Χαῖρε, Παρασκευή, ἀθληφόρε τοῦ Κυρίου! Μή φοβᾶσαι τά βασανιστήρια τοῦ αὐτοκράτορα. Διότι ὁ Κύριος πού καταδέχθηκε νά σταυρωθεῖ γιά τή σωτηρία
τῶν ἀνθρώπων, θά εἶναι βοηθός καί θά σέ λυτρώσει ἀπό κάθε μελλοντική δοκιμασία σου». Αυτά της είπε ο άγγελος κι αφού την έλυσε από τα δεσμά πέταξε στους ουρανούς.
Η δε Παρασκευή, γεμάτη θάρρος και γαλήνη στην καρδιά της, συνέχισε να υμνεί και να δοξολογεί τον Κύριο και Θεό της.
Την επόμενη μέρα ο αυτοκράτορας δίνει εντολή να κρεμάσουν την Παρασκευή από τα μαλλιά της σ’ ένα όρθιο ξύλο και με λαμπάδες αναμμένες να καίνε τις μασχάλες και άλλα
μέλη του σώματος της. Όμως ο Ιησούς Χριστός τη διαφύλαξε σώα και αβλαβή. Εκείνη προσευχόταν, ενώ ελεεινολογούσε τους ψεύτικους θεούς των ειδωλολατρών.



Το θαύμα που την ανέδειξε προστάτιδα των ματιών

 
Βλέποντας αυτά διέταξε λοιπόν να βράσουν δυνατά σε ένα μεγάλο καζάνι λάδι και πίσσα και να ρίξουν μέσα την Παρασκευή. Και πάλι όμως η παντοδύναμη πρόνοια του Θεού την
λύτρωσε. Απορημένος ο αυτοκράτορας δεν πίστευε στα μάτια του. Πλησίασε λοιπόν στο καζάνι και απευθυνόμενος στην μάρτυρα του Χριστού της είπε: «Ράντισε με, με το λάδι
αυτό, για να διαπιστώσω αν πραγματικά είναι καυτό, όπως και η πίσσα. Γιατί νομίζω ότι βλέπω κάτι που μοιάζει με φαντασία, αφού δεν κατακαίεσαι».
Η αγία Παρασκευή συμμορφώθηκε. και με τη χούφτα της έριξε στο πρόσωπο του λάδι και πίσσα. Αμέσως ο βασιλιάς έχασε το φως των ματιών του. Πανικοβλημένος φώναξε
δυνατά: «Ἐλέησον μέ, δούλη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, καί δός μοί τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καί πιστεύσω εἰς τόν Θεόν, ὄν σύ κηρύττεις». Πράγματι, η αγία Παρασκευή προσευχήθηκε
στο Σωτήρα Χριστό. Ο Αντωνίνος πίστεψε, ξαναβρήκε το χαμένο φως και μαζί μ’ αυτόν αρκετοί αξιωματούχοι της Ρώμης προσχώρησαν στη χριστιανική πίστη, όπως αναφέρει η
Παράδοση. Έκτοτε η μεν αγία Παρασκευή θεωρείται από τους χριστιανούς ως προστάτιδα των ματιών και των τυφλών, ο δε αυτοκράτορας διέταξε να πάψουν οι διωγμοί κατά των
χριστιανών και άφησε ελεύθερη την αθλήτρια του Χριστού.

 

Διαδίδει τη χριστιανική πίστη σε άλλες περιοχές

 
Ύστερα από το γεγονός τούτο η φλογερή Ιεραπόστολος Παρασκευή επεξέτεινε τη δράση της σε άλλες περιοχές, πέρα της Ρώμης. Στο μεταξύ είχε πεθάνει ο Αντωνίνος και στο
θρόνο της κοσμοκράτειρας Ρώμης ανέβηκε ο Μάρκος Αυρήλιος (161-180 μ.Χ.). Νέοι διωγμοί ξέσπασαν κατά των χριστιανών. Έτσι, όταν η Αγία μας βρέθηκε σε κάποια πόλη,
στην οποία διοικητής ήταν ο Ασκληπιός, συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του για να δικαστεί, επειδή κήρυττε αντίθετη προς των ειδωλολατρών πίστη.


 

Απαλλάσσει μια πόλη από το φοβερό δράκοντα

 
Ο Ασκληπιός έδωσε εντολή να μεταφέρουν την ομολογήτρια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στο μεγάλο και φοβερό δράκοντα που έμενε έξω από την πόλη και ήταν ο φόβος
και ο τρόμος των κατοίκων. Σ’ αυτόν έριχναν για τροφή τους καταδίκους και τους χριστιανούς.
Όταν η Αγία πλησίασε στο σημείο που έμενε ο δράκοντας, εκείνος βρυχήθηκε άγρια και έβγαλε από τα ρουθούνια του καπνό και φλόγες από το στόμα του, σα να ήθελε να την
καταπιεί. Εκείνη όμως του είπε αυστηρά: «Θηρίο πονηρό, ήρθε η ώρα του αφανισμού σου, γιατί πολλούς μέχρι τώρα κατασπάραξες χωρίς λόγο». Και μόλις έκανε το σημείο του
σταυρού και φύσηξε προς τον δράκοντα, ώ του παραδόξου θαύματος! Ο τρομερός εκείνος δράκοντας σφύριξε δυνατά στριφογύρισε γύρω από τον εαυτό του και άνοιξε στα δύο!
Το μέγα τούτο θαύμα συγκλόνισε τον Ασκληπιό, τους άλλους αξιωματούχους και το πλήθος που παρακολουθούσε τα γενόμενα. Και συνετέλεσε στο να πιστέψουν στο Θεό της
Αγίας Παρασκευής και αργότερα να βαπτισθούν.


 

Νέα μαρτύρια με εντολή του Ταρασίου

 
Η Αγία συνέχισε το έργο της και έφθασε σε άλλη περιοχή, διοικητής της οποίας ήταν ο Ταράσιος. Χωρίς να χάνει χρόνο άρχισε να μιλάει για τον Ιησού Χριστό και να προσελκύει
κοντά του τους καλοπροαίρετους εθνικούς. Σύντομα το νέο έφτασε στ’ αυτιά και του Ταρασίου έδωσε εντολή να την συλλάβουν. Ο οποίος διέταξε να γεμίσουν ένα μεγάλο χάλκινο
δοχείο με λάδι, πίσσα, και μόλυβδο. Να βάλουν από κάτω δυνατή φωτιά και όταν αρχίσει να κοχλάζει το μίγμα, να ρίξουν μέσα την αγία Παρασκευή. Πράγμα που έγινε αμέσως.
Αλλά ο Θεός έκανε και πάλι θαύμα μέγα, έστειλε τον άγγελο του και τη μεν φλόγα έσβησε τελείως, τα δε κοχλάζοντα τρία στοιχεία του μίγματος τα έκανε πιο κρύα από το νερό.
Κι ενώ αρκετοί από τους παρόντες ομολογούσαν πίστη στο Θεό της Αγίας, ο σκληρόκαρδος Ταράσιος έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να συνεχίσουν με το βασανιστήριο
του τανύσματος. Την κάρφωσαν στο δάπεδο με τεντωμένα τα τέσσερα άκρα της και τοποθέτησαν επάνω στο στήθος της βαριά πλάκα!
Κι ενώ η οσιοπαρθενομάρτυς υπέμεινε και προσευχόταν, «φαίνεται προς αυτήν ο Χριστός», καθώς αναφέρει ο Συναξαριστής, δορυφορούμενος από πλήθος αγγέλων και
αρχαγγέλων και της είπε: «Χαῖρε, Παρασκευή, καλιπάρθενε. Μή δειλιάσεις στά βασανιστήρια, γιατί ἡ χάρη μου θά εἶναι μαζί σου, γιά νά σέ σώζει ἀπό κάθε πειρασμό. Δεῖξε
λίγη ὑπομονή ἀκόμη καί θά ἔρθεις στήν αἰώνια βασιλεία, κοντά μου». Και λέγοντας αυτά, θεράπευσε τις πληγές της και την απελευθέρωσε από τα δεσμά της.
Το επόμενο πρωί οδήγησαν και πάλι την Αγία ενώπιον του Ταρασίου. Έκπληκτος εκείνος, όταν την αντίκρυσε υγιή, απέδωσε την επούλωση των πληγών της στους θεούς των
Ρωμαίων και την κάλεσε να προσέλθει στο ναό τους, να τους προσκυνήσει και να λάβει μεγάλες δωρεές από τον ίδιο. Η Παρασκευή του απάντησε: «Δεν μου έδωσαν την υγεία οι
θεοί σου, οι ψεύτικοι και ανύπαρκτοι, αλλά ο Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός, στον όποιο πιστεύω και αυτόν λατρεύω». Έπειτα δέχθηκε να μεταβούν μαζί στο ναό των ειδώλων.
Τους ακολούθησαν πολλοί αξιωματούχοι και πλήθος εθνικών, νομίζοντας ότι η Παρασκευή θα πρόσφερε θυμίαμα στα είδωλα. Όμως διαψεύσθηκαν!




Πέφτουν και συντρίβονται τα είδωλα

Μόλις μπήκαν στο ναό η Αγία απευθυνόμενη προς το είδωλο του Απόλλωνα, έκανε το σημείο του σταυρού. Το δαιμόνιο που βρισκόταν μέσα στο άγαλμα, φώναξε δυνατά:
«Δεν είμαι εγώ θεός, ούτε και κανένας άλλος από μας. Μόνος αληθινός Θεός είναι αυτός που κηρύττει η Παρασκευή...». Και στη στιγμή όλα τα είδωλα , που βρίσκονταν στο ναό
κατέπεσαν και συντρίφτηκαν στο δάπεδο.
Αγανακτισμένοι οι ιερείς των ειδώλων όρμησαν κατά της Αγίας και σπρώχνοντας την, την έβγαλαν έξω από το ναό, ζητώντας από τον Ταράσιο να δώσει τέρμα στη ζωή της, για να
μη προξενηθεί μεγαλύτερο κακό στην εθνική θρησκεία. Πράγματι, ο Ταράσιος έβγαλε αμέσως διαταγή για τον αποκεφαλισμό της.


 

«Ξίφει τελειούται»
 
Οι στρατιώτες πήραν μαζί τους την καλλιπάρθενο αθλήτρια του Χριστού Παρασκευή και την οδήγησαν έξω από την πόλη για να την αποκεφαλίσουν. Εκείνη, όταν έφτασαν στο
καθορισμένο σημείο, ζήτησε να της επιτρέψουν να προσευχηθεί στον ουράνιο Νυμφίο της. Κι ενώ προσευχόταν παραδίδεται ότι ακούστηκε φωνή μυστηριώδης από τους ουρανούς
που έλεγε: «Άκουσα την προσευχή σου, Παρασκευή, και θα γίνει αυτό που ζήτησες».
Η οσιομάρτυς έσκυσε το κεφάλι της με πνευματική χαρά και αποκεφαλίστηκε από έναν στρατιώτη. Και η μεν ψυχή της ανήλθε στους ουρανούς, το δε τίμιο και αγιασμένο διά των
μαρτυρίων σώμα παρέλαβαν κάποιοι από τους χριστιανούς και το έθαψαν με τιμή και ευλάβεια ο Θεός όμως, βραβεύοντας την οσιομάρτυρα αγία Παρασκευή, έδωσε και γίνονταν
θαύματα σε πολλούς που προσέρχονταν στον τάφο της με πίστη και επικαλούνταν τη χάρη της.
Ταῖς αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον καί σωσον ἠμᾶς!


 
 
Ἀπολυτίκιον
 
Τήν σπουδήν σου τή κλήσει κατάλληλον, ἐργασάμενη φερώνυμε, τήν ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευή Ἀθληφόρε·
ὅθεν προχέεις ἰάματα, καί πρεσβεύεις ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.













https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhBfvjI2mG2EVy93uJAU-DJvSVNiuSr_67h9pH2hVi2b3G4I1CHZiCNZprzs9jc-WNdrWMjU5aFHl-GMuj8kSsCQ7kuUsoBHjpUB1Tz91NYAfh5Pu9RQNmrKHhxpO8eIEkG8yfW4YRroFs/s1600/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%B1;+%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1+%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%B7.jpg




Ο βίος του Αγίου Ερμολάου του ιερομάρτυρα του ιαματικού
                    του Ιωσήφ Αγαπητού

Επιμέλεια του Πνευματικού Κέντρου Ιερού Ναού Αγίου Ερμολάου
 Παλαιοκήπου- 81106 Μυτιλήνη


Αναμφισβήτητα τα συναξάρια, οι βίοι των Μ. Αγίων μας, οι Ιερές τους Ακολουθίες, είναι η πνευματική τροφή πού τρέφει τις ψυχές των πιστών. Σε συνδυασμό με την προσευχή προτρέπουν, παρακινούν, παραδειγματίζουν, κατανύγουν ακόμα, τους αναγνώστες τους και τους ωθούν σ” ένα πνευματικό ανέβασμα της κλίμακας των αρετών και της κατά Χάριν Θεώσεως.
Δε μπορεί κανείς να ταξινομήσει σε μικρούς ή μεγάλους σε σημαντικούς ή λιγότερο σπουδαίους, τα εκατομμύρια των Αγίων της Εκκλησίας μας. Η μοναδική ταξινόμηση είναι εκείνη πού η Εκκλησία άπ” αρχής έχει καθιερώσει και η οποία καθορίζεται βάσει της ιδιότητας, του τρόπου με τον όποιον εβίωσαν, του τρόπου επίσης με τον όποιον ετελείωσαν τη ζωή τους, την άθληση του μαρτυρίου τους.
Έτσι στη χωρία των Αγίων μας έχουμε τους Αποστόλους, τους μάρτυρας, τους Ιεράρχας, τους Όσιους, τους Ιερομάρτυρας, τους Οσιομάρτυρας, τους Νεομάρτυρας και στα δύο φύλα, άνδρες και γυναίκες, αρχομένων απ” αυτή την τρυφερή ηλικία των νηπίων.
Στην κορυφή δε, αυτής της Αγιολογικής πυραμίδας βρίσκεται ο μόνος Άγιος και εν Αγίοις επαναπαυόμενος Τριαδικός Θεός μας στέφοντας στην πάνω από τους Αγίους Αγιότερα, Μητέρα του Θεού, την Κυρίαν Θεοτόκον, την Παναγία μας. Η οποία ως τιμιωτέρα και ενδοξότερα, δορυφορείται από τας τάξεις των Χερουβείμ και Σεραφείμ και πασών των Επουρανίων Δυνάμεων Ασωμάτων.
Το παρόν πόνημα ασχολείται με τη ζωή, τα θαύματα, το μαρτυρικό τέλος και τον Ιερό Ναό του πολιούχου και προστάτου του χωρίου μας, Αγ. Ιερομάρτυρος Ερμολάου του πνευματικού διδασκάλου και πατρός του επίσης μεγάλου μάρτυρος και Ιαματικού Αγ. Παντελεήμονος. Συμπεριλαμβάνει το συναξάρι του Άγιου σε αφηγηματική μορφή, γραμμένο από τον δόκιμο εκκλησιαστικό συγγραφέα Ιωσήφ Αγαπητό. Συμπεριλαμβάνεται και ο παρακλητικός κανόνας του Αγίου, ποίημα του Πανοσιολογιωτάτου Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής του Λειμώνας Καλλονής, Αρχιμανδρίτου π. Νικόδημου Παυλοπούλου, καθώς επίσης και Λιτανευτικά Μεγαλυνάρια του Άγιου, συγγραφή του Καθηγητού κ. Χαραλάμπους Μ. Μπούσια.
Σκοπός της εκδόσεως αυτής είναι ή αμεσότερη επικοινωνία και γνωριμία με τον Άγιο Ερμόλαο, τόσο των ενοριτών μας όσο και των ευλαβών προσκυνητών του Ναού μας όπως επίσης και των επισκεπτών του χωρίου μας. Πιστεύουμε πώς αυτή η επικοινωνία με τον Προστάτη Άγιο μας θα είναι καθοριστική για την πνευματική ζωή όλων πού θα την επιχειρήσουν. Το ευχόμεθα αυτό εκ βάθους καρδίας, παρακαλούντες τον Άγιο ένδοξο Ιερομάρτυρα Ερμόλαο, τον πολιούχο και προστάτη μας. Ζητούμε ταπεινά τις δίκες σας προσευχές, όλων δηλ. των αναγνωστών για τη δική μας πνευματική προκοπή.
Τέλος ευχαριστούμε ευγνωμώνως τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη και ποιμενάρχη μας κ.κ. Ιάκωβο δια την ευλογίαν του, όπως προβούμε στην παρούσα έκδοση. Τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη και Καθηγούμενο της Ί. Μονής Λειμώνας π. Νικόδημο Παυλόπουλο για τη συγγραφή του παρακλητικού κανόνος, τον αξιότιμο κ. Ιωσήφ Δ. Αγαπητό για την συγγραφή της βιογραφίας του Άγιου μας, όπως επίσης και τον Καθηγητή κ. Χαράλαμπο Μ. Μπούσια για την συγγραφή των Μεγαλυναρίων του Αγίου. Επίσης δε, ευχαριστούμε κι όλους εκείνους πού συνέβαλλαν με τον οποιοδήποτε τρόπο στην παρούσα έκδοση.
Ο εφημέριος του Αγ. Ερμολάου
Οικονόμος π. Αμφιλοχίος Βασιλτσιωτέλλης
Σάββατο του Ακάθιστου 1998
Παλαιόκηπος Μυτιλήνης
Φτωχό και ταπεινό συναξάρι του Αγίου Ιερομάρτυρος Ερμολάου
Τριακόσια χρόνια είχαν περάσει από τότε πού ήρθε στη γη σαν άνθρωπος ο Θεός της αγάπης και είπε και βεβαίωσε με τη ζωή και με τη σταυρική θυσία Του ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά αγαπημένα του ουράνιου Πατέρα, μα η κοσμοκράτειρα Ρώμη δεν τα δεχόταν αυτά. Άνθρωποι γι” αυτήν ήταν μόνο οι «κύριοι». Οι άλλοι ήταν δούλοι, στην απόλυτη διάθεση των «κυρίων», όπως τα ζώα τους. Χωρίς κανένα δικαίωμα. Χωρίς καμμιά νομική προστασία. Τα σκληρά βασανιστήρια ήταν ή ποινή σε κάθε απείθαρχο. Φόβος και τρόμος, βαρύ το ξίφος της Ρώμης πάνω απ” τα κεφάλια τούτων των δυστυχισμένων.
Όμως δεν έλειπαν οι μαθητές του Θεού της αγάπης σ” όλη την επικράτεια, και στη Νικομήδεια, όπου ζούσε ο ιερέας Ερμόλαος.
Από μικρόν χαιρόταν τον γιο του ειδωλολάτρη Ευστόργιου και της χριστιανής Ευβούλης. Κι ήταν χαρά του μεγάλη καθώς έβλεπε τον Παντολέοντα να μεγαλώνει και να λάμπει στο πρόσωπό του η ευγένεια και η αγάπη του Χριστού, πού η ευλαβική μητέρα του έβαλε στην ψυχή του, και τούτος, σαν -πνευματικός πατέρας του, πότισε και καλλιέργησε.
-Η ψυχή σου είναι πλασμένη για την αγάπη του Θεού, παιδί μου, του είπε μια μέρα. Είναι καιρός να βαπτιστείς χριστιανός, και σαν τελειώσεις τις σπουδές σου, να γίνεις ένας γιατρός αγάπης ταπεινός, μα, το κατά δύναμη, μιμητής του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου.
Ο Παντολέων δέχθηκε μετά χαράς την πρόταση, βαπτίσθηκε και έλαβε από τον πατέρα Ερμόλαο το όνομα Παντελεήμων, για να ελεεί τους πάντες – έτσι τον φανταζόταν τον χαριτωμένο τούτο νέο και τέτοιον επιθυμούσε να τον δει: Γιατρό αγάπης προς όλους, «κυρίους» και δούλους. Χάδι ιαματικό του Θεού της αγάπης στα παιδιά του. Και του το είπε συγκινημένος και δακρυσμένος, με παλλόμενη φωνή:
-Γιατρός αγάπης, Παντελεήμων, του Θεού της αγάπης μαθητής. Τι χαρά! Και τί ευλογία Κυρίου και έλεος!
Η μητέρα Ευβούλη έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Η λαχτάρα και ευχή της καρδιάς της ήταν μπροστά της φωτεινή, θερμή, γλυκεία πραγματικότητα.
Ύψωσε μ” ευγνωμοσύνη τα δακρυσμένα μάτια της στον ουρανό, και υστέρα αγκάλιασε και καταφίλησε το καμάρι της και έβρεξε το λευκό μέτωπο του με τα δάκρυα της.
-Μιμητής του Θεού της αγάπης, Παντελεήμων μου! Ω, ευτυχία μου! Ω χαρά μου! Ω υψίστη τιμή για μια χριστιανή μητέρα! Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι!
Ο Παντελεήμων ήταν τούτη τη μεγάλη ώρα άγγελος περισσότερο παρά άνθρωπος. Τόση ομορφιά και χάρη έλαμπε στο πρόσωπο του! Το φως του ουρανού τον έλουζε όλον!
-Με τη χάρη του Θεού της αγάπης, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την ευλογία του πατρός και αναδόχου μου Ερμολάου, και την ευχή της αγίας μητέρας μου, θα προσπαθήσω να γίνω μαθητής της αγάπης, είπε συγκινημένος και πρόσθεσε: Δός μου, Κύριε Ιησού, από την ιαματική δύναμη σου. Κάνε με μικρό και ταπεινό μιμητή Σου.
-Αμήν. Αμήν, είπαν μ” ένα στόμα και με μια ψυχή και με μια καρδιά ο ιερεύς Ερμόλαος και η μητέρα Ευβούλη, και πλησίασαν και αγκαλιάστηκαν και οι τρεις, κι ήταν ένα τριπλό φωτεινό και θερμαντικό μετέωρο ανάμεσα στον παγωμένο και σκοτεινό ειδωλολατρικό κόσμο της Νικομήδειας τούτη τη μεγάλη και υπέροχη, την τρισευλογημένη ώρα!
Ο Παντελεήμων συνέχισε και τελείωσε τις σπουδές του κοντά στο μεγάλο γιατρό Ευφρόσυνο.
Καινούργιες χαρές και καινούργιες ολόψυχες και ολοκάρδιες ευχές τώρα από τον ιερέα Ερμόλαο και τη μητέρα Ευβούλη:
-Ιαματικός Απόστολος Αγάπης, Παντελεήμων.
Ήταν οι άγιες ευχές του ιερέα Ερμολάου -Ήταν κι οι άγιες ευχές της μάνας Ευβούλης -Ήταν κι η άγια επιθυμία του Παντελεήμονα -Έ, ένας γιατρός θερμής και ιαματικής αγάπης περιδιάβαινε τη Νικομήδεια, άγγελος χαράς, ελπίδας και παρηγοριάς για όλους, πλούσιους και φτωχούς, «κυρίους» και δούλους, δούλους πονεμένους, χτυπημένους και τραυματισμένους περισσότερο.
Ο ιερέας Ερμόλαος έβλεπε τα ιαματικά έργα του Παντελεήμονα και ευφραινόταν.
-Συνεχιστής του έργου των αγίων Αποστόλων με τη χάρη και τη δύναμη του Θεού!, έλεγε και δοξολογούσε τον Κύριο.
Όμως η Ρώμη παρακολουθούσε. Μάζευε, συγκέντρωνε γεγονότα. Ανεχόταν προς το παρόν το γυιό του πιστού της πατέρα. Για χάρη του δεν τον σταμάτησε ακόμα. Όμως το ποτήρι γέμιζε. Ο Μαξιμιανός ένιωθε να ανάβει το αίμα του.
Έτσι, μια μέρα το 304 πέταξαν σπίθες τα μάτια και φωτιά ξεχείλισε απ” το στόμα του:
-Κάψτε τους όπως είναι μαζεμένοι στο ναό τους!, πρόσταξε και πήγε πρώτος με ένα αναμμένο δαυλό εκείνος. Κάψτε τους εχθρούς της Ρώμης Χριστιανούς. Τους υπονομευτές της.
Έβαλαν φωτιά οι στρατιώτες στο ναό και πήραν να καίγονται οι χριστιανοί σα λαμπάδες, φωτίζοντας και με τη θυσία τους το πυκνό σκοτάδι της αγνωσίας και της κακίας.
Ελάχιστοι γλύτωσαν απ” τους είκοσι χιλιάδες πού κάηκαν μέσα και γύρω απ” το ναό. Ανάμεσα σ” αυτούς τους ελάχιστους ήταν και ο ιερέας Ερμόλαος, πού κατέφυγε καψαλισμένος σ” ένα απόκρυφο καταφύγιο.
Η φωτιά της θηριωδίας πίστεψε πώς θα εξαλείψει τη δροσιά της αγάπης του Θεού. Γι” αυτό έφευγε περήφανος, με άγρια ικανοποίηση αιμοβόρου θηρίου ο Μαξιμιανός. Πόσο ψεύτικη όμως αποδείχθηκε η πίστη του…
Ο Παντελεήμων δρόσιζε τους πυρετούς των ασθενειών και χάρισε την ίαση σε σώματα και ψυχές. Ήταν η κάλυψη του ειδωλολάτρη πατέρα του το λιγότερο, μα η κάλυψη του Θεού — Πατέρα το πολύ, για όσο χρόνο ήταν στο σχέδιο Του.
Ο ιερέας Ερμόλαος μάθαινε τα νέα μέσα στην κρυψώνα του και ανακουφιζόταν η ψυχή του και δόξαζε το Θεό.
-Θα νικήσει ο Κύριος, έλεγε με βεβαιότητα. Θα συντρίψει τα είδωλα. Θα σκορπίσει το σκοτάδι. Θα διώξει το μίσος. Θα γεμίσει με τη θέρμη της αγάπης τις ψυχές. Πότε; Όταν Εκείνος κρίνει. Χρέος μας να κρατούμε την πίστη και να ομολογούμε τ” όνομά Του τώρα.
Όπως κάνει ο Παντελεήμων.
Για κάμποσο καιρό ήταν χορτάτο το θηρίο ο Μαξιμιανός από το κατασπάραγμα των προβάτων του Θεού. Ήταν τόσα πολλά.
Τώρα άρχισε να νιώθει πάλι τους νυγμούς της πείνας στην θηριώδη ψυχή του. Και τούτους τους νυγμούς τους έκανε εντονότερους η θαυματουργική και ιαματική αγάπη του Παντελεήμονα. Παντού γιάτρευε, χωρίς να κάνει διάκριση «κυρίων» και δούλων.
-Πολύ το τραβάει τούτος το σχοινί. Θα εξαντλήσει κάποτε την υπομονή και την μακροθυμία μου. Και τότε θα καταλάβει τι θα πει Μαξιμιανός, έλεγε μέσα του κάθε τόσο και  όλο και πιο θυμωμένος, ώσπου ένα θαυμαστό γεγονός τον εξαγρίωσε:
Ο Παντελεήμων θεράπευσε ένα τυφλό δούλο.
Σηκώθηκε στο πόδι όλη η Νικομήδεια.
-Μέγας και πολύς ο Παντελεήμων! Πήραν να φωνάζουν ενθουσιασμένοι πολλοί, χριστιανοί και ειδωλολάτρες ακόμα. Όλους τους ευεργετούσε ό Παντελεήμων. Ειδωλολάτρης ήταν ο πρώην τυφλός. Δούλος όμως. Και έγινε χριστιανός τώρα.
Αυτό ερέθισε το θηρίο.
-Καλά τους άλλους. Μα να ευεργετήσει ένα δούλο, πού τον τιμώρησε ο κύριος του.
Αυτό προσβάλλει τη Ρώμη και τους νόμους της. Η ανοχή μου πήρε τέλος. Έχω καθήκον να κάνω σεβαστή τη Ρώμη στους πάντες, και σε τούτον τον γυιό του πιστού της, περήφανο όμως περιφρονητή μου, λογίστηκε και έκραξε κατακόκκινος:
-Χιλίαρχε, αποκεφάλισε τον γιατρεμένο δούλο χριστιανό και σπεύσε με τους άνδρες σου να συλλάβεις και να φέρεις ενώπιον μου τούτο τον νεαρό γιατρό. Παρευθύς!
-Ως κελεύεις, κράτιστε, είπε εκείνος, πήρε τους άνδρες του και βγήκε.
Σε λίγη ώρα έφεραν μπροστά στον Μαξιμιανό τον Παντελεήμονα.
Στάθηκε ειρηνικός μπροστά του εκείνος.
-Ξέρεις ότι ξεπέρασες τα όρια, Παντελέων;
-Πώς, άναξ;
-Με τη θεραπεία του τυφλού δούλου.
-Η αγάπη δεν έχει όρια, κράτιστε. Είναι άπειρη.
-Ποιος το λέει αυτό;
-Ο Θεός της αγάπης!
-Ποιος σε πήρε από την πίστη του πατέρα σου και πιστεύεις σε καινούργιο Θεό;
-Είναι ο Πρώτος και ο Ένας.
-Δεν θέλω διδασκαλίες. Ποιος σου μίλησε γι” αυτόν;
-Η καρδιά, η ψυχή και ο νους μου.
-Ποιος άνθρωπος σου μίλησε για τη χριστιανική πίστη; Ποιος; έκραξε οργισμένος ο Μαξιμιανός. Πες μου τ” όνομα του.
Ο Παντελεήμων δε θέλησε να πει ψέματα.
-Ο ιερεύς Ερμόλαος, είπε.
-Και που είναι αυτός να τον δω και να τον ακούσω; Που μένει;
Είπε ο Παντελεήμων:
-Σπεύσε να μου τον φέρεις, πρόσταξε τον χιλίαρχο ο αυτοκράτορας.
Γύρισε σε λίγη ώρα εκείνος με τους στρατιώτες του και τρεις κρατούμενος.
-Γιατί τρεις; Ποιος είναι ό ιερέας του σταυρωμένου, ο Ερμόλαος;
-Εγώ, είπε εκείνος θαρρετά.
-Και σεις οι άλλοι δυο ποιοι είσθε;
-Ο Έρμιππος, είπε ο ένας.
-Ο Ερμοκράτης, είπε ο άλλος.
-Γιατί ήρθατε μαζί του;
-Είμαστε κι εμείς ιερείς του Θεού της αγάπης και δεν μπορούσαμε να αποχωριστούμε.
-Εσύ, λοιπόν, Ερμόλαε, οδήγησες στη χριστιανική πίστη τον Παντελέοντα και τον έκανες υβριστή και περιφρονητή της Ρώμης και των θεών της;
-Υμνητής του Θεού της αγάπης έγινε με τα θαυμαστά έργα πού βλέπεις συ και όλη η Νικομήδεια.
-Μα τούτα τα έργα παρασύρουν το λαό.
-Τον οδηγούν στην αλήθεια, άναξ. Στην άγια δύναμη. Στην θεραπεία. Στην υγεία ψυχής και σώματος.
-Δάσκαλος δεν μου χρειάζεται. Τί λέτε σεις οι άλλοι δύο;
-Ό,τι και ο αδελφός μας είπε, γιατί αυτά είναι η ξάστερη και η ευεργετική αλήθεια.
-Αυθάδεις προδότες της Ρώμης κι οι τρεις σας. Αποκεφαλίστε τους! έκραξε. Πάρτε τους.
Έτσι το ιερατικό αδελφικό αίμα του Ερμολάου, του Ερμίππου και του Ερμοκράτη έγινε σπονδή αγάπης στον τρισυπόστατο Θεό της αγάπης και θυσία λυτρωτική απ” την κάθε είδους δουλεία σε αναρίθμητες ψυχές στους αιώνες. Γι” αυτό οι τρεις ιερείς έγιναν ιερομάρτυρες της Εκκλησίας και τιμώνται δεκαεπτά αιώνες τώρα από την Εκκλησία, και θα τιμώνται στους αιώνες!
-Τον Παντολέοντα στη φυλακή προς το παρόν. Λυπούμαι τα νειάτα του και την ομορφιά του, είπε, χορτασμένος απ” το αίμα των τριών αγίων μαρτύρων ιερέων, το τέρας ο Μαξιμιανός.
Θα περίμενε να πεινάσει και να διψάσει πάλι αίμα -για να φέρει μπροστά του τον ιαματικό -ιατρό Παντελεήμονα, με το αγνό, παρθενικό και άγιο αίμα.
Και δεν άργησε να πεινάσει και να διψάσει το τέρας…
Άγιοι του Θεού, πρεσβεύετε υπέρ ημών να ζούμε τη ζωή της αγάπης του Θεού, για την οποία δώσατε το αίμα σας.
Συγχωρήστε δε πού τόλμησα να γράψω φτωχό και ταπεινό συναξάρι για σας εγώ ο μικρός.

ΙΩΣΗΦ Δ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ