ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

Σχετικά με το αντίδωρο και τι πρέπει να γνωρίζουμε

0 σχόλια


15 Ο Ιερός Καβάσιλας μας λέει: «Ο άρτος που διανέμεται ως αντίδωρο, έχει από πριν αγιασθεί, επειδή προσφέρθηκε στον Θεό. Όλοι οι εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί τον δέχονται με ευλάβεια μέσα στην δεξιά κυρτή τους παλάμη και ασπάζονται το δεξί χέρι του Ιερέως… που πριν από λίγο ακούμπησε και κομμάτιασε το πανάγιο Σώμα του Σωτήρος Χριστού. Επειδή αγιάσθηκε ολόκληρο, γιαυτό πιστεύεται από την Εκκλησία μας ότι το χέρι του λειτουργού μεταδίδει αυτόν τον αγιασμό σε όσους το αγγίζουν και το ασπάζονται»

Βασικά πράγματα που πρέπει να γνωρίζουμε για το αντίδωρο:
· Πρέπει να μοιράζεται μέσα σε ησυχία και τάξη

· Το παίρνουμε από το χέρι του Ιερέα και όχι από το παγκάρι

· Τοποθετούμε το δεξί μας χέρι πάνω στο αριστερό και με ανοιχτή την παλάμη

· Οι ιεροψάλτες ψάλλουν ύμνους κατά την διάρκεια της διανομής

· Πρέπει να είμαστε νηστικοί για να το φάμε

· Το καταναλώνουμε όλο και δεν το πετάμε πουθενά

· Μην ξεχνάμε ότι δίνεται αντί-δώρου δηλαδή αντί για το μεγάλο δώρο που είναι η Θεία Κοινωνία, αλλά και ως επιπλέον δώρο για αυτούς που κοινώνησαν. Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι ουδεμία σύγκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ του αντιδώρου και της Θ. Κοινωνίας ή να θεωρηθεί το αντίδωρο ως “ισάξιο” της Θ.Κοινωνίας.

Πιο αναλυτικά (του π.Θεολόγου):
α. Το αντίδωρο βγαίνει από τα πρόσφορα, που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θ. Λειτουργία (γι’αυτό και η ονομασία “πρόσφορο”, από το ρήμα προσφέρω). Το πρόσφορο ζυμώνεται με προσευχές και θυμιάματα και σφραγίζεται με τα σύμβολα του Χριστού μας ΙC XC ΝΙΚΑ. Γι’αυτό ήδη από την παρασκευή του ενέχει ευλογία, δεν είναι κοινός άρτος. Με το που προσφέρεται στο Άγιο Βήμα, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο αγιασμό. Τελικά, αμέσως μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, όπου το τμήμα του προσφόρου, που προσκομίσθηκε στο Άγιο Δισκάριο και την Αγία Τράπεζα, έγινε Σώμα και Αίμα Χριστού, παίρνει ο Λειτουργός τα κάνιστρα με το Αντίδωρο ένα-ένα και τα υψώνει εμπρός από την Αγία Τράπεζα λέγοντας “Μέγα το Όνομα της Αγίας Τριάδος”. Αυτό είναι μιά προσομοίωση της πράξεως που προηγήθηκε στο “τα σα εκ των σων”, όπου ο Λειτουργός ύψωσε και σχημάτισε στον αιθέρα το σχήμα του Τιμίου Σταυρού, δοξολογώντας ευγνωμονικά τον Πλαστουργό μας. Έτσι το Αντίδωρο αποκτά και μιά ακόμη ευλογία. Επίσης ωρισμένοι Ιερείς λέγουν και μιά άλλη σύντομη ευχή (όχι απαραίτητη – η ευλογία κατέρχεται με τη Δοξολόγηση του εν Τριάδι Προσκυνητού και Λατρευτού Θεού μας): “ευλόγησον, Κύριε, τους άρτους τούτους και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας αγίασον”. Ομοίως, άλλοι Λειτουργοί προσθέτουν έναν Θεομητορικό Ύμνο: “η το Χαίρε δι’Αγγέλου δεξαμένη και τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε σώζε τους σε μεγαλύνοντας”. Και κάπου συνάντησα έναν ευσεβέστατο Εφημέριο (σε χωριό των Καλαβρύτων) που λειτουργεί καθημερινώς! να λέει “η το Χαιρε δι’Αγγέλου δεξαμένη και τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε Υπερένδοξε, Απειρόγαμε, Υπερευλογημένη, σώζε τους σε μεγαλύνοντας”. Τούτο, πραγματικά, έχει τη θέση του, διότι το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου. Είναι τμήμα του προσφόρου, απ’όπου προήλθε ο Αμνός του Θεού. Και άκουσα κάποτε ένα παιδάκι που κοινώνησε να προσέρχεται στο Αντίδωρο και να λέει, “μαμά, να πάρουμε τώρα και την Παναγία μας”.


β. Καλό είναι το Αντίδωρο να υπάρχει σε ένα κάνιστρο κοντά σε όσους κοινωνούν, ώστε αμέσως μετά τη Θ. Μετάληψη να λαμβάνουν ένα κομμάτι και να σπογγίζουν τα χείλη και το στόμα τους.

γ. Μερικοί αποζητούν το λεγόμενο “Ύψωμα”. Αυτό είναι Αντίδωρο, αλλά τέτοιο κομμάτι που να διατηρεί τη σφραγίδα του Κυρίου (IC XC ΝΙΚΑ) πάνω του. Και το θεωρούμε πιό τιμητικό. Το προσφέρει ο Ιερεύς σε όσους ήδη είχαν προσκομίσει πρόσφορο γιά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, ή σε όσους τιμώνται (πχ Δήμαρχος του τόπου) ή σε συγγενείς ανθρώπου, του οποίου τελούμε Μνημόσυνο, προς παρηγορίαν τους μεγαλυτέρα. Τούτο όμως δεν πρέπει να καταλήγει να γίνεται αφορμή ξεσυνέργιας ή παρεξηγήσεων. Ίδια είναι η ευλογία που παίρνουμε. Ακόμη και με τα ψίχουλα που απέμειναν στο κάνιστρο!! Κι’όσο πιό ευλαβική και κατανυκτική και ανώτερη και εύτακτη είναι η ψυχή μας, τόσο πιό πολύ ωφελούμεθα.

δ. Παίρνοντας το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, συγχρόνως και επικοινωνούμε μαζί του. Τον προσεγγίζουμε. Έκείνος λουσμένος στην ιερότητα και τη Θεϊκή Χάρη (και στον ιδρώτα συχνά, έναν ξεχωριστό ιδρώτα κατανύξεως) κι’οι εκκλησιαζόμενοι, που μέχρι τώρα ήταν απέναντι, κάπως απόμακροι, να έρχονται και να τον εγγίζουν, σα να εγγίζουν τον ίδιο το Χριστό μας. Εκείνη τη στιγμή και ο Ιερέας θα δείξει μιά διακριτική οικειότητα προς κάθε ψυχή της Ενορίας του, θα τους χαιρετήσει με το όνομά τους, θα τους ευχηθεί, θα στείλει χαιρετίσματα σε κάποιον κατάκοιτο της οικογενείας κοκ. Λιτά όμως. Και χωρίς διαχύσεις ή πληθωρικά χαμόγελα ή άσχετα θέματα και καθυστερήσεις. Μέσα στο κλίμα της Λειτουργίας!

ε. Αρκετές φορές από τα πρόσφορα που έφεραν οι πιστοί περίσσεψαν πολλά. Είναι ευλογία αυτό. Δείχνει πόσο οι πιστοί συμμετέχουν στο μεγάλο γεγονός της Θ. Λειτουργίας. Οι Ιερείς κρατούν ωρισμένα, γιά να λειτουργήσουν ενδιαμέσως της εβδομάδος, και τα υπόλοιπα είναι επιτρεπτό να τα διοχετεύσουν σε σπίτια ευσεβών χριστιανών. Σκεφθείτε μάλιστα όταν υπάρχει πανηγύρι, πόσα περισσεύουν!.. Δεν είναι άτοπο να τα παραλάβουν οι πιστοί, αλλά πρέπει να παρατεθούν στο τραπέζι, όπου καθόμαστε κανονικά και κάνουμε προσευχή, τραπέζι οικογενείας, όπου όλα είναι ευλογημένα και ιερά, και έτσι το πρόσφορο, που το λαμβάνουμε ως ψωμί, προσθέτει στην ιερότητα του τραπεζιού μας. Υπάρχει και η περίπτωση να το φρυγανίσουμε λίγο, ώστε να διατηρηθεί και να το λαμβάνουμε με το τσάϊ μας. Ομοίως και ευλογημένο τμήμα Αντιδώρου μπορούμε να φρυγανίζουμε (γιά να διατηρηθεί πολλές μέρες), ώστε να λαμβάνουμε το πρωί κατά την προσευχή μας.

9 Νοεμβρίου η μνήμη του λαοφιλούς Αγίου Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού

0 σχόλια

                                                     Βίος Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως
Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη αδέρφια: τον Δημήτριο, τον Γρηγόριο, τη Σμαράγδα, τη Σεβαστή, τη Μαριώρα και τον Χαραλάμπη (το όνομα και η ύπαρξη του οποίου εμφανίζονται στην διαθήκη του Αγίου, ενώ κάποιες πηγές τον θέλουν να αντικατέστησε τον Άγιο ως διδάσκαλος στο χωριό Λιθί της Χίου). Κατά την βάπτιση του δε, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος.
Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από την μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στην μητέρα του.
Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του όσο και για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή δε, έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών πόρων.
Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθη ως παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου (διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις.
Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου. Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να εορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλύτωσαν την ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.
Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον «Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί, ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής.
Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7 Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά την χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος.
Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.
Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Στην Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ηθική, Παλαιά Διαθήκη, Εβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική και Ιστορία Δογμάτων. Την περίοδο των σπουδών του υπηρέτησε ως διάκονος στους ναούς: της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) και στου Αγίου Νικολάου (Πευκάκια).
Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο.
Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.
Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εξεδόθη από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα. Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους.
Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις 15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια, έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.
Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια "αυτιά", στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894.
Στην διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.
Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών και δέντρων.
Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του 1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές εργασίες του.
Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24 Νοεμβρίου του 1900.
Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα -ήταν ακόμα διευθυντής στην Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών το μήνα.
Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.
Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξια του. Πάντα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!
Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ' όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.
Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα περισσότερο απ' όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.
Όταν μετά από έξη μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!
Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο.
Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.


















Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις

8 Νοεμβρίου η Σύναξη των Αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και πασών των Τιμίων Επουρανίων Δυνάμεων Ασωμάτων

0 σχόλια

Η Εκκλησία μας σήμερα 8 Νοεμβρίου γιορτάζει τη σύναξη (πανήγυρη) των Παμμέγιστων αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς και των υπολοίπων Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων. Η Αγία Γραφή, αναφέρει σε πολλά σημεία την επικοινωνία των ανθρώπων με τους αγγέλους και ιδιαίτερα με τους επικεφαλείς των αγγελικών ταγμάτων Μιχαήλ και Γαβριήλ
Οι άγγελοι δεν γνωρίζουν πόνο και δυστυχία, αμφιβολίες και φόβους, αρσενικό και θηλυκό, αλλά τους χαρακτηρίζει η ομορφιά, η αγάπη και η αέναη ζωή. Οι άγιοι άγγελοι εμφανίζονται στους ανθρώπους κάθε φορά που ο Θεός θέλει να γίνει το θέλημά του.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζονται συνήθως με σπαθί ή σκήπτρο στο δεξί χέρι, σύμβολο της εξουσίας που τους χάρισε ο Θεός. Στο αριστερό χέρι κρατούν πολλές φορές μια σφαίρα που συμβολίζει τον κόσμο.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι άγγελος, δηλαδή κτιστό, αόρατο και τέλειο πνεύμα, το οποίο δεν το περιορίζει ούτε ο χρόνος, ούτε ο χώρος.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο μόνος που ονομάζεται αρχάγγελος κατά την Αγία Γραφή. (Ιούδας 9) Επίσης ονομάζεται «ένας των πρώτων αρχόντων» και «άρχων». (Δανιήλ 10:13, 21) Το όνομά του σημαίνει «Ποιος Είναι Όμοιος με τον Θεό;». Είναι άγγελος ο οποίος εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη, κυρίως, και μάλιστα στις πρώτες στιγμές της δημιουργίας του Κόσμου: όταν ο Εωσφόρος - που κατείχε την ύψιστη θέση στην κτιστή τελειότητα και το όνομά του σημαίνει «αυτός που φέρει το φως» - επικεφαλής μικρής ομάδας στασιαστών αγγέλων (οι μετέπειτα δαίμονες) που ήθελαν να μην υπακούουν στις διαταγές του Θεού επαναστατεί, τότε ο Άγγελος Μιχαήλ αναλαμβάνει σημαντικό ρόλο στην υποστολή της ανταρσίας του, κερδίζοντας έτσι τον τίτλο του Αρχάγγελου.
Πιστεύεται ότι ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εκείνος ο άγγελος ο οποίος εμφανίζεται στις Εβραικές Γραφές(Παλαιά Διαθήκη), και μάλιστα από τις πρώτες στιγμές δημιουργίας του κόσμου. Ήταν εκείνος που ανήγγειλε στον Αβραάμ την ανάγκη θυσίας του γιου του, Ισαάκ και ο οποίος στη συνέχεια την απέτρεψε. Επίσης ο Μιχαήλ ήταν εκείνος που οδήγησε το λαό του Ισραήλ στη φυγή από την Αίγυπτο.
Στην Καινή Διαθήκη, αυτός είναι που θα αναγγείλει τη δεύτερη έλευση του Ιησού Χριστού και την αρπαγή της εκκλησίας Του. (1 Θεσσαλονικείς 4:16-17)είναι παρών και στον Ιησού του Ναυί, την πτώση της Ιεριχώς, καθώς και τις ιστορίες του Εμμανουήλ, Δαβίδ, Ηλία κτλ. Πάντοτε κρατά ρομφαία, η οποία δίνει την πύρινη τιμωρία στους εχθρούς του Θεού.                                                                                                                                                                                                                  Όμως, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, τον συναντάμε στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη, όπως επίσης και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου επικεφαλής των Αγγέλων πολεμά το Σατανά.  Εμφανίζεται προφητικά να ηγείται στρατιάς αγγέλων σε πόλεμο στον ουρανό, κατά «του μεγάλου Δράκοντα, του αρχαίου φιδιού, του Σατανά» και των αγγέλων του, όπου υπερισχύει ο Μιχαήλ και τους ρίχνει στη γη. (Αποκάλυψη 12:7-9)
Επίσης ο αρχ. Μιχαήλ θεωρείται από το λαό ότι είναι ο ψυχοπομπός άγγελος, δηλ. μεταφέρει τις ψυχές στον ουρανό. Μάλιστα σε ορισμένες περιοχές, όπως τη Θράκη, υπάρχουν κάποιες προλήψεις και ο κόσμος δεν αφήνει τη μέρα αυτή τα παπούτσια του έξω από το σπίτι, για να μην τα δει ο Αρχάγγελος και «ενθυμηθεί αυτούς και αναλάβει εκ της ζωής».
Στη Σύμη, το ακριτικό νησί των Δωδεκανήσων, ο Ταξιάρχης είναι ο προστάτης των ναυτικών και του προσφέρονται τάματα που τα ρίχνουν στη θάλασσα.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ (Ταξίαρχος και Αρχιστράτηγος) είναι ο Προστάτης Άγιος της Πολεμικής Αεροπορίας και η μνήμη του γιορτάζεται με κάθε μεγαλοπρέπεια σε όλες τις Μονάδες της Πολεμικής Αεροπορίας.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι ένας από τους απροσμέτρητους αγγέλους. Το όνομά του σημαίνει «ήρωας του Θεού» και είναι ένας από τους λίγους αγγέλους που ονοματίζονται στην Αγία Γραφή.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι ο άγγελος που εμφανίστηκε στο προφήτη Δανιήλ. Στην γυναίκα του Μανωέ, και της αναγγέλλει πως θα γεννήσει τον Σαμψών. Στον Ιωακείμ και τηνΑννα, και τους αναγγέλλει πως θα γεννήσουν την Παναγία. Στον ιερέα Ζαχαρία, πως θα γεννήσει τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.                                                               Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι αυτός με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την γέννηση του Χριστού, είναι εκείνος που "τό προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει" και έδωσε τον κρίνο στην Παναγία και της ανακοίνωσε ότι θα γεννήσει το Γιο του Θεού.
Αυτός ήταν που έτρεφε με ουράνιο άρτο την Παναγία, μέσα στα Αγια των Αγίων , αλλά ήταν και ο άγγελος που έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα στην Παναγία περί της γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Αυτός καθησύχασε τους φόβους του Ιωσήφ. Αυτός παρουσιάστηκε στους βοσκούς. Αυτός είπε στον Ιωσήφ, να πάρει την Μαρία και το βρέφος και να φύγει στην Αίγυπτο και ύστερα από καιρό, να επιστρέψει στη γη του Ισραήλ. Αυτός υπηρέτησε μέχρι τέλους το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του θεού Λόγου.
Στα νεώτερα χρόνια στον Ιερό Ναό του Πρωτάτου, στις Καρυές του Αγ.Ορους εμφανίστηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ σε έναν μοναχό και μπροστά στην εικόνα της Παναγίας άρχισε να ψάλλει το  "Αξιον Εστί".Του μοναχού του άρεσε αυτός ο ύμνος, αλλά στεναχωρέθηκε γιατί θα το ξεχνούσε. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ όμως με το δάχτυλό του χάραξε τον ύμνο πάνω σε μαρμάρινη πλάκα. Έτσι η εικόνα της Παναγίας ονομάστηκε «Αξιον Εστί» και υπάρχει μέχρι σήμερα η θαυματουργική αυτή εικόνα της Παναγίας «Άξιον Εστί» υπενθυμίζοντάς μας ότι η ύπαρξη των αγγέλων είναι μία πραγματικότητα, καθώς και ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τιμάται από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία στις 26 Μαρτίου, στις 13 Ιουλίου, καθώς επίσης και στις 8 Νοεμβρίου, μαζί με τον Μιχαήλ (η Σύναξη αυτών) και αποτελούν το δεύτερο από τα εννέα τάγματα ασωμάτων .                                                                                                                

Την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου η τοπική μας εκκλησία τιμά την μνήμη των Αγίων Τριών Νεομαρτύρων Αγ.Ιερομάρτυρος Γεωργίου του Νεαπολίτου, Αγ.Οσιομάρτυρος Ακακίου του Ασβεστοχωρινού και Αγ.Νεομάρτυρος Αθανασίου του Κουλακιώτου

0 σχόλια

Τοπική Αγιολογία
Η Ιερά μας Μητρόπολη έχει καθιερώσει την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να εορτάζεται η σύναξη των τοπικών της Αγίων, του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτου, του Αγίου Αθανασίου του Κουλακιώτου και του Αγίου Ακακίου του Ασβεστοχωρίτου. Η πανήγυρις λαμβάνει χώρα στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Γεωργίου όπου και μεταφέρονται τεμάχια των λειψάνων των Αγίων και τελούνται καθ' όλη την εβδομάδα πανηγυρικές ακολουθίες προς τιμήν των Αγίων. Παρακάτω παρατίθενται οι βίοι των Αγίων.                                                                                           Αγ.Γεώργιος Νεαπολίτης.                                                   Ο Άγιος Γεώργιος, ο νέος ιερομάρτυρας του Χριστού, έζησε στη Νεάπολη της Μικράς Ασίας (τουρκ. Νεβ-Σεχήρ) τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ήταν ιερέας στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και υπηρετούσε με δικαιοσύνη και οσιότητα το ποίμνιο του ως αληθής λειτουργός του Υψίστου. Προικισμένος με τις αρετές της αγάπης και της πραότητας, της φιλαδελφίας και της ανεξικακίας, ταπεινός και άμεμπτος ήταν το στήριγμα και η παραμυθία των Ελλήνων χριστιανών που ζούσαν τότε κάτω από το ζυγό των Τούρκων. Ως επίγειος άγγελος ο θείος Γεώργιος υπηρετούσε με προθυμία τους συνανθρώπους του καλλιεργώντας τα θεία χαρίσματα και ευαρεστώντας τον Θεό. Το έτος 1797 προσκλήθηκε στο χωριό Μαλακοπή -που βρισκόταν σε απόσταση έξι ωρών από τη Νεάπολη- για να ιερουργήσει σε κάποια μεγάλη γιορτή και να αγιάσει τους ευσεβείς χριστιανούς, γιατί ο ιερέας τους ήταν ασθενής ή, κατά τη γνώμη άλλων, κρυβόταν από τη μανία των Αγαρηνών. Ο γέροντας πια Γεώργιος αποδέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση χωρίς να υπολογίσει την ταλαιπωρία και προπάντων τους κινδύνους. Ανεβασμένος στο γαϊδουράκι του, καχεκτικός, πορευόταν πρόθυμος. Κόντευε πια στη Μαλακοπή, όταν ξαφνικά στη θέση « Κομπιά Ντερέ», δηλαδή «ρεματιά» δέχθηκε την άγρια επίθεση Τούρκων βοσκών, οι οποίοι έπεσαν επάνω του εξαγριωμένοι και με απερίγραπτη μανία. Τον λήστεψαν, τον γύμνωσαν και, τέλος του έδωσαν μαρτυρικό θάνατο αποκόπτοντας την τιμία κεφαλή του. Το σώμα του, γυμνό και ματωμένο, μαζί με το κεφάλι κατέληξαν σε παρακείμενο φαράγγι, η ψυχή όμως πέταξε κοντά στον Κύριον της για να την κατατάξει στους Οσίους και τους Ιερομάρτυρες. Πέρασαν τέσσερις ημέρες χωρίς ο Άγιος ιερέας να εμφανισθεί στη Μαλακοπή, αλλά ούτε να επιστρέψει στη Νεάπολη. Ανήσυχοι οι Νεαπολίτες βγήκαν σε αναζήτησή του.Βρήκαν το άγιο σώμα του και την τιμία κεφαλή και θρηνώντας και κλαίγοντας για τον σκληρό θάνατο του ποιμένα τους τον κήδευσαν επιτόπου βιαστικά, φοβούμενοι τη μανία των Αγαρηνών. Πάνω στον τάφο μια πέτρα έφερε την απλή επιγραφή : «Ιερεύς Γεώργιος». Πέρασε έτσι αρκετός καιρός, όταν μια νύκτα ο άγιος ιερομάρτυς εμφανίζεται σε όραμα σε μια ευλαβή χήρα διηγούμενος τα όσα συνέβησαν και προτρέποντάς την να ενημερώσει τη Δημογεροντία, για να φροντίσουν να τον βρουν στην τοποθεσία όπου είχε ταφεί. Η γυναίκα δεν έδωσε σημασία, όταν όμως έπειτα από λίγες μέρες το όνειρο επαναλήφθηκε, έντρομη έπραξε όσα της ζήτησε ο άγιος. Δίχως αναβολή οι ευσεβείς Νεαπολίτες με επικεφαλής τον ιερέα τους, ονόματι Νεόφυτο, γιο του επίσης ιερέα Βασιλείου, συνεφημερίου του αγίου, σπεύδουν και ανασκάπτουν τον πρόχειρο εκείνο τάφο. Ω, του θαύματος! Το λείψανο του Αγίου υπάρχει σώο και ακέραιο διαχέοντας ουράνια ευωδία και Χάρη! Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια και δέος, το τοποθέτησαν σε ξύλινη λάρνακα και το μετέφεραν στην οικία του π. Νεοφύτου όπου, κατά την επιθυμία του ίδιου του Αγίου, φυλασσόταν σε ένα κελί. Εκεί προσέρχονταν πάρα πολλοί, ντόπιοι και ξένοι, για να προσκυνήσουν τον Άγιο και να λάβουν αγιασμό από το σεπτό λείψανό του. Αρχίζουν να τελούνται θαύματα. Ασθένειες και αναπηρίες θεραπεύονται, άτεκνοι αποκτούν παιδιά, ψυχικά νοσήματα εξαφανίζονται, ακόμη και για ανομβρία καταφεύγουν στον Άγιο οι Νεαπολίτες, για να δουν σε λίγη ώρα την ευλογημένη βροχή να πέφτει δυνατή. Όλοι ομολογούσαν πόσο θαυματουργός αναδείχτηκε ο Άγιος Γεώργιος! Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναχώρησαν και οι Έλληνες της Καππαδοκ ίας για την ελεύθερη Ελλάδα παίρνοντας ο καθένας μαζί του ό,τι θεωρούσε πολυτιμότερο. Ο τότε εφημέριος του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος, θεωρώντας πρώτο του καθήκον την ασφαλή μεταφορά του θαυματουργού και άφθαρτου λειψάνου του Αγίου Γεωργίου, το μετέφερε από την παραλία της Μερσίνης με ατμόπλοιο στην Αττική. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχε μεγάλη θαλασσοταραχή, η οποία όμως κόπασε με θαύμα του Αγίου. Στην Αττική το ιερό λείψανο παραδόθηκε στους Νεαπολίτες, οι οποίοι το τοποθέτησαν με ευλάβεια στον Ιερό Ναό του Αγίου Ευσταθίου στη Νέα Νεάπολη του Περισσού. Από τότε άπειρα είναι τα θαύματα και οι ιάσεις που ενεργεί ο Άγιος Γεώργιος σε όσους με πίστη επικαλούνται το όνομά του. Από τις 2-11-1999, κατόπιν παρακλήσεως του Α΄ Μητροπολίτη κ.κ. Διονυσίου και ευγενούς παραχωρήσεως του Σεβασ. Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ.κ. Στεφάνου, τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου είναι θησαυρισμένο στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως, για μόνιμη ευλογία του χριστεπώνυμου πληρώματος της Ιεράς Μητροπόλεως. Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτη τιμάται στις 3 Νοεμβρίου.                                                                                                                      Άγιος Αθανάσιος Κουλακιώτης.                                                                                                              Ο Άγιος Αθανάσιος ο Κουλακιώτης καταγόταν από ένα χωριό της Θεσσαλονίκης, την Κουλακιά (σημερινή Χαλάστρα). Γεννήθηκε το 1749. Οι γονείς του, Πολύχρους και Λουλούδω, ήταν προύχοντες της περιοχής και διακρίνονταν για την ευσέβεια τους. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ανατράφηκε σε ένα ευσεβές, χριστιανικό περιβάλλον. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του, στη συνέχεια φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο δάσκαλος ήταν ο ιερομόναχος Αθανάσιος ο Πάριος. Κατόπιν, για να συμπληρώσει τις σπουδές του πήγε στο Άγιο Όρος, στο σχολείο του Βατοπεδίου, όπου δίδασκε ο Παναγιώτης Παλαμάς.Διακρίθηκε μάλιστα για την πολύ καλή επίδοση του. Στη συνέχεια, διδάχτηκε και τη Λογική του Ευγενίου, έχοντας δάσκαλο τον Νικόλαο Τζαρτζούλιο, από το Μέτσοβο, ο οποίος αποστάλθηκε στον Άθω από τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Όταν έφυγε ο δάσκαλος του από την Αθωνιάδα, τον ακολούθησε και ο Αθανάσιος, κατευθυνόμενος προς την Κωνσταντινούπολη. 'Επειτα, όμως, από δύο σχεδόν χρόνια, επέστρεψε στο 'Aγιον Όρος, και στο διάστημα αυτό επισκέφτηκε και την ιδιαίτερη πατρίδα, την Κουλακιά. Εκεί υπήρχε Βασιλικός Μελτζιχανάς (τόπος θρησκευτικών συγκεντρώσεων), τον οποίο συνήθιζε, όταν βρισκόταν στο χωριό του, να επισκέπτεται, για να συζητά και να ακούει διάφορες ειδήσεις. Μια μέρα, λοιπόν, έτυχε μαζί με τον Άγιο να βρίσκεται εκεί και κάποιος εμίρης. Κατά τη δι άρκεια της κουβέντας τους, ο Αθανάσιος, που γνώριζε και την τουρκική και την αραβική γλώσσα, είπε στον εμίρη με απλότητα: «Η πίστη σας σ' αυτούς τους λόγους συγκεφαλαιώνεται», και ανέφερε προφορικά τις λέξεις που συνόψιζαν την μουσουλμανική πίστη. Ο εμίρης, όμως, μόλις άκουσε την απλή εκφορά των συγκεκριμένων λόγων τη θεώρησε τέλεια ομολογία πίστης και είπε προς τον Αθανάσιο: «Εσύ έκανες σαλαβάτι (ομολογία) και έγινες Τούρκος». Μάταια εκείνος προσπάθησε να του εξηγήσει πως η απλή εκφορά από μέρος του λέξεων στις οποίες περικλειόταν η οθωμανική πίστη σε καμία περίπτωση δε σήμαινε πως και ο ίδιος ασπαζόταν αυτή την πίστη. Ο Τούρκος αξιωματούχος δεν πείστηκε και τον παρέδωσε στον Οθωμανό επιστάτη του Μελτζιχανά, ζητώντας του να τον προσέχει έως ότου ο ίδιος επιστρέψει. Εκείνος έφυγε αμέσως για τη Θεσσαλονίκη και παρουσιάστηκε στο Μουλά, στον οποίο συκοφάντησε με θράσος τον αγαθό Αθανάσιο, ότι δήθεν έκανε «σαλαβάτι» και ομολόγησε την πίστη τους, μα κατόπιν άλλαξε γνώμη και την αρνήθηκε περιπαίζοντας την. Τότε ο Μουλάς στέλνει και φέρνουν μπροστά του τον Άγιο και ακούει και πάλι την υπόθεση της κατηγορίας. Στη συνέχεια υποβάλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο Αθανάσιο, ο οποίος του εξηγεί όλη την αλήθεια. Αφού τον άκουσε με προσοχή ο κριτής, έκρινε πολύ ορθά την υπόθεση, παραδεχόμενος πως δεν αρκεί, για να γίνει κάποιος Τούρκος, να γνωρίζει απλώς τις αρχές της οθωμανικής πίστης. Και στρεφόμενος προς τον εμίρη, του είπε, αποστομώνοντας τον: «κι εσύ, αν γνώριζες το σύμβολο της πίστεως του και του έλεγες ότι σ' αυτό στηρίζεται η πίστη του, δε θα γινόσουν χριστιανός μόνο και μόνο προφέροντας τις σχετικές λέξεις». Ωστόσο, οι αγάδες που παρευρίσκονταν εκεί, διαφωνούσαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι η πίστη τους δε μπορούσε να περιπαίζεται. Έτσι, λοιπόν, άλλαξε γνώμη και ο κριτής και άρχισε, άλλοτε με κολακείες και άλλοτε με φοβέρες, να παρακινεί τον Αθανάσιο να αλλαξοπιστήσει, λέγοντας του πως ό,τι έκανε (την δήθεν ομολογία), το έκανε παρακινημένος από το Θεό. Γι' αυτό και θα έπρεπε να φανεί συνεπής με το «σαλαβάτι» του, γιατί η οθωμανική πίστη δε ήταν δυνατόν να καταφρονείται. Ο Μάρτυρας, όμως, σταθερός στην πίστη του, δεν ανταποκρίθηκε στις προτροπές του εμίρη ούτε δείλιασε μπροστά στις φοβέρες του. Τότε εκείνος διέταξε να τον φυλακίσουν. 'Ύστερα από αρκετές μέρες, απαίτησε να τον φέρουν και πάλι μπροστά του για να τον εξετάσει. Όταν διαπίστωσε, όμως, ότι ο Αθανάσιος παρέμενε σταθερός και αμετακίνητος, εξ έδωσε τελικά εναντίον του καταδικαστική απόφαση. Έτσι τον παρέλαβαν οι δήμιοι και τον κρέμασαν έξω από την πόλη ( στο χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το παρεκκλήσι που φέρει το όνομά του, στο κοιμητήριο της Αγίας Παρασκευής). Με αυτό τον τρόπο μαρτύρησε ο Άγιος Αθανάσιος, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1774, σε ηλικία μόλις 25 ετών.                                                                                                                                                                Άγιος Ακάκιος Ασβεστοχωρίτης.                                                                                                              O  Αθανάσιος (αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Ακακίου) καταγόταν από το Νεοχώρι (σημερινό Ασβεστοχώρι) της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς του, ευρισκόμενοι στις Σέρρες, αναγκάζονται να παραδώσουν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό για να του διδάξει την τέχνη του. Η σκληρή συμπεριφορά του αφεντικού του και η κακομεταχείριση τον εξώθησαν στην εξόμωση προκειμένου να απαλλαγεί από τα βάσανα για να ζήσει μια καλύτερη ζωή. Μεγάλη Παρασκευή τον έπεισαν να αλλαξοπιστήσει! Να αρνηθεί το Χριστό! Να γίνει Μωαμεθανός! Υιοθετήθηκε από τον Τούρκο ηγεμόνα της περιοχής Ισούφ Μπέη κι έμεινε κοντά του εννιά χρόνια. Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και εξαιτίας προβλημάτων που είχε με τη μητριά του συκοφαντήθηκε και εκδιώχθηκε. Τότε άρχισε ο δρόμος της επιστροφής. Γυρίζει κοντά στους γονείς του, στη Θεσσαλονίκη. Ακολουθώντας τις συμβουλές τους μεταβαίνει στο 'Αγιον 'Ορος, όπου αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές μονές, καταλήγει τελικά στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στη συνοδεία του Γέροντος Νικηφόρου, υποτακτικός στο Γέροντα Ακάκιο. Γίνεται μοναχός με το όνομα Ακάκιος και έπειτα από διάστημα έντονης ασκήσεως, έχοντας τις ευλογίες των πατέρων, ξεκινάει στις 10 Απριλίου 1816 για την Κωνσταντινούπολη, για να ξεπλύνει τη ντροπή που ένιωθε... Το Σάββατο 29 Απριλίου, αφού προετοιμάστηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τα άχραντα μυστήρια, φτάνει «εις τό ανώτατον κριτήριον των Οθωμανών», όπου ομολογεί δημοσίως και με παρρησία την πίστη του στο Χριστό... Στην προσπάθειά τους να τον μεταπείσουν, τον φυλακίζουν, τον κολακεύουν, τον εκφοβίζουν, του δίνουνε υποσχέσεις, τον βασανίζουν. Δεν τον κλονίζουν όμως. Και όταν βλέπουν το σταθερό του φρόνημα, καταλαβαίνουν πως μάταια κοπιάζουν. Αποφασίζουν, λοιπόν, να τον σκοτώσουν. ' Ετσι, την 1η Μαΐου 1816, ημέρα Δευτέρα και ώρα 5η «εις τόπον καλούμενον Δακτυλόπορτον» ο Ακάκιος παρέδωσε δια του ξίφους το αίμα του. Την τρίτη ημέρα από το μαρτύριό του εξαγοράζεται το λείψανό του και μεταφέρεται στο 'Αγιον 'Ορος. Στις 9 Μαΐου, στην Καλύβη του αγίου Νικολάου, ενταφιάζεται, σύμφωνα με την επιθυμία του, στο παρεκκλήσι των οσιομαρτύρων Ευθυμίου και Ιγνατίου, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Η κοινή μνήμη των τριών οσιομαρτύρων, του αγίου Ευθυμίου από τη Δημητσάνα, του Αγίου Ιγνατίου από την παλιά Ζαγορά και του αγίου Ακακίου του Νεοχωρίτου (Ασβεστοχωρίτου) τιμάται την 1η Μαΐου, ημέρα του μαρτυρίου του Ακακίου. Ο άγιος Ακάκιος είναι ένας από τους τοπικούς αγίους της αγιοτόκου Μητροπόλεώς μας. Εξαιρετικά δε τιμάται στο Ασβεστοχώρι, ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του.

Από το αποστολικό ανάγνωσμα της αυριανής Κυριακής ( Ε' Λουκά )

0 σχόλια

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ «῞Οσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται» (Γαλ. 6, 12) π. Γ. Δορμπαράκης α. Στούς Γαλάτες ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι δέχονταν ῾ἐπιθέσεις᾽ ἀπό τούς ἰουδαιοχριστιανούς, τούς ῾ψευδαδέλφους᾽ δηλαδή ἐκείνους πού εἶχαν εἰσχωρήσει ὡς κατάσκοποι ἀνάμεσά τους διακηρύσσοντας ὅτι ἡ χριστιανική πίστη ἀποτελεῖ μία βελτιωμένη ἁπλῶς ἔκδοση τοῦ ἰουδαϊσμοῦ καί συνεπῶς διέστρεφαν τήν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. Μέ τά λεγόμενά του ὁ ἀπόστολος ἀποκαλύπτει τό ῾παιχνίδι᾽ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν: ὄχι μόνο ὁ χριστιανισμός τους ἀλλά ἀκόμη καί ὁ ἰουδαϊσμός τους δέν ἦταν γνήσιος. Τό μόνο πού τούς ἐνδιέφερε ἦταν ἡ δική τους ἄνεση, ἡ κατοχύρωση τῶν ἀτομικῶν τους μόνο συμφερόντων. Πιό σαφής λόγος ἀπό τόν παραπάνω τοῦ ἀποστόλου δέν θά ὑπῆρχε: ῾Ὅσοι θέλουν νά ἀποκτήσουν καλή φήμη στούς ἀνθρώπους, αὐτοί σᾶς ὑποχρεώνουν νά περιτέμνεσθε, μέ μόνο στόχο νά μήν καταδιώκονται ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους ἐξαιτίας τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ᾽. β. 1. ῾Ο ἀπόστολος λοιπόν εἶναι σαφής: διαπιστώνει τό ἔργο τῶν ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστης, φανερώνει τή σκοπιμότητα τῶν ἐνεργειῶν τους καί προπάντων ἀποκαλύπτει τό βαθύτερο σκεπτικό τους. Ποιό τό ἔργο κατά πρῶτον τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν ψευδαδέλφων καί προσωπικῶν τοῦ ἀποστόλου διωκτῶν; ῞Οπως τό λέει ὁ ἀπόστολος: νά κάνουν ἱεραποστολή ὑπέρ τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἀσκώντας μάλιστα ἕνα εἶδος βίας πρός τοῦτο. ῾᾽Αναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι᾽. Δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν, καλύτερα: δέν ἤθελαν νά καταλάβουν ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦλθε γιά νά προβάλει τόν Μωϋσῆ ὡς σωτήρα, ἀλλά γιά νά δείξει ὅτι καί ὁ Μωϋσῆς λειτουργοῦσε μέσα στό σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου. ῾῞Ο,τι ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆτες γιά ᾽Εμένα τό ἔγραψαν᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός ἐνῶ ἀναγνωρίζει τή συμβολή τῶν Πατριαρχῶν τοῦ ᾽Ισραήλ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου - ᾽Εκεῖνος ἄλλωστε τούς κάλεσε - τούς ξεπερνᾶ. ᾽Αλλά τί λέει ὁ ἀπόστολος; ῞Οτι κι αὐτή ἀκόμη ἡ ἱεραποστολή τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν – τούς ὁποίους ἀντιμετώπισε ὁριστικά καί τούς κατεδίκασε ἡ ᾽Αποστολική Σύνοδος τό 48/49 μ.Χ. - ἦταν κίβδηλη, διότι δέν ἦταν καρπός τῆς πιστεύουσας καρδιᾶς τους. Στήν καρδιά τους αὐτό πού κυριαρχοῦσε ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἄνεσής τους καί ἡ ἀπολαβή τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου: ῾μή καταδιωχθοῦμε ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους γιά τό κήρυγμα πού ἀναφέρεται στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ᾽. Εἶχαν ἐπίγνωση ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἐγείρει διωγμούς ὡς τό ῾ἀγκάθι᾽ στή σκέψη τῶν ᾽Ιουδαίων. ῾῾Ημεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, ᾽Ιουδαίοις μέν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δέ μωρίαν᾽. Συνεπῶς ἀποκαλύπτονταν ὡς ἀρνησίχριστοι καί χριστομάχοι, ἀφοῦ τελικῶς δέν πίστευαν στόν ᾽Εσταυρωμένο Κύριο, ἔστω κι ἄν θεωρητικῶς σ᾽ ἕναν βαθμό προσποιοῦνταν ὅτι Τόν ἀποδέχονται. ῾῾Ο μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι᾽. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος ὡς ἰατρός χειρουργός προβαίνει στήν ἀνατομία τῆς πίστης τῶν ψευδαδέλφων: τούς ἐνδιαφέρει μόνον ἡ καλή φήμη τους, τό καλό ὄνομά τους στόν κόσμο, προκειμένου νά μήν ὑποστοῦν κανένα διωγμό. Πρόκειται λοιπόν γιά τούς βολεμένους πού ἡ βολή τους μετράει πάνω ἀπό ὅλα. Δέν πιστεύουν πουθενά τελικῶς, οὔτε στόν Χριστό οὔτε κἄν στόν ἰουδαϊσμό. Θεός τους φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός τους: ἡ καλοπέρασή τους, καί προκειμένου νά διακρατήσουν τήν καλοπέραση αὐτή δέν πρέπει νά προκαλοῦν ἐκείνους πού ἐνοχλοῦνται, δηλαδή τούς ᾽Ιουδαίους. ῾Νά τά ἔχουμε καλά μέ ὅλους γιά νά καλοπερνᾶμε᾽ εἶναι τό σύνθημα τῆς ζωῆς τους. 2. ᾽Αλλά αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος ἰσχύει ὄχι μόνο γιά τούς ῾ἀθέους᾽ ἰουδαιοχριστιανούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλά καί γιά κάθε ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, ἀκόμη καί γιά ἐμᾶς - ἤ ἴσως κυρίως γιά ἐμᾶς; - τούς λεγομένους χριστιανούς. Καί τοῦτο διότι δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὅ,τι μετράει περισσότερο καί σέ ἐμᾶς εἶναι τό ῾τί θά ποῦν οἱ ἄλλοι, τί θά πεῖ ὁ κόσμος᾽, τό πῶς δηλαδή θά κτίσουμε μία καλή εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό μας, ὥστε νά μήν ὑποστοῦμε ὄχι ἴσως ἕναν διωγμό φανερό, ἀλλά ἕναν ἄλλου τύπου: τῆς εἰρωνείας, τῆς ἀπόρριψης, τῆς ῾φιλίας᾽ κάποιων ῾σπουδαίων᾽. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἀφενός τόν Χριστό Τόν διαγράφουμε ἔμπρακτα ἀπό τή ζωή μας - ἡ πρακτική ἀθεΐα εἶναι ἡ χειρότερη μορφή ἀθεΐας - ἀφετέρου φανερώνουμε ὅτι ἐν τέλει Θεός μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. Δέν χρειάζονται, ἔτσι, ἄλλοι ἐχθροί τῆς πίστης μας ἔξω ἀπό ἐμᾶς. ᾽Εμεῖς ῾ροκανίζουμε᾽ μέ τόν τρόπο αὐτό τήν πίστη κι ἄς νομίζουμε ὅτι εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ταύτισή μας μέ τούς ᾽Ιουδαιοχριστιανούς - μέ τούς ὁποίους ἀνήκουμε στήν ἴδια ὁμάδα τῶν ῾καλοπερασάκηδων᾽ - ἀποκορυφώνεται, ὅταν κι ἐμεῖς δέν διστάζουμε μπροστά στή βολή μας καί τή ῾φήμη᾽ μας νά γινόμαστε σκληροί πρός τούς ἄλλους, παίζοντας τό παιχνίδι ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐπιζητοῦμε τήν καλή γνώμη. Δέν διστάζουμε γιά παράδειγμα οἱ γονεῖς πολλές φορές νά καταπιέζουμε τά ἔφηβα παιδιά μας γιά νά πηγαίνουν στήν ᾽Εκκλησία, ὄχι τόσο γιατί πράγματι πιστεύουμε στήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, ἀλλά γιά τό καλό ὄνομα πού θέλουμε νά ἔχουμε στό χριστιανικό περιβάλλον μας. Τό διακύβευμα ἐν προκειμένῳ, ἀντίστοιχο μέ αὐτό τῶν ἰουδαιοχριστιανῶν, εἶναι ἡ εὐπροσώπησή μας ἐν σαρκί, ἡ καλή φήμη μας στόν κόσμο, κι ὄχι ἡ γνησιότητα τῆς πίστης μας, τό πῶς θά ἀρέσουμε στόν Θεό μας. ῎Αλλωστε ἄν ἦταν γνήσια ἡ πίστη αὐτή θά λειτουργοῦσε μέ ἀγάπη καί σεβασμό πρός τήν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν μας, σάν τοῦ Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου. Κι ἀκόμη: μπορεῖ ὡς κοινωνικοί ἐργάτες κι ἴσως καί κληρικοί νά ἀσκοῦμε πολλές φορές ἱεραποστολικό καί κοινωνικό ἔργο, ὄχι γιά νά ἀρέσουμε πρωτίστως στόν Κύριο, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης μας, ἀλλά στόν ἐπίσκοπό μας ἤ γιά νά εἰσπράττουμε τό ῾μπράβο᾽ ἀπό τούς ἐνορίτες μας. ῾Η καλή εἰκόνα μας ἀποτελεῖ στήν περίπτωση αὐτή τήν προτεραιότητά μας καί ὄχι, καθώς εἴπαμε, ἡ ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού κατοικεῖ στήν καρδιά μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς, ὅσο σκληρό κι ἄν ἀκούγεται τοῦτο, ὅτι ὅσο πιό θορυβῶδες εἶναι τό ἔργο μας, ὅσο πιό πολύ διαφημίζουμε τήν ὀρθοδοξία μας καί τήν κοινωνική προσφορά μας, μέ ἐπιθέσεις σκληρές κάποιες φορές πρός τούς ῾ἀντιπάλους᾽ τῆς πίστης μας, τόσο περισσότερο φανερώνουμε ὅτι ἔχουμε πέσει στήν παγίδα αὐτή τῆς κενοδοξίας τοῦ ἑαυτοῦ μας πού ζητᾶ τήν ἐπευφημία τῶν ἀνθρώπων. 3. ῾Ο λόγος τοῦ Χριστοῦ ὅμως δέν ἀφήνει τέτοια περιθώρια. ῾Οὐαί ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσιν πάντες οἱ ἄνθρωποι᾽ φωνάζει. Γιατί; Διότι σ᾽ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία καί κυριαρχούμενο στό μεγαλύτερο ποσοστό του ἀπό τόν ἄρχοντά του τόν διάβολο, ὁ χριστιανός θά συναντήσει τήν ἐχθρότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου – τό μαρτύριο ἀποτελεῖ ῾δομικό᾽ στοιχεῖο τῆς ὕπαρξης τοῦ πιστοῦ. Καί δέν μπορεῖ νά γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦ ρυθμιστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο μανιωδῶς πολεμάει ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του. ῎Ετσι φιλία μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἁμαρτωλό κόσμο δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει. ῾῞Ος ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽, βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. ῾Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. Τό πνευματικό ἀλλοιθώρισμα ὡς ταυτόχρονη προσπάθεια σύζευξης καί τῶν δύο συνιστᾶ γνώρισμα ἀνθρώπου πού δέν ἔχει σταθερή πίστη καί γι᾽ αὐτό εἶναι διαρκῶς ῾ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια ὁ χριστιανός κινεῖται πάντοτε μέ βάση τόν λόγο τῶν ἁγίων ἀποστόλων πού ἐπιτάσσει ῾πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις᾽. Τόν Θεό ἐν Χριστῷ ζητοῦμε νά εὐαρεστοῦμε καί νά εὐχαριστοῦμε, διότι Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός μας, ὁ συντηρητής τῆς ζωῆς μας, ἡ τελική ἀναφορά μας καί ὁ κριτής μας, αὐτονοήτως δέ ἡ εὐχαριστία Του αὐτή προϋποθέτει τή συμμετοχή στό κατεξοχήν γεγονός μέ τό ὁποῖο εὐχαριστεῖται, τή Θεία Εὐχαριστία, συνεπῶς τήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία. Τό ῾γενηθήτω τό θέλημά Σου᾽ ἄλλωστε εἶναι ἡ ἐπωδός τῆς κάθε ἐνέργειας τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ. γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου μᾶς θέτει ἐνώπιον τῆς αὐτοσυνειδησίας μας ὡς χριστιανῶν. Ποιόν τελικῶς ὑπηρετοῦμε, δηλαδή σέ ποιόν τελικῶς δίνουμε λογαριασμό; ῾Ο ἀγώνας μας εἶναι ὄντως ῾εὐπροσωπῆσαι᾽, νά ἀποκτήσουμε καλή φήμη, χωρίς ὅμως τό ῾ἐν σαρκί᾽, δηλαδή χωρίς τήν ἀναφορά μας στόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους. ῾Εὐπροσωπῆσαι ἐν Χριστῷ᾽: αὐτή εἶναι ἡ καθημερινή προοπτική. Νά ἀρέσουμε στόν Χριστό, ῾δοκιμάζοντες τί εὐάρεστόν ἐστιν Αὐτῷ᾽.

3 Νοεμβρίου η εορτή της Ανακομιδής των λειψάνων του Αγ.Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και η μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου του Νεαπολίτου

0 σχόλια

3 Νοεμβρίου – Ανακομιδή των λειψάνων Αγίου Γεωργίου Μεγαλομάρτυρος αλλά και μνήμη Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου Νεαπολίτου. Την 3 Νοεμβρίου εορτάζεται η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου και τα εγκαίνια Ναού του στη Λύδδα της Ίόππης (Παλαιστίνη). Μετά την κατάπαυση των διωγμών και την επικράτηση του χριστιανισμού σ’ όλο το Ρωμαϊκό κράτος, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι χριστιανοί ανήγειραν μεγαλοπρεπή Ναό στη Λύδδα της Ίόππης, όπου μετακόμισαν το ιερό λείψανο του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, για να το προσκυνούν πλέον άφοβα.Έγιναν δε μετά την κατάθεση του Ιερού λειψάνου και τα εγκαίνια του Ναού στις 3 Νοεμβρίου και από τότε κάθε χρόνο ή Εκκλησία μας, τελεί κατά την ήμερα αυτή την εορτή της ανακομιδής των Ιερών λειψάνων του μεγαλομάρτυρα, προς δόξαν Θεού. Την ίδια ημερομηνία εορτάζεται επίσης η μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου Νεαπολίτου. Ο Άγιος Γεώργιος, ο νέος ιερομάρτυρας του Χριστού, έζησε στη Νεάπολη της Μικράς Ασίας (τουρκ. Νεβ-Σεχήρ) τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ήταν ιερέας στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και υπηρετούσε με δικαιοσύνη και οσιότητα το ποίμνιο του ως αληθής λειτουργός του Υψίστου. Προικισμένος με τις αρετές της αγάπης και της πραότητας, της φιλαδελφίας και της ανεξικακίας, ταπεινός και άμεμπτος ήταν το στήριγμα και η παραμυθία των Ελλήνων χριστιανών που ζούσαν τότε κάτω από το ζυγό των Τούρκων. Ως επίγειος άγγελος ο θείος Γεώργιος υπηρετούσε με προθυμία τους συνανθρώπους του καλλιεργώντας τα θεία χαρίσματα και ευαρεστώντας τον Θεό. Το έτος 1797 προσκλήθηκε στο χωριό Μαλακοπή -που βρισκόταν σε απόσταση έξι ωρών από τη Νεάπολη- για να ιερουργήσει σε κάποια μεγάλη γιορτή και να αγιάσει τους ευσεβείς χριστιανούς, γιατί ο ιερέας τους ήταν ασθενής ή, κατά τη γνώμη άλλων, κρυβόταν από τη μανία των Αγαρηνών. Ο γέροντας πια Γεώργιος αποδέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση χωρίς να υπολογίσει την ταλαιπωρία και προπάντων τους κινδύνους. Ανεβασμένος στο γαϊδουράκι του, καχεκτικός, πορευόταν πρόθυμος. Κόντευε πια στη Μαλακοπή, όταν ξαφνικά στη θέση « Κομπιά Ντερέ», δηλαδή «ρεματιά» δέχθηκε την άγρια επίθεση Τούρκων βοσκών, οι οποίοι έπεσαν επάνω του εξαγριωμένοι και με απερίγραπτη μανία. Τον λήστεψαν, τον γύμνωσαν και, τέλος του έδωσαν μαρτυρικό θάνατο αποκόπτοντας την τιμία κεφαλή του. Το σώμα του, γυμνό και ματωμένο, μαζί με το κεφάλι κατέληξαν σε παρακείμενο φαράγγι, η ψυχή όμως πέταξε κοντά στον Κύριον της για να την κατατάξει στους Οσίους και τους Ιερομάρτυρες. Πέρασαν τέσσερις ημέρες χωρίς ο Άγιος ιερέας να εμφανισθεί στη Μαλακοπή, αλλά ούτε να επιστρέψει στη Νεάπολη. Ανήσυχοι οι Νεαπολίτες βγήκαν σε αναζήτησή του.Βρήκαν το άγιο σώμα του και την τιμία κεφαλή και θρηνώντας και κλαίγοντας για τον σκληρό θάνατο του ποιμένα τους τον κήδευσαν επιτόπου βιαστικά, φοβούμενοι τη μανία των Αγαρηνών. Πάνω στον τάφο μια πέτρα έφερε την απλή επιγραφή : «Ιερεύς Γεώργιος». Πέρασε έτσι αρκετός καιρός, όταν μια νύκτα ο άγιος ιερομάρτυς εμφανίζεται σε όραμα σε μια ευλαβή χήρα διηγούμενος τα όσα συνέβησαν και προτρέποντάς την να ενημερώσει τη Δημογεροντία, για να φροντίσουν να τον βρουν στην τοποθεσία όπου είχε ταφεί. Η γυναίκα δεν έδωσε σημασία, όταν όμως έπειτα από λίγες μέρες το όνειρο επαναλήφθηκε, έντρομη έπραξε όσα της ζήτησε ο άγιος. Δίχως αναβολή οι ευσεβείς Νεαπολίτες με επικεφαλής τον ιερέα τους, ονόματι Νεόφυτο, γιο του επίσης ιερέα Βασιλείου, συνεφημερίου του αγίου, σπεύδουν και ανασκάπτουν τον πρόχειρο εκείνο τάφο. Ω, του θαύματος! Το λείψανο του Αγίου υπάρχει σώο και ακέραιο διαχέοντας ουράνια ευωδία και Χάρη! Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια και δέος, το τοποθέτησαν σε ξύλινη λάρνακα και το μετέφεραν στην οικία του π. Νεοφύτου όπου, κατά την επιθυμία του ίδιου του Αγίου, φυλασσόταν σε ένα κελί. Εκεί προσέρχονταν πάρα πολλοί, ντόπιοι και ξένοι, για να προσκυνήσουν τον Άγιο και να λάβουν αγιασμό από το σεπτό λείψανό του. Αρχίζουν να τελούνται θαύματα. Ασθένειες και αναπηρίες θεραπεύονται, άτεκνοι αποκτούν παιδιά, ψυχικά νοσήματα εξαφανίζονται, ακόμη και για ανομβρία καταφεύγουν στον Άγιο οι Νεαπολίτες, για να δουν σε λίγη ώρα την ευλογημένη βροχή να πέφτει δυνατή. Όλοι ομολογούσαν πόσο θαυματουργός αναδείχτηκε ο Άγιος Γεώργιος! Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναχώρησαν και οι Έλληνες της Καππαδοκ ίας για την ελεύθερη Ελλάδα παίρνοντας ο καθένας μαζί του ό,τι θεωρούσε πολυτιμότερο. Ο τότε εφημέριος του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος, θεωρώντας πρώτο του καθήκον την ασφαλή μεταφορά του θαυματουργού και άφθαρτου λειψάνου του Αγίου Γεωργίου, το μετέφερε από την παραλία της Μερσίνης με ατμόπλοιο στην Αττική. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχε μεγάλη θαλασσοταραχή, η οποία όμως κόπασε με θαύμα του Αγίου. Στην Αττική το ιερό λείψανο παραδόθηκε στους Νεαπολίτες, οι οποίοι το τοποθέτησαν με ευλάβεια στον Ιερό Ναό του Αγίου Ευσταθίου στη Νέα Νεάπολη του Περισσού. Από τότε άπειρα είναι τα θαύματα και οι ιάσεις που ενεργεί ο Άγιος Γεώργιος σε όσους με πίστη επικαλούνται το όνομά του. Από τις 2-11-1999, κατόπιν παρακλήσεως του Α΄ Μητροπολίτη κ.κ. Διονυσίου και ευγενούς παραχωρήσεως του Σεβασ. Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ.κ. Στεφάνου, τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου είναι θησαυρισμένο στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως, για μόνιμη ευλογία του χριστεπώνυμου πληρώματος της Ιεράς Μητροπόλεως. Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτη τιμάται στις 3 Νοεμβρίου.

2 Νοεμβρίου η μνήμη των Αγίων μαρτύρων Ακινδύνου , Πηγασίου , Ελπιδοφόρου , Αφθονίου και Ανεμποδίστου

0 σχόλια

2 Νοεμβρίου ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ, ΠΗΓΑΣΙΟΣ, ΑΦΘΟΝΙΟΣ, ΕΛΠΙΔΗΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΣ «Οι άγιοι αυτοί ήταν Πέρσες και από τους μεγάλους αξιωματούχους κοντά στον βασιλέα των Περσών Σαβώριο. Ο Ακίνδυνος λοιπόν, ο Πηγάσιος και ο Ανεμπόδιστος, από μεγάλη αγάπη προς την αληθινή πίστη ομολογούσαν τον Χριστό, και γι’ αυτόν το λόγο συνελήφθησαν. Τους κρέμασαν και τους κτύπησαν, ενώ στη συνέχεια το υς κατέκαψαν τα πλευρά με φωτιά. Επειδή ο βασιλιάς άρχισε να βλασφημεί τον Χριστό, οι άγιοι τον κατεδίκασαν σε αφωνία, από την οποία έπειτα τον έλυσαν. Κατόπιν τους άπλωσαν σε πυρακτωμένα σιδερένια κρεβάτια, αλλά έπεσε καταρρακτώδης βροχή που έσβησε τη φωτιά, ενώ με την προσευχή τους έριξαν το άγαλμα του Δία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να τους βάλουν σε λέβητες γεμάτους από μόλυβδο που κόχλαζε, μένοντας όμως ανέπαφοι. Μπροστά στο θαύμα αυτό ο Αφθόνιος πιστεύει στον Χριστό, γι’ αυτό και αμέσως του έκοψαν το κεφάλι. Τους έβαλαν στη συνέχεια σε βοδινούς θύλακες,κι ενώ τους έριξαν στη θάλασσα, σώθηκαν, γι’ αυτό και πίστεψε στον Χριστό και ο Ελπιδηφόρος, που ήταν ο πρώτος της Συγκλήτου, μαζί με επτά χιλιάδες ακόμη άλλους. Όλων αυτών έκοψαν αμέσως τα κεφάλια. Τα μαρτύρια των αγίων Ακινδύνου, Πηγασίου και Ανεμποδίστου συνεχίστηκαν: τους πέταξαν σε βόθρο γεμάτο από θηρία, κι αφού κι από αυτό έμειναν αβλαβείς, πίστεψε και η μητέρα του βασιλιά. Το τέλος της αθλήσεώς τους ήρθε όταν τους έβαλαν μέσα σε κάμινο πυρός». Δημιουργείται μία απορία, κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά σε μεγάλα και φοβερά μαρτύρια αγίων: πώς με τη χάρη του Θεού τα αντέχουν, τα υπερβαίνουν παραμένοντας αβλαβείς και ανέπαφοι, αλλά στο τέλος υποκύπτουν και φεύγουν από τη ζωή αυτή «ηττημένοι»; Από το συναξάρι για παράδειγμα των αγίων σήμερα φαίνεται ότι αυτοί, ενώ παρουσιάζονται ως οι αδύναμοι, είναι τελικώς οι ισχυροί: τα μαρτύρια δεν τους «αγγίζουν» δραστικά, οι ίδιοι προκαλούν και λύνουν την αφωνία στον βασιλιά, ρίχνουν με την προσευχή το άγαλμα του Δία. Πώς λοιπόν οι «υπερφυσικά δυνατοί» στο τέλος «χάνουν»; Η απάντηση μάλλον δεν πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα: Πρώτον∙ η χαρισματική υπέρβαση των μαρτυρίων φανέρωνε μέσω των αγίων την παντοδυναμία του Χριστού, η οποία λειτουργούσε ως πρόκληση για να αποκτήσουν πίστη σ’ Εκείνον οι καλοπροαίρετοι ειδωλολάτρες. Και φάνηκε: όχι μόνον ο Αφθόνιος και ο Ελπιδηφόρος, αλλά και η ίδια η μάνα του βασιλιά, όπως και χιλιάδες άλλοι, μεταστράφηκαν στην αληθινή πίστη. Με άλλα λόγια το μαρτύριο των αγίων λειτούργησε εκεί – και λειτουργεί πάντοτε σε όλους τους αιώνες – ως το δραστικότερο κήρυγμα, ως η σπουδαιότερη ιεραποστολή. Δεύτερον∙ παρ’ όλη την διά των αγίων φανερούμενη παντοδυναμία του Χριστού οι ίδιοι ηττώνται: φεύγουν από τη ζωή αυτή με τραγικό τρόπο. Αλλά με τον τρόπο αυτό μετέχουν του Πάθους του Κυρίου, επιβεβαιώνουν ότι «διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την Βασιλείαν του Θεού», εφαρμόζεται σ’ αυτούς το «διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν». Το μαρτύριο, όπως γνωρίζουμε, είναι ο μονόδρομος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι μέσα από το πάθος οι άγιοι δοξάζονται, καθώς γίνονται μέτοχοι της Αναστάσεως του Χριστού. Το μαρτύριο, ορθά βιούμενο, εκβάλλει πάντοτε στην Ανάσταση. Και το σημειώνει ο άγιος υμνογράφος: οι άγιοι απολαμβάνουν τώρα την τρυφή, εμφορούνται από το φως του Θεού, κλήρος τους έγινε η αιώνια ζωή. «Οι τρυφής απολαύοντες και φωτός εμφορούμενοι και ζωήν αιώνιον κληρωσάμενοι». Σπεύδει όμως ο υμνογράφος να διευκρινίσει αυτό που υφίσταται σε όλους τους αγίους: η μετά τον μαρτυρικό θάνατο των αγίων απολαβή στον Παράδεισο δεν σημαίνει διαγραφή του ενδιαφέροντός τους για την εδώ ζωή, με την έννοια της απάθειάς τους ως προς τους χειμαζόμενους εν Χριστώ αδελφούς τους στον κόσμο τούτο. Απολαβή στον Παράδεισο σημαίνει «πρόσωπον προς πρόσωπον» σχέση με τον Χριστό, πληρότητα ένταξης στη ζωή Εκείνου, συνεπώς και αύξηση της αγάπης τους προς τους συνανθρώπους τους. Δηλαδή, οι άγιοι ναι μεν βρίσκονται «ασφαλείς» στον Παράδεισο, αλλά το μυαλό τους και η καρδιά τους είναι εν αγάπη και σε εμάς, γι’ αυτό και προσεύχονται με τη δύναμη πια που έχουν στον Κύριο να μας σώζει από τους κινδύνους και όλες τις κακώσεις. «Κινδύνων λυτρώσασθε και δεσμών και φυλακής και παντοίας κακώσεως, τη θεόφρονι προς Θεόν παρρησία κεχρημένοι, και συμπάθειαν δεικνύντες, την αληθώς χριστομίμητον». Τα δεδομένα υφίστανται και τα ζούμε: και στον κόσμο τούτο ζούμε με θλίψεις και δοκιμασίες, αλλά και στον ουρανό έχουμε, πέραν βεβαίως του ίδιου του Θεού μας, εκείνους που ενδιαφέρονται για εμάς και δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ: τα εν Χριστώ σωσμένα αδέλφια μας. Τι καλά θα ήταν να συνειδητοποιούσαμε την αλήθεια αυτή και να προσπαθούσαμε καθημερινά να δημιουργούμε φιλικές σχέσεις με εκείνους που όντως μας αγαπάνε και που μέσα στην πανταχού παρουσία του Χριστού ευρισκόμενοι μας παρακολουθούν με συμπάθεια «χριστομίμητον», έτοιμοι να επέμβουν θεραπευτικά στη ζωή μας! Είναι σαν να έχουμε έτσι στα χέρια μας ένα ισχυρότατο όπλο, σαν την αξίνα που έχει ο ξυλοκόπος για να κόβει τα ξύλα. Αυτό μας διδάσκει και ο υμνογράφος για «την πενταφεγγή των Αθλητών λαμπάδα», τους σημερινούς αγίους: «Η πενταφεγγής των Αθλητών λαμπάς, ως εν δρυμώ ξύλων αξίνη, δαυτικώς εξέκοψε την πλάνην του εχθρού». (Η πενταφεγγής λαμπάδα των αθλητών, σαν αξίνα σε δάσος δέντρων, με δαυιτικό τρόπο έκοψε εντελώς την πλάνη του εχθρού).