ΜΙΑ ΕΝΟΡΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Νικηφόρου Καλαϊτζίδη

Υπόθεση σπουδαία και σημαντική για όσους αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα μιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και για εκείνους οι οποίοι θεωρούν την Εκκλησία σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας τους, ή της ίδιας τους της ζωής, η ίδρυση μιας ενορίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει κοινά παράλληλα με την γέννηση ενός παιδιού που περιβεβλημένο την αθωότητα του, σπαργανώνεται από την φυσική μητέρα, έτσι και η ενορία «σπαργανώνεται» μέσα στην πνευματική μέριμνα του οικείου Επισκόπου και στεγάζεται σ’ έναν Ναό.


συνέχεια του άρθρου

6 Αυγούστου η μεγάλη και σεβασμία Δεσποτική εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

0 σχόλια


Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

 π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν 
Τὸ αἰώνιο φῶς
Μεταμόρφωση! Τί ὄμορφη, τί ὡραία, τί χαρούμενη λέξη! Ἀντηχεῖ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ νοῦ μὲ τέτοια λαμπρότητα καὶ πανηγυρικότατα! Γιὰ αἰῶνες οἱ Ρῶσοι ἀγάπησαν αὐτὸ τὸ καλοκαίρι, τὴν αὐγουστιάτικη γιορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, τότε πού, κατὰ τὰ λόγια τοῦ Θεόδωρου Τιοῦτσεφ, “εἶναι σὰν ὁλόκληρη ἡ μέρα νὰ γίνεται κρυστάλλινη καὶ φεγγοβόλα”.
Σὲ ποιὸ πράγμα ἀναφέρεται αὐτὴ ἡ γιορτή, ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός της; Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἀκούσουμε τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός.
Ὁ Ἰησοῦς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγηση τοῦ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγελίου, «μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· 2 καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. 3 καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. 5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε· 6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 7 καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. 8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον. 9 καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ» (Ματθ. 17, 1-9).
Τί σημαίνει αὔτη ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία; Τί θέση ἔχει αὐτὴ ἡ αἰνιγματικὴ ἀποκάλυψη τῆς δόξας στὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ;
Λίγοι θὰ διαφωνήσουν πώς ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὰ εὐαγγέλια εἶναι κατεξοχὴν μιὰ εἰκόνα ταπείνωσης. Ἤδη κατὰ τὴ γέννησή Του δὲν βρέθηκε χῶρος σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλης, κι ἔτσι γεννήθηκε ἔξω, σὲ μιὰ σπηλιά. Μέχρι τέλους δὲν εἶχε σπίτι, “οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη” (Ματθ. 820), σύμφωνα μὲ τὰ δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αὐτοὺς πού θεραπεύει καὶ βοηθᾶ νὰ μὴ μιλήσουν σὲ κανένα γιὰ τὴ βοήθεια πού δέχθηκαν. Ἀποφεύγει κάθε τιμὴ καὶ κάθε εὐκαιρία πού τοῦ δίνεται γιὰ νὰ ἀποκτήσει φήμη. Ἑκουσίως μάλιστα ἄφησε τὴν ἀσφάλεια τῆς Γαλιλαίας, ὅπου δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀπειλή, καὶ διάλεξε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου τὸν περίμενε ὁ πόνος, ἡ ταπείνωση τῆς δίκης καὶ τῆς καταδίκης, καὶ μιὰ ὀδυνηρὴ καὶ ἐπαίσχυντη ἐκτέλεση. “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ”, εἶπε, ” ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ…” (Ματθ. 11,29).
Σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ταπεινοφροσύνης καὶ αὐταπάρνησης, λίγες ἦταν οἱ περιπτώσεις πού οἱ κρυμμένες ἀκτίνες τῆς θείας ἐνέργειας καὶ δόξας φάνηκαν ἐξωτερικά. Δίχως ἐξαίρεση, μόνο πολὺ λίγοι ἄνθρωποι ἔγιναν ζωντανοὶ μάρτυρες τῶν περιπτώσεων ἐκείνων πού “περιεβλήθη τὴν δόξαν”, καὶ αὐτοὶ συνήθως δὲν κατανοοῦσαν τὴ σημασία αὐτῶν πού ἔβλεπαν. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη τὴ νύχτα τῆς γέννησής Του, ὅταν οἱ ἁπλοὶ ποιμένες ἄκουσαν τὸν ἀγγελικὸ ὕμνο, καὶ τὰ νέα της μεγάλης χαρᾶς, ὅπως μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο (Λουκ. 2,10).
Τὸ ἴδιο συνέβη πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὴν ἡμέρα πού ὁ Ἰησοῦς ἦλθε στὸν Ἰορδάνη γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸ βάπτισμα, ὅταν ἀκούστηκε ἡ ἴδια φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἐνῶ τὰ ἴδια λόγια ἀκούστηκαν καὶ κατὰ τὴ Μεταμόρφωση: ” οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα….” (Ματθ. 3,17).
Τελικὰ δοξάζεται ἐδῶ στὸ ὄρος παρουσία τῶν τριῶν μαθητῶν. Κάθε φορἀ δὲ πού ἀποκαλύπτεται αὐτὴ ἡ μυστηριώδης οὐράνια δόξα, δὲν προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλά ἀπὸ πάνω, ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἡ Ἐκκλησία στὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ σημασία πού ἔχουν οἱ ἐπίγειες φανερώσεις τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ ἀπαντᾶ ὄχι μὲ ἐξηγήσεις ἀλλά μὲ πανηγυρισμούς, ἑορτάζοντας αὐτὴ τὴ μοναδικὴ χαρὰ πού σημαδεύει τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Μεταμορφώσεως.
Μία λέξη κυριαρχεῖ σ’ ὅλες τὶς εὐχές, τοὺς ὕμνους καὶ τὰ ἀναγνώσματα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς. Εἶναι ἡ λέξη φῶς. “Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον”. Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα σκοτεινό, ψυχρὸ καὶ τρομακτικὸ μέρος. Αὐτὸ τὸ σκοτάδι δὲν διαλύεται ἀπὸ τὸ φυσικὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἀντίθετα, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ἴσως κάνει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ νὰ φαίνεται ἀκόμη τρομερότερη καὶ ἀπελπιστικότερη καθὼς ἡ ζωὴ ξεχύνεται ἀμείλικτα καὶ ἀδυσώπητα πρὸς τὸ θάνατο καὶ τὸν ἀφανισμὸ περικυκλωμένη ἀπὸ πόνο καὶ μοναξιά. Ὅλα εἶναι καταδικασμένα, ὅλα ὑποφέρουν, ὅλα ὑπόκεινται στὸν ἀκατανόητο καὶ ἀνελέητο νόμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Τότε ὅμως ἐμφανίζεται πάνω στὴ γῆ, εἰσέρχεται στὸν κόσμο ἕνας ἄνθρωπος ταπεινὸς καὶ ἄστεγος, πού δὲν ἐξασκεῖ καμιὰ ἐξουσία πάνω σὲ κανένα, καὶ δὲν διαθέτει καμιὰ ἐπίγεια ἐξουσία. Λέει δὲ στοὺς ἀνθρώπους πώς αὐτὸ τὸ βασίλειο τοῦ σκότους, τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ θανάτου δὲν εἶναι ἡ ἀληθινή τους ζωή· πώς δὲν εἶναι ὁ κόσμος πού δημιούργησε ὁ Θεὸς· πώς μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ νικηθεῖ τὸ κακό, ὁ πόνος καὶ τελικὰ ὁ ἴδιος ὁ θάνατος· καὶ πώς ἔχει σταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν Πατέρα Του, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν τρομακτικὴ δουλεία στὴν ἁμαρτία καὶ στὸ θάνατο.
Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ξεχάσει τὴν ἀληθινή τους φύση καὶ κλήση, τὶς ἔχουν ἀπαρνηθεῖ. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν γιὰ νὰ δοῦν πώς ἔχουν χάσει τὴν ἱκανότητα νὰ βλέπουν, καὶ νὰ ἀκοῦν αὐτὰ πού εἶναι ἀνίκανοι ἤδη νὰ ἀκούσουν. Πρέπει νὰ ξαναπιστέψουν πώς τὸ καλὸ εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸ κακό, ἡ ἀγάπη ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸ μίσος, ἡ ζωὴ ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸ θάνατο. Ὁ Χριστὸς θεραπεύει, βοηθᾶ καὶ δίνεται σὲ ὅλους. Παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουν, δὲν ἀκοῦν, δὲν πιστεύουν. Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀποκαλύψει τὴν οὐράνια δόξα καὶ δύναμή Του, καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσει νὰ πιστέψουν. Θέλει ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀποδοχὴ ποὺ δίνονται ἐλεύθερα. Γνωρίζει πώς τὴν ὥρα τῆς ἔσχατης θυσίας Του, τῆς ἔσχατης αὐτοπροσφορᾶς Του, οἱ πάντες θὰ φύγουν ἀπὸ φόβο καὶ θὰ Τὸν ἐγκαταλείψουν. Ὅμως ἀκριβῶς τότε, ὅπως καὶ μετά. ὅταν ὅλα θὰ ἔχουν τελειώσει, ὁ κόσμος θὰ διαθέτει ἀκόμη κάποια ἔνδειξη γιὰ τὴν κατεύθυνση πού εἶχε καλέσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ πάρουν, γιὰ τὸ τί μᾶς προσέφερε ὡς δῶρο, ὡς ζωή, ὡς πληρότητα νοήματος καὶ χαρᾶς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ἀποκαλύπτει σὲ τρεῖς ἀπό τούς μαθητὲς Του αὐτὴ τὴ δόξα, αὐτὸ τὸ φῶς, αὐτὸν τὸ νικητήριο ἑορτασμὸ στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἔχει κληθεῖ πρὸ αἰώνων νὰ μετάσχει.
Τὸ θεῖο φῶς πού διαπερνᾶ ὅλον τὸν κόσμο. Τὸ θεῖο φῶς πού μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ θεῖο φῶς στὸ ὁποῖο τὰ πάντα ἀποκτοῦν τὸ ἔσχατο καὶ αἰώνιο νόημά τους. “Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι “, φώναξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὅταν εἶδε αὐτὸ τὸ φῶς καὶ αὐτὴ τὴ δόξα. Καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ Χριστιανισμός, ἡ Ἐκκλησία, ἡ πίστη εἶναι μιὰ συνεχής, χαρούμενη ἐπανάληψη αὐτῶν τῶν λόγων, “καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι”. Ἡ πίστη ὅμως εἶναι καὶ μιὰ ἔκκληση γιὰ τὸ ἀΐδιο φῶς· μιὰ δίψα γι’ αὐτὸν τὸ φωτισμὸ καὶ γι’ αὐτὴ τὴ μεταμόρφωση. Αὐτὸ τὸ φῶς συνεχίζει νὰ λάμπει, μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὸ κακὸ, μέσα στὴ μουντὴ γκριζάδα καὶ στὴ θολὴ ρουτίνα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, σὰν ἡλιαχτίδα πού διασχίζει τὰ σύννεφα. Τὸ ἀναγνωρίζει ἡ ψυχή, παρηγορεῖ τὴν καρδιά, μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε ζωντανοί, καὶ μᾶς μεταμορφώνει ἐκ τῶν ἔσω.
“Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι “! Ἂς γίνονταν δικά μας αὐτὰ τὰ λόγια, ἂς γίνονταν ἀπάντηση τῆς ψυχῆς μας στὸ δῶρο τοῦ θείου φωτός, ἂς γινὸταν ἡ προσευχὴ μας προσευχὴ γιὰ τὴ μεταμόρφωση, γιὰ τὴ νίκη τοῦ φωτός! “Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον”.
Ἡ εὐλογία τῶν καρπῶν
Στὶς Ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ὑπάρχει τὸ ἀρχαῖο ἔθιμο νὰ εὐλογοῦνται καρποὶ καὶ λαχανικὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως. Αὐτὸ μᾶς παρακινεῖ νὰ ἀναρωτηθοῦμε: ποιὸ εἶναι τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ἀρχαίας τελετῆς, καὶ τί σημαίνει γενικὰ ἡ εὐλογία καὶ ὁ ἐξαγιασμός, ἀφοῦ ἡ εὐλογία τῶν καρπῶν κατὰ τὴ Μεταμόρφωση εἶναι μόνο μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες τέτοιες τελετές;
Ἂν ἀνοίξουμε τὸ λειτουργικὸ βιβλίο ὅπου εἶναι συγκεντρωμένες ὅλες αὐτὲς οἱ τελετές, τὸ ἐπονομαζόμενο “Μεγάλο Εὐχολόγιο”, θὰ βροῦμε ἐκεῖ εἰδικὲς τελετὲς ὅπως ὁ καθαγιασμὸς καινούριου σπιτιοῦ, ἀγροῦ, κήπου, πηγαδιοῦ. Εἶναι ὡς ἐὰν ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀπευθύνεται σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ὡς ἐὰν τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Θεοῦ πού εὐλογεῖ, νὰ ἁπλώνεται πάνω σὲ ὅλα τὰ πράγματα μέσα ἀπ’ ὅλες αὐτὲς τὶς τελετὲς εὐλογίας καὶ ἐξαγιασμοῦ. Γιατί ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων οἱ ἄνθρωποι ἔνιωσαν τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐξαγιασμό;
Θὰ πρέπει ἀμέσως νὰ ποῦμε πώς οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ἀντιθρησκευτικῆς προπαγάνδας θεωροῦν ἀνεπιφύλακτα ὅλες αὐτὲς τὶς τελετὲς ὡς προλήψεις, καὶ κατὰ τὴ γνώμη τους ἀποτελοῦν ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς θρησκείας. Ἰσχυρίζονται πώς οἱ προλήψεις εἶναι καρπὸς τοῦ φόβου: ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται μήπως δηλητηριαστεῖ, φοβᾶται μήπως ἔχει κακὴ σοδιά, φοβᾶται μήπως καεῖ τὸ σπίτι του, φοβᾶται τοὺς ἄλλους. Ἡ θρησκεία προμηθεύει τὴν ἀπελευθέρωση ἀπό τὸ φόβο: ράντισε τὰ φροῦτα ἤ τὸν κῆπο ἤ τὸ σπίτι μὲ ἁγιασμὸ καὶ ὁ Θεὸς θὰ προστατέψει ἐσένα κι ἐκεῖνα. Ἔτσι ὅπως βλέπετε, τὰ πάντα εἶναι χονδροειδὴς ἄγνοια, πρόληψη καί….ἀπάτη”.
Ὡστόσο παρουσιάζοντας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ θέμα, ἡ ἄθεη προπαγάνδα δὲν ἀναφέρει καμία ἀπὸ τὶς εὐχὲς καὶ τὸ τυπικὸ πού περιλαμβάνεται σ’ αὐτὲς τὶς ὑποτιθέμενες προλήψεις. Προσπαθοῦν ἔτσι νὰ ἐμφανίσουν τοὺς ἱερεῖς, τὸν κλῆρο, ὡς μιὰ ὁμάδα ἀπὸ ἀπατεῶνες πού ἐκμεταλλεύονται τὸ φόβο καὶ τὴν ἄγνοια χρησιμοποιώντας ἀκατανόητα μαγικὰ ξόρκια. Ἂν κάποιος ὅμως ἀκούσει προσεκτικὰ αὐτὲς τὶς εὐχὲς καὶ δεῖ ἀπὸ κοντὰ αὐτὲς τὶς τελετές, ἂν μόνο γιὰ μιὰ φορὰ στὴ ζωὴ του βιώσει τὴ χαρὰ πού προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐλογία τῆς λαμπρῆς καὶ ἡλιόλουστης Μεταμόρφωσης, τότε γίνεται σαφὲς πώς ἡ ἀπάτη δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀπὸ τὴν κακόβουλη ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ προπαγάνδα, καὶ ὄχι ἡ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας, πού διαπερνᾶται ἀπὸ φόβο, δυσπιστία, καὶ ἀνάγκη νὰ ἀρνηθεῖ ὁ,τιδήποτε τὸ ἀνώτερό της, τὸ καθαρότερο καὶ βαθύτερο ἀπὸ τὴ δική της ἁπλουστευτική, γήινη καὶ ὑλιστικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Ἐπειδὴ αὐτὸ πού βλέπουμε, ἀκοῦμε καὶ ζοῦμε πάνω ἀπ’ ὅλα σ’ αὐτὲς τὶς τελετὲς καὶ τὶς εὐχὲς εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐχαριστία. Ἄν ἦταν παρὼν ὁ φόβος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει χαρὰ καὶ εὐχαριστία καὶ ἀντίστροφα, ἂν εἶναι παροῦσα ἡ χαρά. δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει φόβος. Ὁ φόβος παράγει μιζέρια καὶ δυσπιστία, καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπ’ αὐτὰ στὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως.
Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐχαριστίας;…
Ὁ ἴδιος ὁ κόσμος εἶναι καρπὸς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἀγαπήσουν μὲ τὴ σειρά τους… Καὶ μόνο ἀγαπώντας ἀληθινὰ τὴ ζωὴ του μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ κατὰ συνέπεια τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἡ πτώση μας, ἡ ἁμαρτία μας εἶναι πώς παίρνουμε τὰ πάντα ὡς δεδομένα, καὶ συνεπῶς τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, γινόμαστε πεζοί, καταθλιπτικοί, κενοί. Τὸ μῆλο εἶναι μόνο μῆλο. Τὸ ψωμὶ εἶναι ψωμί. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀκριβῶς ἄνθρωπος. Γνωρίζουμε τὸ βάρος τους, τὴν ἐμφάνισή τους, τὶς δραστηριότητές τους, ξέρουμε τὰ πάντα γι’ αὐτούς, ἀλλά δὲν γνωρίζουμε πλέον τοὺς ἴδιους, ἐπειδὴ δὲν διακρίνουμε τὸ φῶς πού λάμπει μέσα τους.
Αἰώνιο καθῆκον τῆς πίστης καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ξεπεράσει αὐτὴ τὴν ἁμαρτωλή, μονότονη ἐξοικείωση· νὰ μᾶς κάνει νὰ θυμηθοῦμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ πώς ἔχουμε ξεχάσει τὸν τρόπο νὰ βλέπουμε ‒νὰ αἰσθανόμαστε ὅσα πλὲον δὲν αἰσθανόμαστε‒ νὰ βιώνουμε ὅ,τι πλέον δὲν μποροῦμε νὰ βιώσουμε. Ἔτσι ὁ Ἱερέας εὐλογεῖ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, σηκώνοντας τὰ πρὸς τὸν οὐρανό, ἐνῶ ἡ πίστη βλέπει σ’ αὐτὰ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, βλέπει θυσία καὶ δωρεά, βλέπει κοινωνία μὲ τὴν αἰώνια ζωή.
Ἔτσι τὴν ἡμέρα της Μεταμορφώσεως φέρνουμε στὴν Ἐκκλησία μῆλα, ἀχλάδια, σταφύλια, λαχανικά, καὶ ξαφνικὰ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μεταμορφώνεται σ’ ἕνα μυστικὸ κῆπο, σ’ αὐτὸν τὸν εὐλογημένο παράδεισο ἀπ’ ὅπου ξεκίνησε ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ συνάντησή του μὲ τὸν Θεό.
Ὅπως δὲ ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀγαλλίασε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καθὼς ἄνοιξε τὰ μάτια του γιὰ πρώτη φορὰ καὶ εἶδε τὸν κόσμο, δὅπου τὰ πάντα, μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἦταν “καλὰ λίαν”, ἔτσι καὶ σ’ αὐτὴ τὴν τελετὴ τοῦ ἁγιασμοῦ βλέπουμε τὸν κόσμο σὰν νὰ ἦταν ἡ πρώτη φορά, ὡς ἀντανάκλαση τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐφραινόμαστε, καὶ εὐχαριστοῦμε. Μέσα δὲ ἀπὸ αὐτὴ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐχαριστία ἡ ζωὴ μας καθαίρεται, ἀνακαινίζεται καὶ ἀναγεννᾶται. Ὄχι, δὲν ἀρνούμαστε τὸν ὑλικὸ κόσμο, ὅπως ψευδῶς ἰσχυρίζεται ἡ ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα, οὔτε τὸν ἀπορρίπτουμε· ἀντίθετα, τὸν εὐλογοῦμε καὶ τὸν ἁγιάζουμε, ἐπειδὴ σ’ αὐτὸν βλέπουμε καὶ αἰσθανόμαστε μὲ χαρὰ καὶ εὐχαριστία τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ. «Οὐρανὸς καὶ γῆ πλήρεις τῆς δόξης Αὐτοῦ», ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία.
Ἡ σημασία τοῦ ἁγιασμοῦ εἶναι πώς μέσω αὐτοῦ ἡ δόξα αὐτὴ ξεχύνεται στὴν ἀποκοιμισμένη συνείδησή μας· ἀνοίγει τὰ μάτια μας. καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ γίνεται δοξολογία, χαρὰ καὶ εὐχαριστία.
Τί γίνεται ὅμως μὲ τὸ κακό. μὲ ρωτοῦν οἱ ἄνθρωποι. Τί γίνεται μὲ τὸν πόνο καὶ τὸ θάνατο; Σ’ αὐτὸ ἀπαντοῦμε: ἂν γεμίσουμε μ’ αὐτὸ τὸ φῶς, ἂν δεχθοῦμε μὲ γνησιότητα αὐτὸν τὸν ἐξαγιασμὸ καὶ αὐτή τὴν εὐλογία, καὶ τὰ φέρουμε μέσα μας, τότε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι γινόμαστε ὁ χῶρος ὅπου ἀρχίζει ἡ νίκη πάνω στὸ κακό. Καὶ ὁ θάνατος θὰ καταποθεῖ ἀπὸ αὐτή τὴ νίκη. ἐπειδὴ ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἔζησε ὁ Χριστὸς καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι παρὼν εἰς τὸν αἰώνα. Ἂν δὲ στὸν καθένα καὶ στὸ καθετί σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο διακρίνουμε Αὐτόν, ἀγαποῦμε Αὐτόν, προσφερόμαστε σ’ Αὐτὸν ἂν σ’ ὅλα βλέπουμε τὸ φῶς τῆς παρουσίας Του, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς νίκης Του, τότε τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπ’ Αὐτόν.

Ἑρμηνεία εἰς τόν πρῶτον κανόνα τῆς Μεταμορφώσεως

 Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ὠδή α´
Σήμερον Χριστός ἐν Ὄρει Θαβώρ, λάμψας ἀμυδρῶς, θεϊκῆς αὐγῆς ὡς ὑπέσχετο, Μαθηταῖς παρεγύμνου χαρακτῆρας· σελασφόρου δέ πλησθέντες, θείας αἴγλης, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν ὅτι δεδόξασται.
Σήμερον, λέγει, ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐπειδή ἔλαμψεν εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, παρεγύμνωσεν: ἤτοι ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του κάποιους ἀμυδρούς καί ὀλίγους τινάς χαρακτῆρας τῆς Θεϊκῆς του αὐγῆς, ἡ ὁποία ἦτον κεκρυμμένη μέσα εἰς τό πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἕως τότε δέν ἐβλέπετο ἀπό τούς Μαθητάς του· τοῦτο γάρ δηλοῖ τό Παρεγύμνου, κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον λέγοντα «Ἐν τῷ Θαβώρ μεταμορφωθείς ὁ Δεσπότης Χριστός, ἔδειξε τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν δόξαν καί οὐκ ἐπέδειξε, τουτέστι μικρόν παρήνοιξε τήν Θεότητα καί οὐχί τελείως». Ἀκολούθως δέ λέγει ὁ Χρυσορρήμων καί τήν αἰτίαν διά τήν ὁποίαν παρήνοιξε τήν Θεότητα, καί οὐχί τελείως τήν ἔδειξε· «Τό μέν, πληροφορῶν, τό δέ, φειδόμενος· πληροφορῶν μέν γάρ, ἔδειξεν αὐτοῖς τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν Θεϊκήν δόξαν, οὐχ ὅση τις ἦν, ἀλλ᾿ ὅσον ἠδύναντο φέρειν οἱ σωματικούς ὀφθαλμούς περιφέροντες· φειδόμενος δέ, καί οὐχί φθονῶν, οὐκ ἔδειξεν αὐτοῖς τήν πᾶσαν δόξαν, ἵνα μή σύν τῇ ὁράσει καί τήν ζωήν ἀπολέσωσιν».
Φέρει δέ καί ὁμοίωμα ὁ τῶν Κανόνων ἑρμηνεύς Θεόδωρος, ὅτι ὡς διά μέσου ὑαλίνων τινῶν λύχνων τάς ἀκτῖνας τοῦ θείου φωτός ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὁ Κύριος, καθώς ὑπεσχέθη. Ποῦ δέ ὑπεσχέθη νά δείξῃ ὁ Κύριος τό θεῖον του φῶς; Ἀποκρινόμεθα ὅτι ὑπεσχέθη τοῦτο ὀλίγον πρό τῆς Μεταμορφώσεώς του, ὅταν ἔλεγε εἰς τούς Ἀποστόλους «Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσονται θανάτου, ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει» (Ματθ. ιστ´ 28).
Μέ τήν λέξιν δέ «Τινάς» ἐννοεῖ ἐδῶ τόν Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί μέ τήν «Βασιλείαν», τήν ἐν τῇ Μεταμορφώσει δόξαν· ὅθεν αὐτό τό ρητόν ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύων λέγει· «Ἐνταῦθα οὐ περί τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας τῆς ἐνδόξου λέγει, ἀλλά περί τῆς ἐν τῷ ὄρει Μεταμορφώσεως». Καί ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος· «Πaνταχοῦ ἐστιν ὁ τοῦ Παντός Βασιλεύς, καί πανταχοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία αὐτοῦ· ὥστε τό ἔρχεσθαι τήν αὐτοῦ Βασιλείαν οὐ τό ἄλλοθεν ἀλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοῖ, ἀλλά τό φανεροῦσθαι ταύτην τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος· διά τοῦτο ἔλεγεν ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει· ἥτις δύναμις οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχοῦσιν ἐγγίνεται, ἀλλά τοῖς ἑστηκόσι μετά τοῦ Κυρίου, τουτέστι τοῖς ἐστηριγμένοις ἐν τῇ πίστει αὐτοῦ, καί τοῖς κατά Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί τούτοις ἀναφερομένοις ὑπό τοῦ λόγου πρότερον εἰς ὄρος ὑψηλόν, δηλονότι τῆς φυσικῆς ἡμῶν ταπεινότητος ὑπεραναβιβαζομένοις» (Λόγος οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»). Ὁ μέν οὖν Σωτήρ οὕτω κατά τήν ὑπόσχεσίν του ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὀλίγον τι τό φῶς τῆς ἰδίας Θεότητος· οἱ δέ Μαθηταί, γεμώσαντες ἀπό τήν ὀλίγην λαμπρότητα ἐκείνου τοῦ φωτός καί τῆς θείας αἴγλης, ἔμελπον ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς καί καρδίας· «Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται»
Τροπάριον.
Κατεμήνυον τήν ἔξοδον, τήν ἐν Σταυρῷ σου ἐν Θαβώρ παρόντες, ὁ ἐν πυρί σε καί βάτῳ πάλαι, προκατιδών Μωσῆς, καί ὁ μετάρσιος δίφρῳ, ἐν πυρίνῳ Ἠλίας Χριστέ.
Ἑρμηνεία.
Ἀφ᾿ οὗ εἰς τό ἀνωτέρω Τροπάριον εἶπεν ὁ Μελωδός ὅτι συνελάλουν μέ τόν Χριστόν ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας, τώρα εἰς τό Τροπάριον τοῦτο ἀναφέρει καί διά ἐκεῖνα ὅπου συνελάλουν. Ἐρανίζεται δέ ταῦτα ἀπό τόν Εὐαγγελιστήν Λουκᾶν λέγοντα· «Καί ἰδού ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωσῆς καί Ἠλίας, οἵ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τήν ἔξοδον αὐτοῦ, ἥν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ» (Λουκ. θ´ 30-31)· ὅθεν ἐπιστρέφων πρός τόν Κύριον λέγει· Ὦ Θεάνθρωπε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος Σέ εἶδε τό παλαιόν εἰς τό Σίναιον Ὄρος μέ τό καῖον πῦρ τῆς βάτου καί μή κατακαῖον αὐτήν, ὁμοίως καί ὁ Ἠλίας, ὁ ὁποῖος ἀνελήφθη μέ πυρίνην ἅμαξαν ὡς εἰς τόν Οὐρανόν, αὐτοί οἱ ἴδιοι παρόντες τώρα εἰς τό Θαβώριον Ὄρος, κατεμήνυον καί ἐφανέρωναν τήν ἔξοδον: ἤτοι τόν διά Σταυροῦ θάνατον ὅπου ἔμελλες νά τελειώσῃς εἰς τήν Ἱερουσαλήμ. Ἔξοδος δέ ὁ θάνατος ὀνομάζεται, διότι ἐξάγει ἐκ τῆς ζωῆς ταύτης τόν ἄνθρωπον· ὅθεν καί ἐξόδιον αὐτόν κοινῶς οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζουσι· καί ὅρα εἰς τό Τροπάριον τοῦ μεγάλου Σαββάτου τό λέγον «Κύριε Θεέ μου, ἐξόδιον ὕμνον καί ἐπιτάφιον».
Διά πέντε δέ αἰτίας ἐφάνησαν εἰς τήν Μεταμόρφωσιν ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας, κατά τόν Ἱερόν Θεοφύλακτον λέγοντα· «Πρῶτον, ἵνα δειχθῇ ὅτι καί Νόμου καί Προφητῶν αὐτός ἐστί Κύριος· δεύτερον, ὅτι ζώντων καί νεκρῶν κυριεύει· Ἠλίας μέν γάρ καί Προφήτης ἐστί καί ζῇ ἔτι· Μωσῆς δέ νομοθέτης ἐστί καί τέθνηκε· τρίτον, ἵνα φανῇ ὅτι οὐκ ἐναντίος ἐστί τῷ Νόμῳ, οὐδέ ἀντίθεος· οὐκ ἄν γάρ ὁ Μωϋσῆς συνελάλει τῷ ἐναντιουμένῳ τοῖς Νόμοις αὐτοῦ, οὐδ᾿ ἄν Ἠλίας ὁ ζηλωτής ἠνείχετο αὐτοῦ ἀντιθέου ὄντος· τέταρτον, ἵνα λύσῃ τήν ὑπόνοιαν τῶν λεγόντων αὐτόν Ἠλίαν, ἤ ἕνα τῶν Προφητῶν· καί πέμπτον, ἵνα διδάξῃ τούς μαθητάς τούτους μιμεῖσθαι, καί κατά Μωσῆν μέν πράους εἶναι καί δημαγωγικούς, κατά δέ Ἠλίαν ζηλωτάς εἶναι καί ἀκαμπεῖς, ὅτε δέ καιρός, καί κινδυνευτικούς εἶναι ὑπέρ τῆς ἀληθείας, ὥσπερ καί οὗτος». Τάς αὐτάς αἰτίας λέγει καί ὁ Ζυγαδηνός Εὐθύμιος εἰς τόν δεύτερον τόμον τῆς ἑρμηνείας τοῦ κατά Ματθαῖον.
Πόθεν δέ ἐγνώρισαν οἱ Ἀπόστολοι ὅτι οἱ φαινόμενοι Προφῆται ἦτον ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας; Ὁ μέν Ἱερός Θεοφύλακτος λέγει ὅτι ἀπό τά λόγιά των ἐγνώρισαν αὐτούς· «Τυχόν γάρ ὁ μέν Μωϋσῆς ἔλεγε, Σύ εἶ, οὗ προετύπωσα τό πάθος ἐγώ, σφάξας τόν ἀμνόν καί τό πάσχα τελέσας· ὁ δέ Ἠλίας ἔλεγε, Σύ εἶ, οὗ τήν ἀνάστασιν προετύπωσα ἐν τῷ τῆς χήρας Υἱῷ». Ὁ δέ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος διαβατικώτερον τοῦτο ἑρμηνεύων, λέγει ὅτι ἐγνώρισαν αὐτούς οἱ Ἀπόστολοι μέ τήν ἀποκαλυπτικήν δύναμιν τοῦ φωτός ἐκείνου τῆς Θεότητος, ἀπό τό ὁποῖον κανένα πρᾶγμα δέν εἶναι κεκαλυμμένον, ἀλλά πάντα εἶναι γυμνά καί φανερά· «Πῶς δέ καί ἐπέγνωσαν, οὕς οὔπω πρότερον εἶδον οἱ Ἀπόστολοι, εἰ μή τῇ ἀποκαλυπτικῆ δυνάμει τοῦ φωτός ἐκείνου; » (Λόγῳ οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»). Καί ἄν τό φῶς ἐκεῖνο ἀποκαλύπτῃ τά μέλλοντα, πόσῳ μᾶλλον ἀποκαλύπτει τά ἐνεστῶτα καί παρόντα, καθώς τόν Μωϋσῆν καί Ἠλίαν; ὁ μέν γάρ Ἠλίας παρών ἦτον ἐν τῷ Θαβώρ μετά σώματος, ὁ δέ Μωϋσῆς μέ ψυχήν γυμνήν καί χωρισμένην σώματος. Συμφωνεῖ δέ τῷ θείῳ Γρηγορίῳ καί ὁ Σιναΐτης Ἀναστάσιος λέγων· «Ἐπέγνωσαν δέ τούς Προφήτας οἱ Μαθηταί· οἱ γάρ πρός τοσοῦτον ὕψος χωρήσαντες, ὥς τε θέας ἀξιωθῆναι τοιαύτης, ἥν Βασιλείαν Οὐρανῶν ὠνόμασεν ὁ ἀποκαλύψας αὐτοῖς ἑαυτόν, πῶς τούς συμμύστας εἶχον ἀγνοῆσαι, καί μάλιστα παρόντος Ἰησοῦ καί φωτίζοντος τό ἡγεμονικόν, καί μορφοῦντος τόν νοῦν πρός τήν ἑαυτοῦ θείαν μορφήν;» (Λόγος εἰς τήν Μεταμόρφωσιν).
Τροπάριον.
Σέ τό ἀΐδιον φέγγος, ἐν πατρώᾳ τῇ δόξῃ, οἱ μαθηταί, ὡς εἶδον ἐκλάμψαν Χριστέ, σοί ἀνεβόων· Ἐν τῷ φωτί σου, τάς ὁδούς ἡμῶν εὔθυνον.
Ἑρμηνεία.
Βλέπων ὁ Ἱερός Μελωδός τήν ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως φωτεινοτάτην ὅλην καί ἐξαστράπτουσαν μέν ἀπό τάς ἀκτῖνας τοῦ ἡλιομόρφου προσώπου τοῦ Κυρίου, αὐγάζουσαν δέ ἀπό τό φῶς τῶν ἱματίων αὐτοῦ, διά τοῦτο ἐγέμωσεν ὅλας τάς Ὠδάς τοῦ παρόντος Κανόνος ἀπό ὀνόματα φωτεινά, φεγγοβόλα καί λαμπροφανῆ· ἐξαιρέτως δέ τήν πέμπτην ταύτην Ὠδήν ὅλην καταφωτίζει μέ φωτισμούς πολλούς, καί μέ διάφορα φῶτα ποιεῖται τόν δρόμον αὐτῆς· καί ἡ αἰτία δέν εἶναι ἀνεύλογος· ἐπειδή γάρ ἡ ἑορτή, ὡς εἶπον, εἶναι καθ᾿ ἑαυτήν φωτεινή καί γεμάτη ἀπό θεῖα φῶτα, προσθέτει δέ καί ὁ ποιητής τῆς πέμπτης Ὠδῆς Ἡσαΐας ἄλλα φῶτα ξεχωριστά, λέγων «Ἐκ νυκτός ὀρθρίζει τό πνεῦμά μου πρός Σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τά προστάγματά Σου ἐπί τῆς γῆς» (Ἡσ. κστ´ 9)· διά τοῦτο πλεονάζει καί ὁ Μελωδός ἐν τῇ φωτεινῇ Ὠδῇ ταύτῃ κατά τάς φωτονυμίας, καί ταύτην ἐξαιρέτως μέ φωτισμούς διαφόρους φωτολογεῖ.
Ὅθεν ἐπιστρέφων πρός τόν φωτοδότην Χριστόν, λέγει· Ὦ φωτεινότατε καί ὡραιότατε καί ἡλιοστάλακτε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ φῶς ἐκ φωτός ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθείς, ὅταν οἱ μαθηταί καί Ἀπόστολοί Σου εἶδον Σέ τό ἀΐδιον καί ἄχρονον καί ἄκτιστον φῶς ὅτι ἔλαμψας εἰς τό Θαβώριον Ὄρος ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρός, τῆς ὁποίας ὑπάρχεις ἀπαύγασμα κατά τόν Παῦλον τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς Σου, λέγοντα περί σοῦ «Ὅς ὤν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» (τοῦ Πατρός δηλ.) (Ἑβρ. α´ 3), τότε τόσον κατεπλάγησαν καί ἔκθαμβοι ἔγιναν διά τό ὑπερβάλλον τῆς λαμπρότητός Σου, ὥστε ἄλλο τι δέν ἔλεγον πρός Σέ, εἰ μή ταύτην τήν σύντομον ἱκεσίαν καί δέησιν· Ἴσασον, Κύριε, καί εὐόδωσον τάς ὁδούς τῆς ζωῆς μας μέ τό φῶς τῶν θείων ἐντολῶν Σου. Ἐρανίσθη δέ τοῦτο ὁ Μελωδός ἀπό τόν Δαβίδ τόν πεφωτισμένον ὄντα ἀπό τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅστις εἶπε· «Κατεύθυνον ἐνώπιον Σου τήν ὁδόν μου» (Ψαλ. ι´ 9)· διότι τό ἴδιον εἶναι νά εἰπῇ τινάς φῶς, καί λόγιον Θεοῦ· καθότι τά λόγια τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἄλλο, εἰ μή φῶς· «Λύχνος, φησίν ὁ αὐτός Προφητάναξ, τοῖς ποσί μου ὁ Νόμος Σου καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλ. ριη´ 105).
Σημείωσαι δέ, ὅτι οἱ Μαθηταί εἶδον εἰς τό Ὄρος τό ἄκτιστον φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Θεότητος ὄχι μόνον μέ τόν νοῦν, ὅστις εἶναι ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί μέ τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς τοῦ σώματος. Ἀλλά πῶς εἶδον αὐτό; μένοντας ἐν τῇ φυσικῇ δυνάμει αὐτῶν; ὄχι, ἀλλά ἀλλοιωθέντες εἰς τό κρεῖττον καί θειότερον, καί δυναμωθέντες ὑπό τῆς δυνάμεως τοῦ φωτός ἐκείνου· ἐπειδή κτιστοί καί αἰσθητοί τό ἄκτιστον καί ὑπέρ αἴσθησιν καί νοῦν φῶς χωρῆσαι οὐ δύνανται. Ὑπό τοῦ φωτός ἐκείνου λοιπόν ἐνισχυθέντες καί δυναμωθέντες οἱ τῶν Ἀποστόλων αἰσθητοί ὀφθαλμοί, καί ὑπέρ τούς ὅρους τῆς ἑαυτῶν φύσεως γεγονότες, εἶδον τό ὑπερφυές ἐκεῖνο καί ἄκτιστον καί τῆς θείας οὐσίας ἀχώριστον φῶς, κατά τήν κοινήν δόξαν τῶν Ἱερῶν Θεολόγων· ὅθεν εἶπεν ὁ Ἱερός Μάρκος ὁ Ἐφέσου ἐν μβ´ κεφαλαίῳ τῶν περί θείου φωτός· «Εἰ τήν ἐναντίαν δύναμιν (ἤτοι τῶν Δαιμόνων) οἴδαμεν ἐνεργεῖν τι περί τάς ἀνθρωπίνας ὄψεις, μεταποιεῖν τε αὐτάς καί διατιθέναι παρά φύσιν πρός τό μή ὄν, δηλοῦσι δέ οἱ θαυματοποιοί καί τά πάλαι ἀδόμενα μαγγανεύματα, πῶς οὐ τῇ θείᾳ δυνάμει δώσομεν ἀλλοιοῦν τε καί μεταποιεῖν τούς ὀφθαλμούς ὑπέρ φύσιν δύνασθαι, καί ταῦτα δή πρός τό ὄν, ἤτοι τό θεῖον φῶς; »
Διά τοῦτο καί ὁ ἐκ Δαμασκοῦ Ἰωάννης λέγει πανηγυρίζων εἰς τήν Μεταμόρφωσιν ὅτι οἱ αἰσθητοί ὀφθαλμοί τῶν Ἀποστόλων πρός ἐκεῖνο τό ἄκτιστον φῶς τῆς Θεότητος ἦτον τυφλοί· «Μεταμορφοῦται τοίνυν Χριστός, οὐχ ὅ οὐκ ἦν προσλαβόμενος, οὐδέ εἰς ὅπερ οὐκ ἦν μεταβαλλόμενος, ἀλλ᾿ ὅπερ ἦν τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς ἐκφαινόμενος, καί διανοίγων τούτων τά ὄμματα καί ἐκ τυφλῶν ἐργαζόμενος βλέποντας»· πρός τά ὁποῖα λόγια ἐπιφέρει ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος ταῦτα· «Ὁρᾶς ὅτι πρός τό φῶς ἐκεῖνο τυφλοί εἰσίν οἱ κατά φύσιν ὁρῶντες ὀφθαλμοί; οὐκοῦν οὐδέ τό φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν, οὐδέ οἱ ὁρῶντες αἰσθητικοῖς ἁπλῶς ἑώρων ὀφθαλμοῖς, ἀλλά μετασκευασθεῖσι τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος. Ἐνηλλάγησαν οὖν, καί οὕτω τήν ἐναλλαγήν εἶδον, οὐχ ἥν ἀρτίως, ἀλλ᾿ ἥν ἐξ αὐτῆς τῆς προσλήψεως ἔλαβε τό ἡμέτερον φύραμα, θεωθέν τῇ ἑνώσει τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ» (Λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»)· καί πάλιν· «Οὐ γίνεται τοιγαροῦν καί ἀπογίνεται, οὐδέ περιγράφεται, οὐδέ αἰσθητικῇ δυνάμει ὑποπίπτει τό φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως, εἰ καί δι᾿ ὀφθαλμῶν σωματικῶν ἑώραται, καί πρός ὀλίγον χρόνον, καί ἐν βραχείᾳ τοῦ Ὄρους κορυφῇ» (Αὐτόθι). Ἔφη δέ καί ὁ Θεοφόρος Μάξιμος ἐν ταῖς εἰς τήν Μεταμόρφωσιν θεωρίαις του· «Ἀπό τῆς σαρκός ἐπί τό Πνεῦμα μετέβησαν οἱ Ἀπόστολοι πρίν τήν διά σαρκός ἀποθέσθαι ζωήν τῇ ἐναλλαγῇ τῶν κατ᾿ αἴσθησιν ἐνεργειῶν, ἥν αὐτοῖς τό Πνεῦμα ἐνήργησε, περιελόν τῆς ἐν αὐτοῖς νοερᾶς δυνάμεως τῶν παθῶν τά καλύμματα· δι᾿ οὗ καθαρθέντες τά τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος αἰσθητήρια, τῶν παραδειχθέντων αὐτοῖς μυστηρίων τούς πνευματικούς ἐκπαιδεύονται λόγους».
Ὁ δέ Χρυσορρήμων ἀποδεικνύει ὅτι οὐδέ τά Σεραφίμ δύνανται νά ἰδοῦν ἄκρατον τό φῶς τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κατά συγκατάβασιν τοῦτο βλέπουσι· καί ἄκουσον αὐτοῦ λέγοντος «Σεραφίμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἕξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καί ἕξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καί ταῖς μέν δυσί κατεκάλυπτον τά πρόσωπα αὑτῶν, ταῖς δέ δυσί, τούς πόδας. Τίνος ἕνεκεν, εἰπέ μοι, καλύπτουσι τά πρόσωπα, καί προβάλλονται τάς πτέρυγας; τίνος δέ ἕνεκεν ἑτέρου, ἀλλ᾿ ἤ διά τό μή φέρειν τήν ἐκ τοῦ θρόνου λάμπουσαν ἀστραπήν καί τάς μαρμαρυγάς ἐκείνας; καίτοιγε οὐκ αὐτό ἄκρατον ἑώρων τό φῶς, οὐδέ αὐτήν ἀκραιφνῆ τήν οὐσίαν (τοῦ φωτός), ἀλλά συγκατάβασις ἦν τά ὁρώμενα. Τί δέ ἐστί συγκατάβασις; Ὅταν μή ὡς ἔστιν ὁ Θεός φαίνηται , ἀλλ᾿ ὡς ὁ δυνάμενος αὐτόν θεωρεῖν οἷός τε ἐστίν οὕτως ἑαυτόν δεικνύη, ἐπιμετρῶν τῇ τῶν ὁρώντων ἀσθενείᾳ τῆς ὄψεως τήν ἐπίδειξιν. Καί ὅτι συγκατάβασις ἦν, ἐξ αὐτῶν τῶν ρημάτων δῆλον· εἶδον γάρ, φησί, τόν Κύριον καθήμενον· Θεός δέ οὐ κάθηται· σωμάτων γάρ ὁ σχηματισμός οὗτος» (Λόγος Γ´ περί ἀκαταλήπτου). Ἐκ τῶν λόγων δέ τούτων τοῦ Χρυσοστόμου συμπεραίνομεν ὅτι ἄν τά Σεραφίμ κατά συγκατάβασιν βλέπουσι τό θεῖον Φῶς, βέβαια καί οἱ Ἀπόστολοι, μ᾿ ὅλον ὅτι ἐδυναμώθησαν οἱ ὀφθαλμοί των, κατά συγκατάβασιν εἶδον τό φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως, ὄχι καθώς αὐτό ἦτον, ἀλλά καθώς αὐτό ἐδύνοντο νά βλέπουν ἐκεῖνοι.
Ὠδή θ´
Τροπάριον.
Ἵνα σου δείξης ἐμφανῶς, τήν ἀπόρρητον δευτέραν κατάβασιν, ὅπως ὁ Ὕψιστος, Θεός ὀφθήσῃ ἑστώς ἐν μέσῳ θεῶν, τοῖς Ἀποστόλοις ἐν Θαβώρ, Μωσεῖ σύν Ἠλίᾳ τε, ἀρρήτως ἔλαμψας· διό πάντες σε Χριστέ μεγαλύνομεν.
Ἑρμηνεία.
Εἰς διάφορα νοήματα ἐξέλαβε τήν ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως ὁ Ἱερός Μελωδός ἐν τοῖς προτέροις Τροπαρίοις· τώρα δέ ἐν τῷ παρόντι καλύτερα ἐκλαμβάνει τήν περί αὐτῆς ὑπόθεσιν· ἀκούσας γάρ αὐτός τόν Προφητάνακτα Δαβίδ νά ψαλμωδῇ «Ὁ Θεός ἔστη ἐν συναγωγῇ Θεῶν, ἐν μέσῳ δέ Θεούς διακρινεῖ» (Ψαλ. πα´ 1) ἐνόησεν ὅτι ἡ προφητεία αὕτη τοῦ Δαβίδ προεικόνιζε τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως· διότι ἐπειδή ἔβλεπε μέν ἐν τῷ Ὄρει Θαβώρ τόν Μωϋσῆν καί τόν Ἠλίαν παρισταμένους ἀπό τά δεξιά καί ἀριστερά μέρη τοῦ μεταμορφουμένου Χριστοῦ, ἔβλεπε δέ καί τούς τρεῖς Ἱερούς Ἀποστόλους συντροφεύοντας αὐτούς, ὅλοι δέ αὐτοί καί οἱ πέντε ἔγιναν Θεοί κατά χάριν διά τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ ἡλιομόρφου Χριστοῦ, ἐστοχάσθη δέ καί τήν μέλλουσαν παρουσίαν τοῦ Κυρίου καί κρίσιν, ταῦτα λέγει πρός τόν μεταμορφούμενον.
Ὦ ἡλιοστάλακτε Ἰησοῦ, Σύ δέν ἐνήργησας τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεώς Σου ματαίως καί χωρίς καμμίαν εὔλογον ἀφορμήν, οὐδέ ἀπλῶς καί ὡς ἔτυχεν ἐπαράστησας κύκλῳ Σου εἰς τό Θαβώριον Ὄρος τόν Μωϋσῆν καί Ἠλίαν καί τούς τρεῖς ἐκλεκτούς Ἀποστόλους, ἀλλ’ ἵνα δείξῃς φανερά τήν Μεταμόρφωσίν Σου ἕνα προοίμιον τῆς μελλούσης καί ἐνδόξου παρουσίας Σου· καθώς γάρ ἐν τῇ Μεταμορφώσει ἤσουν Θεός κατά φύσιν ἐν μέσῳ τῶν κατά χάριν θεῶν, τῶν Προφητῶν δηλαδή καί Ἀποστόλων· οὕτω καί ἐν τῇ μελλούσῃ παρουσίᾳ καί δόξῃ Σου ἐν μέσῳ τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων καθεζόμενος, θέλεις διακρίνει τούς κατά χάριν ὄντας Θεούς, καί διαμοιράσει εἰς αὐτούς τάς ἀξίας τῆς μακαριότητος, οὕτω γάρ ἑρμηνεύει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος εἰς τόν περί Βαπτίσματος λόγον· «Φῶς ἡ ἐκεῖθεν λαμπρότης τοῖς ἐνταῦθα κακεθαρμένοις, ἡνίκα ἐκλάμψουσιν οἱ δίκαιοι ὡς ὁ ἥλιος, ὧν ἵσταται ὁ Θεός ἐν μέσῳ, Θεῶν ὄντων καί Βασιλέων, διαστέλλων καί διαιρῶν τάς ἀξίας τῆς ἐκεῖθεν μακαριότητος»· καί ἐν τῇ πρός Κληδόνιον πρώτῃ ἐπιστολῇ ὁ αὐτός οὕτω λέγει· «Ἥξει μετά σώματος, ὡς ὁ ἐμός λόγος, τοιοῦτος οἷος ὤφθη τοῖς μαθηταῖς ἐν τῷ ὄρει, ἤ παρεδείχθη, ὑπερνικώσης τό σαρκίον τῆς Θεότητος». Ὅρα δέ ὅτι ὁ Θεολόγος ἐπρόσθεσε τό «Ἤ παρεδείχθη», διά νά φανερώσῃ ὅτι δέν ἐφάνη ὅλον τό φῶς τοῦ Κυρίου εἰς τούς Ἀποστόλους, ἀλλά ὀλίγον τι, ὅσον ἠδύναντο νά ὑποφέρουν, ὡς εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων. Ἀλλά καί ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος τύπον καί προοίμιον τίθεται τήν Μεταμόρφωσιν τῆς μελλούσης μακαριότητας, λέγων· «Τότε δέ, ὅταν ἄφθαρτοι καί ἀθάνατοι γενώμεθα, καί τῆς χριστοειδοῦς καί μακαριωτάτης ἐφικώμεθα λήξεως, πάντοτε σύν Κυρίῳ κατά τό λόγιον ( τοῦ Παύλου δηλ.) ἐσόμεθα, τῆς μέν ὁρατῆς αὐτοῦ Θεοφανείας ἐν πανάγνοις θεωρίες ἀποπληρούμενοι, φανοτάταις ἡμᾶς μαρμαρυγαῖς περιαυγαζούσης, ὡς τούς Μαθητάς ἐν ἐκείνῃ τῇ θειοτάτῃ Μεταμορφώσει» (Κεφάλαιον α´ Περί Θείων Ὀνομάτων).
Ὅθεν ὁ Δαμασκηνός Ἰωάννης ἑρμηνεύων τόν λόγον διά τόν ὁποῖον μετά ὀκτώ ἡμέρας τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ἡ Μεταμόρφωσις ἔγινεν, ὡς γράφει ὁ Ἱερός Λουκᾶς, οὕτω φησίν· «Ἑπτά αἰῶσιν ὁ παρών συμπεραίνεται βίος, ὀγδόη δέ ἡ μέλλουσα βιοτή ἀνηγόρευται, ὡς ὁ μέγας Θεολόγος Γρηγόριος ἔφησε, τό Σολομώντειον ρητόν ἐξηγούμενος, δοῦναι μερίδα τοῖς ἑπτά τῷ παρόντι βίῳ, φάσκων, καί γε τοῖς ὀκτώ τῷ μέλλοντι· ἔδει δέ ἐν τῇ ὀγδόῃ τά τῆς ὀγδόης ἀποκαλύπτεσθαι τοῖς τελείοις· ὡς γάρ ὁ θεῖος ὄντως καί θεηγόρος Διονύσιος ἔλεξεν· οὕτως ὁ Δεσπότης ὀφθήσεται τοῖς ἑαυτοῦ τελείοις θεράπουσιν, ὅν τρόπον ἐν ὄρει Θαβώρ τοῖς Ἀποστόλοις τεθέαται». Λέγει δέ καί ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς· Διατί γάρ ὁ μέν (ἤτοι ὁ Ματθαῖος) μετά ἕξ ἡμέρας εἶπεν, ὁ δέ (ἤτοι ὁ Λουκᾶς) ὑπερέβη καί τήν ἑβδόμην τῆς ὀγδόης μνησθείς; Διότι τό μέγα θέαμα τοῦ φωτός τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως τῆς ὀγδόης (ἤτοι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος) ἐστί μυστήριον· κατά τήν ὀγδόην γάρ δυνάμει κράτος ἐνεργείας ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεται» (Λόγος οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»).
Τροπάριον.
Ἔθελξας πόθῳ μέ Χριστέ, καί ἠλλοίωσας τῷ θείῳ Σου ἔρωτι· ἀλλά κατάφλεξον, πυρί ἀΰλῳ τάς ἁμαρτίας μου, καί ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοί, τρυφῆς καταξίωσον, ἵνα τάς δύο σκιρτῶν, μεγαλύνω ἀγαθέ παρουσίας σου.
Ἑρμηνεία.
Ὁ Θεσπέσιος καί χαριτώνυμος Μελωδός Ἰωάννης, ἐνθουσιάσας τρόπον τινά ἀπό τήν ἀγάπην καί χαράν ὅπου εἶχε πρός τόν μεταμορφωθέντα Χριστόν, εὐχαριστήριον καί ἱκετικόν ποιεῖ τό Τροπάριον τοῦτο· διό λέγει· Ὦ ὡραιότατε καί κοσμοπόθητε καί παντοπόθητε καί μυριοπόθητε Χριστέ, Σύ κατέθελξας καί ἐτράβιξας τήν ψυχήν καί καρδίαν μου εἰς τήν ἔλευσίν Σου μέ τήν δραστικωτάτην μαγνήτιδα τοῦ ἁγνοῦ καί παντοκρατορικοῦ καί πρηστηρίου πόθου σου, καί ὅλον μέ ἠλλοίωσας καί ἄλλον ἐξ ἄλλου ἐποίησας μέ τόν ἔνθεον ἔρωτα τῆς Σῆς ὡραιοτάτης Μεταμορφώσεως.
Ὁ ἴδιος οὗτος Ἰωάννης πανηγυρίζων εἰς τήν ἑορτήν, εἰσάγει καί τόν Πέτρον ἐνθουσιῶντα καί λέγοντα· «Καλόν ἡμᾶς ὧδε εἶναι τῷ Κυρίῳ ἔφησε· τίς γάρ ζόφον φωτός ἀνταλλάσσεται; ὁρᾶτε τόν ἥλιον τοῦτον, ὡς καλός, ὡς ὡραῖος, ὡς ἡδύς, ὡς ποθεινός ἐξαστράπτων καί ἔκλαμπρος, καί τήν ζωήν, ὡς γλυκεῖά τε καί ἀπέραστος, ἧς πάντες ἀντέχονται, καί πάντα δρῶσιν, ὡς ἄν ταύτης μή ἀστοχήσαιεν; πόσῳ μᾶλλον δοκεῖτε τό αὐτοφῶς, ἐξ οὗ φῶς ἅπαν φωτίζεται, ποθεινότερον; καί πόσῳ γλυκυτέρα ἡ αὐτοζωή, ἐξ ἧ ἅπασα ζωή ζωοῦται καί μεταδίδοται, ἐν ἧ πάντες ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν; οὐχ ὅλος γλυκασμός (ὁ Χριστός); οὐχ ὅλος ἐπιθυμία; οὐκ ἔστι λόγος, οὐκ ἔννοια τῆς ὑπεροχῆς τό μέτρον εἰκάζουσα· τοῦτο τό φῶς κατά πάσης τῆς φύσεως ἔχει τά νικητήρια· αὕτη ἡ ζωή ἡ τόν Κόσμον νικήσασα».
Λέγει δέ καί Μακάριος ὁ Χρυσοκέφαλος τά ἐρωτοληπτικά ταῦτα ἐν τῷ εἰς τήν Μεταμόρφωσιν λόγῳ αὐτοῦ· «Τί ὡραιότερον τῆς Χριστοῦ συνουσίας; τί δέ ποθεινότερον τῆς θεϊκῆς αὐτοῦ δόξης; οὐδέν τοῦ φωτός ἐκείνου γλυκύτερον, ἐξ οὗ φωτίζεται φωτιστική πᾶσα Ἀγγέλων τε καί ἀνθρώπων ταξιαρχία· οὐδέν τῆς ζωῆς ἐκείνης ἐρασμιώτερον, ἐν ᾗ πάντες ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν· οὐδέν ἡδύτερον τῆς ἀειζώου καλλονῆς· οὐδέν τερπνότερον τῆς ἀλήκτου εὐφροσύνης· οὐδέν ποθεινότερον τῆς ἀϊδίου χαρᾶς, τῆς πανευπρεποῦς εὐπρεπείας, καί τῆς ἀπεράντου μακαριότητος». Ἕως μέν ἐδῶ εἶναι λόγια εὐχαριστιακά τοῦ Μελωδοῦ, τά δέ ἀκόλουθα λόγια εἶναι ἱκετικά καί παρακλητικά· λέγει γάρ ἑπομένως.
Ἀλλ᾿ ὅμως Σύ, κατάκαυσον τάς ἁμαρτίας μου μέ τό πῦρ τό ἄϋλον τῆς Θεότητός Σου καί χρηστότητος, καί ἀξίωσόν με νά χορτάσω ἀπό τήν ἀνεκλάλητον καί αἰώνιον τρυφήν, τήν Σοί καί τῇ Σῇ Βασιλείᾳ εὑρισκομένην, ἀφ᾿ οὗ ἐλευθερωθῶ ἀπό τήν παροῦσαν ζωήν, ἵνα χορεύων καί ἀγαλλόμενος μεγαλύνω τάς ἐπί γῆς δύο παρουσίας Σου, ἤγουν τήν πρώτην, κατά τήν ὁποίαν διά σαρκός ἐπεδήμησας εἰς ἡμᾶς καί ἀναμαρτήτως συνανεστράφης, καί τήν δευτέραν, εἰς τήν ὁποίαν μέλλεις νά ἔλθῃς διά νά κρίνῃς ζῶντας καί νεκρούς, καί νά ἀποδώσῃς ἑκάστω κατά τά ἔργα αὐτοῦ· ἐν γάρ τῇ πρώτῃ Σου παρουσίᾳ ἐχάρισας εἰς ἡμᾶς ὡς ἀρραβῶνα καί προοίμιον τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ θείου Βαπτίσματος· ἐν δέ τῇ δευτέρᾳ μέλλεις νά χαρίσῃς εἰς ἡμᾶς τό ὅλον τῆς χρηστότητός Σου καί χάριτος, τό ὁποῖον ἔχεις τώρα κεκρυμμένον, καθώς γέγραπται· «Ὡς πολύ τό πλῆθος τῆς χρηστότητός Σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις Σε» (Ψαλ. λ´ 20). Διατί δέ ὁ Ἱερός Μελωδός δέν κρύπτει τόν θεῖον ἔρωτα ὅπου εἶχεν εἰς τήν καρδίαν του, ἀλλά τόν φανερώνει; μήπως ἀπό κενοδοξίαν νικώμενος τοῦτο ποιεῖ; Ὄχι ἀποκρίνεται ὁ Χρυσορρήμων, ἀλλά ἀπό τήν θερμότητα τοῦ θείου πόθου· «Τοῦτο, λέγει, τῶν ἐρώντων ἐστί τό ἔθος, μή κατέχειν σιγῇ τόν ἔρωτα, ἀλλ᾿ εἰς τούς πλησίον ἐκφέρειν καί λέγειν ὅτι φιλοῦσι· θερμόν γάρ τι χρῆμα τῆς ἀγάπης ἡ φύσις καί σιγῇ στέγειν αὐτήν οὐκ ἀνέχεται ἡ ψυχή» (Ἑρμηνείᾳ εἰς τόν μα´ Ψαλ. προκειμένου ρητοῦ «Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος»).
Ἄμποτε δέ καί ἡμεῖς οἱ ψάλλοντες καί ἀναγινώσκοντες καί ἀκούοντες τόν παρόντα ἀσματικόν Κανόνα νά ἀναβῶμεν ἐπάνω εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, καί νά ἰδοῦμεν τήν δόξαν τῆς Θεότητος τοῦ φωτοδότου Χριστοῦ· ἐπειδή ὁ Κύριος, κατά τόν θεοφόρον Μάξιμον, δέν φαίνεται εἰς ὅλους μέ τόν ἴδιον τρόπον, ἀλλά εἰς μέν τούς ἀρχαρίους φαίνεται ἐν δούλου μορφῇ, εἰς ἐκείνους δέ ὅπου δύνανται νά ἀκολουθήσουν αὐτῷ ἐπάνω εἰς τό ὑψηλόν τῆς Μεταμορφώσεως Ὄρος ἐν μορφῇ Θεοῦ ἐπιφαίνεται, ἐν ἧ ὑπῆρχε πρό τοῦ τόν Κόσμον εἶναι (Κεφάλαιον ιγ´ τῆς β´ ἑκατοντάδος τῶν Θεολογικῶν). Ὅταν δέ περιφανής καί λαμπρός γένηται εἰς ἡμᾶς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, καί τό πρόσωπον αὐτοῦ λάμψῃ ὡς ὁ ἥλιος, τότε καί τά ἱμάτια αὐτοῦ φαίνονται λευκά, κατά τόν αὐτόν θεῖον Μάξιμον (ἤτο τά ρήματα τῆς Γραφῆς καί τῶν Εὐαγγελίων γίνονται φανερά καί σαφῆ εἰς ἡμᾶς, χωρίς νά ἔχουν κανένα νόημα σκεπασμένον) τότε δέ καί ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας (ἤτοι οἱ τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν πνευματικώτεροι λόγοι) φαίνονται μέ αὐτόν (Αὐτόθι Κεφ. Ιδ´).
Τότε θέλομεν γνωρίσει καί τί ἐδήλουν αἱ τρεῖς σκηναί· αὗται γάρ εἶναι αἱ τρεῖς ἕξεις τῆς σωτηρίας, κατά τόν αὐτόν Μάξιμον, ἡ τῆς Πράξεως, ἡ τῆς Θεωρίας, καί ἡ τῆς Θεολογίας, καί τῆς μέν Πράξεως τύπος ἦτον ὁ Ἠλίας ὡς ἀνδρεῖος καί σώφρων· τῆς δέ Θεωρίας τύπος ἦτον ὁ Μωϋσῆς, ὡς νομοθέτης καί δικαιοδότης· τῆς δέ Θεολογίας τύπος ἦτον ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς ἐν παντί τέλειος. Σκηναί δέ αὐταί ὠνομάσθησαν κατά σύγκρισιν πρός τάς μελούσας λήξεις καί οὐρανίους μονάς, αἵτινες ἀσυγκρίτως θέλουν εἶναι καλύτεραι καί περιφρανέστεραι (Κεφ. ιστ´ αὐτόθι), τάς ὁποίας ἄμποτε νά ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς, χάριτι καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ· ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καί τῷ ὁμοουσίῳ καί ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

5 Αυγούστου η μνήμη της Αγίας και δικαίας Νόννης , μητρός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

0 σχόλια

Αγία Νόννα (5 Αυγούστου)


Το μεγαλείο της μητρότητας
 Μία σπουδαία και Αγία Μητέρα τιμά σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας. Πρόκειται για την Αγία Νόννα, μητέρα ενός εκ των Αγίων Tριών Ιεραρχών, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Yπήρξε γυναίκα ευσεβής, αγνή, με θερμή πίστη, με διαμαντένιο χαρακτήρα, με πολλή μελέτη και ακριβή γνώση των δογμάτων και των εντολών της χριστιανικής πίστεως, που αναδείχθηκε ο καλός άγγελος της οικογένειάς της.
Ο σύζυγός της Γρηγόριος είχε πλανηθεί στην αίρεση τωνYψισταρίων, που δεχόταν μονοπρόσωπο τον Ύψιστο και  απέρριπτε τον Tριαδικό Θεό. Αλλά η Νόνα, με τις προσευχές της και την πειθώ, που εξασκούσε με σοφία και στοργή, επανέφερε το σύζυγό  της στον Ορθόδοξο δρόμο, για να αναδειχθεί, στη συνέχεια, ένας από  τους πιο ευσεβείς Επισκόπους της Εκκλησίας μας. 

Ταυτόχρονα, η  Νόνα έδειξε τόσο μεγάλη προσοχή στην ανατροφή των παιδιών της,  ώστε ανέδειξε πολύτιμες δυνάμεις και έξοχα κοσμήματα της  χριστιανικής πίστεως. Και αυτά ήταν ο μεγάλος  Πατέρας της  Εκκλησίας μας Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άλλος γιος της Καισάριος και  η ευσεβέστατη κόρη της Γοργονία. Έτσι η Νόννα αποτελεί διαχρονικό  παράδειγμα προς μίμηση στις κοινωνίες που θέλουν να αντλούν από  την οικογένεια χριστιανική τόνωση και δυνάμεις νικηφόρες κατά των  ασεβών δοξασιών και της τυραννίας των παθών.
Ο υιός της Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Μέγας αυτός ποιητής της Εκκλησίας και της Πατερικής Θεολογίας, υμνεί το μεγαλείο της μητέρας του Νόννας αναφωνώντας  «τί μητρός συμπαθέστερον;»1
Υπάρχει, άραγε, ανθρώπινο πλάσμα σ’ αυτόν τον κόσμο που να  προκαλεί τέτοια αισθήματα συμπάθειας, στοργής, αγάπης αλλά και  λατρείας, όσο η μητέρα; Η όποια μητέρα, η αγράμματα ή η  εγγράμματη, με ευγενή ή ταπεινή καταγωγή, η νεότερη ή η γεροντότερη; Η μητέρα είναι  συνεργάτης του Θεού στο μεγαλύτερο μυστήριο του κόσμου: στο μυστήριο της ζωής, καθώς, κάθε φορά που γεννά, θριαμβεύει επί του θανάτου. Η μητέρα είναι η ήρεμη δύναμη, ο κυρίαρχος παράγων της οικογενειακής συνοχής, ο κυματοθραύστης των οικογενειακών κρίσεων  και προβλημάτων, η απαντοχή του συζύγου, το καταφύγιο και η ασπίδα των παιδιών.
Και όμως, αυτό το συμπαθέστατο πλάσμα στις μέρες μας απογυμνώνεται από την ζηλευτή ιερότητα με την οποία το προίκισε ο Θεός, καθώς η βασική του ιδιότητα, η μητρότητα, τίθεται  σε αμφισβήτηση. Η μητρότητα πλήττεται βάναυσα στην εποχή μας όταν γίνεται αντικείμενο πειραματισμών στα επιστημονικά εργαστήρια, τα οποία, προκειμένου να πετύχουν την κύηση, χρησιμοποιούν μεθόδους που δε συνάδουν με τα φυσικά ανθρώπινα δεδομένα. Η μητρότητα υποτιμάται στα πρόσωπα εκείνων των γυναικών που, ως φέρουσες και υποκαθιστώσες μητέρες, παίζουν ένα συγκεκριμένο και προκαθορισμένο ρόλο, απογυμνωμένο από το θεϊκό συστατικό της αγάπης, ανακατεύοντας επικίνδυνα την εικόνα των γονεϊκών σχέσεων.
Η μητρότητα εξουθενώνεται όταν η γυναίκα αρνείται τον ιερό της ρόλο και τη θεϊκή της αποστολή και χωρίς δισταγμό, δέχεται να πετάξει το έμβρυο στα σκουπίδια για να μη στερηθεί την ελευθερία της, για να μη θιγεί η καριέρα της, για να μη περιοριστούν τα δήθεν ατομικά  της δικαιώματα. Η μητρότητα εκφυλίζεται σήμερα όταν γίνεται υπό πίεση και χρησιμοποιείται από τους επικίνδυνους νόες επικίνδυνων και επιτηδείων ανθρώπων και συστημάτων, για την εξυπηρέτηση σκοτεινών οικονομικών συμφερόντων. Τπό αυτές τις συνθήκες, το  «συμπαθέστερον» πρόσωπο, όπως ο Άγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζει τη μητέρα του Νόννα, αποσυντίθεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούν ιερό, συμπαθές, αγαπητικό και σεβαστό.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι άσχετα με την σύγχρονη ποικίλη κατάπτωση της κοινωνίας μας, που υφίσταται φθορά και αποσύνθεση, επειδή, συν τοις άλλοις, έθεσε στο περιθώριο την αξία της μητρότητας και την ιερή αποστολή της, επειδή επηρεάστηκε καταλυτικά από την υλιστική αντίληψη της ζωής, την ηδονοθηρία και τον εγωιστικό ανταγωνισμό. 
Η μητρότητα λαμβάνει τις διαστάσεις που πρέπει να έχει όταν επενδύεται από δύο απαραίτητα συστατικά: την θυσιαστική αγάπη και την έμπονη προσευχή. Μητέρες που αγάπησαν τα παιδιά τους περισσότερο και από τον ίδιο τους τον εαυτό, αναδείχθηκαν αληθινές μητέρες, ζωντανά παραδείγματα όλες τις εποχές. Μητέρες που ακούμπησαν τα παιδιά τους στα χέρια του Θεού, με την προσευχή, προσέφεραν στα τέκνα τους την μεγαλύτερη ευεργεσία, που δε μπορεί να συγκριθεί με καμία υλική προίκα και κληρονομιά: τα έκαναν ζωντανά μέλη της Εκκλησίας. Σα ασφάλισαν στο λιμάνι της οικογένειας του Θεού.
Μια τέτοια μητέρα ήταν, αδελφοί μου, η Αγία Νόννα. Το παράδειγμά της ας γίνει υπόδειγμα ζωής για όλες τις μητέρες. ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Επιφάνιος Οικονόμου

Κυριακή 4 Αυγούστου , Στ΄ Κυριακή του Ματθαίου και η μνήμη των Αγίων Επτά Παίδων των εν Εφέσσω

0 σχόλια

Κυριακή ΣΤ' Ματθαίου

Ματθ. 9, 1-8


Ένα ακόμα θαύμα του Χριστού μάς περιγράφει σήμερα ο ευαγγελιστής Ματθαίος, το οποίο αποτελεί συνέχεια της διήγησης της περασμένης Κυριακής, όπου είχε θεραπεύσει τους δύο δαιμονισμένους στη χώρα των Γαδαρηνών, και οι κάτοικοι της πόλης εκείνης αντί να Τον υποδεχτούν Τον παρεκάλεσαν να φύγει. Μπήκε ο Κύριος πάλι στο πλοίο και επέστρεψε στη Γαλιλαία. Εκεί του έφεραν έναν παράλυτο, κατάκοιτο στο κρεβάτι, και καθώς είδε ο Ιησούς την πίστη των ανθρώπων, λέει στον παράλυτο “έχε θάρρος, παιδί μου, οι αμαρτίες σου έχουν συγχωρεθεί”. Κάποιοι από τους γραμματείς σκέφτηκαν ότι ο Χριστός βλασφημεί και ο Κύριος, γνωρίζοντας τις σκέψεις τους, ρωτά “γιατί έχετε πονηρούς λογισμούς μέσα σας; τί είναι άραγε ευκολότερο να πει κανείς, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου, ή σήκω και περπάτα; για να δείτε όμως ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί στη γη αμαρτίες”, λέει στον παράλυτο: “σήκω, και πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου”. Έτσι κι έγινε: σηκώθηκε ο ασθενής και επέστρεψε στο σπίτι του, ενώ ο κόσμος που είδε το θαύμα κυριευμένος από δέος δόξαζε τον Θεό, που δίνει τόσο μεγάλη εξουσία στους ανθρώπους.

Παρά το σύντομο της σημερινής διήγησης, τα μηνύματα που αντλούμε από αυτή είναι πολλά και πλούσια. Και πρώτα από όλα, αντιπαραβάλλονται η πίστη των απλών ανθρώπων με την αμφισβήτηση των γραμματέων. Όπως πολλές φορές έχουμε δει, σχεδόν σε κάθε θαύμα που έκανε ο Χριστός, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η πίστη εκείνου που το ζητά. Τόσο ο παράλυτος της σημερινής περικοπής, όσο και οι άνθρωποι που τον μετέφεραν, είχαν πίστη μέσα τους, γι αυτό και ο Κύριος, πριν ακόμα εκφράσουν με λόγια την επιθυμία τους, σπεύδει να παράσχει την ίαση. Αυτή η πίστη, δυστυχώς, συχνά απουσιάζει από τις καρδιές μας, ακόμα και όταν παρακαλούμε στις προσευχές μας τον Θεό να επέμβει στη ζωή μας, να μας βοηθήσει, να κάνει ένα μικρό ή μεγαλύτερο θαύμα. Τα χείλη μας μπορεί να προσεύχονται, η καρδιά μας όμως διατηρεί αμφιβολίες ότι ο Θεός θα μας ακούσει ή ότι θα μας βοηθήσει. Και αυτό, άλλοτε μπορεί να αποτελεί δική μας πνευματική αδυναμία, και άλλοτε έναν από τους μεγαλύτερους πειρασμούς στη ζωή μας, που σκοπό έχει να αποδυναμώσει την προσευχή μας και ουσιαστικά να μας απομονώσει από τον Θεό. Πίστη όμως είναι η βεβαιότητα ότι για τον Θεό τα πάντα είναι δυνατά, ότι στο θέλημά Του τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο, ότι ο Θεός νοιάζεται για τα πλάσματά Του και συντρέχει σε όσους Τον επικαλούνται με ταπείνωση και συντριβή καρδίας. Πίστη είναι η σιγουριά για πράγματα που δεν είναι ορατά με το ανθρώπινο μάτι, όπως η άφεση των αμαρτιών την οποία παρέχει σήμερα ο Κύριος στον παράλυτο.
Ένα άλλο μήνυμα είναι ότι ο Χριστός είναι ο ιατρός όχι μόνο των σωμάτων, αλλά και των ψυχών μας. Θεωρεί τον άνθρωπο στο σύνολό του, και δεν περιορίζεται μόνο στη σωματική ασθένεια, γι αυτό και πρώτα ασχολείται με τη θεραπεία της ψυχής, με την συγχώρεση των αμαρτιών. Για τον Θεό δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία η σωματική μας ακεραιότητα, όσο η πνευματική μας υγεία. Το κάθε θαύμα, ακόμα και όταν πρόκειται για αποκατάσταση μιας σωματικής ασθένειας, στοχεύει στην πνευματική μας προκοπή και τελείωση. Κι εδώ συχνά κάνουμε ένα μεγάλο σφάλμα, όταν παρακαλούμε στις προσευχές μας τον Κύριο να μας βοηθήσει σε πράγματα που έχουν σχέση είτε με την καθημερινότητά μας είτε με την σωματική μας υγεία. Καλά κάνουμε βέβαια και παρακαλούμε τον Θεό για όλα αυτά, όμως πρωτίστως οφείλουμε να ενδιαφερόμαστε και να Τον παρακαλούμε για την ψυχική μας θεραπεία, για τη συγχώρεση των αμαρτιών μας, για την καλλιέργεια των αρετών. Γι αυτό και σε αρκετές περιπτώσεις που νιώθουμε ότι ο Θεός δεν εισακούει τις προσευχές μας, αυτό οφείλεται στο ότι τα αιτήματά μας είτε δεν απευθύνονται με την δέουσα πίστη, είτε δεν ωφελούν την πνευματική μας υγεία, ειδικά όταν πρόκειται για υλικά αγαθά ή σωματική υγεία.
Τέλος, το τρίτο μήνυμα που αντλούμε από τη σημερινή περικοπή είναι ότι ο Θεός δίνει την εξουσία στους ανθρώπους και της αφέσεως των αμαρτιών, και της σωματικής θαυματουργίας. Βέβαια, ο Χριστός δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, είναι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, και δεν χρειάζεται να Του δοθεί η εξουσία αυτή. Τόσο όμως στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στην ιστορία της Εκκλησίας, αυτή η εξουσία έχει δοθεί στους ανθρώπους: οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Άγιοι, αποτελούν τέτοια παραδείγματα, τα οποία δεν έχουν εκλείψει μέχρι τις μέρες μας. Ο Θεός θαυματουργεί στη ζωή μας, τόσο μέσα από ανθρώπους χαρισματικούς, όσο και μέσα από τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, κυρίως δε με την Εξομολόγηση και την Θεία Ευχαριστία, που αποτελούν το θεραπευτήριο της ψυχής μας.
Πίστη επομένως στον Θεό, καρδιά χωρίς αμφιβολίες και μέριμνα πρωτίστως για τα πνευματικά αγαθά είναι αυτά που χρειαζόμαστε όλοι μας. Και ακόμη, ζωή Μυστηριακή, όχι ατομική θρησκευτικότητα, αλλά συνδεδεμένη με την Εκκλησία, η οποία αποτελεί το σώμα του Χριστού και προσφέρει στον καθένα μας το διαρκές θαύμα της σωτηρίας.



Επτά Παίδων εν Εφέσω
(4 Αυγούστου)
του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου
Καθηγουμένου Ι. Μ. Αγίου Ιγνατίου - Λειμώνος Λέσβου
από το βιβλίο του «Εορτοδρόμιον»
***
Οι εγγυητές της Αναστάσεως
«Τον επτάριθμον τιμώ χορόν Μαρτύρων,
δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κοσμώ».
Σήμερα, ευσεβείς μου αδελφοί,πανηγυρίζαμε τη μνήμη των αγίων επτά παίδων των εν Εφέσω. Έζησαν στα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Δεκίου. Ωνομάζονταν Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Διονύσιος, Μαρτινιανός, Αντωνίνος και Κωνσταντίνος.
Το 252 λοιπόν για να μη πέσουν στα χέρια των διωκτών και γινουν θύματα της μανίας του Δεκίου, αφού εμοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς, κρύφτηκαν σ' ένα σπήλαιο της Εφέσου και παρακάλεσαν το Θεό να παραλαβή τις ψυχές τους προσφέροντας τους ειρηνικό το θάνατο. Και ο πανάγαθος πατέρας μας τους ανέπαυσε μεσα στο σπήλαιο.
Ο Δέκιος όταν επέστρεψε στην Εφεσο τους αναζήτησε και μαθώντας το θάνατο διάταξε και έχτισε του σπηλαίου το στόμιο και έθεσε και επτά μολύβδινες σφραγίδες με τα ονόματα των επτά παίδων.
Ύστερα από εκατόν ενενήντα οκτώ χρόνια στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του μικρού, ευσεβούς και προστάτου των χριστιανών των ορθοδόξων, παρουσιάστηκε μια αίρεσι πού εδίδασκε πως δεν υπάρχει των σωμάτων ανάστασι. Πολλούς επισκόπους που εκήρυταν αύτη την πλάνη εξώρισε και άλλους πάλι τους εφυλάκισε. Ο ίδιος δε ο βασιλιάς αφού ντύθηκε τρίχινο σάκκο κατά γης έπεσε και παρακαλούσε το Θεό να του δείξη σημείο πού να βεβαιώνη των νεκρών την ανάστασι.
Ο ιδιοκτήτης του κτήματος της Εφέσου μέσα στο όποιο βρισκόταν το σπήλαιο των επτά παίδων, να χτίση μάντρα για τα πρόβατα ηθέλησε, και στο χτίσιμο και τις πέτρες πού έφραζαν το στόμιο του σπηλαίου εχρησιμοποίησε. Έτσι άνοιξε το στόμιο του σπηλαίου και κατά προσταγή του Θεού οι επτά παίδες ανέστησαν και συζητούσαν, σαν να είχαν σηκωθή από τον ύπνο, για τα γεγονότα των ήμερων των διωγμών του Δεκίου και για τον κίνδυνο τον όποιον διέτρεχαν.
Το θαυμαστό δε ήταν ότι ούτε τα σώματα τους είχαν αλλοιωθή καθόλου άλλ' ούτε και τα ενδύματα τους είχαν παραφθαρή το σύνολον.
Ο Μαξιμιλιανός ενεψύχωνε τους άλλους συντρόφους για να κράτηση την πίστι σε περίπτωσι που θα τους συνελάμβανεν ο Δέκιος. Ο Ιάμβλιχος πάλι πήρε από το πουγγί νόμισμα πού έδειχνε το Δέκιο και κατέβηκε στην πόλι για να προμηθευτή άρτους αρκετούς, γιατί κατά την παρατήρησι του Μαξιμιλιανού οι άρτοι της χθες ήταν λίγοι και πεινασμένοι σχεδόν είχαν κοιμηθή.       
Βρήκε όμως αλλαγμένη την Έφεσο και εθαύμασε. Είδε σταυρό στην είσοδο και απόρησε. Όλους τους ανθρώπους τους έβλεπε με διαφορετικές ενδυμασίες και τελείως αγνώριστους και τα έχασε, ενόμιζε ότι όραμα έβλεπε.
Отроки Ефесские
Πήγε τέλος στο φούρνο και ψωμιά πολλά αγόρασε. Άλλ' οι αρτοποιοί βλέποντας το αρχαίο νόμισμα και εκτιμώντας τη μεγάλη του αξία με απορία τον Ιάμβλιχο εκοίταζαν. Ετρόμαξεν ο Ιάμβλιχος. Ενόμισεν ότι στο Δέκιο ήθελαν να τον παραδώσουν και τα ψωμιά επέστρεψε λέγοντας, κρατήστε και τους άρτους και το αργύριο μόνο να μη με παραδώσετε. Αλλ΄ εκείνοι πιστεύοντας ότι είχαν στα χέρια τους κάποιον αρχαιοκάπηλο και ευρετή μεγάλου θησαυρού τον εκράτησαν και τον εβίαζαν να τους δείξη το θησαυρό. Φυσικά ο άγιος αρνιόταν ότι είχεν ανακαλύψει θησαυρό και οι αρτοποιοί τον ωδήγησαν στον Ανθύπατο.
Ο Ανθύπατος της πόλεως πήρε το νόμισμα στο χέρι και είδε πώς ήταν παλαιό και άνηκε στον αυτοκράτορα Δέκιο. Ερώτησε λοιπόν που βρήκε το θησαυρό και ο Ιάμβλιχος απάντησε ότι δεν βρήκε θησαυρό άλλα το αργύριο το είχε πάρει από το σπίτι των γονιών.
Ποιών γονιών, ερώτησε, και από ποια πόλι. Από την Έφεσον, ο Ιάμβλιχος απάντησε. Φέρε μου λοιπόν τους γονείς σου για να μας βεβαιώσουν εκείνοι για την αλήθεια των λόγων σου. Άλλ' οι γονείς είχαν αποθάνει πριν από διακόσια περίπου χρόνια, στα χρόνια του Δεκίου και τα ονόματα τους πολύ τον Ανθύπατο εξένισαν. Ο άγιος τέλος για να γίνη πιστευτός στον Ανθύπατο παρεκάλεσε να πάνε μαζί στο σπήλαιο για να συναντήσουν και τους άλλους παίδες και να μάθουν ότι μόλις χθες κρύφτηκαν για να γλυτώσουν από τα χέρια του Δεκίου.
Ω παράδοξα πράγματα, ώ πρωτάκουστα και πρωτόφαντα γεγονότα!           
Ο Ανθύπατος πήρε μαζί και τον Επίσκοπο Μαρίνο της Εφέσου. Στο στόμιο του σπηλαίου είδαν τις παλαιές σφραγίδες του Δεκίου με τα ονόματα των κοιμηθέντων παίδων επάνω στο μολύβι χαραγμένα.
Μέσα δε στο σπήλαιο εβρήκαν και τους άλλους έξη παίδες και έκπληκτοι όλοι Επίσκοπος, Ανθύπατος και πολλοί Άρχοντες στα πόδια τους έπεσαν και προσκυνούσαν τους αγίους επτά παίδας και ρωτούσαν να μάθουν τις λεπτομέρειες του θαύματος. Και οι άγιοι με τη σειρά όλα τα εξιστόρησαν. Τόσο τα κακουργήματα του Δεκίου εις βάρος των χριστιανών όσο και την ιδική τους υπόθεση.
Το θαύμα ο Ανθύπατος με τον Επίσκοπο το ανέφεραν στο Θεοδόσιο το Βασιλέα.
Αυτό το θαύμα της αναστάσεως των επτά παίδων ήταν το σημείο πού έδειχνεν ο Θεός για να ικανοποίηση τον ευσεβή αυτοκράτορα. Και ο Θεοδόσιος αμέσως με συνοδεία τιμητική μετέβη στην Έφεσο και μπήκε στο σπήλαιο και έπεσε στα πόδια των αγίων επτά παίδων και με τα δάκρυα του τα κατάβρεχε και εδόξαζε το Θεό πού ικανοποίησε το αίτημα του και περίτρανα την ανάστασι των νεκρών του απέδειξε.
Και ενώ συνομιλούσε ο βασιλιάς με τους αγίους,σαν να ενύσταξαν οι άγιοι και αφού έκλιναν τα κεφάλια τους παρέδωκαν τις ψυχές στα χέρια του Ποιητή και Πλαστη



3 Αυγούστου η μνήμη της Οσίας μητρός ημών Θεοδώρας της εν Θεσσαλονίκη

0 σχόλια

Η ΟΣΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ
Η ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
(3 Αυγούστου)
 
Δοξα και καύχημα της ορθοδόξου χριστιανικής πατρίδος μας είναι η αγιοτόκος Θεσσαλονίκη. Διότι η ένδοξος αυτή πόλη εξέθρεψε και ανέδειξε πολλούς αγίους, οσίους, μάρτυρας, νεομάρτυρας και ομολογητάς της πίστεως. Μεταξύ των πρώτων αγίων που λαμπρύνουν την  Εκκλησία της Θεσσαλονίκης είναι και η οσία Θεοδώρα η μυροβλύτις. Το ιερό της σκήνωμα φυλάσσεται «ως πολύτιμον θησαύρισμα» στην ιερά μονή της, κοντά στην πλατεία της Αγίας Σοφίας. Και από τον 9ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και σήμερα δεν παύει η Μονή να αποτελεί προσκυνηματικό κέντρο χιλιάδων ευλαβών Χριστιανών.
 Η οσία Θεοδώρα γεννήθηκε στη νήσο Αίγινα το 812 μ.Χ.  Υπῆρξε καρπός ευλαβούς ιερατικής οικογενείας του πρωτοπρεσβυτέρου Αντωνίου και της Χρυσάνθης. Έμεινε ορφανή από μητέρα, αφού απέθανε στον τοκετό της. Ανετράφη όμως εν Κυρίω στα χέρια κάποιας ευσεβούς συγγενούς της.  Η μικρή Αγάπη (αυτό ήταν το βαπτιστικό της όνομα) προικίστηκε από τον Θεό με μεγάλα προσόντα. Είχε σπάνια ωραιότητα και ισχυρή ευφυΐα. Σε πολύ μικρή ηλικία έμαθε τα ιερά γράμματα και μέρος του Ψαλτηρίου. Συντομα εμνηστεύθη κάποιον «πλούσιον και σώφρονα άνδρα». Δεν θα παραμείνουν όμως στην Αίγινα άλλο ακόμα. Διότι την εποχή αυτή (825-830 μ.Χ.) ο Αργοσαρωνικός δέχεται αλλεπάλληλες επιδρομές Σαρακηνών, που αναγκάζουν τους κατοίκους «βίαια να μεταναστεύσουν».  Η οσία Θεοδώρα με τους συγγενείς της — και τον ιερέα πατέρα της, που αγαπούσε την ερημία — επέλεξαν νέο τόπο διαμονής τους τη Θεσσαλονίκη. Αυτή εθεωρείτο απόρθητη πόλις κάτω από την προστασία του Θεού και «του πανενδόξου μάρτυρος πολιούχου της αγίου Δημητρίου». Τρία παιδιά απέκτησε η ευσεβής Αγάπη. Αλλά τα δύο μικρότερα έφυγαν για τον ουρανό. Το πρώτο, που ήταν κορίτσι, σε ηλικία 6 ετών το αφιέρωσαν στον Θεό στην ιερά Μονή αγίου Λουκά Θεσσαλονίκης. Και εκάρη μοναχή με το όνομα Θεοπίστη.
Συντομα όμως αποθνήσκει ο καλός και ενάρετος σύντροφός της. Ο πόνος της είναι βαθύς. Είναι μόλις 25 ετών! Αλλά και ο πόθος της αφιερώσεώς της στον Θεό είναι ισχυρός μέσα της. Νικά λοιπόν τα γήϊνα. Και η Αγάπη στρέφει την αγάπη της εξ ολοκλήρου στον ποθητόν της Χριστόν! Παραδίδεται σ  Αὐτὸν άνευ όρων και Του χαρίζει τα υπόλοιπα χρόνια της επιγείου ζωής της.
Το έτος 837 ενδύεται το μοναχικό σχήμα. Λαμβάνει το όνομα Θεοδώρα. Μεχρι τέλους της ζωής της — έφθασε μέχρι 80 ετών — θα ασκηθεί στο ιερό κοινόβιο της Μονής του αγίου Στεφάνου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, κάτω από την αυστηρή καθοδήγηση της ηγουμένης και κατόπιν ομολογητρίας Άννας. Στην ιερά αυτή Μονή, που αργότερα θα μετονομασθεί Μονή της οσίας Θεοδώρας, καταφθάνει και η μοναχή Θεοπίστη!
 Η οσία Θεοδώρα εβάδισε με συνέπεια τον δρόμο της μοναχικής πολιτείας. Δεν την εμπόδισαν στην εσωτερική πνευματική ζωή ούτε η περιφανής καταγωγή της ούτε η φυσική της ωραιότητα. Ανεδείχθη κατά τον βιογράφο της «υπόδειγμα υπακοής και υψηλής ταπεινώσεως».  Ωνόμαζε τον εαυτό της «αχρείαν δούλην». Άλεθε, εζύμωνε, ησχολείτο με την οικονομία της Μονής και με «τα έργα της ευποιΐας». Παράλληλα «έτρεφε την ψυχή της με συνεχή μελέτη και ακρόαση των θείων λογίων». Τα επιτίμια της καθηγουμένης Άννας τα εδέχετο «μετά πίστεως ακραιφνούς», δηλαδή με απόλυτη εμπιστοσύνη και υπακοή χωρίς αντιλογία.  Οταν δε το 868 μ.Χ. ανέλαβε την ηγουμενία η κατά σάρκα κόρη της (αδελφή Θεοπίστη), ουδέποτε την προσεφώνησε «κόρη μου» φθάνοντας στο «άκρον της υποταγής και αληθινής ταπεινώσεως».  Η οσία Θεοδώρα ήταν ένα διαρκές παράδειγμα σεμνότητος και ζωής ακριβείας για τις συμμονάστριές της. Ποτέ δεν εφάνη «ακαίρως διαλεγομένη τινί», δηλαδή να λέγει σε κάποιον άσκοπα λόγια. Και μέχρι τα βαθιά της γεράματα παρέμενε η αβαρής και «εξετέλει όσας διακονίας ηδύνατο», σημειώνει ο βιογράφος της.
Στις 29 Αυγούστου(*) του έτους 892 η οσία Θεοδώρα εζήτησε με πόθο να μεταλάβει «των αχράντων και αθανάτων μυστηρίων». Και αφού ανεκλίθη στο «κλινίδιόν της ευσταλώς», έκλεισε μόνη της με απόλυτη ηρεμία και φυσικότητα τα χείλη και τα μάτια της και «μετεβιβάσθη εις την αιωνίαν και άληκτον ζωήν».  Η μορφή της την ώρα εκείνη εφάνη «αγγελοειδής», «φωτεινή» και μειδιώσα», ενώ ιδρώτας από θεία ευωδία την περιέλουσε. Ασθενείς που την ασπάσθηκαν με ευλάβεια την ώρα εκείνη έγιναν τελείως καλά από στομαχικό πόνο, τεταρταίο πυρετό και άλλες ασθένειες. Στις 3 Αυγούστου του επομένου έτους, το 893, το ιερό λείψανο της οσίας Θεοδώρας μετεκομίσθη ολόκληρο και ακέραιο από επτά ευλαβείς ιερείς σε ειδική λάρνακα στο Καθολικό της ιεράς μονής, ενώ πλήθος πιστών κατέκλυσε τα πάντα, ώστε «μηκέτι χωρείν τα προαύλια» της μονής. Από την κανδήλα δε και την λάρνακα της Οσίας έρρεε «κρουνηδόν ευώδες μυρίπνοον έλαιον», άφθονο ευωδιαστό έλαιον, με την χρίση του οποίου θαυμαστές ιάσεις εγίνοντο.
Θαυμαστή η ζωή της οσίας Θεοδώρας! Ο βιογράφος της μας καλεί και μας λέγει· « Ιδωμεν, πως δια ταπεινώσεως η οσία εν κόσμω διέπρεψεν άριστα και μοναδικώς υπερήθλησεν και εν ουρανοίς νυν παρά Κυρίω δοξάζεται...».
Και τι θα πει ταπεινοφροσύνη στην πράξη το απέδειξε η οσία Θεοδώρα μέσα στο ιερό κοινόβιο με τη ζωη της... Με την αδιάκριτη (χωρίς λογισμούς) υπακοή της, με την οικοδομητική και πνευματική αναστροφή της, με την αυστηρή κυριαρχία στα λόγια της (χωρίς κατακρίσεις και αργολογίες), με την υπομονή της, με μια αγάπη συνεχούς διακονίας και εξυπηρετικότητος... Αλήθεια, τι υπέροχο σύνολο από αρετές γεννά η ταπεινοφροσύνη! Κανει τους «εραστές» της επιγείους αγγέλους, ομοιώματα Θεού. Τετοιους όπως μας θέλει ο Θεός.
Τον δρόμο αυτό ας αγαπήσουμε και ας μιμηθούμε με την δύναμη των πρεσβειών της οσίας Θεοδώρας.

Από το Περιοδικό "Ο ΣΩΤΗΡ"



ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ
ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
 
            Οι πρώτες πληροφορίες για την ιστορία της μονής της αγίας Θεοδώρας προέρχονται από το Βίο της Οσίας. Όταν η Οσία κατέφυγε εκεί σε ηλικία 25 ετών για να μονάσει (το έτος 837), η μονή ήταν αφιερωμένη στο όνομα του πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Οι χώροι της μονής του αγίου Στεφάνου που μαρτυρούνται ρητὰ και κατ’ επανάληψη στο κείμενο του Βίου είναι το παρεκκλήσιο της Υπεραγίας Θεοτόκου όπου τοποθετήθηκε το λείψανο της οσίας κατὰ τη μετακομιδή του, το κοινοτάφιο των αδελφών της μονής, η τράπεζα, το μαγειρείο, τα κελλιά, ο χώρος υφαντουργίας, ο μύλωνας, η αυλή, το βαλανείο, το φρέαρ και το θυρωρείο. Το καθολικὸ της μονής πιθανὸν είχε παρόμοια αρχιτεκτονικὴ μορφή μ’ αυτήν της Αγίας Σοφίας, φυσικά σε μικρότερες διαστάσεις.
            Μετά τη μετακομιδή του λειψάνου της οσίας Θεοδώρας, τον Αύγουστο του 893, η μονή μετονομάσθηκε σε μονή της αγίας Θεοδώρας. Εξ αρχής λειτουργούσε με το κοινοβιακό σύστημα. Δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς και για ποιους λόγους η μονή της αγίας Θεοδώρας έπαυσε να λειτουργεί μ’ αυτήν την ιδιότητα και λειτουργούσε πλέον ως ενοριακός ναός. Είναι μόνο γνωστό ότι αυτό συνέβη το 18ο αιώνα.
            Στην ιερά μονή της Αγίας Θεοδώρας μόνασαν η αδελφή του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης αγίου Νείλου Καβάσιλα και η μητέρα τού αγίου Νικολάου Καβάσιλα του Χαμαετού.
            Το 1430 με την άλωση της Θεσσαλονίκης, οι Τούρκοι κατατεμάχισαν τὸ άγιο λείψανο της Οσίας. Ωστόσο η μονή δε δημεύθηκε, ούτε μετατράπηκε σε τζαμί. Μάλιστα κατ’ αυτήν την περίοδο ήταν μία από τις τρεις μονές που λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη μετά την άλωσή της και αριθμούσε διακόσιες μοναχές. Η μονή ονομαζόταν τουρκικά Kizlar Manastir ( Μοναστήρι των Κοριτσιών) και βρισκόταν σε μία απὸ τις δώδεκα χριστιανικές συνοικίες της πόλης.
            Το καθολικό της μονής επλήγη καίρια κατά τις δύο πυρκαγιές του 1890 και 1917. Η πυρκαγιά του 1917 κατέστρεψε ολοκληρωτικά το καθολικό της μονής. Το μόνο κτίσμα που διασώθηκε ήταν το κωδωνοστάσιο του ναού, το οποίο κτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνος.
            Ο νέος ναός κτίστηκε πλησίον του κατεστραμμένου καθολικού το 1935 και το 1957 ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ο Α΄ανήγειρε τη δυτική πτέρυγα της μονής, όπου λειτούργησαν διαδοχικά φοιτητικό οικοτροφείο και Εκκλησιαστική Σχολή. Από το 1974 λειτουργεί ως ανδρώα μονή, ενώ το 1989 ιδρύεται στο χώρο της μονής το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.
            Η μονή συντηρεί με δικούς της πόρους το οικοτροφείο
του Αγίου Αντωνίου και προβαίνει σε εκδόσεις βιβλίων. Τέλος, υπό τήν κηδεμονία της έχει πέντε μετόχια στο χώρο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης : 1. το ναό του Αγίου Αντωνίου, 2. το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου του Τρανού, 3. το ναό του Αγίου Παντελεήμονος, 4. το παρεκκλήσιο της Παναγίας Ελεούσης και 5. το ναό του Οσίου Δαβίδ
. 









Ένα κεράκι στα δειλινά του Δεκαπεντάγουστου

0 σχόλια


Γιορτάζει η Μάνα και πλέκουμε στεφάνια και τραγουδούμε γλυκά. Η Μάνα είναι αναντικατάστατη ύπαρξη για τον καθένα μας. Μάνα θέλησε να έχει και ο Θεός Λόγος, όταν θέλησε να σαρκωθεί. Και έκανε μάνα Του την ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, και ύστερα τη χάρισε στον άνθρωπο, «γύναι• ίδε ο υιός σου... ιδού η μήτηρ σου, και απ’ εκείνης της ώρας έλαβεν ο μαθητής αυτήν εις τα ίδια» (Ιωάν. 19, 26-27). 

Και η Μητέρα του Χριστού έγινε και δική μας. Μας αγκαλιάζει όλους, μας αγαπάει, και εμείς σαν παιδιά της την αγαπούμε έστω κι αν κάνουμε σκανδαλιές, έστω κι αν ξεκόβουμε από τη μητρική έγνοια. Νοιάζεται και παρακολουθεί. Είναι ξάγρυπνη και περιμένει. Και εμείς φτάνοντας στα όρια των αντοχών μας στρεφόμαστε και παρακαλούμε.
Και να ο Δεκαπενταύγουστος ξεδιπλώνεται! Προσκαλεί όλους στη γιορτή της Μάνας και τρέχουμε στην «Παράκληση».

Τραγούδι που εκπέμπεται από καρδιακές συχνότητες.

Στους αναρίθμητους ύμνους που έχουν γραφεί για την Παναγία Μητέρα ξεχωρίζουν οι Παρακλητικοί Κανόνες. Δροσιά στο καύμα του σώματος λόγω εποχής, Αύγουστος, αλλά και στα πολυκαύματα της ψυχής και γι’ αυτό αναπάσα στιγμή βάζουμε το επίθεμα τους πάνω στην πληγή μας. Οι Παρακλητικοί Κανόνες, (Μικρά και Μεγάλη Παράκληση), ψάλλονται εναλλάξ στούς Εσπερινούς στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου (ιερός Δεκαπενταύγουστος). Είναι αμέτρητα τα πλήθη των πιστών που τρέχουν σ’ όλους τούς Ενοριακούς Ναούς και τα ταπεινά Παρεκκλήσια, για να ακούσουν η καλύτερα να τούς σιγοψάλλουν μαζί με τόσα άλλα στόματα που συντονίζει η λαχτάρα της καρδιάς στο ρυθμο που δίνει ο χορός των ιεροψαλτών. Καρδιακή προσευχή μεταβάλλεται ο μεστός λόγος του Κανόνα της Παρακλήσεως κάθε δειλινό.

Είναι αλήθεια, ότι όλοι οι χριστιανοί έχουν βαθειά στην καρδιά τους ριζωμένη την ευλάβεια προς την Παναγία. Εκείνη για όλους είναι το στήριγμα, η κατφυγή, η παρηγοριά. Τα σημειώνει αυτά και ο υμνογράφος με τρόπο μοναδικό. Η Μάνα μας είναι των θλιβομένων η χαρά, των αδικουμένων η προστασία, των ξενητεμένων η παρηγοριά, των τυφλών η βακτηρία, όσων ταλαιπωρούνται η βοήθεια, αυτών που βρίσκονται σε κίνδυνο η σκέπη, αλλά και όσων βρίσκονται σε κάποια ανάγκη, γίνεται η αρωγός.

Η Μάνα μας Θεοτόκος δάνισε σάρκα στο Θεό Λόγο, ο οποίος για χάρη μας λειτουργεί το μυστήριο της σωτηρίας μας. Την έκανε Μάνα. Την χάρισε στον άνθρωπο, και εμείς την κάναμε Μάνα μας.

Σαν Μάνα γρικά και προσέχει τις φωνές μας. Η ευαισθησία της καρδιάς Της είναι δεδομένη από τη στιγμη. Η καρδιά της μάνας έχει μια εκπληκτική ευαισθησία για το παιδί της. Μ’ ένα νεύμα μας καταλαβαίνει την επιθυμία η το πρόβλημα που μας απασχολεί και έρχεται κοντα μας προσπαθώντας να δώσει λύση η να προσφέρει το χάδι της που τόσο γλυκαίνει την πίκρα μας τη στιγμη του πειρασμού. Το ίδιο συμβαίνει και στην καρδιά της Μεγάλης μας Μητέρας.

Όλοι κάποια στιγμη καταφεύγαμε σ’ Εκείνη είτε με βαθειά πίστη, είτε και με δυσπιστία, και ζητούμε τη στοργική της πρεσβεία για το προσωπικό μας αίτημα. Η συνδρομή της έρχεται και τότε η καρδιά μας ξεσπά σε μια ευχαριστία: «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχημένος από σου εκπορεύεται...», σημειώνει χαρακτηριστικά η γραφίδα του υμνωδού. Απόδειξη τρανή της συνδρομής της και του πλήθους των πολλαπλών ευεργεσιών της είναι οι χιλιάδες Ναοί και Παρεκκλήσια που είναι αφιερωμένα στη χάρη της. Αλλά και σε κάθε εικόνα της βλέπουμε να είναι κρεμασμένα εκατομμύρια από αφιερώματα και που αποτελούν τούς αδιάψευστους μάρτυρες των πολλών και αμετρήτων ευεργεσιών της.

Το όνομα της έχει γίνει και τραγούδι. Αμέτρητοι οι στίχοι. Χιλιάδες οι ανώνυμοι και επώνυμοι οι υμνητές της που μέσα από την ποιητική τους γραφή προσπάθησαν να αποτυπώσουν σ’ αυτούς το βάθος της θεολογικής τους ευγνωμοσύνης προς την Παναγία, «την Μητέρα του Φωτός».

Μεταξύ των αμέτρητων ύμνων προς την Κυρία Θεοτόκο είναι και οι δυο γνωστοί Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός και Μεγάλος, που ψάλλονται σε κάθε περίσταση από τα χείλη των πιστών, τόσο να παρακαλέσουν την Υπεραγία Θεοτόκο να συντρέξει στις ποικιλότροπες ανάγκες, όσο και να αντλήσουν από τη θεία μορφη της δύναμη και να βρουν τη ψυχική αντοχή στις θλίψεις τους, μια και η λέξη «Παράκληση» σημαίνει την παρηγοριά, που την προσφέρει απλόχερα σ’ όλους χωρίς διάκριση η Κυρία Θεοτόκος.

Οι Παρακλήσεις ψάλλονται πολύ συχνά και στούς Ναούς, αλλά και κατά μόνας από τούς πιστούς. Τωρα όμως τον Δεκαπενταύγουστο, που γιορτάζεται η Κοίμηση της Παναγίας, το Μικρό Πασχα του καλοκαιριού όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, ψάλλονται κατά την ακολουθία του Εσπερινού, μια η Μικρή και μια η Μεγάλη Παράκληση. Οι Παρακλήσεις δεν ψάλλονται στούς Εσπερινούς του Σαββατό-βραδου, αλλά ούτε και κατά τον Εσπερινό της Μεταμορφώσεως, επειδή το περιεχόμενο των Παρακλήσεων είναι ικετευτικό και δεν ταιριάζει με το πανηγυρικό και χαρμόσυνο ύφος των αναστασίμων και των εορτίων ύμνων.

Η διάκριση των Παρακλήσεων σε Μικρά και Μεγάλη οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην έκταση των τροπαρίων των ωδών, μια και τα τροπάρια της Μικράς Παρακλήσεως είναι πιο σύντομα απ' αυτά της Μεγάλης. Τα τροπάρια του Μικρού Παρακλητικού Κανόνα είναι έργο αγνώστου υμνογράφου. Ορισμένοι θεωρούν συντάκτη του κάποιο Θεοστήρικτο η Θεοφάνη. Φαίνεται να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, που από Θεοφάνης μετονομάστηκε Θεοστήρικτος, όταν έγινε μοναχός. Αντίθετα ο Μεγάλος Κανόνας είναι έργο του Θεοδώρου του Β’ του Δουκός, βασιλέως Νικαίας, του επονομαζομένου και Λασκάρεως, που έζησε στα μέσα του 13ου αιώνα.

Τα δυό αυτά αριστουργήματα της εκκλησιαστικής μας υμνογραφίας είναι πολύ αγαπητά σ’ όλους σχεδόν τους χριστιανούς, οι οποίοι όχι μόνο την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, αλλά και σε πολλές άλλες περιστάσεις της καθημερινότητος τις διαβάζουν και τις ψάλλουν αποκομίζοντας περισσή ωφέλεια. Εξάλλου μέσα στην πεζή και δύσκολη περίοδο αυτών των καιρών που βρεθήκαμε με τους ρυθμούς να εναλλάσσονται με τόση γρηγοράδα, η καταφυγή στη μεσιτεία της Κυρίας Θεοτόκου, είναι αναγκαία. Ο πολύς πόνος, η θλίψη, η αγωνία για το αύριο, η κάθε λογίς δοκιμασία που ταλαιπωρούν την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, γίνονται προτρεπτικές για καταφυγή στην πανάγια μεσιτεία της Μοναδικής μας Μάνας.

Σ’ αυτήν ας ακουμπίσουμε κι απόψε την καρδιά μας, και ας σιγοψάλλουμε στην άγια μορφή της, «Τα νέφη των λυπηρών εκάλυψαν την αθλίαν μου ψυχήν και καρδίαν και σκοτασμόν εμποιούσί μοι, Κόρη• αλλ’ η γεννήσασα φως το απρόσιτον απέλασον ταύτα μακράν τη εμπνεύσει της θείας πρεσβείας σου». Αμήν.

(+ π.Κ.Φ.)

Αύγουστος: ο μήνας της Παναγίας.

0 σχόλια



Ο Αύγουστος για τoν Ελληνισμό, είναι ο μήνας της Παναγίας, καθώς θυμάται και τιμά την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η γιορτή της Παναγίας, θεωρείται από τις κορυφαίες της Χριστιανοσύνης, ενώ η προετοιμασία των πιστών, που
αρχίζει από την 1η Αυγούστου με τη νηστεία, διαρκεί 15 ολόκληρες ημέρες, μέχρι τον ευλογημένο Δεκαπενταύγουστο.
Σε ολόκληρη την Ελλάδα όπως και στις χώρες της διασποράς, όπου διαμένουν οι απόδημοι Έλληνες, τιμάται με τον δυνατόν καλύτερο η μνήμη της Θεομήτορος και η μετάστασή της από την γη στον ουρανό.

 Κατά τον συναξαριστή, τη μετάσταση της Παναγίας ανήγγειλε στην ίδια ο Άγγελος τρεις μέρες πριν την πραγμάτωσή της. Εκείνη με χαρά δέχτηκε το άγγελμα αφού θα συναντούσε τον πολυαγαπημένο και μονάκριβο γιο της στην Άνω Ιερουσαλήμ, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία Του.
«Κάλεσε στο σπίτι της συγγενείς και γείτονες, τους ανακοίνωσε το επίκεντρο μεγάλο ταξίδι «σαροϊ την οικίαν, ετοιμάζει την κλίνη και πάντα τα προς ταφήν επιτήδεια».
Οι γυναίκες καθώς άκουσαν για την αναχώρηση από την παρούσα ζωή της Θεομήτορος, «μετ’οιμωγής ωλοφύροντο». Η Παναγία τις διαβεβαίωσε πως δεν θα παύσει να φροντίζει για όλον τον κόσμο και μετά την μετάσταση. Θα γίνει η μεσίτρια στον Υιό της  για τη σωτηρία του κόσμου. Υπόσχεση που τηρεί μέχρι
σήμερα. Και θα τηρεί ως τη συντέλεια του κόσμου.
Εμείς οι Έλληνες και ως έθνος έχουμε πολλές φορές βεβαιωθεί για την τήρηση της μεγάλης αυτής υπόσχεσης. Η Παναγία είναι η Μάνα η δική μας και του έθνους μας.
Ο Αύγουστος είναι όπως είπαμε ο μήνας της Παναγίας, της Μάνας που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο. Και μεσιτεύει στον υιό της για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Έτσι, περισσότερο από κάθε άλλο ιερό πρόσωπο, ο λαός μας τιμά και σέβεται την Παναγία, την οποία επικαλείται σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του.
  Εκκλησίες της βρίσκονται πολυάριθμες σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, ιδιαίτερα το νησιωτικό, ορισμένες δε, όπου υπάρχουν θαυματουργικές εικόνες της, αποτελούν πανελλήνια θρησκευτικά προσκυνήματα, όπως η Παναγία της Τήνου.

Η ομορφιά της Παναγίας
 Είναι συγκλονιστική η “Κοίμηση της Θεοτόκου”, στη βυζαντινή αγιογραφία, όπου φαίνεται να κοιμάται η Παναγία με τη γαλήνη απλωμένη στη μορφή της σε απόλυτη εναρμόνιση με την ψυχική της ομορφιά.
Μια ομορφιά που διακρίνει κατεξοχήν την Παναγία με την “ωραιότητα της παρθενίας” της και το “υπέρλαμπρον το της αγνείας” της. 
Αυτή η ομορφιά που θα γίνει ακόμα πιο αισθητή τη βραδιά του Δεκαπενταύγουστου, κατά τη μεγάλη γιορτή της “Πλατυτέρας των Ουρανών” που θα λάμψει αυτή τη νύχτα στον ουρανό, σκορπίζοντας το γαλάζιό της φως παντού πάνω στη γη.
Παναγία – Προσωνυμία της Θεοτόκου Μαρίας, από τον  3ο αιώνα ως την αγιώτατη από όλους τους αγίους.
Στον ελληνικό λαό η επωνυμία Παναγία έχει καθιερωθεί ως η συνηθέστερη επίκληση της Θεοτόκου, η οποία συνδυάζεται πολλές φορές και με άλλες προσωνυμίες προς την Κεχαριτωμένη Βασίλισσα του Κόσμου.

 Οι επωνυμίες προς τη Θεοτόκο προέρχονται από διάφορες αιτίες:
α) Από τον εικονογραφικό τύπο παραστάσεως της Παναγίας: Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα, Γαλατούσα, Μεγαλομάτα, Θρηνούσα κ.α.
β) από ιδιότητες της Παναγίας: Ελεούσα, Κυρία, Μεγαλόχαρη, Σωτήρα, Βοήθεια, Οδηγήτρια, Φανερωμένη κ.α.
γ) από την παλαιότητα της εικόνας της: Μαυριώτισσα, Μαχαιρωμένη, Γερόντισσα κ.α.
δ) από τον τρόπο εύρεσης της εικόνας της ή από θαύμα της: Θεοσκέπαστη, Σπηλαιώτισσα, Τρυπητή, Πλατανιώτισσα, Πορταϊτισσα, Μυρτιδιώτισσα, Φιδού κ.α.  
ε) από τον τόπο προέλευσης της εικόνας της: Σουμελά, Αθηνιώτισσα, Πολίτισσα, Χρυσοκαστριώτισσα κ.α.
 στ) από ιδιάζοντα χαρίσματά της: Αμπελακιώτισσα, Δαμάσια, Παλατιανή, Ολυμπιώτισσα, Υψηλή κ.α.
 ζ) από τον κτήτορα του ναού της: Λυκοδήμου, Καλιγού, Περλιγού, Στεφάνα κ.α.
 η) από το χρόνο του εορτασμού της ή από την εποχή των αγροτικών εργασιών με τις οποίες συμπίπτει η εορτή της: Φλεβαριανή, Μεσπορίτισσα, Πολυσπορίτισσα, Ακαθή (εκ του Ακάθιστου Ύμνου) κ.α.