ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

10 Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους

0 σχόλια




† ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ 
Ο Άγιος Χαράλαμπος

Ο ιερεύς της Μαγνησίας
Ο Άγιος Χαράλαμπος ο Ιερομάρτυς και θαυματουργός, γεννήθηκε στην Μαγνησία το 90 μ.Χ. περίπου και μαρτύρησε στα χρόνια των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης. Η Μαγνησία αυτή κατά πάσαν πιθανότητα ήτανε στη Θεσσαλία. Τα ερείπιά της σώζονται ακόμη κοντά στο χωριό που λέγεται «Μηλιές». Είχε το ευτύχημα να γεννηθή από γονείς ευσεβείς χριστιανούς που κρατούσανε την πίστι τους στο Χριστό με κίνδυνο της ζωής τους στους δύσκολους, αλλά ηρωικούς εκείνους χρόνους των διωγμών.
Στην Μαγνησία έζησε όλη του την ζωή ο Άγιος Χαράλαμπος. Εκεί σαν νέος, ήτανε φωτεινό παράδειγμα συνετής ζωής. Αργότερα η πίστις του στο Χριστό έγινε πιο φλογερή και η επιθυμία του να βοηθήση τους Χριστιανούς και τους ειδωλολάτρες, να σωθούνε, πιο μεγάλη. Δεν μπορούσε να ησυχάση, όταν σκεπτότανε, ότι υπάρχουν άνθρωποι μακρυά από το Χριστό, που δεν ξέρουν ποιος είναι ο προορισμός τους και γιατί ζουν εδώ στη γη.
Είναι κρίμα, έλεγε, είναι τρομερό, είναι αδιανόητο να ζούνε οι άνθρωποι στην πλάνη της ειδωλολατρείας και να πάνε κατόπιν στην Κόλασι.
Αφιερώθηκε, λοιπόν, εις την υπηρεσία του Χριστού. Έγινε ιερέας το 130 μ.Χ. Από την θέσι του τώρα αυτή, από το θείο αυτό αξίωμα της Ιερωσύνης, ανέλαβε τον μεγάλον αγώνα, αφ’ ενός ν’ ανοί­ξη τα μάτια του κόσμου και να δουν τον κίνδυνον από την ειδωλολατρικήν πλάνην και αφ’ ετέρου ν’ αγιάζη με τα μυστήρια τους πιστούς και να τους οδηγή στην τελειότητα. Μπροστά σε Χριστιανούς και ειδωλολάτρες, άρχισε τα φλογερά χριστιανικά κηρύγματά του. Καίτοι σ’ όλη του τη μακρά ζωή — έζησε 113 χρόνια — έγιναν πολλοί διωγμοί των Χριστιανών και αυτός ποθούσε το μαρτύριο, και δεν ελάμβανε κανένα μέτρο, εν τούτοις επέζησε, διότι ο Θεός τον εφύλαττε γι’ αργότερα. Εμαρτύρησε το 202 μ.Χ.

Γαλήνιος   μπροστά  στον οργισμένο  άρχοντα.
Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήτανε ένας ασεβής και χριστιανομάχος, ο Σεβήρος (193-211 μ.Χ.). Ο αυτοκράτορας αυτός και τα γράμματα αγαπούσε και τις τέχνες υποστήριζε και λαμπρές υπηρεσίες στη νομοθεσία προσέφερε. Μένει όμως εις αίσχος και εντροπήν του το ότι, όχι μόνο τον Χριστιανισμό δεν μπόρεσε να εννοήση, αλλά και τους Χριστιανούς σκληρά τους κατεδίωξε. Είχε κηρύξει φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις είχε διορίσει ηγεμόνες ειδωλολάτρες και είχε δώσει αυστηρές διαταγές. Όποιος ήτανε Χριστιανός, όποιος καταφρονούσε τα είδωλα, όποιος δεν ακολουθούσε τις διαταγές του, τον περίμεναν σκληρά βασανιστήρια και φρικτός θάνατος.
Ηγεμόνας στην περιοχή εκείνη της Μαγνησίας, που ζούσε ο Άγιος Χαράλαμπος, ήτανε τότε ένας κακόψυχος και θηριόψυχος, Λουκιανός ονομαζόμενος. Αυτός σκόρπιζε γύρω του την απειλή και την φοβέρα. Μόλις μάθαινε, ότι σε κάποια πόλι ή επαρχία υπήρχαν Χριστιανοί και ότι καταφρονούσαν τα είδωλα, έτρεχε εκεί μανιασμένος. Μάζευε τους Χριστιανούς και τους φυλάκιζε. Έπειτα άρχιζαν τα βασανιστήρια. Πλημμύριζαν με το αγνό τους αίμα οι πλατείες, οι χώροι συγκεντρώσεων, τα στάδια και οι δρόμοι.
Όταν έμαθε ο ηγεμόνας Λουκιανός την χριστιανική δραστηριότητα του Ιερέως Χαραλάμπους, ωργίσθηκε πολύ. Έξαλλος από το κακό του, έστειλε στρατιώτες στην Μαγνησία να τον συλλάβουν και να τον φέρουνε μπροστά του. Πράγματι οι απεσταλμένοι του Λουκιανού φέρανε σιδηροδέσμιο τον γέροντα κληρικό μπροστά στον ηγεμόνα. Ήτανε τότε υπέργηρος. Εκατόν δέκα τριών (113) ετών.
Ο ηγεμόνας τον κοίταξε με βλοσυρό και άγριο βλέμμα, και τον ρώτησε απειλητικά:
—  Γιατί, Γέροντα, καταφρονείς και παραβαίνεις τις βασιλικές διαταγές; Και γιατί μιλάς εναντίον των θεών μας;
—  Εγώ, του απήντησε ο Άγιος, υπακούω και υποτάσσομαι στον Βασιλέα των Ουρανών, τον Χριστόν μου. Γονατίζω ευλαβικά στα δικά Του προστάγματα, γιατί ξέρω πως είναι ποτισμένα με δικαιοσύνη, με αγάπη και σωτηρία της ψυχής. Ο δικός σας βασιλεύς διατάζει παράλογα πράγματα. Σας προστάζει να προσκυνάτε Θεούς αναίσθητους, νεκρά στοιχεία, είδωλα άψυχα. Σας νεκρώνει την ζωή και σας σκοτώνει την ψυχή. Ο ιδικός μου Βασιλεύς, ο Χριστός, μας οδηγεί στην λύτρωσι, στην αιωνία ζωή. Όποιος ζητήση με θερμή προσευχή και πίστι την δύναμίν Του, γίνεται και αυτός ισχυρός. Με την δύναμί Του γίνεται δυνατός. Με την δύναμί Του, εξαφανίζονται οι αρρώστειες και συντρίβονται οι δαίμονες...
—  Φθάνει, Γέροντα... αρκετά! Δεν έχω όρεξι ν’ ακούω τις ανοησίες σου. Το κήρυγμά σου, κράτησέ το για άλλους. Εγώ ένα έχω να σου πω. Κι’ αυτό είναι το συμφέρον σου. Προσκύνα τα είδωλα, γιατί έτσι μονάχα θα μπορέσης να γλυτώσης τα βασανιστήρια, που σε περιμένουν... Τ’ ακούς, ξεροκέφαλε;
Ο Άγιος χαμογέλασε και του είπε:
— Κακώς νόμισες, ότι έναν ιερέα του Χριστού θα τον τρομάξουνε οι φοβέρες για βάσανα και θάνατο. Εγώ έπρεπε να είχα κοιμηθή προ πολλού. Και εάν με θανατώσης, θα μου δώσης εκείνο, που περιμένω. Άλλωστε ημείς οι Χριστιανοί τα βάσανα και το θάνατο δεν τα αποφεύγομε, αλλά τα θέλουμε και τα ποθούμε. Γιατί ημείς είμεθα εξοικειωμένοι με τους αγώνες και τους πολέμους και όπως οι γενναίοι στρατιώτες, δεν επιθυμούμε τον ήσυχο θάνατο της κλίνης, αλλά τον δοξασμένο της μάχης.
— Είσαι γέροντας και λυπούμαι τα γεράματά σου, να σε βάλω σε βασανιστήρια, είπε ο Λουκιανός.
— Ας είμαι γέροντας. Μη με λυπάσαι καθόλου. Αλλά να μάθης, ότι στους ιδικούς μας αγώνας το παν είναι η ψυχή. Αυτή δεν γηράσκει με την ηλικία. Αμφιβάλλεις, Έπαρχε, γι’ αυτό; Δοκίμασε. Και θα δης, ότι οι δήμιοί σου θα κουρασθούνε και ο ιερεύς Χαράλαμπος, με την χάριν του Χριστού, δεν θα τους πη να τον λυπηθούνε. Άλλωστε, χωρίς στερήσεις, χωρίς υπομονή και χωρίς βάσανα, πως θα κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών; Αυτά, άρχοντά μου, τα βάσανα, μας ανοίγουν τις πόρτες της αιωνίου ευτυχίας. Υπάρχει καλλίτερο από τα βάσανα; Αυτά μας φέρνουνε κοντά στον Χριστό μας. Γιατί, λοιπόν, να τ’ αποφεύγουμε; Έπειτα όλα αυτά περνούν τόσο γρήγορα!

Τον γδέρνουν!
Έπειτα από την σταθερή αυτή απάντησι το συμβούλιο των αρχόντων τα έχασε. Του φέρανε όμως μπροστά του όλα τα σύνεργα των βασανιστηρίων, για να τον φοβίσουν και για να τον κλονίσουν. Του τα δείξανε ένα προς ένα. Του είπανε, πώς σχίζονται με αυτά οι σάρκες, πώς τσακίζονται τα κόκκαλα και πώς βγαίνουν τα νύχια. Ο Άγιος τα κοίταζε με αδιαφορία και απάθεια.
— Ξεροκέφαλε, του λέγει ο Έπαρχος, μη σκέ­φτεσαι καθόλου. Θυσίασε στους μεγάλους θεούς μας. Το καταλαβαίνεις;
— Αυτό, τους αποκρίθηκε, δεν θα γίνη ποτέ. Δεν είμαι ανόητος να ζητώ την καταστροφή μου. Δεν πουλάω την ψυχή μου στον Σατανά. Μια ζωή ολόκληρη προσφέρω θυσία στο Χριστό και τώρα να την προσφέρω στο Σατανά; Θεός φυλάξοι!
Από τα λόγια του αυτά οι άρχοντες των ειδωλολατρών αγριέψανε και γίνανε θηρία. Οργή και μίσος απάνθρωπον και κακία απερίγραπτος φούντωσε στις καρδιές τους. Διέταξαν αμέσως να γδάρουν τον υπέργηρον Ιερέα του Υψίστου ζωντανόν! Δεν λυπηθήκανε οι αλητήριοι τα βαθειά γηράματά του. Δεν σεβαστήκανε τα 113 του χρόνια!
Τον γύμνωσαν αμέσως, του πετάξανε καταγής την ιερή στολή του και αρχίσανε το απάνθρωπο γδάρσιμο. Αρχίσανε από την κεφαλήν και κόβανε και χωρίζανε το δέρμα από τις σάρκες. Ο πόνος ήτανε φοβερός, τρομερός, αβάστακτος. Ο Άγιος όμως σφίγγει τα δόντια του. Κρατάει γερά. Προσεύχεται και λέγει:
— Θεέ μου, Σε ευχαριστώ, διότι μου έκανες την μεγάλην τιμήν και μου έδωσες την περιπόθητη ευκαιρία να καταταγώ μεταξύ των Μαρτύρων. Θεέ μου βοήθησέ με. Δος μου υπομονή να μείνω πιστός. Σας ευχαριστώ και σας, παιδιά μου, που μου βασανίζετε το σώμα. Μ’ αυτό, που κάνετε, μου χαρίζετε την ευτυχία της ψυχής και την ατελείωτη χαρά της Βασιλείας του Θεού.
Ενώ όμως έλεγε αυτά ο Άγιος, όλοι όσοι τον βλέπανε (οι στρατιώτες, οι δούλοι, οι βασανισταί και οι άρχοντες), μένανε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσανε να καταλάβουνε ποιο ήτανε εκείνο που μέσα σ’ αυτόν τον μεγάλο πόνο, έδιδε στον Μάρτυρα τόση δύναμι και τόση ευτυχία. Δύο μάλιστα δήμιοι, που τον γδέρνανε, ο Πορφύριος και ο Βάπτος, όταν είδανε την υπομονήν του Μάρτυρος, για να κερδίση την Βασιλεία του Θεού, πιστέψανε. Πετά­ξανε τα μαχαίρια και φωνάξανε:
— Είμαστε και ημείς Χριστιανοί! Φιλούσανε έπειτα τον Άγιο και του ζητούσανε να τους συγχω­ρέση.
Ο Έπαρχος τότε διέταξε και τους απεκεφάλισαν. Με χαρά το δέχτηκαν. Τότε και τρεις γυναίκες είπανε δυνατά:
— Και εμείς πιστεύουμε στο Χριστό !
Χαρούμενες  και αυτές   μαρτυρήσανε για το Χριστό. Η Εκκλησία τους γιορτάζει και τους 5 την 10ην Φεβρουαρίου μαζί με τον Άγιον Χαράλαμπον.

Στομώνουν οι χειράγρες
Του είχανε γδάρει το κεφάλι οι δυο δήμιοι, που μαρτυρήσανε. Οι άλλοι, που τους διεδέχθησαν, αρπάξανε τις χειράγρες. Αυτές ήσανε κάτι σαν σιδερένια χέρια με μυτερά νύχια. Αρχίσανε λοιπόν μ’ αυτές, απάνθρωπα να τους ξεσχίζουν τις σάρκες. Τρομερό το μαρτύριο. Ο Άγιος παρέμεινε προσευχόμενος.
Ξαφνικά όμως, συνέβη κάτι το περίεργο και θαυμαστό: Οι χειράγρες, τα σατανικά δηλ. όργανά τους, με τα οποία τραβούσανε λωρίδες από το κορμί του Αγίου, στομώσανε! Δεν μπορούσανε να σχίσουν το δέρμα και τις σάρκες του Αγίου! Τότε οι βασανισταί λέγανε κατάπληκτοι:
— Τί συμβαίνει; Μήπως αυτός εδώ είναι ο ίδιος ο Χριστός και ήλθε να μας τιμωρήση; Μήπως ο Θεός, που πιστεύει ο Χαράλαμπος, είναι αληθινός και γι’ αυτό στομώνει τις χειράγρες;
Τότε ένας δούκας, που άκουσε αυτές τις συζητήσεις, θύμωσε πολύ. Σηκώθηκε και βρίζοντας στρατιώτες, δούλους και βασανιστάς, τους είπε:
— Είστε χαμένοι, είστε παράλυτοι, είστε ανίκανοι, τρέμουνε τα χέρια σας... Τώρα θα του δείξω εγώ... Αρπάζει αμέσως, αυτός μόνος του, τις χειράγρες και μανιασμένος θέλησε να τις μπήξη στο γέρικο υπεραιωνόβιο και ασκητικό κορμί του Ιερομάρτυρα. Ο Θεός όμως, για να ενισχύση την πίστι του Αγίου και για να του δείξη, ότι βρίσκεται κοντά του και παρακολουθεί τους πόνους του, έκαμε το θαύμα Του. Κόπηκαν αμέσως τα χέρια του δούκα από τους αγκώνας και κάτω και μείνανε κολλημένα με τις χειράγρες στο σώμα του Αγίου! Τρομαγμένος τότε ο δούκας, πονώντας και αυτός αφόρητα, έπεσε χάμω, φωνάζοντας, κλαίγοντας και λέγοντας:
— Βοηθήστε με. Αυτός εδώ είναι επικίνδυνος. Μου έκοψε τα χέρια. Σώστε με... Σώστε με. Βοηθήστε με... Είναι μάγος...
Τότε ο ηγεμόνας πλησίασε και σαν είδε τα χέρια του δούκα κρεμασμένα από το σώμα του Μάρτυρα, από το κακό του έγινε έξω φρενών και έφτυσε τον Άγιο στο πρόσωπο. Ο Θεός όμως του το έδωσε και αυτού αμέσως το θαύμα. Στράβωσε αμέσως ο λαιμός του και κύτταζε τώρα το πρόσωπό του προς την πλάτη του! Ήτανε ο δυστυχής ένα ελεεινό και αξιολύπητο θέαμα.
Ο λαός της Μαγνησίας, που έβλεπε αυτές τις τιμωρίες του Θεού φοβήθηκε και παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:
— Σταμάτα, σε παρακαλούμεν, Άγιε, την οργήν του Κυρίου. Μην ανταποδίδης κακόν αντί κακού. Αλλά όπως λέγει ο Χριστός, ευεργέτησε εκείνους, που σε μισούν.
— Ζη Κύριος ο Θεός μου, αποκρίθηκε ο Άγιος. Σας βεβαιώ, δεν το κάνω εγώ από κακία, αλλά τους τιμωρεί ο Κύριος, διότι είναι κακοί και ασεβείς. Το κάνει ο Κύριος ακόμη και διότι θέλει να τα βλέπετε σεις και να γίνουν παράδειγμα, για σας. Θέλει να Τον πιστέψετε, να Τον ακολουθήσε­τε και να σας δώση την αιώνια ζωή και Βασιλεία.
Το πλήθος τότε φώναξε συγκινημένο προς τον Κύριο, λέγοντας:
— Μην κάνης να χαθούμε, Δέσποτα. Αλλά συγχώρησέ μας σε ό,τι Σου φταίξαμε. Τότε πολλοί από αυτούς, που είδανε με τα μάτια τους τη Δύναμι του Θεού και τα θαύματα, πιστέψανε. Αλλά και ο δούκας τώρα παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:
— Άγγελε του Θεού και ουράνιε άνθρωπε, βοήθησέ με τον ταλαίπωρον. Εγώ υποφέρω από πόνους τρομερούς, αλλά και συ έχεις επάνω σου το βάρος των κομμένων χεριών μου. Γιάτρεψέ με σε παρακαλώ, για να απαλλαγώ εγώ από τους πόνους και συ από το βάρος. Σου υπόσχομαι, ότι αν γιατρευθώ, θα πιστέψω στον δικό σου τον Θεό. Ο Άγιος τον λυπήθηκε και προσευχήθηκε στον Κύριο ως εξής:
— Σε ευχαριστούμεν, Δέσποτα, διότι πάντοτε μας προστατεύεις. Ίδε τώρα την ταπείνωσιν των πεπεδημένων δούλων Σου και λύσε τους από τα αόρατα αυτά δεσμά, εις δόξαν του Αγίου Ονόματός Σου.
Μόλις είπεν τα λόγια αυτά, ακούστηκε από τον Ουρανό φωνή, που του έλεγε:
—Χαίρε, αθλητά Χαράλαμπε, συνόμιλε των Αγγέλων και ομότροπε των Αποστόλων. Ήκουσα την δέησίν σου και δίδω την ίασιν εις τους ασεβείς.
Αυτοστιγμεί τότε γιατρεύτηκαν όλοι, όσοι τιμωρήθηκαν! Ο δούκας που του αποκαταστάθηκαν τα χέρια του σαν πρώτα, πίστεψε στον Χριστό και βαφτίστηκε. Και ο ηγεμόνας που επανήλθε το πρόσωπό του στη θέσι του, σταμάτησε τον διωγμό κατά των Χριστιανών μέχρις ότου αναφέρει τα γενόμενα στον βασιλέα.
Ο Άγιος μεταφέρθηκε εν συνεχεία στο σπιτάκι του. Αυτό το σπίτι του έγινε προσκύνημα. Πηγαίνανε οι κάτοικοι της Μαγνησίας και των περιχώρων και τον βλέπανε. Κατάκοιτος και εξαντλημένος από όσα έπαθε, από το κρεββάτι του, τους δίδασκε τι πρέπει να κάνουν, για να σωθούνε. Εξωμολογούντο τις αμαρτίες τους. Αλλά και πολλοί ειδωλολάτρες πιστεύανε και εβαπτίζοντο.
Τότε, μετά το μαρτύριό του, ο Άγιος έκανε πολλά θαύματα και πολλές θεραπείες ασθενών. Τυφλοί αναβλέπανε, κουτσοί περιπατούσανε, δαιμονιζόμενοι απαλλάσονταν από τα δαιμόνια και βρί­σκανε γαλήνη. Και πολλές άλλες αρρώστειες με την ευχή του Αγίου εξαφανιζόντανε. Ακόμη και αναστάσεις νεκρών έγιναν με την προσευχή του Αγίου.

Καρφιά στη ράχη του
Ο ηγεμόνας όμως βλέποντας αυτά τα θαυμάσια, σηκώθηκε και πήγε μόνος του στο βασιληά. Του ανέφερε καταλεπτώς δια τον Άγιο όλα όσα συνέβησαν. Ο ασεβής Σεβήρος, αντί να πιστέψη, μόλις τ’ άκουσε, άναψε από τον θυμό του και έλεγε:
— Γιατί αμελείτε θεοί αιώνιοι, και δεν εξολοθρεύετε από προσώπου της γης αυτούς τους ασεβείς, που σας υβρίζουνε, και σας εμπαίζουνε;
Αμέσως κατόπιν έστειλε αρκετούς στρατιώτες με την διαταγή να καρφώσουν σ’ όλη τη ράχη του Μάρτυρος καρφιά κατόπιν να τον σύρουν από την Μαγνησία σε κάποια άλλη πόλι, Αντιόχεια ονομαζομένη. Δεν φαίνεται να ήταν η μεγάλη Αντιόχεια της Συρίας, διότι ήτανε πολύ μακρυά. Κατά δε την αρχαιότητα υπήρχαν και άλλες είκοσι οκτώ πόλεις, που έφεραν το όνομα Αντιόχεια.
Πράγματι! Πήγανε οι στρατιώτες και μπήξανε τα καρφιά με πολλή σκληρότητα και ασπλαχνία στο σώμα του Μάρτυρος. Κατόπιν τον δέσανε από την μεγάλην γενειάδα του και τον τραβούσανε αλύπητα οι απάνθρωποι, χωρίς καθόλου να σκεφθούν τα βαθειά γεράματά του.

Στην φωτιά να τον κάψουν
Έπειτα από αυτό οι στρατιώτες φοβηθήκανε και πήγανε τον Άγιο με άνεσιν στην Αντιόχεια. Δεν θελήσανε όμως και να παραβούν το πρόσταγμα του άρχοντός των.
Αλλά ο διάβολος μετασχηματίστηκε σαν γέροντας και φάνηκε στον Σεβήρο λέγοντας:
— Αλλοίμονό σου, βασιλεύ. Εγώ είμαι ο βασιλεύς των Σκυθών και ήλθε στην πατρίδα μου ένας μάγος, που τον λένε Χαραλάμπη, αυτός μου πήρε όλους τους στρατιώτες και ήλθα να σου το πω για να φυλαχθής να μη πάθης και συ το ίδιο.
Αυτό τον εξαγρίωσε τον Σεβήρο εναντίον του Αγίου. Γι’ αυτό όταν φέρανε μπροστά του τον Άγιο διέταξε να του καρφώσουν στο στήθος μια μεγάλη σούβλα. Κατόπιν να φέρουν ξύλα, ν’ ανάψουν φωτιά και να καίνε τον Άγιο, ώσπου να ξεψυχήση.
Περάσανε λοιπόν τη σούβλα στον Άγιο και επί πολλή ώρα τον καίγανε, αλλά δεν έπαθε τίποτε ο Άγιος, διότι η φωτιά έσβυσε. Ο Άγιος λες και ξανάνοιωσε. Στεκότανε ευθυτενής και ροδοκόκκινος.
Τότε ο βασιλεύς είπε να τον λύσουν και να τον πάνε κοντά του. Πράγματι τον λύσανε. Και ο βασιλεύς, δια να δικαιολογηθή του είπε:
— Σου τα έκαμα αυτά τα μαρτύρια από φόβο διότι μου είπε ο βασιλεύς των Σκυθών ότι είσαι μεγάλος μάγος... Σε παρακαλώ να μην μνησικακήσης εναντίον μου και σε ό,τι σε ερωτήσω να μου απηντήσης. Πες μου πρώτα πόσων χρονών είσαι.
— Εκατόν δέκα τριών χρονών, του απάντησε ο Άγιος.
— Αφού λοιπόν τόσα χρόνια έζησες, πώς δεν έχεις λίγο μυαλό να γνωρίσης τους αθανάτους θεούς, παρά κάθεσαι και προσκυνάς τον Χριστόν, σαν να είσαι ανόητος;
— Επειδή, του αποκρίθηκε ο Άγιος, τόσα πολλά χρόνια έζησα, εγνώρισα την Αλήθεια και προσκυνώ τον Αληθινό Θεό, τον Παντοδύναμο και Πα­νοικτίρμονα!

Τα δύο θαύματα
— Άκουσα, λέγει ο βασιλεύς, ότι μπορείς και νεκρούς ν’ αναστήσης.
— Αυτό, του απήντησε, μόνον ο Δεσπότης — Χριστός μπορεί να το κάμη, όχι άνθρωπος. Τότε ο Σεβήρος διέταξε και φέρανε εκεί ένα δαιμονισμένο, που βασανιζότανε ο δυστυχής από τον σατανά 36 χρόνια. Όταν αυτός έφθασε κοντά στον Άγιο, λες και καιγότανε από φωτιά, πονούσε τρομερά, γι’ αυτό φώναζε ο δαίμονας:
— Σε παρακαλώ, δούλε του Χριστού, μη με βασανίσης, αλλά ειπέ ένα λόγο και βγαίνω. Και αν θέλης να διατάξης, θα σου πω, διατί μπήκα σε αυτόν τον άνθρωπον.
— Λέγε, ακάθαρτο πνεύμα, του είπε ο Άγιος.
— Αυτός, είπε το πονηρόν πνεύμα, έκλεψε τα πράγματα του γείτονά του και κατόπιν εσκότωσε τον κληρονόμον του. Και αφού τον βρήκα σε τέτοια αμαρτία, μπήκα μέσα του και τον βασανίζω τώρα 36 χρόνια.
Τότε ο Άγιος επετίμησε τον δαίμονα και εξήλθε.
—Πραγματικά, Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, είπε θαυμάζοντας ο βασιλεύς. Έπειτα από τρεις ημέρες, απέθανε κάποιος νέος. Και ο βασιλεύς λέγει στον Άγιο:
—Ανάστησέ τον αυτόν τον νεκρόν αν μπορής.
Ο Άγιος για να δοξασθή το όνομα του Θεού, έκαμε πολλή προσευχή και αναστήθηκε ο νεκρός. Αυτό έκαμε μεγάλη κατάπληξιν σε όλους και πολλοί από τον όχλον πιστέψανε στον Χριστό. Ο πορωμένος όμως έπαρχος Κρίσπος είπε στον βασιλέα:
—Θανάτωσέ τον επί τέλους αυτόν τον άνθρω­πον, γιατί με τις μαγείες του κάνει αυτά τα τερατουργήματα.
Αμέσως τότε ο Σεβήρος άλλαξε γνώμην και λέγει προς τον Μάρτυρα.
— Θυσίασε, Χαράλαμπε, στους θεούς για ν’ απαλλαγής από τα βασανιστήρια.
— Όσο περισσότερο με βασανίσης, του είπε ο Άγιος, τόσο περισσότερο ευφραίνεται η ψυχή μου.
Τότε εξεμάνη ο βασιλεύς και διέταξε να του συντρίψουν με πέτρες τις σιαγόνες, και να κάψουν με λαμπάδες την γενειάδα και το πρόσωπόν του. Το πυρ όμως λες και είχε λογική, πήδησε και έκαψε όσους στεκόντουσαν κοντά.
Θαυμάζοντας με αυτά, που έβλεπε, ρωτούσε τους γύρω του άρχοντας ο βασιλεύς ποιος είναι ο Χριστός, που κάμνει τέτοια τερατουργήματα. Ο Κρίσπος, που ήταν έπαρχος είπε περιφρονητικά:
—Γεννήθηκε από μια γυναίκα, που την λέγανε Μαρία, ανύπαντρη και αμαρτωλή...
—Μη βλασφημάς έπαρχε, του είπε ο Αρίσταρχος, διότι εσύ δεν ξεύρεις από τέτοια μυστήρια.

Οι τύραννοι αιωρούνται
Τότε ο βασιλεύς μανιασμένος, γιατί δεν μπορούσε να κάμη τίποτε στον Άγιο γύρισε προς τον ουρανό και έρριχνε βέλη επάνω στον αέρα λέγοντας.
— Κατέβα, Χριστέ, αν είσαι Θεός στη γη να πολεμήσουμε. Τότε όμως έγινε μεγάλος σεισμός. Φόβος και τρόμος κατέλαβε όλους. Από το σεισμό φαινότανε ο ουρανός ότι εσεί­ετο σαν ένα δένδρο. Αστραπές και βροντές μεγάλες ηκούοντο και αίφνης ο βασιλεύς Σεβήρος και ο έπαρχος Κρίσπος κρεμαστήκανε ψηλά στον αέρα. Φώναζε δε τότε ο βασιλεύς προς τον Άγιον λέγοντας:
— Κύριε μου Χαράλαμπε, δίκαια τα παθαίνω. Παρακάλεσε όμως τον Κύριο και Θεό σου να με γλυτώση από την τιμωρία αυτή και εγώ υπόσχομαι να γράψω σε όλες τις πόλεις να δοξάζηται το Όνομά Του.
Τότε ήλθε εκεί και η κόρη του βασιλέως, που την λέγανε Γαλήνη και του λέγει:
—Πίστεψε στον Κύριο για να σε γλυτώση και να σε λύση απ’ αυτά τα δεσμά, γιατί είναι Οικτίρμων και Πανάγαθος. Πίστεψε, γιατί αυτός ο Χριστός είναι Αληθινός, Θεός Αθάνατος. Όταν τα είπε αυτά προσκύνησε τον Άγιο και του είπε:
—Παρακάλεσε τον Κύριο ν’ απαλλάξη τον πατέρα μου από αυτούς τους πόνους και εάν μεν πιστέψη θα γίνη μεγάλο καλό, εάν όχι θα έχης τουλάχιστον εσύ τον μισθόν σου μετά θάνατον.
Τότε προσευχήθηκε ο Άγιος και σταμάτησε η οργή του Θεού. Κατέβηκαν στη γη ο βασιλεύς και ο έπαρχος και επήγανε στο παλάτι. Μείνανε τρεις ημέρες έχοντας στο νου τους διαρκώς τον φόβον του Θεού και την οργήν Του.

Η Αγία Γαλήνη
Η κόρη του βασιλέως Γαλήνη είδε εν τω μεταξύ ένα όραμα και το ανέφερε στον Άγιο.
—Μου φάνηκε, του είπε, πως βρέθηκα σε ένα περιβόλι ωραιότατο, που είχε δένδρα ευωδέστατα και κρυστάλλινη πηγή. Εκεί κοντά ήτανε ο πατέρας μου και ο έπαρχος, αλλά ο φύλαξ του κήπου τους έδιωξε με μια πύρινη ράβδο, εμένα όμως με εσήκωσε και με έβαλε μέσα με τιμή και μου είπε:
— Σε σένα δόθηκε η κατοικία αυτή και σε όσους σου ομοιάζουν για να ευφραίνεσθε μαζί πάντοτε. Αυτά είδα και σε παρακαλώ, διδάσκαλε, να μου τα εξηγήσης.
— Ο κήπος, της αποκρίθηκε ο Άγιος, που είδες είναι ο Παράδεισος των δικαίων και εναρέτων εις τον οποίον σε έβαλε ο Δεσπότης - Χριστός. Και τούτο γιατί Τον πίστεψες. Τον πατέρα σου όμως και τον έπαρχο τους έδιωξε γιατί δυστυχώς θα αποστατήσουν πάλιν από Αυτόν και θα μας κακοποιήσουν οι δυστυχείς και αχάριστοι.
Έπειτα από τριάντα ημέρες ο Σεβήρος άλλαξε γνώμη. Κάλεσε τον Άγιον και του είπε:
— Θυσίασε στους θεούς. Μ’ αυτό θα υπακούσης στην εντολήν μου και θα τιμήσης τον εαυτόν σου.
— Τα λόγια σου, βασιλεύ, είναι πικρά και ασύνετα. Δεν πρέπει να συμμορφωθώ σ’ αυτά, εγώ είμαι δούλος του Θεού και σ’ Αυτόν υπακούω.
Του κακοφάνηκε του βασιληά, που του αντιμίλησε. Γι’ αυτό διέταξε να βάλουν στον στόμα του ένα χαλινάρι, σαν να ήταν άλογο, και να τον σύρουν σ’ όλη την πόλι για να τον ρεζιλέψουν. Το είπαν και το κάμανε. Ο Άγιος όμως στο διάστημα αυτό προσευχότανε λέγοντας:
— Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ έπλασες τον άνθρωπον και τον τίμησες με την θείαν Σου Εικόνα. Επίβλεψε και ίδε την μανίαν του εκτελεστού τυράννου διότι τα παθαίνω αυτά για το Όνομά Σου το Άγιον.

Στο σπίτι της ακόλαστης χήρας
Τότε θύμωσε ο τύραννος κι’ έστρεψε την οργή του στον Άγιο, που δίδαξε την Γαλήνη. Και για να τον εξευτελίση διέταξε να τον παραδώσουν σε μια χήρα και ακόλαστη γυναίκα για να τον φυλά­ξη στο σπίτι της. Αλλά ο Θεός τον εφύλαξε από τον εξευτελισμόν ως εξής:
Μόλις πήγε ο Άγιος στο σπίτι της ακούμπησε σε ένα ξηρόν ξύλινο στύλο. Και ω! του θαύματος αμέσως ο ξηρός στύλος εβλάστησε κι’ έκανε τόσα κλωνάρια ώστε εγέμισε όλο το σπίτι. Η χήρα εκείνη μόλις είδε τέτοιο παράδοξο θαύμα προσκύνησε τον Άγιο και του είπε;
— Πήγαινε από το σπίτι μου κύριε, γιατί δεν είμαι αξία για να είσαι κοντά μου.
— Μη φοβάσαι παιδί μου, της είπε ο Άγιος, πίστεψε μονάχα στον Κύριο, που είναι Θεός σπλαχνικός.
Την άλλην ημέρα, που είδαν οι γείτονες της χήρας τέτοιο μεγάλο δένδρο με άνθη και καρπούς μέσα στο δωμάτιό της, εθαύμασαν και μπήκανε μέσα στο σπίτι. Βρήκανε εκεί τον Άγιο, που δίδασκε και τον ερώτησαν:
— Πες μας, συ είσαι ο Χριστός, που λένε;
—Όχι, τους απάντησε. Εγώ είμαι δούλος του Δεσπότου — Χριστού του Αληθινού Θεού και με την Χάριν Του και την δύναμίν Του κάμνω τα θαύματα.
Τότε η γυναίκα εκείνη τους είπε την υπόθεσιν και εγκωμίαζε τον Άγιον. Όλοι τους δε τον προσκύνησαν, πιστέψανε στον Χριστό και βαπτιστήκανε. Την άλλην ημέρα ανήγγειλαν στο βασιληά το θαυμαστό αυτό γεγονός. Και ενώ όλοι εθαυμάζανε, ο πορωμένος έπαρχος είπε:
—Πρόσταξε βασιλεύ ν’ αποκεφαλίσουν αυτόν τον πλάνον, για να μην μείνη και κάνη και άλλα τέρατα και σημεία και πιστέψουν στον Χριστό περισσότεροι.

Τέλος ειρηνικόν
Πράγματι ο βασιλεύς εξέδωκε εναντίον του Αγίου την καταδικαστικήν απόφασιν. Οι δήμιοι επήραν την απόφασιν, πήρανε και τον Άγιο και τον φέρανε στον τόπο της θανατικής εκτελέσεως.

Ο Άγιος Χαράλαμπος καιόμενος επί της πυράς
Ο Άγιος όμως στο δρόμο, καθώς έσερνε τα κουρασμένα και πληγωμένα και γέρικα πόδια του, προσευχότανε με ψαλμούς προς τον Κύριον, που τους ήξερε απ’ έξω. Έλεγε μεταξύ των άλλων και τον εκατοστό ψαλμό:
«Έλεος και κρίσιν άσομαί Σοι Κύριε...».
Όταν ο Άγιος έφτασε εκεί σήκωσε τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό και προσευχήθηκε:
— Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, είπε, γιατί είσαι ελεήμων και φιλάνθρωπος. Συ Παντοδύναμε εκτύπησες τον εχθρόν μας διάβολον. Συ εκτύπησες και τον Άδην με το να απαλλάξης από τον θάνατο το ανθρώπινο γένος. Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου.
Τότε συνέβη και το εξής θαυμαστόν. Ανοίξα­νε για μια στιγμή οι Ουρανοί, φάνηκε ο Χριστός με πλήθος Αγγέλων. Κατέβηκε κοντά του και του λέγει:
—  Έλα, προσφιλέστατε και αγαπημένε μου Χαράλαμπε, που τόσο πολύ κακοπάθησες, για τ’ Όνομά Μου. Ζήτησέ Μου ποίαν χάριν θέλεις και θ’ ακούσω την δέησίν σου.
—  Και το ότι αξιώθηκα, αποκρίθηκε ο Μάρτυρας, να ιδώ την φοβεράν δόξαν της παρουσίας Σου, αυτό είναι μεγάλο χάρισμα σ’ εμένα τον ελάχιστο. Αλλά επειδή η αγαθότης Σου, Κύριε, με προστάζει να Σου ζητήσω χάρι, παρακαλώ να μου κάνης την εξής:
Σε όποιο τόπο βρεθή τεμάχιο από το λείψανόν μου και σ’ όποια χώρα γιορτάζουν το μαρτύριό μου, να μην γίνη εκεί ποτέ πείνα, ούτε πανώλης που θα θανατώνη τους ανθρώπους πρόωρα. Ούτε πονηρός άνθρωπος που να βλάπτη τους καρπούς, αλλά να είναι σ’ αυτόν τον τόπον ειρήνη σταθερή, ψυχών σωτηρία και σωμάτων θεραπεία. Να είναι αφθονία σίτου, οίνου, ελαίου, τετραπόδων και άλλων χρησίμων πραγμάτων.
Τύλαγε δε γερά τα βόδια και όλα τα τετράποδα ζώα των ανθρώπων για να γεωργούν τη γη και να δοξάζηται το Όνομά Σου. Συγχώρεσε, Κύριε, σε παρακαλώ και τις αμαρτίες των, ως Αγαθός και Φιλάνθρωπος.
—Να γίνη πιστέ Μου δούλε, το θέλημά σου! Είπε ο Κύριος και αμέσως εξηφανίσθη.
Μετά ταύτα, ο Άγιος παρέδωσε αμέσως την αγιασμένη του ψυχή στο Χριστό ειρηνικά, πριν προλάβη ο δήμιος να του κόψη την κεφαλήν! Ο Θεός δεν θέλησε να ταλαιπωρηθή περισσότερο. Αρκετά βασανίστηκε.

Τα άγια λείψανά του θαυματουργούν
Το Άγιό του λείψανο το παρέλαβε κατόπιν η μακαρία Γαλήνη και το ενεταφίασε μέσα σε χρυσή θήκη, αφού του έβαλε πολύτιμα μύρα και αρώματα. Κατόπιν το Άγιο και πανσεβάσμιο λείψανο του ενδόξου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, μοιράστηκε χάριν ευλαβείας στους απανταχού Ορθοδόξους Χριστιανούς. Διώχνει δε το Άγιο λείψανο τα βάσανα και κάθε ασθένεια, από όσους τον παρακα­λούνε.
Υπάρχουν και σήμερα σε πολλούς Ναούς και Μοναστήρια τεμάχια λειψάνων του Αγίου Χαραλάμπους. Η Αγία και πάντιμος Κάρα του βρίσκεται επάνω στα Μετέωρα της Θεσσαλίας, εις το Μοναστήρι του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάμνει δε συχνά παράδοξα κι’ εκπληκτικά θαύματα. Υπάρχει εκεί και φυλλάδα, που περιέχει τα θαύματα του Αγίου.
Ιδίως φυλάττει τους ανθρώπους από την φοβερή νόσο της πανώλους. Γι’ αυτό όσες φορές ενέσκηπτε η φοβερή αυτή αρρώστεια, κατεβάζανε οι Πατέρες την Αγία Κάρα του κάτω στις πόλεις και το κακό σταματούσε αμέσως. Το 1812 η τρομερή αρρώστεια της πανώλους εθέριζε όλη την Ήπειρο. Τότε κάποιος, Μολοσσός ονόματι, πατέρας του Ζώτου Μολοσσού, που έγραψε το λεξικό των Αγίων Πάντων, επήγε στα Μετέωρα κι’ έφερε στην Ήπειρο την Τιμία Κάρα του Αγίου Χαραλάμπους και σταμάτησε το θανατικό.
Επίσης πολλοί πιστοί την καλούνε στα σπίτια τους, την κατασπάζονται μ’ ευλάβεια και κάνουν Αγιασμό. Και έτσι απαλλάσσονται από κάθε κακό.
Το 1897   έγινε ο Ελληνοτουρκικός  πόλεμος. Τότε οι Τούρκοι πήρανε την Αγία Κάρα και την εκτύπησαν με χίλιους δυο τρόπους για να ανοίξη και να πάρουν μόνον το αργυρό κουτί της. Δεν μπο­ρέσανε όμως να το ανοίξουνε. Ο Θεός τους έδωσε την τιμωρίαν, γιατί κάνανε οι Τούρκοι και άλλες ιεροσυλίες. Αρρωστήσανε δε όλοι τους βαριά. Πεθάνανε τότε 35.000 Τούρκοι στην Θεσσαλία από τύφο δια θαύματος του Αγίου.
Όταν έμαθε ο Σουλτάνος, ότι χάθηκε τόσος πολύς στρατός στην Θεσσαλία, έγραψε στον Διοικητή του τουρκικού στρατού, Εδέμ, επίσημο γράμμα και τον ρωτούσε:
—Πώς χάθηκε αυτός ο στρατός, αφού δεν έγινε καμμιά μάχη με τους Έλληνας; Και ο Εδέμ απήντησε τότε ως εξής!
—Όσοι Τούρκοι χάλασαν Εκκλησίες και Μοναστήρια πεθάνανε από τύφο. Εγώ το χέρι του Θεού δεν μπόρεσα να Το εμποδίσω. Όλοι οι κακοί Τούρκοι κακώς απέθαναν!

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
Πολύ τιμάται σήμερα ο Άγιος Χαράλαμπος εις όλην την Ελλάδα. Εις τας Αθήνας υπάρχουν δύο Ναοί που γιορτάζουνε μεγαλοπρεπώς στις 10 Φεβρουαρίου. Ο Ένας είναι στα Ιλίσσια και ο άλλος στο πεδίον του Άρεως. Ιδιαιτέρως όμως τιμάται και μεγαλοπρεπώς εορτάζεται εις τα Φιλιατρά της Πελοποννήσου.
Το σπουδαίον είναι εις τον Άγιον αυτόν, ότι η μνήμη του διατηρείται μέχρι σήμερον τόσον ζωηρή, καίτοι πέρασαν αιώνες, και μολονότι δεν είχε συγγράμματα που να διαβάζονταν και να τον φέρνουν στο μυαλό μας. Πού οφείλεται αυτό; Ασφαλώς οφείλεται στην μεγάλην αγιότητά του, στα σκληρά μαρτύριά του και στα πολλά θαύματά του, που έχει κάμει μέχρι σήμερα και κάμει συνεχώς. Είναι δε τόσα πολλά τα θαύματά του, που για να γραφούν δεν έφθανε όχι μόνον το βιβλιαράκι αυτό, αλλά και πολύτομα και πολυσέλιδα βιβλία.
Αναφέρομεν ενδεικτικώς μόνον δύο θαύματά του σύγχρονα.

Πως έσωσε την πόλιν των Φιλιατρών
Το ένα έγινε στα Φιλιατρά το 1943, στο καιρό της μαύρης Κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς. Το θαύμα αυτό συνεκίνησε και συγκινεί μέχρι σήμερα, όχι μόνον τους Φιλιατρινούς, αλλά και όλους τους Έλληνας.
Το Γερμανικό Στρατηγείο από την Τρίπολι διέταξε τον Γερμανό Διοικητή των Φιλιατρών, Κοντάου ονόματι, για κάποιο σαμποτάζ που είχαν κάνει οι αντάρτες, να κάψουν την πόλιν των Φιλιατρών, να σκοτώσουνε ένα αριθμόν προκρίτων Φιλιατρινών και να συλλάβουνε 1.500 άλλους Φιλιατρινούς και να τους στείλουν στη Γερμανία, από όπου φυσικά δεν επρόκειτο να γυρίση κανένας πίσω.
Ο αξιωματικός Κοντάου έδωσε με την σειρά του διαταγή στους στρατιώτες του να προχωρήσουν την άλλη ημέρα στις έξη το πρωί με τα σύνεργα της καταστροφής, χωρίς οίκτο στην εκτέλεσι της διαταγής.
Αυτό, το έμαθε στην Τρίπολι ο ιεροκήρυξ Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος Κωτσάκης, που κατήγετο από τα Φιλιατρά, θλίψις και στενοχώρια κατέλαβε όλους, δεν ξέρανε τι να κάνουνε για να γλυτώσουν τα Φιλιατρά και τους Φιλιατρινούς. Επήρε κάποιον που εγνώριζε τα γερμανικά και πήγε στο σπίτι του Γερμανού στρατηγού στη Τρίπολι. Σταθήκανε στο διάδρομο. Αλλά ακούσανε μέσα στο γραφείο του στρατηγού φωνές, κακό, βρισιές, αναστάτωση μεγάλη. Κάποια Ελληνίδα τον τράβηξε από το ράσο να φύγη, για να μην τους εκτελέσουν επί τόπου και αυτούς.
Βγαίνοντας τότε ο ιεροκήρυξ, ειδοποίησε όλα τα σπίτια των Φιλιατρινών στην Τρίπολι να προσευχηθούν τη νύκτα στον Άγιο Χαράλαμπο, τον πολιούχο των Φιλιατρών για να βάλη το χέρι του. Αυτός δε κλείστηκε στο δωμάτιό του και προσευχότανε με πόνο. Το ίδιο κάνανε στα Φιλιατρά οι κάτοικοι, που κάτι μυριστήκανε και αυτοί.
Ο Άγιος άκουσε την προσευχή τους και έκανε το θαύμα. Ο Άγιος παρουσιάζεται την νύκτα στον Κοντάου που κοιμότανε. Παρουσιάστηκε σαν γέροντας σοβαρός, μεγαλοπρεπής, ιεροπρεπής, ιεροφορεμένος και με κατάλευκη γενειάδα. Ήτανε μια φυσιογνωμία, που δεν την είχε δη ποτέ στη ζωή του ο προτεστάντης ή μάλλον άπιστος Γερμανός. Ο σεβάσμιος γέροντας του είπε με γλυκύτητα:
—Άκουσε, παιδί μου, τη διαταγή που έλαβες να μην την εκτελέσης.
Το όνειρο ήταν ζωηρό και του έκανε εντύπωσι. Ξύπνησε και ξανακοιμήθηκε, αλλά με την απόφασι να εκτελέση την διαταγήν. Ξανά παρουσιάζεται ο Άγιος στον ύπνο του και του λέγει:
—Αυτό που σου είπα να κάμης. Την διαταγή να μη την εκτελέσης. Μη φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω να μην τιιμωρηθής.
Ξαναξύπνησε και στο μυαλό του στριφογύριζαν τα λόγια που του είπε. Αλλά ήταν αδύνατο να μην εκτελέση την διαταγή, διότι θα εκτελούσαν αυτόν οι Γερμανοί. Ξανακοιμήθηκε. Ξαναπαρουσιάζεται και εκ τρίτου ο σεβάσμιος γέροντας και του λέγει:
—Σου είπα να μην φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω και δεν θα τιμωρηθής. Θα σε φυλάξω δε εσένα και όλους τους άνδρας σου και θα γυρίσετε πίσω στα σπίτια σας, χωρίς να πάθη κανένας τίποτε.
Στην αρχή θέλησε να αρνηθή την εντολή του Αγίου Χαραλάμπους, και να παραστήση τον γίγαντα. Αλλά παρ’ όλη την αθεΐα του, λύγισε, διότι εν συνεχεία τη νύχτα εκείνη, ο Γερμανός αξιωματικός, όπως έλεγε ο ίδιος, άκουσε στον ύπνο του φωνές και κλάμματα, σαν προέρχωνται από τυραννισμένους ανθρώπους κάπου εκεί δίπλα στην αυλή του. Ύστερα πλησίαζαν ζωντανές μορφές, που έμοιαζαν σαν γυναίκες, γυναίκες πολλές, που κτυπούσαν κεφάλια και στήθια από αφόρητη δυστυχία και πόνο. Θρηνούσαν, αγανακτούσαν και καταριόντουσαν από πόνο για την σφαγή των παιδιών τους και των εγγονών τους, που επρόκειτο να γίνη. Όλες αυτές οι φωνές γίνανε υστέρα σύννεφο και ανέβαιναν προς τα ύψη του Ουρανού, χωρίς να πέφτη τίποτε στη γη.
Και ακόμη έβλεπε στον ύπνο του ο Γερμανός αξιωματικός κάτι σκοτεινόμακρα σύννεφα, που έβγαιναν από το δωμάτιό του και ανέβαιναν και σκίαζαν τον ήλιον, ο οποίος κρυβότανε από τα σύννεφα αυτά σαν να ήτανε άνθρωπος και σκοτείνιαζε τα πρόσωπα των στρατιωτών του. Άλλοι από τους Γερμανούς τρόμαζαν και άλλοι ζητούσαν βοήθειαν, κάμνοντας τον Σταυρό τους. Και όλοι τους τρέχανε να κρυφτούνε πίσω από τους κορμούς των ελαιών.
Από τον τρόμο του ξύπνησε. Πήγε να μιλήση, αλλά δεν μπορούσε, παρά κρατούσε ανοιχτό το στόμα του και κοίταζε την εικόνα του ονείρου του. Κοίταζε το γέρο εκείνο, που τον είδε μέσα στο όνειρό του τρεις φορές και ο οποίος είχε μορφή Αγίου της Ορθοδοξίας. Όταν συνήλθε από τους εφιάλτες, άρχισε να σκέφτεται το κακό, που επρόκειτο να γίνη: Να σκοτώνωνται άνθρωποι και σαν τα σκυλιά να μένουν άθαφτοι. Να καίγωνται σπίτια σε ένα λεπτό, που απαιτούσαν αιώνες για να κτισθούν!
Οι σκέψεις αυτές τον αναστάτωσαν. Αλλά πάλιν έλεγε:
—Εγώ είπα να κάψω την πόλιν. Και θα την κάψω.
Τότε έκλεισε τα μάτια του. Και ο γέρος, ο Άγιος Χαράλαμπος, εμφανίσθηκε ξανά μπροστά του απειλητικός και επίμονος. Με φωνή δε δυνατή και επιτακτική του είπε:
—Πρόσεξε! Η πόλις δεν θα καή και οι κάτοικοι δεν θα συλληφθούν. Είναι αθώοι. Το ακούς;
Σηκώθηκε τότε ο Γερμανός, στερέωσε τα γόνατά του, που τρέμανε και πήρε το τηλέφωνο. Με τρεμάμενη φωνή τηλεφωνούσε στη Τρίπολι, στο Γερμανό Διοικητή της Πελοποννήσου. Και ο Διοικητής εκείνος άνοιγε το στόμα του, για να δώση συμβουλές αλλά πάλιν κόμπιαζε. Πήγαινε να αγριέψη, για να εκτελεστή η διαταγή του, αλλά δεν μπορούσε. Τί είχε συμβή; Και ο ίδιος αυτός το ίδιο βράδυ είχε δη στο όνειρό του τον Άγιο Χαράλαμπο όπως τον είδε και τον περιέγραψε στο τηλέφωνο και ο αξιωματικός του από τα Φιλιατρά. Τελικά αποφάσισε και είπε στον αξιωματικό των Φιλιατρών:
—«Γράψατε. Αναστέλλω την καταστροφήν της πόλεως. Έλθετε αμέσως ενώπιόν μου αύριον μεσημβρία».
Όταν ξημέρωσε ανακοινώθηκε η ανάκλησις της αποφάσεως των Γερμανών. «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις». Ξεχύθηκαν στο άκουσμα χαρούμενοι οι άνθρωποι στα καφενεία, στη πλατεία, στους δρόμους...
Μια ομάδα, τότε από Γερμανούς στρατιώτες και υπαξιωματικούς, έχοντες στη μέση τον αξιωματικό τους Κοντάου και δυο Ορθοδόξους ιερείς, περνούσαν από τους δρόμους και πηγαίνανε από τη μια Εκκλησία στην άλλη. Αρχίσανε από τον Άη Γιάννη, από τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Αθανάσιο και τελικά κατευθυνόνταν προς την Παναγιά.
Ο αξιωματικός έψαχνε να βρη την Εικόνα του Αγίου, που είδε στον ύπνο του. Όταν του ανοίξα­νε την πόρτα του Ναού της Παναγίας, ανεγνώρισε μέσα στις εικόνες τον Άγιο Χαράλαμπο, που είδε στον ύπνο του και τον πρόσταζε. Η φωνή του κόπηκε. Ντράπηκε για τον εγωισμό του. Σκέπασε με τα χέρια του το πρόσωπό του. Σε λίγο τα κατέβασε. Έκαμε, αυτός ο Προτεστάντης και άθεος, τον Σταυρό του. Είπε μερικές προσευχές στη γλώσσα του, τις οποίες οι ιερείς δεν μπορέσανε να τις ερμηνεύσουν.
Ρώτησε εν συνεχεία τους Ιερείς να του πούνε ποιος ήτανε ο γέροντας της εικόνος. Του διηγηθήκανε, ότι αυτός είναι ο Άγιος Χαράλαμπος που υπέστη πολλά μαρτύρια για το Χριστό. Του είπα­νε έπειτα για τα θαύματα που έκανε, και κάμνει και άλλα πολλά.
Η χαρά των Φιλιατρινών και η ευγνωμοσύνη τους στον Άγιο δεν περιγραφότανε. Δοξάζανε το Θεό και ευχαριστούσανε τον Άγιο Χαράλαμπο για το θαύμα του.
Όπως δε του είπε του Φρουράρχου, ο Άγιος, αυτός και όλοι οι άνδρες της φρουράς εκείνης επέστρεψαν, όταν τελείωσε ο πόλεμος, στη Γερμανία και στα σπίτια τους, χωρίς να πάθη κανείς τους τίποτε.
Διετήρησε δε ο Γερμανός ζωηροτάτην την μνήμην του θαύματος κι’ ευγνωμονούσε τον Άγιο. Ήθελε να επιστρέψη από την Γερμανία για να τον προσκυνήση. Πράγματι, έπειτα από δύο χρόνια, ξεκίνησε με την γυναίκα του και ήλθανε από την Γερμανία στα Φιλιατρά. Δεν πρόλαβε όμως την γιορτή του Αγίου, διότι έφτασε μια μέρα αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου.
Όταν όμως τον είδανε οι Φιλιατρινοί, χαρήκανε χαρά μεγάλη και ξαναγιορτάσανε. Ψάλλα­νε δοξολογία και του κάνανε υποδοχές, γιορτές, τραπέζια και χαρές. Μέχρι σήμερα πολλές φορές ο Γερμανός αυτός με την γυναίκα του, τα παιδιά του και με άλλους πατριώτες του πήγαινε στις 10 Φεβρουαρίου στα Φιλιατρά και προσευχηθήκανε με πίστι στον Άγιο. Στην καρδιά του άνθισε η Ορθοδοξία.

Στην Πολυκλινική των Αθηνών
Το άλλο θαύμα έγινε εις τον Κων/τίνον Λιβαδάν, υπάλληλον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν ήτανε νέος. Ιδού πώς το περιγράφει:
«Τον Ιανουάριο του 1931 ενοσηλευόμην στην Πολυκλινικήν Αθηνών με απόστημα εις το ήπαρ. Επί τεσσάρας εβδομάδας με εβασάνιζε ο πυρετός. Είχαν νυχθημερόν 38-40 βαθμούς και πόνους φοβερούς. Απεφασίσθη να γίνη εγχείρισις.
Ήταν παραμονή του Αγίου Χαραλάμπους 9 Φεβρουαρίου του 1931. Το εσπέρας και ενώ ευρισκόμην ένεκα του μεγάλου πυρετού εις λήθαργον και εξαντλητικήν κατάστασιν, βλέπω να εισέρχεται ένας ιερωμένος μεγαλοπρεπής με μακρυά γενειάδα. Επλησίασε εμένα και όχι τον απέναντί μου ασθενή, που χαροπάλευε από περιτονίτιδα. Μου εθώπευσε το κεφάλι και μου είπε: «Μη φο­βάσαι... Αύριο θα είσαι τελείως καλά. Είσαι καλό παιδί».
Ερώτησα, όταν έφυγε, την ευρισκομένην κοντά μου και τελούσαν χρέη νοσοκόμου Μοναχήν Ευανθίαν, ποιος ήτο ο Κληρικός, που ήλθε;
—Δεν είδα κανένα Κληρικό, είπε εκείνη.
Της εξιστόρησα κατόπιν το συμβάν. Σταυροκοπήθηκε και μου είπε:
—Αύριον είναι του Αγίου Χαραλάμπους, θα είσαι καλά.
Έπεσα κατόπιν εις βαθύτατον ύπνον. Ο πυρετός από την ώραν εκείνην άρχισε να κατεβαίνη. Το πρωί ήμην απύρετος, τελείως καλά και χωρίς πόνους στο ήπαρ. Το πρωί με εξήτασαν ο χειρούργος καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος και ο αδελφός του Ανδρέας, παθολόγος, να κανονίσουν τα της εγχειρίσεώς μου. Ερευνούσαν και αναζητούσαν δια της ψηλαφίσεως το απόστημα, αλλά δεν το εύρισκον, ούτε την σκλήρυνσιν και την διόγκωσιν (οκτώ δακτύλων) του ήπατος. Το ήπαρ ήτο φυσιολογικόν!
Η Μοναχή εξιστόρησε εις τους Καθηγητάς το νυκτερινό συμβάν. Μου δείξανε και την Εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, την οποίαν ανεγνώρισα. Ήταν ο ίδιος που είχα ιδή. Οι καθηγηταί κατάπληκτοι ανεφώνησαν:
—Ψηλά τα χέρια. Κάτω τα μαχαίρια. Απόψε έγινε θαύμα του Αγίου Χαραλάμπους στην Πολυκλινική!
Αργότερα και μετά παρέλευσιν ετών έμαθα, ότι ο Άγιος Χαράλαμπος είναι ιατρός των λοιμωδών νόσων, όπως ήταν και η ιδική μου».
Κ. ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Ο Άγιος Χαράλαμπος στη ζωή του λαού
Ο Άγιος Χαράλαμπος σε πολλά μέρη της Ελλάδος τιμάται, διότι είναι προστάτης από τας λοιμώδους νόσους και ιδίως από την πανούκλα. Γι’ αυτό και ο Άγιος απεικονίζεται πατώντας την πανώλη, η οποία παρουσιάζεται, σαν ένα τερατόμορφο γύναιο που ξερνάει καπνούς από το στόμα. Γι’ αυτό του έδωσε ο Θεός την χάριν αυτήν.
Ήτανε μεγάλη η υπηρεσία, που προσέφερε ο Άγιος στους γεωργούς τότε που δεν υπήρχαν κτηνίατροι, τα δε βόδια ήτανε αναγκαιότατα στην οικογένεια.
Παλαιότερα οι ζευγολάτες, την παραμονή της γιορτής του Αγίου ανάβανε στα σπίτια τους κοντά στο τζάκι μια μεγάλη λαμπάδα από καθαρό κηρί εις μνήμην του Αγίου και καιγότανε όλη την νύχτα. Το δε πρωί πηγαίνανε πρόσφορο στην Εκκλησία για να λειτουργηθή. Και όλα αυτά για να φυ­λάξη ο Άγιος Χαράλαμπος τα βόδια του γερά καθ’ όλη τη χρονιά.
Είναι προστάτης και όλων των ζώων. Γι’ αυτό στη Κρήτη οι τσοπάνηδες, όταν τα ζωντανά τους δεν πάνε καλά, τον παρακαλούνε να τα θεραπεύση.
Στην Πρέβεζα ο Άγιος Χαράλαμπος είναι πολιούχος. Στην Εικόνα του κρεμάνε πλήθος αφιερωμάτων. Από τα αφιερώματα χαρακτηριστικό είναι ένα πουκαμισάκι που κατασκευάζεται από πανί. Αυτό γίνεται σε μια μέρα!. Γι’ αυτό λέγεται και μονομερίτικο...
Αυτό συμβαίνει ως εξής: Κάποια νύχτα συγκεντρώνονται σ’ ένα σπίτι μερικές γυναίκες, όπου γνέθουν και υφαίνουν βαμβάκι. Μ’ αυτό το ύφασμα, που γίνεται σε μια μέρα φτιάχνουν το πουκαμισάκι.
Το αφιέρωμα αυτό ξεκινάει από ένα γεγονός που αναφέρεται στην θαυματουργή δράσι του Αγίου. Κάποτε τον Άγιο Χαράλαμπο τον επεσκέφθησαν χωρικοί που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι’ έτρεξαν κοντά του γιατί η πανώλης τους θέριζε καθημερινώς. Από ευγνωμοσύνη δε διότι ο Άγιος στάθηκε προστάτης τους, του έκαναν δώρο ένα πουκάμισο που γνέθηκε και πλέχθηκε από βαμβάκι και ράφτηκε μέσα σε μια μέρα...

Απολυτίκιον. Ήχος δ’.
Ταχύ   προκατάλαβε.
Ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες. Έλαμψας εν τω κόσμω, δια του Μαρτυρίου, έλυσας των ειδώλων την σκοτόμαιναν, μάκαρ. Διό εν παρρησία Χριστώ, πρέσβευε σωθήναι ημάς.

Κοντάκιον. Ήχος δ’.
Επεφάνης σήμερον
Ως φωστήρ ανέτειλας, εκ της εώας, και πιστούς εφώτισας, ταις των θαυμάτων σου βολαίς, Ιερομάρτυς Χαράλαμπες. Όθεν τιμώμεν, την Θείαν σου άθλησιν.
“ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ”
Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Αρχιμ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ

7 Φεβρουαρίου η μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών Παρθενίου επισκόπου Λαμψάκου του θαυματουργού..... Η μνήμη του τιμάται ιδιαιτέρως στην ενορία μας με την τέλεση Αγρυπνίας.

0 σχόλια

Βίος Αγίου Παρθενίου



Ο όσιος Παρθένιος έζησε στα χρόνια της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου.
Καταγόταν από Κωμόπολη της Βιθυνίας και ήταν γιος του Διακόνου Χριστοφόρου. Γράμματα πολλά δεν έμαθε, ήταν όμως ευλαβέστατος και ενάρετος άνθρωπος. Από τον πατέρα του διδάχθηκε την αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους, και γι’ αυτό υπήρξε φιλόθεος, φιλάνθρωπος και ελεήμων. Ασχολείτο με το ψάρεμα, στο οποίο είχε θαυμαστές επιδόσεις, και τα ψάρια που ψάρευε τα μοίραζε στους φτωχούς η τα πουλούσε και τους έδινε τα χρήματα.
Επίσης, επισκεπτόταν τους θλιμμένους και τους αρρώστους και τους παρηγορούσε με τον εμπνευσμένο λόγο του και με τα έργα της φιλανθρωπίας του. Την διακονία του αυτή και τον όλο τρόπο της ζωής του εξετίμησε ο Επίσκοπος Μελιτοπόλεως Φίλιππος, ο οποίος τον χειροτόνησε Ιερέα. Αργότερα ο Μητροπολίτης Κυζίκου Αχίλλιος τον χειροτόνησε Επίσκοπο Λαμψάκου.
Η Λάμψακος ήταν αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας στον Ελλήσποντο. Βρισκόταν απέναντι από την Θρακική Χερσόνησο της Καλλίπολης, αρχαίας πόλης της Καρδίας, από την οποία απείχε γύρω στα τέσσερα χιλιόμετρα και οκτώ χιλιόμετρα από την σημερινή Καλλίπολη.
Η πλειοψηφία των κατοίκων της Λαμψάκου επί των ημερών του αγίου Παρθενίου ήταν ειδωλολάτρες, τους οποίους όμως «κέρδισε» με την αγάπη του, τα καλά του έργα, αλλά και με τα θαύματα που επιτελούσε. Αρκετούς ειδωλολάτρες θεράπευσε από ανίατες ασθένειες.
Ο όσιος Παρθένιος θεωρείται προστάτης των καρκινοπαθών, επειδή θεράπευσε και θεραπεύει πολλούς καρκινοπαθείς. Όταν έφυγε από την πρόσκαιρη αυτήν ζωή, η πλειοψηφία του ποιμνίου του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί, ζωντανά μέλη της Εκκλησίας του Χριστού.
Ο βίος και η πολιτεία του αγίου Παρθενίου μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα.
Πρώτον. Η αληθινή αγάπη, που είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος, έχει τόση δύναμη που μπορεί να προκαλέση πνευματικό σεισμό στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και μάλιστα σεισμό πολλών «ρίχτερ», που όμως δεν προκαλεί απογοήτευση και απελπισία, αλλά ελπίδα και πνευματική αναγέννηση, αφού προηγουμένως γκρεμίζει ο,τι σάπιο και παλαιό.
Εάν ο όσιος Παρθένιος αντιμετώπιζε τους ειδωλολάτρες ως εχθρούς το πιθανότερο είναι να τους έστρεφε εναντίον του και εναντίον της Εκκλησίας.
Επίσης, αν προσπαθούσε να τους πείση με λογικά επιχειρήματα, ότι βρίσκονται στην πλάνη, και πάλι νομίζω ότι τα αποτελέσματα της εργασίας του αυτής θα ήσαν μηδαμινά, επειδή ο λόγος προκαλεί αντίλογο και συνήθως δεν οδηγεί στο ποθούμενο αποτέλεσμα.
Ο όσιος Παρθένιος χρησιμοποίησε την γλώσσα της ταπείνωσης και της αγάπης, που οδηγεί αλάνθαστα στην επικοινωνία και την αλληλοκατανόηση χωρίς προστριβές και άγονες αντιπαραθέσεις, και γι’ αυτό είχε άριστα αποτελέσματα, επειδή όπως λέει μια σοφή λαϊκή παροιμία «το ψωμί τρώγεται καλύτερα με το μέλι παρά με το ξύδι».
Δεύτερον.
Το θαύμα είναι αποτέλεσμα της φιλανθρωπίας του Αγίου Τριαδικού Θεού. Πολλά θαύματα γίνονται δια μέσου των Αγίων, των φίλων του Θεού, είτε με την προσευχή και τις πρεσβείες τους, είτε με τον λόγο τους, που είναι λόγος Θεού και γι’ αυτό έχει την δύναμη να οδηγήση τον άνθρωπο στην πνευματική αναγέννηση. Μάλιστα, τα θαύματα που έχουν σχέση με την πνευματική θεραπεία και την εσωτερική αναγέννηση είναι ανώτερα από τα θαύματα της θεραπείας των σωματικών ασθενειών, επειδή δεν παρατείνουν απλώς την βιολογική ζωή, αλλά προξενούν την αιώνια ζωή και σωτηρία.
Το θαύμα δεν γεννά την πίστη, αλλά είναι αποτέλεσμα της πίστεως. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως μπορεί ίσως να ισχυρισθή κανείς ότι και το θαύμα γεννά την πίστη η την δυναμώνει, όταν πρόκειται για αλλοθρήσκους, οι οποίοι είναι καλοπροαίρετοι και αντιλαμβάνονται σε κρίσιμες περιπτώσεις της ζωής τους ότι ο «θεός» τους αδυνατεί να τους βοηθήση και γι’ αυτό καταφεύγουν στην Εκκλησία.
Στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας συναντά κανείς αρκετές περιπτώσεις αλλοθρήσκων, κυρίως ειδωλολατρών, που πίστευσαν εξ αιτίας κάποιου θαύματος, ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και στην συνέχεια σφράγισαν την ομολογία τους με το αίμα του μαρτυρίου τους.
Σε ένα διήγημα, που αναφέρεται στην περίοδο της τουρκοκρατίας, γίνεται λόγος για κάποιον ευλαβή ιερέα, ο οποίος ζούσε στην περιοχή των Ιωαννίνων και τον προσκαλούσαν οι Τούρκοι να διαβάζη ευχές σε αθενείς η σε επίτοκες γυναίκες που βασανίζονταν και δεν μπορούσαν να γεννήσουν.
Ο παπαΓιώργης, αυτό ήταν το όνομά του, «διάβαζε» τους ασθενείς και πριν «αποσώση» την ευχή ερχόταν η θεραπεία και η λύση στο πρόβλημα. Το γεγονός αυτό διαδόθηκε αστραπιαία και γι’ αυτό τον προσκαλούσαν να προσευχηθή πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Αυτό γινόταν με την ευλογία του Μητροπολίτη της περιοχής. Μετά την «εκδημία» του όμως, ο διάδοχός του Μητροπολίτης πίστεψε τις συκοφαντίες, ότι ο παπαΓιώργης κοινωνούσε τους αλλοθρήσκους, τους μνημόνευε στην αγία Πρόθεση κ.λ.π. και τον έκανε αργό πάσης ιεροπραξίας. Στην πραγματικότητα όμως ο εν λόγω ιερεύς τους διάβαζε ευχή «εις πάσαν ασθένειαν» και ο Θεός τους θεράπευε με θαυμαστό τρόπο.
Στην συνέχεια, περιγράφονται οι ταλαιπωρίες του παπαΓιώργη, αφού οι Τούρκοι δεν καταλάβαιναν τι θα πη «αργία πάσης ιεροπραξίας». Μάλιστα, για ικανό χρονικό διάστημα εστερήθη και αυτού του «επιουσίου άρτου». Μετά από καιρό όμως ο Μητροπολίτης μετετέθη και ο νέος Μητροπολίτης εξέτασε προσεκτικότερα τα πράγματα και ανακοίνωσε ότι θα κάνη αργό πάσης ιεροπραξίας όποιον ιερέα αρνείται να διαβάζη ευχές στους αλλοθρήσκους, επειδή με τα θαύματα της θεραπείας που επιτελούνται αποδεικνύεται ότι η δική μας πίστη είναι η αληθινή. «…Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος».
Συμπερασματικά θα πρέπη να τονισθή ότι αυτό που σώζει τον άνθρωπο δεν είναι το θαύμα, που τελείται από την φιλανθρωπία του Θεού, αλλά η αληθινή μετάνοια και η βαθειά ταπείνωση, που γεννούν την αυθεντική αγάπη για τον Θεό και τον άνθρωπο.

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η : Αύριο Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου και από ώρας 9.00 το βράδυ μέχρι 12.30 μετά τα μεσάνυχτα στον Ιερό Ναό μας θα τελεσθεί Α Γ Ρ Υ Π Ν Ι Α για τη μνήμη του εν Αγίος Πατρός ημών Π Α Ρ Θ Ε Ν Ι Ο Υ επισκόπου Λαμψάκου του Θαυματουργού , προστάτου των καρκινοπαθών αδερφών μας . Μ Ο Ν Ο Ν κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών της Αγρυπνίας θα τεθεί εις προσκύνησιν τεμάχιον Ιερού Λειψάνου του Αγίου .

0 σχόλια


6 Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Φωτίου του Μεγάλου , πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

0 σχόλια

Ο άγιος Φώτιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+ 6 Φεβρουαρίου)

Ρωσική εικόνα του αγίου Φωτίου.
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα του 9ου αιώνος. Καταγόταν από επιφανή, αλλά και ευσεβή οικογένεια της Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα με τον ιερό Συναξαριστή, ο πατέρας του διακρινόταν για την ορθή πίστη του, η δε μητέρα του υπήρξε υπερβολικά φιλόθεος και φιλάρετος. Ο ίδιος ο άγιος, στην 145η επιστολή του, πλέκει το εγκώμιο στους γονείς του και λέγει ότι απέθαναν και οι δυο τους ως ομολογητές. Σπούδασε ελληνική φιλολογία, ρητορική, ιατρική και προσέφερε πάρα πολλά στην Εκκλησία και την παιδεία. Αναδείχθηκε σπουδαίος διδάσκαλος, αλλά και έξοχος γιατρός, ο οποίος μπορούσε και κατασκεύαζε φάρμακα πολύ ευεργετικά. “Δεν ήταν μόνο έξοχος διδάσκαλος, αλλά και σπουδαίος ακροατής και θεωρούσε άξιον ευγνωμοσύνης εκείνον που προέβαλλε γνώμη καλύτερη από την δική του. Παράλληλα πρόσφερε και τις ιατρικές γνώσεις του στους διαφόρους ασθενείς, παρασκευάζοντας ο ίδιος και φάρμακα πολύ αποτελεσματικά. Γι’ αυτό και οι σύγχρονοί του τον παρενέβαλαν με τον Γαληνό και τον Ιπποκράτη”. (Ε.Π.Ε., τόμ. 1ος, σελ 11).
Τα εξωτερικά βιογραφικά στοιχεία ενός αγίου δεν παρουσιάζουν συνήθως και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, αν δεν συνδέονται και με την όλη του προσωπικότητα και την εσωτερική του ζωή, που είναι επιμελώς κρυμμένη από τα μάτια του κόσμου. Από την γέννηση μέχρι την κοίμηση συνήθως δεν υπάρχει τίποτε το εξαιρετικά εντυπωσιακό, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που εντυπωσιάζονται από την επιφάνεια και δεν έχουν μάθει να αναζητούν το βάθος και την αιτία των γεγονότων. Βέβαια ο βιογραφούμενος είχε και πολλά εξωτερικά χαρίσματα, αλλά αυτό που τον ανέδειξε μέγα είναι κυρίως η μεγάλη του αγάπη και υπακοή προς τον Χριστό και την Εκκλησία Του, που υπήρξε γνώμονας όλων των πράξεων και ενεργειών του.
Σε μια περίοδο κρίσιμη για την βυζαντινή αυτοκρατορία ανέβηκε στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, τον οποίο και λάμπρυνε. Την περίοδο αυτή φάνηκε η εξυπνάδα, η ευστροφία, αλλά και το ψυχικό του μεγαλείο. Η Εκκλησία ταλανιζόταν από έριδες και φανατισμούς. Οι οπαδοί του έκπτωτου Πατριάρχη Ιγνατίου, προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν στον θρόνο διώχνοντας τον Φώτιο. Ο φράγκος πάπας της Ρώμης Νικόλαος δεν τον αναγνώρισε ως κανονικό Πατριάρχη, όχι γιατί ήθελε το Ιγνάτιο ή ότι τον ενδιέφεραν τα εσωτερικά της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτό που στην πραγματικότητα επεδίωκε ήταν να επαναφέρη το θέμα του “πρωτείου”, δηλαδή ότι ο πάπας έχει το πρωτείο, όχι τιμής, αλλά εξουσίας έναντι των άλλων Εκκλησιών, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου. Επίσης εποφθαλμιούσε την περιφέρεια του Ιλλυρικού. Ήθελε να υποτάξη τους Βουλγάρους και γι’ αυτό είχε αποστείλη εκεί φράγκους ιεραποστόλους. Η περιοχή αυτή όμως ανήκε στην δικαιοδοσία του Κωνσταντινουπόλεως. Ο Φώτιος, όπως ήταν φυσικό αντέδρασε αστραπιαία. Οργάνωσε Ορθόδοξες ιεραποστολές προς τους Σλάβους με επικεφαλής τον μαθητή του Κύριλλο και τον αδελφό του Μεθόδιο. Οι φράγκοι αναγκάστηκαν να φύγουν και τότε ο Νικόλαος οργισμένος τον πολέμησε με λύσσα. Και όπως θα δούμε στην συνέχεια, οι φράγκοι τον πολέμησαν και πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, και μάλλον θα έλεγα μέχρι σήμερα.
Ο Φώτιος όμως ήξερε να αντιμετωπίζη τα θέματα με ψυχραιμία, αλλά και με πρόγραμμα και στρατηγική. Γνώριζε πολύ καλά το τί ήθελε, αλλά επίσης γνώριζε και το πώς να το πραγματοποιήση. Ως αληθινός ηγέτης, προπορευόταν των γεγονότων. Δεν άφηνε να τον προλάβουν και να σέρνεται ουραγός πίσω από αυτά. Άλλωστε, αληθινός ηγέτης είναι εκείνος που έχει την δυνατότητα να βλέπη μακρυά και έτσι μπορεί και προλαβαίνη κάποια δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία, πολλές φορές, έχουν σοβαρές επιπτώσεις και διαμορφώνουν την ιστορία. Ίσως σήμερα χωρίς τον Φώτιο τα σλαυικά κράτη να ήσαν υπό την επίδραση του Πάπα. Και γι’ αυτό και μόνο τον λόγο του χρωστούμε πολλά.
Ήρθη στο ύψος των κρισίμων τότε περιστάσεων και συνέβαλε τα μέγιστα στην ενότητα της Εκκλησίας. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από την διάσπαση της ενότητος των μελών της Εκκλησίας. Η δημιουργία φατριών από άφρονας και σαρκικούς ανθρώπους τραυματίζει την ενότητα, σχίζει τον άρραφο χιτώνα του Χριστού.
Το μεγάλο όμως αυτό πνευματικό ανάστημα, που εγκωμιάστηκε ακόμα και από εχθρούς και πολεμίους του, δεν έχει τιμηθή δεόντως και είναι στους πολλούς τελείως άγνωστος. Δεν υπάρχουν Ιεροί Ναοί, οι οποίοι να τιμούνται στο όνομά του. Ίσως ένας ή δύο σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Στο μηναίο της Εκκλησίας η Ακολουθία του καταχωρήθηκε προσφάτως και μάλιστα όχι στην ημέρα της μνήμης του, αλλά στο τέλος σαν παράρτημα. Αυτό βέβαια συμβαίνει και με άλλους μεγάλους θεολόγους και κήρυκας και ομολογητάς της Ορθοδόξου πίστεως, όπως οι άγιοι Γρηγόριος ο Παλαμάς και Μάρκος ο Ευγενικός, για τον ίδιο πάντα λόγο. Μη ξεχνάμε ότι επί Τουρκοκρατίας τα εκκλησιαστικά βιβλία που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα τυπώνονταν στην Βενετία και οι παπικοί έκαναν ό,τι μπορούσαν για την μη καταχώρηση της Ακολουθίας τους στα μηναία και αυτό γιατί ποτέ δεν τους “χώνεψαν”, αφού τους χάλασαν τα σχέδια ο καθένας στην εποχή του και με τον δικό του τρόπο.
Κατά κοινή ομολογία, υπήρξε μεγάλος Ιεράρχης και οικουμενικός διδάσκαλος. Ήταν φορεύς της ελληνορθόδοξης παράδοσης και παιδείας, η οποία δεν έχει στόχο της την μετάδοση απλώς και μόνο κάποιων γνώσεων, αλλά ασχολείται προσωπικά με τον άνθρωπο, με τον όλο άνθρωπο, ως ψυχοσωματική ύπαρξη και αγωνίζεται να τον βοηθήση και να δώση λύση στα μεγάλα υπαρξιακά του προβλήματα και τις αναζητήσεις του. Ο φορεύς αυτής της παραδόσεως διαθέτει αρχοντιά και λεβεντιά πνευματική, αλλά και πολύ μεγάλη ευαισθησία. Και όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί γνωστός λογοτέχνης του αιώνα μας, “σκάπτει μέσα βαθειά στην ψυχή των ομοφύλων του και την ανυψώνει, έστω και διαβατικά, την ανθρωπιά τους”.

3 Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Συμεών του Θεοδόχου και των Αγ.Νεομαρτύρων Σταματίου , Νικολάου και Ιωάννου των εκ νήσου Σπετσών

0 σχόλια

Ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος

Υπαπαντή 3
(Ιερεμίου, Μητροπ. Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως)
1. Την 2α  του μηνός Φεβρουαρίου, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει την τέταρτη Δεσποτική εορτή, την Υπαπαντή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πρώτη Δεσποτική εορτή είναι τα Χριστούγεννα, δεύτερη είναι η Περιτομή, τρίτη η Βάπτιση στον Ιορδάνη ποταμό και τέταρτη η Υπαπαντή. Είναι μεγάλη η εορτή αυτή, γιατί δεν είναι μόνο Δεσποτική, αλλά και Θεομητορική εορτή. Κατά λειτουργικό κανόνα που ακολουθεί η Εκκλησία μας, την άλλη μέρα μιας Δεσποτικής εορτής, εορτάζουμε το πρόσωπο εκείνο που συνδέεται άμεσα με την εορτή αυτή. Επειδή σας μίλησα άλλοτε για την Υπαπαντή, θα σας μιλήσω σήμερα για τον άγιο Συμεών τον θεοδόχο, ο οποίος εορτάζει την άλλη μέρα της εορτής· γιατί αυτός «απάντησε» τον Κύριο, και γι’ αυτό η εορτή λέγεται Υπαπαντή.
2. Ο άγιος Συμεών, ήταν ένας ευσεβής Ισραηλίτης «προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ», όπως λέγει γι’ αυτόν ο ευαγγελιστής Λουκάς (2,25). Αυτό σημαίνει ότι άνηκε στους Ισραηλίτες εκείνους οι οποίοι καρτερούσαν με δυνατή πίστη και προσδοκία τον ερχομό του Μεσσία, για τον οποίον έγραψαν οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη. Στην Παλαιά Διαθήκη, οι Προφήτες σαλπίζουν για τον ερχομό του Μεσσία, και ο θεοδόχος Συμεών άκουε την φωνή των σαλπίγγων αυτών. Αυτό μάλιστα σημαίνει και το όνομά του Συμεών, που είναι από το εβραϊκό ρήμα «σαμά», το οποίο ερμηνεύεται «ακούω». Ο Συμεών λοιπόν ήταν όλο ακοή. Άκουε τις φωνές των Προφητών για τον ερχομό του Μεσσία, και επιθυμούσε να ζήσει και αυτός τις ημέρες εκείνες του ερχομού Του. Μάλιστα το Άγιο Πνεύμα, που είχε μέσα του (Λουκ. 2, 25), τον πληροφόρησε καθαρά ότι δεν θα πεθάνει προτού να δει τον Μεσσία, τον Χριστόν Κυρίου (Λουκ. 2, 27). Και έτσι έγινε. Στα χέρια του δέχθηκε τον Χριστό, τον Θεό, γι’ αυτό και λέγεται «θεοδόχος».
3. Πού ο Συμεών, είχε αυτή την μεγάλη χαρά να δει και να δεχθεί τον Χριστό; Στον Ναό του Θεού. «Ήλθεν εν Πνεύματι εις το ιερόν», λέγει ο Ευαγγελιστής (Λουκ. 2, 27). Εκεί είδε την Παναγία Δέσποινα, την τεσσαρακοστή ημέρα από την γέννηση του Χριστού, να Τον φέρει στον Ναό κατά τον νόμο του Μωυσή. Στον Ναό του Θεού, στην Εκκλησία, και εμείς θα συναντήσουμε τον Χριστό. Τί γίνεται στον Ναό; Γίνεται η Θεία Λειτουργία. Τί είναι η Θεία Λειτουργία; Είναι ο Χριστός! Τον Χριστό να γεννάται και να πάσχει συμβολίζει η προσκομιδή που κάνει ο ιερέας. Τον Χριστό να έρχεται στην γη για να κηρύξει τον άγιο λόγο Του συμβολίζει όταν βλέπουμε τον ιερέα να έρχεται από το Ιερό κρατώντας το άγιο Ευαγγέλιο και λέγοντας στο κέντρο του Ναού «Σοφία Ορθοί»! Και τον ίδιο τον Χριστό να κηρύττει τον λόγο Του πρέπει να νοιώθουμε όταν ακούμε τον ιερέα να διαβάζει το άγιο Ευαγγέλιο. Τον Χριστό να πηγαίνει στον Γολγοθά να θυσιασθεί συμβολίζει η πορεία του ιερέα που κρατάει τα Άγια κατά την λεγόμενη Μεγάλη Είσοδο.
4. Αλλά εκεί που όχι συμβολικά, αλλά πραγματικά είναι η παρουσία του Χριστού στην Θεία Λειτουργία, είναι όταν ο ιερεύς, μετά το «Τα Σα εκ των Σων», λέει μία ευχή, την ευχή του καθαγιασμού. Τότε  γίνεται θαύμα στην θεία Λειτουργία: Το ψωμάκι, που είναι στο άγιο Δισκάριο πάνω στην Αγία Τράπεζα γίνεται Σώμα Χριστού και το κρασί, που είναι στο άγιο Ποτήριο, γίνεται Αίμα Χριστού. — Αν θέλουμε λοιπόν σαν τον άγιο Συμεών τον θεοδόχο να συναντήσουμε τον Χριστό και να τον πάρουμε και εμείς στην αγκαλιά μας να πάμε στον Ναό, στην θεία Λειτουργία, και εκεί, μόνον εκεί, είναι ο Χριστός. Μην ψάχνουμε να γευθούμε τον Χριστό σε σπουδαστήρια και σε κοινοβούλια. Ο Χριστός είναι στον Ναό Του, είναι στο άγιο Ποτήριο.
5. Εμείς οι χριστιανοί στην θεία Λειτουργία αξιωνόμαστε να έχουμε μεγαλύτερη τιμή από αυτή που είχε ο Συμεών ο θεοδόχος. Ο Συμεών κράτησε τον Χριστό στην αγκαλιά του· αλλά εμείς με την θεία Κοινωνία παίρνουμε τον Χριστό όχι απλά στην αγκαλιά μας, αλλά στην καρδιά μας. Ναι! Όποιος κοινωνεί με καθαρή την καρδιά γίνεται πραγματικά θεοδόχος, γίνεται θεοφόρος και χριστοφόρος και ναοφόρος. Είπα με καθαρή την καρδιά, γιατί, αν η καρδιά μας έχει γίνει κατοικία αμαρτωλών παθών, δεν μπορεί ο Χριστός να κατοικήσει σ’ αυτήν γιατί οι άγιοι Πατέρες μας λέγουν ότι είναι αδύνατο για τον Χριστό να ενωθεί με ακάθαρτο. Για τον χριστιανό λοιπόν που αγωνίζεται να καθαρίσει την καρδιά του, όταν κοινωνεί, γίνεται θεοδόχος Συμεών, έχει τον Χριστό κατοικούντα και μένοντα στην ψυχή του· τον έχει Κύριό του, Αφέντη του, που κατευθύνει την ζωή του.
6. Όταν ο Συμεών αξιώθηκε να δει και να κρατήσει στην αγκαλιά του τον Χριστό είπε: «Τώρα ας πεθάνω»! «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα», είπε στον Θεό. Ναι! Την ζωή την θέλουμε για τον Χριστό! Ένα νόημα έχει η ζωή και γι’ αυτό ήρθαμε στον κόσμο: Να βρούμε τον Χριστό και να γλυκαινόμαστε την παρουσία Του μέσα μας! Αν αυτό, άνθρωπέ μου, δεν το πετύχεις, τί να κάνεις τα αξιώματά σου και τα διπλώματά σου και τα παπλώματά σου; Λυπάμαι για σένα, γιατί δεν γεύθηκες το πραγματικό νόημα της ζωής, δεν πέ­τυχες τον σκοπό σου. Μάταιη λοιπόν για σένα η ζωή. Η μεγαλύτερη χαρά και ηδονή της ζωής, μπροστά στην οποία όλες οι ηδονές του κόσμου είναι μηδέν, είναι αυτό που ένοιωσε ο Συμεών όταν πήρε τον Χριστό στην αγκαλιά του· είναι αυτό που νοιώθουμε εμείς όταν κοινωνούμε. Γι’ αυτό και μετά την κατάλυση του αγίου Ποτηρίου, που είναι θεία Κοινωνία, ο ιερέας λέει τον ίδιο λόγο του Συμεών: «Τώρα ας πεθάνω»! «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα»!
(Περιοδικό «Απλή Κατήχηση» Ι. Μ. Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως).


Οι άγιοι νεομάρτυρες Νικόλαος, Σταμάτιος και Ιωάννης εκ Σπετσών που μαρτύρησαν το 1822 στη Χίο.

Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Σταμάτιος, Ἰωάννης καὶ Νικόλαος κατάγονταν ἀπὸ τὶς Σπέτσες καὶ μαρτήρησαν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ στὴ Χῖο, τὸ ἔτος 1822 μ.Χ. Ἀπὸ αὐτοὺς οἱ δύο πρῶτοι, ὁ Σταμάτιος καὶ ὁ Ἰωάννης, ἤσαν ἀδελφοί. Ὁ πατέρας τοὺς ὀνομαζόταν Θεόδωρος Γκίνης καὶ ἡ μητέρα τοὺς Ἀνέζω.

Κατὰ τὸ ἔτος 1822 μ.Χ. οἱ Ἅγιοι ξεκίνησαν τὸ ταξίδι τους γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ ἄλλους πέντε ναυτικούς, ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ ἐμπόριο, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ συναθλητὴς αὐτῶν Νικόλαος. Ἡ σφοδρὴ θαλασσοταραχὴ τοὺς ἀνάγκασε νὰ προσαράξουν ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Χῖο, σὲ παραλία τῆς Μικρασιατικῆς γῆς ποὺ ὀνομαζόταν Τσεσμέ. Ἀφοῦ ἐξῆλθαν στὴν ξηρά, φοβούμενοι τοὺς Τούρκους, ἐμπιστεύτηκαν τὴν ζωὴ τους σὲ κάποιον Χριστιανό, τὸν ὁποῖο παρακάλεσαν νὰ μεριμνήσει, δίδοντάς του ἀμοιβὴ γιὰ τὴν ἐξεύρεση ὑλικῶν, προκειμένου νὰ ἐπισκευάσουν τὰ χαλασμένο πλοιάριό τους. Ὅμως αὐτὸς τοὺς πρόδωσε στὸν ἀγᾶ καὶ ὁδήγησε ἐναντίων τους, τοὺς Τούρκους στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατεδίωξαν. Ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ οἱ δύο φονεύθηκαν, ἄλλοι δὲ δύο ἔφυγαν διὰ θαλάσσης. Οἱ Ὀθωμανοί, ἐξαγριωμένοι, συνέλαβαν τοὺς δύο ἀδελφούς, Σταμάτιο καὶ Ἰωάννη καὶ τὸν γέροντα πλοίαρχο Νικόλαο. Ὁ πασᾶς, ἀφοῦ τοὺς ἀνέκρινε, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τοὺς δύο ἀδελφοὺς καὶ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸ Νικόλαο στὴν ἐκτὸς τοῦ κάστρου πεδιάδα.

Οἱ Τοῦρκοι προέτρεπαν τὸ Νικόλαο νὰ ἀλλαξοπιστήσει, γιὰ νὰ γλυτώσει τὸν θάνατο καὶ νὰ κερδίσει τὴν ζωή, ἐκεῖνος ὅμως ἀπάντησε μὲ θάρρος ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του. Ἔτσι, ὀμολογώντας τὸν Χριστό, δέχθηκε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.
Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ ἐξισλαμίσουν καὶ τοὺς δύο ἀδελφούς. Παρὰ τὶς μεθοδικὲς καὶ ἐπίμονες προσπάθειες αὐτῶν, ἐπὶ ἑπτὰ συνεχεῖς ἡμέρες, δὲν κατάφεραν τίποτε. Οἱ Μάρτυρες βρῆκαν τὴν εὐκαιρία καὶ ἀπέστειλαν κρυφὰ ἔγγραφη τὴν ἐξομολόγησή τους πρὸς τὸν Μητροπολίτη Χίου, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔδωσε τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ προχωρήσουν πρὸς τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία. Κοινωνήσαντες δὲ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, τῶν ὁποίων τὴν ἀποστολὴ οἰκονόμησε ὁ Ἐπίσκοπος διὰ γυναικὸς, ἦσαν ἕτοιμοι γιὰ τὴν μεγάλη θυσία. Προσαχθέντες ἐνώπιον τοῦ πασᾶ, διεκήρυξαν καὶ πάλι τὴν ἀκλόνητη πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ πορευόμενοι πρὸς τὸ μαρτύριο φώναξαν πρὸς τὸ πλῆθος: «Χριστιανοὶ εἴμεθα, γιὰ τὸν Χριστὸ πηγαίνουμε στὸν θάνατο». Ἔτσι δέχθηκαν τοὺς στέφανους τοῦ μαρτυρίου, ἀποκεφαλισθέντες, ὁ μὲν νεομάρτυρας Σταμάτιος σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, ὁ δὲ νεομάρτυρας Ἰωάννης σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Νομίμως ἀθλήσαντες, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, παμμάκαρ Σταμάτιε, σὺν Ἰωάννῃ ὁμοῦ, αὐτάδελφοι ἔνδοξοι, σύναθλον δὲ ἐν πᾶσι, τὸν Νικόλαον σχόντες, δόξης τῆς τῶν Μαρτύρων, ἠξιώθητε ἅμα, πρεσβεύοντες τῇ Τριάδι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Οἱ στερροὶ αὐτάδελφοι, μιᾷ ἀθλήσαντες γνώμῃ, ὁ κλεινὸς Σταμάτιος, σὺν Ἰωάννῃ ἐνθέως, τέτμηνται, σὺν Νικολάῳ, τῷ ὁμοψύχῳ, χαίροντες αὐτῶν τὰς κάρας πίστει Κυρίου· διὰ τοῦτο μαρτυρίου, τὸ θεῖον γέρας θεόθεν ἔλαβον.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις αὐταδέλφων ἡ ξυνωρίς, Ἰωάννη μάκαρ, καὶ Σταμάτιε καρτερέ, σὺν τῷ Νικολάῳ, ὑμῶν τῷ συνοδίτῃ, Σπετςῶν οἱ πολιοῦχοι, Χίου σεμνώματα.

2 Φεβρουαρίου η εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου

0 σχόλια


Η Υπαπαντή του Κυρίου (2 Φεβρουαρίου)


Ο “ΤΥΠΟΣ” ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: Στην Παλαιά Διαθήκη ((Εξ. ιγ', 9,Λευιτ. ιβ', 1-6), διαβάζουμε ότι ο Θεὸς ζήτησε απὸ το Μωυσή την καθιέρωση-προσφρορά κάθε πρωτότοκου αγοριού με τη συμπλήρωση των σαράντα ημερών, σαν μιὰ θυσία σε μνήμη του γεγονότος ότι ο Ισραὴλ σώθηκε απὸ τη δουλεία των Αιγυπτίων μέσω του θανάτου όλων των πρωτοτόκων της Αιγύπτου.
Η παρουσίαση αυτὴ του κάθε πρωτότοκου βρέφους στο Ναὸ σήμαινε την άφεσή τους στο Θείο θέλημα, σήμαινε ότι ο Θεὸς είχε πάνω τους δικαίωμα ζωής και θανάτου και το γεγονὸς αυτὸ αναγνωριζόταν απὸ το ότι οι γονείς πλήρωναν για το παιδὶ σαν λύτρα ένα αμνὸ ή ένα ζεύγος περιστεριών.
Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η Υπαπαντή μπορεί να χαρακτηρισθεί και Δεσποτική εορτή, αφού αφορά τον Κύριο, αλλά και Θεομητορική, αφού αφορά και στη Θεοτόκο. Υπαπαντή θά πεί προϋπάντηση, (από τό ρήμα υπαπαντώ, υπό + απαντώ) καί έχει σχέση μέ δυό περιστατικά, πού βρίσκουν τήν εκπλήρωσή τους τήν μέρα αυτή. Μόλις πέρασαν σαράντα ημέρες από την γέννηση του Θεανθρώπου, προσεφέρθη ο Κύριος στο ιερό από τη μητέρα Του τη Θεοτόκο, και υπεδέχθη Αυτόν ο πρεσβύτης Συμεών. Όταν πήρε αυτός στα χέρια του τον Κύριο της δόξης είπε το «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη…». Τώρα, δηλαδή, “Κύριε, ας πεθάνω, αφού είδα το Σωτήρα του κόσμου”. Διότι αυτό περίμενε χρόνια ο δίκαιος Συμεών˙ να δει με τα μάτια του τον Κύριο και Θεό του. Και πλέον ευτυχισμένος μπορούσε να αναχωρήσει για το ουράνιο ταξίδι του. Ο σαραντισμός, ενώ είναι μια πανάρχαια λειτουργική πράξη της εκκλησίας μας κι έχει τις ρίζες της στον Μωσαϊκό νόμο, αυτός γίνεται σήμερα ως μίμηση της Υπαπαντής του Κυρίου.

Οι γυναίκες συμβολίζουν την Παναγία1, η οποία έφερε στις αγκάλες της τον Υιόν της και τον πρόσφερε στον ναό ως θυσίαν «ευπρόσδεκτη». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σχολιάζοντας την φράση «Αι ημέραι του καθαρισμού αυτών», λέγει ότι «ο λόγος του νόμου αφορά τους γονείς και τα παιδιά που γεννιούνται από την συζυγική ένωση τους, διότι χρειάζονται καθαρισμό. Στην περίπτωση όμως του Χριστού, όπου δεν υπήρχαν γεννήτορες, αλλά μόνο Μητέρα και αυτή Παρθένος, όπου συνέβη γέννηση παιδιού με άσπορη σύλληψη, οπωσδήποτε δεν υπήρχε ανάγκη καθαρισμού. Ήταν όμως και αυτό έργο υπακοής». Με την υπακοή Του στον νόμο του Θεού και Πατρός Του ο Κύριος, θεράπευσε τον άνθρωπο από την αρρώστια που προκάλεσε η ανυπακοή των πρωτοπλάστων. “Βέβαια, ή υπακοή έχει την έννοια της υπακοής στον νόμο του Θεού, αλλά και της υπακοής του νέου Αδάμ, εν αντιθέσει με την ανυπακοή του παλαιού Αδάμ.
Και εάν ή ανυπακοή του πρώτου Αδάμ είχε συνέπεια την πτώση και την φθορά, ή υπακοή του νέου Αδάμ, του Χριστού, επανέφερε την παρακούσασα ανθρώπινη φύση στον Θεό και θεράπευσε τον άνθρωπο από την ευθύνη της παρακοής.2”
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ: Και είναι πρωτότοκος με τρείς έννοιες: “Κατά την γέννηση Του από την Παναγία Μητέρα Του, κατά το άγιο Βάπτισμα που εγκαινίασε ο Ίδιος με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και κατά την λαμπροφόρο Ανάσταση Του. Και με τους τρεις τρόπους που ζωοποιείται η ανθρώπινη φύση, δηλαδή την κατά σάρκα Γέννηση, το άγιο Βάπτισμα και την Ανάσταση, υπήρξε πρωτότοκος ο Χριστός, ώστε να ζωοποιηθεί η δική μας φύση.” (Γρηγόριος Νύσσης). Ό όρος πρωτότοκος αναφέρεται και στις δύο γεννήσεις του Χριστού, δηλαδή “στην προαιώνια από Παρθένο Πατέρα, χωρίς μητέρα, και την εν χρόνω γέννηση από Παρθένο Μητέρα, χωρίς πατέρα” (Γρηγόριος Παλαμάς). Ό Χριστός λέγεται ακόμη πρωτότοκος κατά τρεις τρόπους. Πρώτον, γιατί γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων «ος (ο Κύριος) εστίν εικών του θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολ. α' 15). Δεύτερον, λέγεται πρωτότοκος κατά την ανθρώπινη γέννηση, «και έτεκεν τον Υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Λουκ. β', 7). Και τρίτον, λέγεται πρωτότοκος εκ των νεκρών [«ος εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Κολ. α', 18)], γιατί πρώτος Αυτός αναστήθηκε, δίνοντας έτσι την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να αναστηθεί στον κατάλληλο καιρό. Ο χαρακτηρισμός «γέννηση» λέγεται και για την ανάσταση, γιατί η ανάσταση θεωρείται γέννηση.
Η ΠΤΩΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει ότι οι γονείς του Χριστού τον οδήγησαν στον Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν νόμω Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών» (Λουκ. β' 24). Οι γονείς του Χριστού δεν πρόσφεραν αμνό, όπως έδινε την δυνατότητα ο νόμος, επειδή ήταν πτωχοί. “Οι πλούσιοι προσέφεραν άμωμο αμνό, ενώ οι πτωχότερες τάξεις ένα ζευγάρι τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών” (Προκόπιος). Πραγματικά, ό Χριστός γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια και μεγάλωσε ως φτωχός. Τελικά, όμως, ή φτώχεια του Χριστού δεν έγκειται μόνο στο ότι γεννήθηκε και έζησε φτωχός, αλλά, κυρίως, στο ότι προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, “ενώ ήταν πλούσιος, επτώχευσε για να πλουτίσουμε εμείς με την θεότητα Του”.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ ΣΥΜΕΩΝ: Ένας “πρωταγωνιστής της Υπαπαντής είναι και ο Συμεών. Η Ορθόδοξη Παράδοση (όπως διασώζει ο Μέγας Φώτιος) λέει ότι ο δίκαιος Συμεών αρκετά χρόνια πρίν από τήν γέννηση τού Χριστού, επιστρέφοντας στά Ιεροσόλυμα μέ άλλους νομοδιδασκάλους από κάποια αποστολή, έκανε μαζί τους συζήτηση πάνω σε κάποια προφητικά κείμενα. Μεταξύ αυτών συζητήθηκε και η προφητεία του Ησαϊα: "Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται Υιόν, καί καλέσεις τό όνομα αυτού Εμμανουήλ" (στ΄ 14). Ο Συμεών, αν καί άνθρωπος με πολλή ευλάβεια δυσπίστησε, και πρόβαλλε αντιρρήσεις γιά το αδύνατο της γεννήσεως από παρθένο. Ο Συμεών λίγο αργότερα, γινόμενος μάρτυς κάποιου θαύματος, δοξολόγησε το Θεό γι' αυτό που του φανέρωσε, και πεπεισμένος πια επέστρεψε στά Ιεροσόλυμα με την απόφαση της παραμονής, για το υπόλοιπο της ζωής του, στον ιερό χώρο του Ναού αναμένοντας να δεί “ιδίοις όμμασιν” την εκπλήρωση της προφητείας. Σε υπερεκατονταετή ηλικία αξιώθηκε να κρατήσει στην αγκαλιά του το Βρέφος Ιησού ζητώντας μετά απ' αυτό τήν "απόλυσή" του από την ζωή.
Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ: Ο ευαγγελιστής διασώζει μια διπλή προφητική αποστροφή προς την Παναγία Μητέρα Του: "ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία" (Λουκ. β΄ 32-35), προφητεύοντας μ' αυτόν τον τρόπο και την αντιμετώπιση του Κυρίου από τους Ιουδαίους, αλλά και τη Σταυρική Θυσία Του.
Ό Θεάνθρωπος Χριστός είναι πτώση των απίστων, των μη πιστευόντων σε Αυτόν, και ανάσταση αυτών πού πιστεύουν σε Αυτόν. Ό ένας ληστής στο Γολγοθά πιστεύει και σώζεται, ο άλλος αμφισβητεί και καταδικάζεται. Επίσης, αυτό μπορεί να εννοηθή ότι “πρόκειται ο Χριστός να πάθη και να πέσει στον θάνατο, αλλά και να αναστηθούν πολλοί με την δική του πτώση, και τον δικό του θάνατο” (Θεοφύλακτος).
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ «ΣΗΜΕΙΟΝ ΑΝΤΙΛΕΓΟΜΕΝΟΝ». Η λέξη «σημείον» μπορεί να εννοηθή με πολλούς τρόπους και πολλές έννοιες. Κατ' αρχάς σημείο είναι ή σάρκωση Του, η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού. Κατά την ενανθρώπηση έγιναν πολλά παράδοξα και παράξενα πράγματα. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, η Παρθένος μητέρα. Ακριβώς δε αυτό το σημείο αντιλέγεται και αμφισβητείται από πολλούς ανθρώπους.
“Άλλοι θεωρούν ότι ο Χριστός ως Θεός έχει προαιώνια ύπαρξη και άλλοι νομίζουν ότι έλαβε αρχή της υπάρξεως του από την παρθένο και άχραντη Μαρία” (Κύριλλος Αλεξ.). Ό Νικόδημος Αγιορείτης, λέγει, εξηγώντας τα προηγούμενα, ότι ο αιρετικός που βλέπει τα έργα του Χριστού, ο οποίος έχει διπλές ενέργειες, την θεία και την ανθρώπινη, και άλλοτε ως άνθρωπος πεινά, διψά, δέχεται το μαρτύριο, σταυρώνεται, πάσχει (τα λεγόμενα “αδιάβλητα πάθη”), και άλλοτε ως Θεός κάνει θαύματα, εκδιώκει δαίμονες, ανίσταται κλπ., αμφιταλαντεύεται αν ό Χριστός είναι Θεός ή άνθρωπος. Ομως ό Χριστιανός δεν έχει τέτοιες αμφιβολίες, γιατί γνωρίζει ότι καιτοι ό Χριστός είχε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, εν τούτοις είναι ένας κατά την υπόσταση (υποστατική ένωση των δύο φύσεων) και το πρόσωπο, και έτσι ό ένας και Αυτός Χριστός ενεργεί άλλοτε τα θεοπρεπή και άλλοτε τα άνθρωποπρεπή. Έπειτα, σημείο αντιλεγόμενο είναι και ο Σταυρός του Χριστού. Άλλοι δέχονται τον Σταυρό και την σταύρωση του Χριστού θεωρούντες αυτήν ως σωτηρία, ότι στον Σταυρό νίκησε τις αρχές και εξουσίες του σκότους, και άλλοι αρνούνται τον Σταυρό. Δεν μπορούν να αντιληφθούν πώς ό Χριστός σταυρώθηκε. “ό Σταυρός είναι για τους Ιουδαίους σκάνδαλο, για τους Έλληνες μωρία. Για μας όμως τους πιστούς ό Σταυρός είναι «Θεού δύναμις και θεού σοφία» (Α' Κορ. α', 23-24). Η δεύτερη προφητεία του αγίου Συμεών, πού αναφερόταν στην Παναγία, είναι η εξής: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ. β', 35). Προφανώς ή προφητεία αυτή αναφέρεται στον πόνο και την θλίψη της Θεοτόκου πάνω στον Σταυρό, όταν θα έβλεπε τον Υιό της, που είναι ταυτόχρονα Υιός του Θεού, να πάσχει και να υποφέρει. Η Παναγία δεν υπέφερε ούτε πόνεσε κατά την γέννηση του Χριστού, ακριβώς γιατί τον συνέλαβε ασπόρως και τον γέννησε αφθόρως (ανήδονος σύλληψη – ανώδυνος γέννεση). Θα πόνεσει, όμως, πολύ κατά τον καιρό της εξόδου. Ακριβώς αυτή η ρομφαία, που θα διαπεράσει την ψυχή της Θεοτόκου κατά τον σταυρικό θάνατο του Χριστού, θα αποκάλυψει τους διαλογισμούς πολλών ανθρώπων, που βρίσκονταν κρυμμένοι στην καρδιά τους.
Αυτοί αμφιβάλλουν αν είναι γνήσια και αληθινή μητέρα. Αλλά από τον πόνο που αισθάνθηκε καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για την φυσική του μητέρα. Έτσι ο πόνος της Παναγίας στον Σταυρό έδειξε ότι αυτή είναι η πραγματική μητέρα, ότι από αυτήν ο Κύριος παρέλαβε την σάρκα. Γιατί, αφού η Παναγία είναι πραγματική μητέρα, σημαίνει ότι και ο Χριστός έχει πραγματικό σώμα και δεν είναι άνθρωπος κατά φαντασία. Ό Μ. Αθανάσιος λέγει ότι η φράση «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» σημαίνει ότι ό Σταυρός και το Πάθος του Χριστού, θα αποκάλυψει όλες τις εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων, αφού ο Πέτρος από θερμός και ζηλωτής, θα τον αρνηθή, οι Μαθητές θα τον εγκαταλείψουν, ο Πιλάτος θα μεταμεληθεί νίβοντας τα χέρια, η γυναίκα του θα πιστεύσει με το νυκτερινό όνειρο, ο εκ των σταυρωτών, εκατόνταρχος θα ομολογήσει, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, δύο εκ των Φαρισαίων, θα φροντίσουν το νεκρό Του σώμα, ο Ιούδας θα αυτοκτονήσει, οι Ιουδαίοι θα δώσουν αργύρια στους φρουρούς για να αποκρύψουν την Ανάσταση.
 Συμπερασματικά, ο Χριστός θα είναι «εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών» και στην άλλη ζωή, αφού όλοι θα δουν τον Χριστό, αλλά για άλλους θα είναι Παράδεισος και για άλλους Κόλαση.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΦΩΣ: Με δυο ονόματα ονόμασε ο Συμεών τον Κύριο: Σ ω τ η ρ ί α, που ετοίμασε ο Θεός για κάθε άνθρωπο και Φ ω ς, που φωτίζει όλα τα έθνη. Ότι ο Χριστός είναι αληθινά ο Σωτήρας μας, μαρτυρεί και το όνομα Ιησούς, το οποίο Άγγελος Κυρίου ανακοίνωσε στον Ιωσήφ: «Καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Και ότι ο Κύριος είναι το αληθινό Φως, το βεβαιώνει ο Ίδιος λέγοντας: «Εγώ ειμί το Φώς του κόσμου. Εκείνος που με ακολουθεί δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το Φώς της ζωής». Πραγματικά, ό Χριστός είναι το φως του κόσμου, το πραγματικό, πού διώχνει το σκότος της άγνοιας του νου, αλλά είναι και η δόξα ολόκληρης της ανθρωπινής φύσεως. “Χωρίς το Χριστό ή ανθρώπινη φύση είναι άδοξη, ανείδεη, αόριστη και ανώνυμη. Με τον Χριστό αποκτά είδος και όρο.» (Νικόλαος Καβάσιλας). Tα λόγια του Ἁγίου Συμεών σημειώνουν το τέλος μιας μακρας περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τη διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι ζούσαν χωρὶς το Θεό.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ: Η αφιέρωση του πρωτοτόκου ήταν στην ουσία η προτύπωση μιας αιματηρὴς θυσίας η οποία αναβαλλόταν αιωνίως μέχρι τη μέρα που οδηγήθηκε στο ναὸ ο Μονογενὴς Γιος του Θεού που είχε γίνει Γιος της Παρθένου, ο «υιὸς του ανθρώπου». Και για πρώτη φορὰ στην ανθρώπινη ἱστορία η αἱματηρὴ αὐτὴ θυσία έγινε δεκτὴ απὸ το Θεὸ παρὰ το γεγονὸς ότι το αντικατάστατο της θυσίας που είχε προσφερθεί, ο ίδιος δηλαδή ο Κύριος, αυτὴ τη μοναδικὴ φορὰ ο Θεὸς Πατέρας αποδέχτηκε και τον ίδιο το θάνατό Του: στο Γολγοθὰ πάνω σ’ ένα σταυρό! Η Υπαπαντή του Χρίστου δείχνει ότι ο Χριστός είναι η ζωή και το φως των ανθρώπων και ότι ό άνθρωπος πρέπει να αποβλέπει στην απόκτηση αυτού του φωτός και αυτής της ζωής. Η Εκκλησία ψάλλει παρακλητικά:
«Λάμπρυνόν μου την ψυχήν και το φως το αισθητόν, όπως ίδω καθαρώς και κηρύξω σε Θεόν». Αλλά, για να δει κανείς τον Θεό πρέπει προηγουμένως να λαμπρυνθεί, να φωτισθεί ως προς την ψυχή και τις σωματικές αισθήσεις. Τότε η εορτή της Υπαπαντής του Χριστού γίνεται και εορτή της υπαπαντής του κάθε πιστού.
1. Παλαιότερα η Υπαπαντή θεωρείτο εορτή των μητέρων, σήμερα τα ξένα πρότυπα “μεταφέρα픨τον εορτασμό αυτό τον Μάιο.
2. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιερόθεος: “Η Υπαπαντή του Χριστού”, Οι Δεσποτικές εορτές, Ι. Μ. Γενεθλίου τ Θεοτόκου (Πελαγίας), 1995.
Βιβλιογραφία: Μητροπ. Ναυπάκτου Ιερόθεος: “Η Υπαπαντή του Χριστού”, Οι Δεσποτικές εορτές, Ι. Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου (Πελαγίας), 1995. http://ahdni.blogspot.com/2011/01/bloom-h.html
Μητρ. Σουρόζ, (†)Αντωνίου Bloom: Η Υπαπαντή του Χριστού, Ἡμέρα Κυρίου, ἐκδ. Ἀκρίτας Παπαθεοχάρης Μιχαήλ: Υπαπαντή και Σαραντισμός. 




Η Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: Μικρό σχόλιο στη βυζαντινή εικόνα

«Λέγε Συμεών, τίνα φέρων εν αγκάλαις, εν τω ναώ αγάλλη;», ερωτά υμνογραφώντας ο άγιος Γερμανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στο πρώτο Στιχηρό ιδιόμελο του Εσπερινού της Υπαπαντής, ήχου α΄. Η βυζαντινή εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου, αποτολμά ν' απαντήσει στο υμνολογικό αυτό ερώτημα μ' ένα άλλο είδος τέχνης, περισσότερο προσιτό στο ευρύτερο σώμα των πιστών.
Η σκηνή εικονίζει την εκπλήρωση του εβραϊκού έθους. Του έθους που καθόρισε η απαίτηση του ίδιου του Θεού, «παν άρσεν το την μήτραν διανοίγον», να αφιερώνεται σ' Αυτόν. (Εξοδ. ιγ´ 2), όπως εμφατικά σημειώνεται και στον Ειρμό της εννάτης ωδής της Υπαπαντής. Αυτή την πραγματοποίηση του «ειθισμένου, κατά το ειρημένον του νόμου» (Λουκ. Β. 24, 27), ιστορεί η εικόνα της Υπαπαντής. Πέντε πρόσωπα απαρτίζουν την σύνθεση. Η Υπεραγία Θεοτόκος με τον Ιωσήφ φέρνουν στον ναό τον τεσσαρακονθήμερο Ιησού Χριστό. Τα δύο άλλα πρόσωπα είναι πρόσωπα του ναού, και συναντούν τους προσερχομένους εντός του ιερού χώρου. Ο Συμεών ο πρεσβύτης, άνθρωπος χαριτωμένος απ' το Πνεύμα του Θεού, «δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ» (Λουκ. β´ 25), και η αγία Άννα η προφήτιδα, θυγατέρα Φανουήλ, σε προχωρημένη ηλικία και αυτή. Λαμπάδα λιωμένη στην υπηρεσία του ναού από τη νεότητά της, από τότε που χήρευσε. Στα χέρια της, που τόσα χρόνια διακόνησαν τις ανάγκες του ναού, κρατεί ειλητάριο με λόγους προφητικούς, που αναφέρονται στο πρόσωπο του προσφερομένου βρέφους Ιησού. «Τούτο το βρέφος, ουρανόν και γην εστερέωσεν».
Ο εικονογράφος δεν επιλέγει να ισορροπήσει τη σύνθεση σ' ένα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα, παρόλο που κεντρική θέση έχουν κατά βάση δύο. της Υπεραγίας Θεοτόκου, και του βρέφους Ιησού. Το κέντρο της εικόνας κατέχει το ιερό, στηριζόμενο σε τέσσερις κολώνες, στεφανωμένες από μια σινδόνη. Το ιερό με τη σινδόνη μοιάζουν να διαιρούν την εικόνα στα δύο. Άλλωστε το όλο συμβάν της Υπαπαντής του Κυρίου ενώνει δύο σαφέστατα διαφορετικούς χώρους. Το χώρο της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Της προσδοκίας των αιώνων, με Τον Προσδοκώμενο. Της φθοράς του γήρατος και του θανάτου, με την αφθαρσία και τη ζωή του βρέφους Ιησού.
Δεν σημαίνονται όμως μόνο συνθετικά οι δύο κόσμοι που ενοποιούνται από το γεγονός που περιγράφει η εικόνα, αλλά και υφολογικά υποδηλώνεται το διττό μήνυμα της εορτής. Η χαρά και η λύπη. Η χαρά εκπεφρασμένη από τον πρεσβύτη Συμεών. Τον γέροντα που με τρεμάμενα από το βαθύ γήρας χέρια, προσδέχεται Αυτόν που ανέμενε αιώνες η παλαιοδιαθηκική ευσέβεια, και διψούσε ο ιουδαϊκός λαός: τον λυτρωτή του κόσμου. Τον Συμεών, που αξιώνεται να γίνει θεοδόχος! Τα πόδια του λυγίζουν από ευλάβεια. Τα μάτια του κοιτούν με δέος «το σωτήριον φως» (Λουκ. Β. 30, 32) του θεανθρωπίνου Βρέφους. Τα χέρια του, σκεπασμένα από συστολή και σεβασμό με μια άκρη του ενδύματός του, γίνονται θρόνος. Θρόνος όχι για να υποδεχθούν ένα κοινό βρέφος, αλλά για να κρατήσουν Αυτόν που κρατεί ολόκληρη την οικουμένη. Τα χέρια του πρεσβύτου Συμεών, που με τόση ευλάβεια κρατούν το θείο Βρέφος πάνω από το θυσιαστήριο του ναού, θυμίζουν τόσο πολύ την εικόνα των λειτουργών ιερέων που προβάλλουν ενώπιόν μας το θυσιασμένο και αναστημένο Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού. Όλες οι γραμμές του σώματος του αγίου Συμεών, μαζί με τις πτυχώσεις των ενδυμάτων του τείνουν προς τον Κύριο. Λυγίζουν, και με μια καμπυλόγραμμη κίνηση υποτυπώνουν το δοχείο που πληρούται από το περιεχόμενό του, που δεν είναι τίποτε άλλο εν προκειμένω από τη θεία Χάρη.
Αλλά αν η χαρά και η ανέκφραστη αγαλλίαση αφορούν και αποτυπώνονται στον πρεσβύτη Συμεών, η Υπεραγία Θεοτόκος ενσαρκώνει τον πόνο και την θλίψη. Πόνο γιατί προσφέρει και αποχωρίζεται τον Υιό της. Τα χέρια της διατηρούν μια κίνηση σαν να κρατούν ακόμη τον Ιησού Χριστό, σαν να μην θέλουν να Τον αποχωρισθούν. Και ο Υιός της, φαίνεται να ανταποκρίνεται στα μητρικά της αισθήματα. Απλώνει κι αυτός το χέρι του σε μια προσπάθεια να μην αποχωρισθεί την Παναγία μητέρα Του. Μια έκφραση των αισθημάτων της τελείας ανθρωπίνης φύσεώς Του.
Ανάμεσα στην Υπεραγία Θεοτόκο και τον θεοδόχο Συμεών, υψώνεται το ιερό, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της εικόνας, σχηματίζοντας ένα φράγμα απαγορευτικό. Η Θεομήτωρ στερείται τον Υιό της, και η θλίψη της επιτείνεται από τα προφητικά λόγια του αγίου Συμεών «και σου την καρδίαν διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. Β. 35). Η Παναγία πλέον αρχίζει να στρατεύεται στον δρόμο του σταυρού, που είναι το δώρο του Υιού της σ' ολόκληρο τον κόσμο. Το δώρο αυτό που χαρίζεται και στην ίδια, με μια διπλή επίπτωση. Της χαράς, της σωτηρίας και της λυτρώσεως από τη μια, και από την άλλη, της θλίψεως της μητρικής καρδιάς της μπροστά στην άρνηση αποδοχής από τον κόσμο του υιού και Θεού της. Άρνηση που θα φθάσει μέχρι τον σταυρικό θάνατο.
«Ανοιγέσθω η πύλη του ουρανού σήμερον», όπως ψάλλεται και στο Δοξαστικό των εκεκραγαρίων του Εσπερινού της Υπαπαντής, σε ήχο πλ. του β' γι' αυτό και ο εικονογράφος ιστορεί τα κτήρια και τις στέγες τους να συγκλίνουν σ' Αυτόν που αγιάζει ολόκληρη την κτίση. Αυτόν που είναι «φως διασκεδάζον των απίστων εθνών την σκοτόμαιναν, και δόξαν του νεολέκτου Ισραήλ», όπως τονίζεται και στο ιδιόμελο της Λιτής της Υπαπαντής, που ψάλλεται σε ήχο α. Λυτρωτής τόσο του εθνικού ειδωλολατρικού κόσμου, όσο και του ισραηλιτικού λαού. Και το λυτρωτικό αυτό μήνυμα που αφορά όλο τον κόσμο, υποδηλώνεται από τα δύο περιστέρια, τα οποία προσφέρει ο Ιωσήφ στον ναό. Δεν ανταποκρίνονται μόνο στην καθορισμένη προσφορά, αλλά συμβολίζουν και τους δύο κόσμους, για τους οποίους προσφέρεται η θυσία του Κυρίου μας. Τον κόσμο των εθνικών και της ειδωλολατρίας, και τον κόσμο του ευεργετηθέντος Ισραήλ.
Υπαπαντή! Σημαίνει συνάντηση του Κυρίου με την προσδοκία του κόσμου.
Υπαπαντή! Καθ' ην «Χορός αγγελικός,
εκπληττέσθω το θαύμα!
βροτοί δε ταις φωναίς,
ανακράξωμεν ύμνον,
ορώντες την άφατον
του Θεού συγκατάβασιν», όπως θαυμάσια προτρέπει το Κάθισμα της πρώτης στιχολογίας του Όρθρου της εορτής, ήχου α΄, και μέσα από την περιγραφική, συμβολική, αγία και ιεροπρεπή τέχνη της βυζαντινής εικονογραφίας. Ας προσκυνήσουμε λοιπόν το ιστορούμενο γεγονός. Ας προσκυνήσουμε τον νηπιάσαντα και βρεφοκρατούμενο Σωτήρα και Λυτρωτή μας.